Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΟΥ ΑΚΟΥΕΙ
Ο αέρας έξω ήταν κοφτερός. Η Κομνηνού κατέβηκε τα σκαλιά αργά, σαν να ήθελε
να ακούσει κάθε τριγμό του ξύλου πίσω της. Ο Λυμπέρης στάθηκε δίπλα της χωρίς
να μιλήσει αμέσως. Η πλατεία έδειχνε ήρεμη—κι αυτό, στο χωριό, ήταν πάντα
ύποπτο.
Το παράθυρο του προέδρου έμενε φωτισμένο. Μια σκιά πίσω απ’ το τζάμι, σαν
μάτι που δεν ανοιγοκλείνει.
«Μας ζύγισε», είπε η Κομνηνού.
Ο Λυμπέρης χαμογέλασε πικρά. «Όχι. Μας μέτρησε. Και όταν σε μετράνε…
σημαίνει ότι αποφάσισαν ήδη πόσο “περισσεύεις”.»
Περπάτησαν λίγα μέτρα. Τα παπούτσια τους έτριζαν πάνω στο παγωμένο χαλίκι,
και το χωριό—με εκείνον τον παλιό τρόπο—έκανε πως δεν τους βλέπει. Οι άντρες
στο καφενείο έσκυβαν πάνω από τα ποτήρια. Μια γυναίκα στην είσοδο του
μπακάλικου έκανε τον σταυρό της όχι προς την εκκλησία, αλλά προς τη βιβλιοθήκη,
σαν να ήταν εκεί το κακό, όχι στον ουρανό.
Η Κομνηνού σήκωσε το γιακά της. «Δεν φοβούνται πια εμάς. Φοβούνται τη σειρά
των πραγμάτων. Αν αλλάξει η σειρά… θα αλλάξει και το ποιος επιβιώνει.»
«Θα σου πω κάτι που δεν το λέω ούτε στον εαυτό μου», απάντησε ο Λυμπέρης.
«Το πολιτικό κομμάτι… είναι πιο βρώμικο από το μεταφυσικό. Στο μεταφυσικό
τουλάχιστον ξέρεις ότι δεν το ελέγχεις. Στο πολιτικό… το ελέγχει κάποιος. Και
γελάει.»
Η Κομνηνού τον κοίταξε απότομα. «Σκέφτεσαι ακόμα εκείνο το “Γ.Σ.”;»
Ο Λυμπέρης ένευσε. «Σκέφτομαι ότι το χωριό είναι μόνο το δοχείο. Κάποιος έξω
από εδώ… αποφάσισε ότι το δοχείο πρέπει να μείνει κλειστό.»
Η Κομνηνού άνοιξε το στόμα να μιλήσει, όταν ένας ήχος—σαν παραπάτημα—έσκασε
στη σιωπή. Μια φιγούρα έτρεξε από τη σκιά του κοινοτικού κτιρίου: ο ταχυδρόμος,
λαχανιασμένος, χλωμός σαν κιμωλία.
«Κυρία Κομνηνού… κύριε εισαγγελέα…» είπε και κατάπιε. «Ο… ο Βερδής…»
Ο Λυμπέρης αμέσως έστησε το σώμα του όπως στήνεται ένας άνθρωπος που έχει
μάθει να προλαβαίνει τη συμφορά. «Τι έγινε;»
Ο ταχυδρόμος κούνησε το κεφάλι, σαν να ήθελε να πετάξει από πάνω του τη
λέξη. «Τον βρήκαν στο σπίτι του. Δεν… δεν μοιάζει με ατύχημα.»
Η Κομνηνού ένιωσε τη γλώσσα της να γίνεται πέτρα. «Ζει;»
«Ζει…» είπε ο ταχυδρόμος. «Αλλά μιλάει σαν… σαν να έχει κάποιον άλλον μέσα
του. Και η γυναίκα του…»
«Τι;» πέταξε ο Λυμπέρης.
«Η γυναίκα του… έπεσε από τη σκάλα. Μπροστά σε κόσμο. Αλλά…» ο ταχυδρόμος
κοίταξε γύρω, σαν να φοβόταν τα παράθυρα, «…κανείς δεν είδε κανέναν να τη
σπρώχνει.»
Η Κομνηνού ένιωσε κάτι να σφίγγεται στον θώρακά της. Ήταν το ίδιο μοτίβο:
θάνατος χωρίς χέρια. Βία χωρίς δράστη. «Πάμε», είπε.
Πριν προλάβουν να κάνουν δύο βήματα, το κινητό του Λυμπέρη δόνησε. Άγνωστος
αριθμός. Το σήμα αδύναμο. Το άνοιξε με εκείνη την κουρασμένη επιθετικότητα του
ανθρώπου που δεν πιστεύει στις συμπτώσεις.
«Λυμπέρης.»
Μια ανάσα στην άλλη άκρη—όχι ανθρώπινη, όχι ακριβώς. Σαν σύρσιμο χαρτιού.
Και μετά μια φωνή, χαμηλή, ακριβής: «Μη λέτε ονόματα απόψε.»
Η Κομνηνού πάγωσε. Ο Λυμπέρης δεν κοίταξε καν την οθόνη. «Ποιος είστε;»
Η φωνή γέλασε χωρίς χαρά. «Είμαι η τάξη. Και η τάξη… δεν αντέχει
βιβλιοθηκονόμους.»
Το τηλεφώνημα έπεσε.
Η Κομνηνού ψιθύρισε: «Άννα…»
Και τότε συνέβη κάτι μικρό, αστείο σχεδόν—αν δεν ήταν τόσο φριχτό: οι λάμπες
της πλατείας τρεμόπαιξαν ταυτόχρονα, σαν να τις ρούφηξε μια ανάσα.
Ο Λυμπέρης την έπιασε από τον αγκώνα—όχι για να τη σταματήσει, αλλά για να
την κρατήσει εδώ, στο πραγματικό. «Θα γίνει κυνήγι απόψε», της είπε.
«Το ξέρω», απάντησε εκείνη. «Αλλά δεν ξέρω ποιος είναι το θήραμα.»
Ο Λυμπέρης κράτησε το βλέμμα της λίγο περισσότερο απ’ όσο επέτρεπε η
“επαγγελματική σχέση”. «Αυτό είναι το χειρότερο με εσένα», είπε χαμηλά. «Σου
λένε “μην πλησιάζεις” και εσύ… πλησιάζεις για να δεις γιατί.»
Η Κομνηνού χαμογέλασε άτονα. «Και το χειρότερο με εσένα… είναι ότι με
ακολουθείς.»
Ένα δευτερόλεπτο σιωπής, γεμάτο πράγματα που δεν χωρούσαν σε κατάθεση.
Ο Λυμπέρης έκανε το βήμα που δεν έπρεπε—και το έκανε ακριβώς επειδή δεν
έπρεπε. Έσκυψε και ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της, στιγμιαία. Όχι φιλί.
Κάτι πιο επικίνδυνο: μια συμφωνία ότι θα μείνουν ζωντανοί.
«Αν είναι ανάγκη…» ψιθύρισε εκείνος, «μην την πεις έρωτα.»
«Κι αν είναι έρωτας;» ανταπάντησε εκείνη.
Ο Λυμπέρης πήρε ανάσα, σαν να πονούσε. «Τότε… κάποιος θα προσπαθήσει να τον
κάνει όπλο.»
Πήραν δρόμο προς το σπίτι του Βερδή.
Και πίσω τους, στην πλατεία, ένα παιδί—που κανείς δεν θυμόταν να υπάρχει
πριν—στάθηκε δίπλα στο σιντριβάνι και κοίταξε τη βιβλιοθήκη σαν να περίμενε να
ανοίξει στόμα..
ΟΙ ΣΚΑΛΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΕΛΟΣ
Το σπίτι του Βερδή μύριζε υγρασία και παλιά ξύλα, αλλά πάνω απ’ όλα μύριζε
φόβο: εκείνο το ξινό, ανθρώπινο άρωμα που αφήνει ο πανικός όταν δεν βρίσκει
έξοδο.
Η Ιφιγένεια—η αστυνομικός που έμοιαζε να έχει γεννηθεί με φακό στο χέρι—ήταν
ήδη εκεί. Στο κατώφλι, ένας ανώνυμος χωριανός, ένας από εκείνους που δεν
θυμάσαι ποτέ το πρόσωπό τους, έκανε πέρα για να περάσουν. Σαν να φοβόταν ότι αν
τους αγγίξει, θα “γραφτεί” επάνω του κάτι.
Ο Βερδής καθόταν στο σαλόνι, δεμένος με κουβέρτα, το βλέμμα του καρφωμένο
κάπου πίσω από το κεφάλι της Κομνηνού. Όχι σε εκείνη. Σε κάτι άλλο.
Η Ιφιγένεια πλησίασε. «Δεν έχει τραύματα. Μόνο…» σταμάτησε, σαν να ντρεπόταν
για τη λέξη, «…σημάδια από νύχια στον λαιμό του. Δικά του, μάλλον.»
Ο Λυμπέρης έσκυψε. «Βερδή. Με ακούς;»
Ο Βερδής γύρισε αργά. Και χαμογέλασε—όχι σαν άνθρωπος. Σαν κάποιος που
φορούσε άνθρωπο.
«Μη λέτε ονόματα», είπε.
Η Κομνηνού ένιωσε παγωμένο νερό στη ραχοκοκαλιά της. «Ποιος σου το είπε;»
Ο Βερδής ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να διάβαζε κάτι γραμμένο στον αέρα. «Ο
άνθρωπος… που κρατάει τα κλειδιά της σιωπής.»
Ο Λυμπέρης ανασηκώθηκε, σαν να τον χτύπησαν. «Πατέρας Ιωακείμ;»
Ο Βερδής έβηξε. Ένα γέλιο πνιχτό βγήκε μαζί με τον βήχα. «Ο πατέρας… δεν
κρατάει κλειδιά. Μόνο κλειδαριές.»
Η Ιφιγένεια σήκωσε το φρύδι. «Φτάνει. Πού είναι η γυναίκα σου;»
Ο Βερδής γύρισε απότομα το κεφάλι προς τη σκάλα. Το βλέμμα του σκοτείνιασε.
«Έπεσε», είπε ήρεμα. «Όπως πέφτουν όσοι “ελαφραίνουν”.»
Η Κομνηνού ανέβηκε πρώτη. Το πάτωμα έτριζε. Κάθε σκαλί—σαν να αριθμούσε
κάτι.
Στο πλατύσκαλο, η γυναίκα του Βερδή ήταν ξαπλωμένη. Τα μάτια της μισάνοιχτα.
Δεν υπήρχε αίμα. Μόνο εκείνη η αφύσικη ακινησία που κάνει το σπίτι να μοιάζει
άδειο από ζωή. Η Ιφιγένεια έκανε νόημα στους δικούς της.
Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, το φως του διαδρόμου έσβησε.
Ούτε “μπλακ άουτ” του χωριού, ούτε ασφάλεια. Ήταν σαν κάποιος να έκλεισε τη
σκηνή για να ανοίξει άλλη.
Μέσα στο σκοτάδι, η Κομνηνού άκουσε ψιθύρους.
Όχι γύρω. Μέσα.
«Τόσα χρόνια…»
«Δεν μιλήσαμε…»
«Η Άννα έσπασε τη σειρά…»
Η Κομνηνού ακούμπησε τον τοίχο. «Λυμπέρη…» είπε, αλλά η φωνή της βγήκε σαν
ξένο πράγμα.
Ένα άγγιγμα στον καρπό της. Ο Λυμπέρης την είχε βρει στο σκοτάδι—με
ένστικτο, όχι με μάτια.
«Εδώ είμαι», είπε.
Και τότε, μια τρίτη φωνή, ξύλινη, σχεδόν τρυφερή:
«Αν πεις το όνομα, θα χαθείς.»
Η Κομνηνού κατάπιε. «Άννα», ψιθύρισε, πεισματικά, σαν προσευχή ανάποδη.
Το φως άναψε απότομα.
Η Ιφιγένεια κοίταξε γύρω, έξαλλη. «Είδες κανέναν;»
Η Κομνηνού κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Αλλά…» Σταμάτησε. Τα μάτια της έπεσαν σε
κάτι κάτω από το σώμα της γυναίκας.
Ένα χαρτί διπλωμένο. Προσεκτικά. Σαν να το είχε βάλει κάποιος που δεν ήθελε
να το πάρει ο άνεμος.
Το άνοιξε.
Μια μόνο πρόταση, γραμμένη με μολύβι:
«ΣΕ ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΘΕΟ,
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ.»
Ο Λυμπέρης το πήρε, διάβασε, και το χέρι του έσφιξε. «Αυτό δεν είναι
χωριατόπαιδο που παίζει με αποκρυφισμούς», είπε. «Αυτό είναι μήνυμα. Καθαρό.»
Η Κομνηνού τον κοίταξε. «Και ο αποδέκτης είσαι εσύ. Γιατί;»
Ο Λυμπέρης έμεινε λίγο σιωπηλός. Ύστερα είπε, χαμηλά: «Γιατί η ενοχή στο
χωριό είναι παλιά. Αλλά η κάλυψη… είναι σύγχρονη. Και η κάλυψη… πάντα έχει
γραφεία. Κωδικούς. Σφραγίδες.»
Η Ιφιγένεια κατέβηκε τρέχοντας. «Έχουμε κι άλλο», φώναξε από κάτω. «Στην
αυλή. Ένας—ένας ηλικιωμένος…»
Κατέβηκαν.
Στην αυλή, κάτω απ’ το δέντρο, κρεμόταν ένας άντρας. Κανείς δεν ήξερε το
όνομά του στην αρχή—κι αυτό ήταν το πιο ενοχλητικό: υπήρχαν άνθρωποι στο χωριό
που γίνονταν “ανώνυμοι” πριν πεθάνουν. Ένας εργάτης. Ένας περαστικός. Ένας που
“τον έφερναν κάπου κάπου για μεροκάματο”.
Η Ιφιγένεια ψιθύρισε: «Αυτοχειρία;»
Η Κομνηνού κοίταξε τα πόδια του—δεν αιωρούνταν όπως στις ταινίες. Ήταν σαν
να είχε γονατίσει. Σαν να είχε συμφωνήσει.
Στο χέρι του, ένα κομμάτι χαρτί. Το πήρε προσεκτικά.
Μόνο δύο λέξεις:
«ΕΙΠΑ ΟΝΟΜΑ.»
Ο Λυμπέρης έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Όταν τα άνοιξε, ήταν ήδη
αλλού—στο επόμενο βήμα, στο επόμενο λάθος που έπρεπε να γίνει σωστά.
«Απόψε», είπε, «θα έχουν τελετή στην εκκλησία. Θα μας καλέσουν. Θα μας
βάλουν μπροστά. Θα μας κοιτάξουν όλοι. Και κάποιος θα προσπαθήσει να μας
“γράψει”.»
Η Κομνηνού τον άγγιξε στο μπράτσο. «Κι εμείς;»
Ο Λυμπέρης γύρισε και την κοίταξε σαν άντρας που φοβάται να πει την αλήθεια
γιατί θα γίνει οριστική. «Εμείς θα πάμε», είπε. «Αλλά…»
«Αλλά τι;»
Ο Λυμπέρης έσκυψε λίγο πιο κοντά. «Αλλά απόψε, αν νιώσεις ότι αυτό που
νιώθεις για μένα είναι ανάγκη… μην το πολεμήσεις. Κράτα το σαν μαχαίρι. Γιατί
κάποιος θα προσπαθήσει να μας χωρίσει. Κι όταν σε χωρίζουν… σε σπάνε.»
Η Κομνηνού ένιωσε το αίμα της να ανεβαίνει—όχι από ντροπή. Από αναγνώριση.
Ήταν αλήθεια: ο έρωτας τους είχε γίνει ήδη πεδίο μάχης. Και το χωριό… ήξερε να
πολεμά στα πιο μαλακά σημεία..
ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Η εκκλησία του χωριού ήταν κρύα από επιλογή. Το κρύο δεν ήταν έλλειψη—ήταν
κανόνας. Έκοβε τη φωνή, έκοβε το συναίσθημα, άφηνε μόνο ό,τι άντεχε να σταθεί
χωρίς θερμότητα.
Το κάλεσμα ήρθε “ευγενικά”. Ένα παιδί άφησε φάκελο χωρίς όνομα. Μέσα, ένα
χαρτί διπλωμένο με ακρίβεια:
«Σήμερα, μετά τον εσπερινό. Για να μπει τέλος στην ένταση. Να είστε
παρόντες.»
Ο Λυμπέρης το διάβασε μία φορά. Η Κομνηνού δύο. Και οι δύο κατάλαβαν το
ίδιο: δεν ήταν πρόσκληση. Ήταν σκηνικό.
Μπήκαν.
Το χωριό ήταν ήδη εκεί. Όχι “κόσμος”, όχι “πιστοί”. Ένα σώμα ενιαίο. Τα
πρόσωπα στραμμένα μπροστά, σαν να περιμένουν παράσταση.
Στον άμβωνα στεκόταν ο πατέρας Ιωακείμ—με βλέμμα που δεν είχε πια κούραση,
αλλά βεβαιότητα. Κι αυτό ήταν πιο τρομακτικό: η βεβαιότητα δεν έχει τύψεις.
Δίπλα του, όμως, υπήρχε κι άλλος. Ο νέος εφημέριος—ο Νικήτας—που είχε κάτι
αλλιώτικο στο βλέμμα: δεν έμοιαζε να πολεμά “δαίμονες”. Έμοιαζε να πολεμά μια
λειτουργία που δουλεύει χωρίς Θεό.
Η Καρρά καθόταν πίσω, μισοκρυμμένη, σαν να είχε μάθει να επιβιώνει σε
αίθουσες όπου οι άνθρωποι αποφασίζουν χωρίς να το λένε.
Ο ψαλμός ξεκίνησε.
Αλλά δεν ήταν ψαλμός.
Ήταν ρυθμός.
Η Κομνηνού το ένιωσε στο στομάχι πρώτα—σαν να συγχρονίζονταν οι παλμοί της
με κάτι απ’ έξω. Οι χωριανοί έλεγαν τις ίδιες λέξεις, με την ίδια ανάσα, με την
ίδια παύση. Δεν προσεύχονταν. Εκτελούσαν.
Ο πατέρας Ιωακείμ σήκωσε το χέρι. «Τέκνα μου… σήμερα θα κάνουμε καθαρμό.
Γιατί το κακό μπήκε ανάμεσά μας.»
Η Κομνηνού ένιωσε τα μάτια να γυρίζουν πάνω της σαν βρεγμένα γάντια.
Ο Λυμπέρης έσφιξε τη γροθιά του, αλλά δεν μίλησε.
Ο πατέρας Ιωακείμ συνέχισε: «Το κακό… δεν έρχεται πάντα με κέρατα. Έρχεται
με χαρτιά. Με αρχεία. Με βιβλιοθήκες.»
Η Κομνηνού δεν άντεξε. «Η Άννα ήταν βιβλιοθηκονόμος», είπε δυνατά. «Όχι
διάβολος.»
Ένα ψίθυρο-κύμα πέρασε από τις γριές.
Ο πατέρας Ιωακείμ χαμογέλασε—όχι προς εκείνη. Προς το χωριό. «Και όμως,
τέκνα μου… δείτε τι έφερε: φόβο. Διχασμό. Θάνατο.»
Ο Λυμπέρης έκανε βήμα μπροστά. «Ο θάνατος προϋπήρχε. Απλώς τον
κουκουλώνατε.»
Τότε ακούστηκε ένας ξερός ήχος—σαν να έσπασε ξύλο.
Μια γυναίκα, στην τρίτη σειρά, σωριάστηκε. Όχι με κραυγή. Με απουσία. Σαν να
της πήραν τη δύναμη από μέσα. Έπεσε στο πλάι, το κεφάλι της γύρισε άτσαλα.
Κάποιος φώναξε.
Η Ιφιγένεια έτρεξε. Η Καρρά σηκώθηκε απότομα.
Η Κομνηνού γονάτισε δίπλα της. Κοίταξε τα χείλη της γυναίκας: μωβ. Κοίταξε
τα δάχτυλά της: σφιγμένα σαν να κρατούσαν κάτι αόρατο.
«Δηλητήριο;» ψιθύρισε η Ιφιγένεια.
Η Κομνηνού έσκυψε στο αυτί της γυναίκας. Και άκουσε—ή νόμισε πως άκουσε—μια
λέξη που δεν ήθελε να ακουστεί εδώ μέσα:
«…Σαραντής…»
Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια για μια στιγμή—μόνο μια—και ψιθύρισε κάτι που δεν
έμοιαζε με δική της σκέψη:
«Το όνομα… είναι σφραγίδα.»
Και μετά τίποτα.
Ο Νικήτας κατέβηκε από τον άμβωνα. Όχι πανικόβλητος. Σαν άνθρωπος που το
περίμενε. Στάθηκε πάνω από το σώμα, έκανε τον σταυρό—αλλά όχι όπως τον κάνει ο
πατέρας Ιωακείμ. Ο δικός του σταυρός ήταν σαν κόψιμο νήματος.
Κοίταξε τον Λυμπέρη. «Τώρα καταλαβαίνετε;» είπε χαμηλά. «Αυτό δεν είναι μόνο
φόνος. Είναι τελετουργία. Και κάποιος την τελεί ήδη.»
Ο πατέρας Ιωακείμ ύψωσε τη φωνή: «Βλέπετε; Το κακό χτυπάει μέσα στον οίκο
του Θεού!»
Ο Λυμπέρης γύρισε προς το πλήθος. «Το κακό χτυπάει όπου του δίνετε χώρο. Και
του δώσατε χώρο σαράντα χρόνια με τη σιωπή σας.»
Ακούστηκαν φωνές. Κάποιοι σηκώθηκαν. Όχι όλοι. Μερικοί—οι
“κεφαλές”—πλησίασαν σαν να έπαιρναν θέση μάχης.
Η Κομνηνού ένιωσε ένα χέρι να πιάνει το δικό της. Ο Λυμπέρης.
«Τώρα», είπε.
«Τώρα τι;»
Ο Λυμπέρης έσκυψε στο αυτί της. «Τώρα θα προσπαθήσουν να μας κάνουν θέαμα.
Μείνε δίπλα μου. Όχι γιατί σε προστατεύω. Αλλά γιατί… όταν είσαι δίπλα μου,
θυμάμαι γιατί δεν πρέπει να πεθάνω εδώ.»
Η Κομνηνού ένιωσε το σώμα της να απαντάει πριν από τη σκέψη. Αυτό ήταν το
πιο επικίνδυνο—και το πιο αληθινό.
«Κι εγώ;» ψιθύρισε.
Ο Λυμπέρης την κοίταξε—για ένα δευτερόλεπτο μόνο—σαν να της έδινε κάτι που
δεν καταγράφεται σε κανέναν φάκελο. «Εσύ», είπε, «μου θυμίζεις ότι το καλό και
το κακό… δεν είναι πρόσωπα. Είναι επιλογές. Και απόψε… θα διαλέξουμε.»
Τότε άνοιξε η πόρτα της εκκλησίας απότομα.
Ένα κορίτσι μπήκε τρέχοντας. «Πατέρα Ιωακείμ!» φώναξε. «Στη βιβλιοθήκη… κάτι
έγινε!»
Ο πατέρας Ιωακείμ δεν ξαφνιάστηκε.
Και αυτό ήταν η απόδειξη.
Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης αντάλλαξαν βλέμμα.
«Είναι παγίδα», είπε εκείνη.
«Ναι», απάντησε εκείνος. «Και πάμε μέσα της.»
Και καθώς έβγαιναν, η Κομνηνού ένιωσε καθαρά μια σκέψη που δεν ήταν δική
της—σαν σελίδα που γύρισε μόνη της:
Ήρθε η Άννα για καλό… ή για κακό;
Και αν ήρθε για καλό—γιατί έπαιξε τόσο καλά το θύμα;
Το χωριό ακολούθησε.
Σαν στρατός.
Σαν τελετουργία που ξαναρχίζει από την αρχή..
ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ
ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Η βιβλιοθήκη στεκόταν στο σκοτάδι σαν κλειστό βλέφαρο.
Το χωριό είχε μαζευτεί πίσω τους — όχι πια σαν σώμα πιστών, αλλά σαν σώμα
μάρτυρα. Ο πατέρας Ιωακείμ περπατούσε αργά, με τη βεβαιότητα ανθρώπου που
γνωρίζει το τέλος πριν αρχίσει η σκηνή. Δίπλα του ο Νικήτας, πιο νέος, πιο
σιωπηλός — αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνος.
Ο Λυμπέρης γύρισε το κλειδί της εξώπορτας. Δεν άνοιξε.
Η Κομνηνού κοίταξε το μπρούτζινο πόμολο. Επάνω του, χαραγμένο — κάτι που δεν
υπήρχε πριν:
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΤΟ ΚΡΑΤΑ.
«Μας περιμένουν», είπε χαμηλά.
«Όχι», απάντησε ο Νικήτας πίσω τους. «Μας έχουν ήδη βάλει μέσα.»
Η πόρτα άνοιξε μόνη της.
Όχι με θόρυβο. Με συναίνεση.
Τα ράφια έμοιαζαν ίδια — αλλά δεν ήταν. Τα βιβλία δεν είχαν πια τίτλους.
Είχαν αριθμούς. Κωδικούς.
Η Κομνηνού πλησίασε ένα ράφι.
Γ.Σ.-40/Α
Γ.Σ.-40/Β
Γ.Σ.-40/Γ
Ο Λυμπέρης πάγωσε.
«Γενική Συντονιστική», ψιθύρισε. «Σαράντα χρόνια. Σαράντα φάκελοι.»
Η Κομνηνού γύρισε απότομα. «Όχι απλώς φάκελοι. Ζωές.»
Ο πατέρας Ιωακείμ μπήκε πίσω τους.
«Μην αγγίζετε», είπε ήρεμα. «Δεν είναι για εσάς.»
Ο Λυμπέρης τον κοίταξε. «Τι είναι;»
Ο Ιωακείμ χαμογέλασε — όχι θρησκευτικά. Διοικητικά.
«Αρχείο σταθερότητας.»
Η λέξη έπεσε βαριά.
Η Κομνηνού άνοιξε έναν φάκελο.
Μέσα: φωτογραφίες. Παλιοί θάνατοι. Αυτοκτονίες που είχαν κλείσει “σιωπηλά”.
Δολοφονίες βαφτισμένες ατυχήματα.
Σφραγίδα στο κάτω μέρος κάθε σελίδας:
ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΗΘΙΚΗΣ ΣΥΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ — ΤΜΗΜΑ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ
Ο Λυμπέρης ένιωσε το στομάχι του να αναποδογυρίζει.
«Δεν υπάρχει τέτοιο τμήμα.»
Ο Ιωακείμ ανασήκωσε τους ώμους.
«Υπάρχει όσο χρειάζεται.»
Ο Νικήτας πλησίασε τα ράφια. Τα μάτια του δεν είχαν πια φόβο. Είχαν λύπη.
«Δεν είναι σατανικό», είπε χαμηλά. «Είναι γραφειοκρατικό.»
Η Κομνηνού γύρισε προς αυτόν. «Εξήγησε.»
Ο Νικήτας πήρε έναν φάκελο.
«Η “Αδελφότητα” δεν είναι μυστικιστική οργάνωση. Είναι δίκτυο. Ιερείς,
δήμαρχοι, πρόεδροι, γιατροί, εισαγγελείς. Όχι για να φέρνουν το κακό — αλλά για
να το κατανέμουν.»
«Να το κατανέμουν;» ψιθύρισε η Κομνηνού.
«Αν το κακό εκραγεί, διαλύεται η κοινωνία. Αν διανέμεται ελεγχόμενα…
επιβιώνει.»
Ο Λυμπέρης ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει.
«Δηλαδή οι φόνοι—»
«—ήταν διαχείριση ρίσκου», είπε ο Νικήτας. «Κάποιοι έπρεπε να “πέσουν”, για
να μη μιλήσουν άλλοι.»
Η Κομνηνού ψιθύρισε: «Και η Άννα;»
Σιωπή.
Ο Νικήτας την κοίταξε για πρώτη φορά κατευθείαν.
«Η Άννα δεν ήρθε τυχαία.»
Πίσω από το γραφείο της βιβλιοθηκονόμου υπήρχε πόρτα.
Η Κομνηνού την άνοιξε.
Ένα μικρό δωμάτιο. Στο κέντρο, μεταλλικό ερμάριο.
Κρεμασμένα σε πίνακα: δεκάδες κλειδιά.
Κάτω από κάθε κλειδί: όνομα.
Ζωντανών. Νεκρών.
Η Κομνηνού έτρεμε.
«Τι σημαίνει;»
Ο Νικήτας πλησίασε.
«Κάθε άνθρωπος που “μπήκε στο αρχείο” είχε και ένα κλειδί. Σημαίνει ότι
κάποιος κρατούσε τη σιωπή του.»
Ο Λυμπέρης πλησίασε αργά.
Στη μέση του πίνακα — δύο καινούρια κλειδιά.
ΛΥΜΠΕΡΗΣ
ΚΟΜΝΗΝΟΥ
Η Κομνηνού ένιωσε το χέρι του να σφίγγει το δικό της.
«Μας ενέταξαν.»
Ο Ιωακείμ στάθηκε στην πόρτα.
«Ήταν θέμα χρόνου.»
«Ποιος είναι επικεφαλής;» φώναξε ο Λυμπέρης.
Ο Ιωακείμ γέλασε.
«Δεν υπάρχει επικεφαλής. Υπάρχει μηχανισμός.»
«Ψέμα», είπε ήρεμα η Κομνηνού. «Κάθε μηχανισμός έχει διαχειριστή.»
Ο Νικήτας τούς κοίταξε.
«Ο διαχειριστής δεν είναι πρόσωπο. Είναι κωδικός.»
Ο Λυμπέρης κατάλαβε.
«Γ.Σ.»
Ο Νικήτας ένευσε.
«Γενική Συντονιστική. Ένα γραφείο στην Αθήνα. Κανείς δεν ξέρει ποιος
υπογράφει. Οι εντολές έρχονται κρυπτογραφημένες. Σφραγισμένες.»
Η Κομνηνού ψιθύρισε: «Και αν αρνηθείς;»
Ο Ιωακείμ απάντησε ψυχρά:
«Γίνεσαι φάκελος.»
Η Κομνηνού άνοιξε έναν τελευταίο φάκελο.
ΑΝΝΑ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ — ΕΙΔΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΡΧΕΙΟΥ
Το δωμάτιο πάγωσε.
«Όχι…» ψιθύρισε.
Ο Νικήτας έκλεισε τα μάτια.
«Ήρθε να ελέγξει αν το χωριό τηρεί τις ισορροπίες.»
Ο Λυμπέρης ένιωσε το έδαφος να φεύγει.
«Ήταν μία από αυτούς;»
«Όχι», είπε ο Νικήτας. «Ήταν επιθεωρήτρια. Αλλά…»
«Αλλά;»
«Δεν άντεξε.»
Η Κομνηνού διάβασε:
Η επιθεωρήτρια παρουσίασε συναισθηματική απόκλιση. Προσπάθησε να
διακόψει τη ροή.
Η φωνή της έσπασε.
«Προσπάθησε να τους σώσει.»
Ο Ιωακείμ χαμογέλασε πικρά.
«Και γι’ αυτό έγινε παράδειγμα.»..
Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ
Η ατμόσφαιρα είχε γίνει ηλεκτρική.
Το χωριό περίμενε απ’ έξω.
Η Αδελφότητα περίμενε μέσα.
Και ο μηχανισμός περίμενε από πάνω.
Ο Ιωακείμ πλησίασε.
«Υπάρχει τρόπος να βγείτε από αυτό.»
Ο Λυμπέρης τον κοίταξε.
«Ποιος;»
«Υπογράφετε.»
Ο Νικήτας έφερε έναν φάκελο.
Σφραγίδα κόκκινη.
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ
Η Κομνηνού ένιωσε οργή.
«Θέλετε να γίνουμε διαχειριστές θανάτου;»
Ο Νικήτας μίλησε για πρώτη φορά με ένταση.
«Θέλω να σταματήσουν οι άτακτες εκρήξεις. Αν μπείτε μέσα… μπορείτε να
αλλάξετε τον ρυθμό.»
Ο Λυμπέρης ψιθύρισε:
«Ή να γίνουμε σαν εσάς.»
Η Κομνηνού τον κοίταξε προσεκτικά.
«Δεν είσαι απλός εφημέριος.»
Ο Νικήτας δεν χαμογέλασε.
«Είμαι σύνδεσμος.»
«Με το Γραφείο;»
«Ναι.»
Σιωπή.
«Και τι είσαι τελικά; Σωτήρας ή μηχανισμός;»
Ο Νικήτας ψιθύρισε:
«Ήμουν ιδεαλιστής. Τώρα είμαι κουρασμένος.»
Μέσα στη σιωπή, η Κομνηνού γύρισε στον Λυμπέρη.
Το βλέμμα τους δεν ήταν πια αμυντικό.
Ήταν επιλογή.
«Αν μπεις μέσα…» του είπε χαμηλά, «θα σε χάσω.»
Ο Λυμπέρης ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της.
«Αν δεν μπω… ίσως πεθάνουμε.»
Το φιλί τους δεν ήταν από ανάγκη.
Ήταν πράξη αντίστασης.
Σαν να έλεγαν:
Δεν θα μας κάνετε εργαλείο.
Ο Λυμπέρης πήρε τον φάκελο.
Και τον έσκισε.
Η σφραγίδα έσπασε στα δύο.
Την ίδια στιγμή, ακούστηκε ήχος συναγερμού από το ερμάριο.
Τα κλειδιά άρχισαν να πέφτουν.
Έξω, το χωριό φώναξε.
Ο μηχανισμός είχε ειδοποιηθεί.
Ο Νικήτας τους κοίταξε με τρόμο.
«Τώρα… δεν υπάρχει επιστροφή.»
Η Κομνηνού πήρε ένα από τα κλειδιά.
Το δικό της.
Και το έσπασε.
«Τώρα», είπε, «υπάρχει μόνο αλήθεια.»
Ο Νικήτας ψιθύρισε:
«Νομίζετε ότι είναι γραφείο; Ότι είναι μόνο άνθρωποι;»
Τα φώτα έσβησαν.
Ο τοίχος πίσω από τα ράφια άνοιξε.
Μια αίθουσα με οθόνες.
Ονόματα να αναβοσβήνουν.
Χωριά.
Πόλεις.
Θάνατοι.
Σαν πίνακας ελέγχου.
Η Κομνηνού ένιωσε κάτι πιο σκοτεινό:
«Δεν είναι απλώς υπηρεσία.»
Ο Νικήτας έγνεψε.
«Είναι πίστη. Η πίστη ότι η κοινωνία χρειάζεται ελεγχόμενο κακό.»
Ο Λυμπέρης ψιθύρισε:
«Και ποιος ελέγχει αυτούς;»
Σιωπή.
Και τότε η φωνή.
Η ίδια από το τηλέφωνο.
«Η Τάξη δεν ελέγχεται.»
Η μάχη δεν είχε τελειώσει.
Μόλις είχε ξεκινήσει..
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣΚΑ, ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ
Η βιβλιοθήκη—μετά το σκίσιμο της σφραγίδας—δεν ήταν πια κτίριο.
Ήταν στόμα.
Τα ράφια έτριζαν σαν δόντια που σφίγγουν. Τα κλειδιά στον πίνακα είχαν
πέσει, κι ο ήχος τους στο πάτωμα δεν θύμιζε μέταλλο· θύμιζε απόφαση. Έξω το
χωριό βοούσε, μα ο θόρυβος έφτανε μέσα σαν νερό από μακριά. Εδώ μέσα, οι λέξεις
είχαν πιο πολύ βάρος από τις κραυγές.
Η Κομνηνού στεκόταν μπροστά στην κρυφή αίθουσα με τις οθόνες, κι ένιωθε—με
εκείνον τον διπλό τρόπο που μόνο εκείνη είχε—δύο πραγματικότητες να παλεύουν
για την ίδια σελίδα:
·
η εγκληματολόγος έβλεπε σύστημα, πίνακες,
καταγραφές, ροές, ονόματα που αναβόσβηναν, ιεραρχίες, σφραγίδες,
·
η συγγραφέας έβλεπε κάτι χειρότερο: ένα
χωριό δεμένο σε έναν ρυθμό, σαν να του είχαν γράψει τη ζωή ως
πρωτόκολλο και όχι ως ιστορία.
Ο Λυμπέρης, δίπλα της, δεν μιλούσε. Τα χείλη του ήταν σφιγμένα, όπως
σφίγγουν στους ανθρώπους που αντιλαμβάνονται ότι ο νόμος δεν έχει καμία αξία αν
απέναντί του δεν στέκεται άνθρωπος, αλλά μηχανισμός.
Ο Νικήτας είχε μείνει λίγο πίσω—κάπως σαν να ήταν η σκιά του χώρου. Σαν να
μην ανήκε ολόκληρος ούτε εδώ ούτε έξω. Τα μάτια του έκαναν εκείνο το
ανεπαίσθητο τρεμόπαιγμα που προδίδει όποιον κουβαλάει ενοχή όχι για κάτι που
έκανε, αλλά για κάτι που δεν έκανε εγκαίρως.
Ο πατέρας Ιωακείμ στάθηκε στο κατώφλι της κρυφής αίθουσας, σαν να είχε
δικαίωμα να ορίζει ποιος μπαίνει στην αλήθεια.
«Δεν θα το καταλάβετε ποτέ», είπε ήρεμα. «Γιατί εσείς θέλετε να “λύσετε”.
Εδώ δεν λύνεις. Εδώ… υπακούς.»
Η Κομνηνού τον κοίταξε. Δεν τον φοβήθηκε. Όχι γιατί δεν ήταν
επικίνδυνος—αλλά γιατί είχε καταλάβει πια τι ήταν.
«Δεν είσαι ιερέας», του είπε. «Είσαι θυρωρός. Κρατάς κλειδιά για άλλους.»
Ο Ιωακείμ χαμογέλασε τόσο λίγο που ήταν προσβολή. «Ο θυρωρός, κυρία μου,
είναι ο μόνος που ξέρει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει.»
Ο Λυμπέρης έκανε μισό βήμα προς το μέρος του. «Και ποιος μπαίνει; Ποιος
βγαίνει; Ποιος στήνει θανάτους σαν ισορροπία;»
Ο Ιωακείμ έστρεψε το βλέμμα στις οθόνες—όχι με τρόμο. Με οικειότητα. «Αυτά
εδώ είναι η απόδειξη ότι ο κόσμος δεν κρατιέται με προσευχές. Κρατιέται με
αρχεία.»
Η Κομνηνού ένιωσε κάτι να ανεβαίνει από μέσα της—όχι θυμός. Μια παγωμένη
καθαρότητα. Το είδος της καθαρότητας που εμφανίζεται όταν ο άνθρωπος
καταλαβαίνει ότι απέναντί του δεν έχει “κακό” όπως το λέμε στις ιστορίες, αλλά λογική
που δικαιολογεί τα πάντα.
«Άρα οι θάνατοι…» είπε.
Ο Νικήτας, σαν να μην άντεχε άλλο να τους αφήσει να κάνουν κύκλους, μίλησε:
«…ήταν η γλώσσα με την οποία μιλάει το σύστημα όταν δεν του φτάνουν οι λέξεις.»
Ο Λυμπέρης γύρισε απότομα προς εκείνον. «Και εσύ; Τι είσαι; Μεταφραστής;
Σύνδεσμος; Εκτελεστής;»
Ο Νικήτας έσφιξε τα δόντια. «Είμαι το λάθος που νόμιζε πως μπορεί να
διορθώσει τον μηχανισμό από μέσα.»
«Με εντολές από την Αθήνα;» ρώτησε η Κομνηνού.
Ο Νικήτας δεν απάντησε αμέσως. Σήκωσε το χέρι και έδειξε την κεντρική οθόνη.
Εκεί, σε μια γραμμή, φαινόταν:
ΚΩΔΙΚΟΣ: Γ.Σ. / ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ: ΧΙΟΝΙ / ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: ΕΝΕΡΓΗ
Και κάτω από αυτό—η πιο φρικτή λεπτομέρεια:
ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΛΕΙΔΙ: Α.Δ. — ΕΚΤΟΣ ΕΠΑΦΗΣ
Η Κομνηνού ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται.
«Α.Δ…» ψιθύρισε. «Άννα Δεληγιάννη.»
Ο Λυμπέρης την κοίταξε, σαν να τον χτύπησε η λέξη. «Μα… η βιβλιοθηκονόμος…
ήταν Άννα Μπαλή.»
Ο Ιωακείμ δεν γέλασε. Αυτή τη φορά αναστέναξε, με εκείνη τη βαριά
ικανοποίηση που έχουν όσοι ξέρουν ότι κρατούν ένα μυστικό μεγαλύτερο από τον
αντίπαλο.
«Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το όνομα είναι ταυτότητα. Στο χωριό, το όνομα
είναι… κάτι που σου φοράνε.»
Η Κομνηνού πήγε προς το γραφείο της βιβλιοθηκονόμου. Το συρτάρι που παλιά
ήταν “κολλημένο” έμοιαζε τώρα—παράξενα—χαλαρό. Σαν να είχε αποφασίσει ότι δεν
χρειάζεται πια να κρύβεται. Το άνοιξε.
Μέσα, υπήρχε ένα μικρό, δερμάτινο τετράδιο. Και δίπλα του, ένα δεύτερο. Το
πρώτο είχε πάνω, με μπλε μελάνι:
ΑΝΝΑ ΜΠΑΛΗ
Το δεύτερο, με μολύβι, σχεδόν σβησμένο:
Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ
Δύο τετράδια. Δύο ονόματα. Δύο γραφές.
Η Κομνηνού ξεφύλλισε το πρώτο. Ήταν “η δημόσια Άννα”: μικρές σημειώσεις για
βιβλία, καταλόγους, παράπονα για την υγρασία, για τα παιδιά που φέρνουν λάσπη,
για τη μοναξιά. Ήταν μια γυναίκα που προσπαθούσε να φαίνεται απλή.
Μετά άνοιξε το δεύτερο.
Και τότε η ατμόσφαιρα άλλαξε σαν να γύρισε κάποιος διακόπτη μέσα στο
δωμάτιο.
Οι σελίδες δεν είχαν καταλόγους. Είχαν κωδικούς, ημερομηνίες, σχήματα.
Κάποιες φράσεις κοφτές:
·
«Ο πρόεδρος (Βερδής) φοβάται. Κρατάει
κλειδί. Όχι εξουσία.»
·
«Ο Ιωακείμ δεν πιστεύει. Εκτελεί.»
·
«Ο Νικήτας… δεν είναι όπως οι άλλοι.
Αλλά ο μηχανισμός τρώει τα “όχι όπως οι άλλοι”.»
·
«Η σφραγίδα δεν είναι χαρτί. Είναι
τελετή.»
·
«Το χωριό δεν μαστίζεται από δαίμονες. Μαστίζεται
από συμφωνίες.»
·
«Το κακό δεν είναι ο Σατανάς. Είναι η ανάγκη
να υπάρχει θύμα.»
Η Κομνηνού ένιωσε να τρέμει. Γιατί η δεύτερη Άννα—η Α. Δεληγιάννη—ήταν κάτι
πολύ πιο επικίνδυνο από “βιβλιοθηκονόμο”.
Ήταν άνθρωπος που έβλεπε.
Ο Λυμπέρης πήρε το τετράδιο, διάβασε σιωπηλά και μετά το έκλεισε με προσοχή,
σαν να φοβόταν ότι αν το χτυπήσει δυνατά, θα σπάσει κάτι στο δωμάτιο.
«Άρα…» είπε. «Η Άννα Μπαλή ήταν κάλυψη.»
Ο Νικήτας έγνεψε αργά. «Στην υπηρεσία, τα ονόματα είναι ρούχα. Τα φοράς και
τα βγάζεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν… το ρούχο κολλάει πάνω στο δέρμα.»
«Δηλαδή όταν… γίνεται άνθρωπος;» είπε η Κομνηνού.
Ο Νικήτας την κοίταξε. «Ναι. Όταν ερωτεύεσαι κάτι αληθινό. Όταν λυπάσαι.
Όταν θες να σταματήσεις τη ροή.»
Ο Ιωακείμ πέταξε τη φράση σαν καρφί: «Ή όταν αποφασίζεις να γίνεις ηρωίδα
στο ίδιο σου το αρχείο.»
Η Κομνηνού ένιωσε το βλέμμα του να προσπαθεί να την “γράψει”. Να την βάλει
κι αυτή σε φάκελο.
«Πού είναι το σώμα;» ρώτησε.
Ο Ιωακείμ σήκωσε το φρύδι. «Τι σώμα;»
«Το σώμα της βιβλιοθηκονόμου», είπε ο Λυμπέρης. «Το πτώμα. Η νεκροψία. Η
ταυτοποίηση.»
Ο Ιωακείμ έκανε ένα βήμα πίσω—μια κίνηση μικρή, αλλά για πρώτη φορά ήταν
κίνηση αντίδρασης. Όχι προγραμματισμού.
Ο Νικήτας μίλησε πριν προλάβει ο άλλος.
«Δεν έγινε πλήρης ταυτοποίηση», είπε. «Έγινε… επιβεβαίωση “εντός
πρωτοκόλλου”.»
Η Κομνηνού σήκωσε το κεφάλι αργά. «Δηλαδή κάποιος είπε “είναι εκείνη” και
όλοι το δέχτηκαν.»
Ο Λυμπέρης το κατάλαβε απότομα. Το στόμα του στέγνωσε.
«Σε μικρό τόπο… όλοι βλέπουν. Άρα αν τους πεις να δουν κάτι… θα το δουν.»
Η Κομνηνού ένιωσε την ψυχρή λογική να γίνεται φρίκη.
«Άρα υπάρχει πιθανότητα…»
Ο Νικήτας δεν την άφησε να ολοκληρώσει. «Υπάρχει πιθανότητα να ήταν
σκηνοθετημένο. Υπάρχει και πιθανότητα να είναι… χειρότερο.»
«Τι είναι χειρότερο από σκηνοθετημένο;» ρώτησε ο Λυμπέρης.
Ο Νικήτας κοίταξε τις οθόνες. «Να ήταν πραγματικό… αλλά λάθος σώμα.»
Η Κομνηνού ένιωσε το πάτωμα να της τραβάει τα πόδια. Σαν να την έβαζε μέσα
στην ίδια την ιστορία.
«Δηλαδή κάποιος άλλος πέθανε στη θέση της;»
Ο Ιωακείμ χαμογέλασε ξανά, αλλά αυτή τη φορά ήταν χαμόγελο που μύριζε
θυμίαμα ανακατεμένο με καπνό.
«Αν ο κόσμος χρειάζεται θύμα, θα του δώσεις θύμα. Αν χρειάζεται ένοχο, θα
του δώσεις ένοχο. Αν χρειάζεται βιβλιοθηκονόμο… θα του δώσεις βιβλιοθηκονόμο.»
Η Κομνηνού ένιωσε να την πιάνει ναυτία. Όχι από το “μεταφυσικό”. Από το
ανθρώπινο.
Ήταν σαν να το ζήτησε το ίδιο το μυθιστόρημα. Η Κομνηνού γύρισε προς τον
Λυμπέρη—και με μια ματιά συνεννοήθηκαν: αν δεν ξεκαθαρίσουν, θα χαθούν.
Πήγαν σε ένα τραπέζι αναγνωστηρίου. Ο Λυμπέρης τράβηξε ένα λευκό φύλλο. Η Κομνηνού
πήρε μολύβι.
«Λοιπόν», είπε ο Λυμπέρης, και η φωνή του έμοιαζε με δικαστική αίθουσα μέσα
σε βιβλιοθήκη. «Ποιοι ζουν. Ποιοι πέθαναν. Πώς. Γιατί.»
Η Κομνηνού έγνεψε. «Και ποιοι προσποιούνται.»
Έγραψε:
1. Η
“Άννα Μπαλή” — η βιβλιοθηκονόμος
·
Επίσημα: δολοφονημένη στη
βιβλιοθήκη.
·
Πραγματικά: αμφίβολο αν το σώμα
που θάφτηκε ήταν εκείνης.
·
Πιθανή αλήθεια: το όνομα
“Μπαλή” κάλυψη, το “Δεληγιάννη” κωδικό-ταυτότητα.
Ο Λυμπέρης πρόσθεσε με κοφτή γραφή: «Άρα: η Άννα μπορεί να ζει. Ή
μπορεί να έχει πεθάνει αλλά να “ζει” ως κλειδί στο πρωτόκολλο.»
2. Ο
πρόεδρος του χωριού — ο Βερδής
Η Κομνηνού σήκωσε το βλέμμα. «Ζει.»
Ο Λυμπέρης ένευσε. «Ζει, αλλά… κλονισμένος. Βρέθηκε με σημάδια στον λαιμό,
σαν να πάλεψε με τον εαυτό του. Κι αυτό μας δείχνει ότι δεν είναι αρχηγός. Είναι
κρίκος.»
3. Η
γυναίκα του Βερδή
Η Κομνηνού χαμήλωσε. «Πέθανε. ‘Έπεσε’ από τη σκάλα. Με μάρτυρες που δεν είδαν
τίποτα.»
Ο Λυμπέρης έγραψε: «Θάνατος-μήνυμα: όταν πλησιάζεις την αλήθεια, κάποιος
‘σπρώχνει’ χωρίς χέρια.»
4. Ο
πατέρας Ιωακείμ
Η Κομνηνού έγραψε: «Ζει. Κι έχει πρόσβαση. Παίζει ρόλο θυρωρού/τελετάρχη. Είναι
μέρος του μηχανισμού.»
Ο Λυμπέρης πρόσθεσε: «Ίσως όχι το “κέντρο”. Αλλά το τοπικό κέντρο της
σιωπής.»
5. Ο
Νικήτας
Η Κομνηνού: «Ζει. Δηλώνει σύνδεσμος. Σώζει ή εκτελεί ανάλογα με το πρωτόκολλο.
Άγνωστο αν μας προστατεύει ή μας οδηγεί.»
Ο Λυμπέρης, με πιο βαριά γραφή: «Επικίνδυνος επειδή έχει αμφιθυμία. Και οι
αμφίθυμοι… αλλάζουν στρατόπεδο την τελευταία στιγμή.»
6. Η
γυναίκα που κατέρρευσε στην εκκλησία
Η Κομνηνού: «Πέθανε μπροστά σε όλους. Πιθανή δηλητηρίαση/τελετουργικός θάνατος.
Ψιθύρισε όνομα, και το όνομα έγινε σφραγίδα.»
7. Ο
ανώνυμος στην αυλή (κρεμασμένος/στημένος σαν αυτοκτονία)
Ο Λυμπέρης έγραψε: «Πέθανε. Άφησε σημείωμα: “ΕΙΠΑ ΟΝΟΜΑ.” Άρα το σύστημα
τιμωρεί τη γλώσσα.»
Η Κομνηνού σταμάτησε το μολύβι. «Και εμείς;»
Ο Λυμπέρης την κοίταξε. «Εμείς ζούμε… μέχρι να γίνουμε κι εμείς ‘όνομα’.»
Η Κομνηνού άφησε το μολύβι κάτω. «Ωραία. Αυτό το χαρτί πρέπει να μείνει
κάπου. Να είναι αγκίστρι για τον αναγνώστη. Και για μας.»
Το δίπλωσε και το έβαλε μέσα στο τετράδιο της Α. Δεληγιάννη, σαν να το
εμπιστευόταν σε κάτι ισχυρότερο από τσάντα: στην ίδια την αφήγηση.
Τότε—σαν να άκουσε η βιβλιοθήκη το ξεκαθάρισμα—έκανε κάτι που έμοιαζε με
ανάσα.
Τα φώτα τρεμόπαιξαν. Μια χαμηλή δόνηση ακούστηκε πίσω από τα ράφια. Έξω, το χωριό
φώναζε πιο δυνατά, σαν να πλησίαζε κύμα.
Ο Λυμπέρης κοίταξε την Κομνηνού.
«Θα μπουν», είπε.
Η Κομνηνού ένιωσε κάτι να της σπάει μέσα. Όχι φόβος. Η ανάγκη να κρατήσει κάτι
ανθρώπινο πριν το σύστημα τους κάνει κωδικούς.
Πήγε κοντά του. Πολύ κοντά.
«Αν είναι να μας γράψουν σε φάκελο…» του ψιθύρισε, «θέλω πρώτα να θυμάμαι
ότι είμαι σώμα. Όχι γραμμή σε οθόνη.»
Ο Λυμπέρης την έπιασε από τη μέση—όχι σαν άντρας που “παίρνει”, αλλά σαν
άνθρωπος που κρατιέται για να μην πέσει. Το βλέμμα του είχε
εκείνη την τρομαγμένη τρυφερότητα που έχουν όσοι ξέρουν ότι ο έρωτας, όταν
γίνεται μέσα σε κίνδυνο, είναι ή σωτηρία ή κατάρα.
«Μη μου το κάνεις όπλο», είπε.
Η Κομνηνού ακούμπησε τα δάχτυλά της στον αυχένα του. «Δεν είναι όπλο. Είναι
απόδειξη ότι δεν τους ανήκουμε.»
Το φιλί τους δεν ήταν επιδεικτικό. Δεν είχε τίποτα “ωραίο” με την εύκολη
έννοια. Είχε εκείνη τη σκοτεινή καθαρότητα που γεννιέται όταν δύο άνθρωποι
αποφασίζουν—για λίγα δευτερόλεπτα—να ζήσουν με τη μέγιστη ένταση, γιατί δεν
ξέρουν αν θα τους επιτραπεί αύριο.
Ο Λυμπέρης την τράβηξε πάνω του. Η Κομνηνού ένιωσε την ανάσα του, τη
ζεστασιά του μέσα στο κρύο της βιβλιοθήκης, και για μια στιγμή δεν υπήρχε Γ.Σ.,
δεν υπήρχαν σφραγίδες, δεν υπήρχε πρωτόκολλο. Υπήρχε μόνο το άγριο, πανάρχαιο
“εδώ”.
Κι όμως—ακριβώς τότε—η συγγραφέας μέσα της ξύπνησε με βία.
Γιατί ο έρωτας, όταν γίνεται σε τέτοια μέρη, πάντα αφήνει ίχνος.
Και το ίχνος είναι αυτό που ψάχνει ο δολοφόνος.
Ο Λυμπέρης έσπασε το φιλί πρώτος, λαχανιασμένος. Έβαλε το μέτωπό του στο
δικό της.
«Αν πεθάνω…» άρχισε.
Η Κομνηνού του έκλεισε το στόμα με το δάχτυλο. «Μη λες ονόματα. Θυμήσου.»
Ένα μικρό, σκληρό χαμόγελο τού ξέφυγε. «Μα αυτό… είναι το όνομά σου.
Κομνηνού. Και το δικό μου. Λυμπέρης. Είναι ήδη γραμμένα.»
Η Κομνηνού ψιθύρισε: «Τότε θα τους χαλάσουμε τη γραφή.»
Καθώς γύρισε, το μάτι της έπεσε σε ένα αντικείμενο που δεν είχε δει πριν:
ένα μικρό ξύλινο κουτί, σπρωγμένο πίσω από τα τετράδια. Σαν να το άφησε κάποιος
τελευταία στιγμή, σαν να ήξερε ότι θα το βρει η σωστή.
Το άνοιξε.
Μέσα: ένα παλιό κασκόλ, γυναικείο, με άρωμα που δεν έπρεπε να επιβιώνει σε
τέτοιο κρύο. Και μια φωτογραφία διπλωμένη.
Στη φωτογραφία: η Άννα. Νέα. Ζωντανή. Στο χωριό.
Και δίπλα της… ένας άντρας. Το πρόσωπό του κομμένο μισό από το κάδρο, σαν να
μην ήθελε να φανεί.
Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας, μια φράση:
«Αν θες να επιβιώσεις, μάθε να πεθαίνεις σωστά.»
Η Κομνηνού ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει στον λαιμό.
Η συγγραφέας μέσα της—χωρίς άδεια—άρχισε να βλέπει σκηνή:
Η Άννα στη βιβλιοθήκη, νύχτα. Ράφια σαν κουρτίνες. Ψίθυροι ανάμεσα σε
σελίδες. Ένα χέρι που την τραβάει πίσω από την πόρτα. Ένα φιλί βιαστικό, όχι
ρομαντικό—σαν συμφωνία. Σαν ανταλλαγή. Ο άντρας να της λέει κάτι στο
αυτί, και η Άννα να γελάει χαμηλά, σαν να φοβάται το ίδιο της το γέλιο. Η Άννα
να αφήνει το κλειδί πάνω στο γραφείο, επίτηδες. Η Άννα να παίζει θύμα με
ακρίβεια ηθοποιού.
Αλλά η εγκληματολόγος μέσα της—η άλλη φωνή—δεν άφησε τη σκηνή να γίνει μόνο
φαντασία.
Γιατί είδε κάτι πραγματικό:
στο κασκόλ υπήρχε μία τρίχα—όχι της Άννας.
Και πάνω στη φωτογραφία, στο σημείο που ο άντρας ακουμπούσε, υπήρχε σχεδόν
αόρατο αποτύπωμα από δάχτυλο—σαν λάδι.
«Λυμπέρη», είπε κοφτά. «Εδώ. Αυτό είναι ίχνος. Όχι λογοτεχνία.»
Ο Λυμπέρης πλησίασε. Πήρε τη φωτογραφία σαν αποδεικτικό στοιχείο. «Αυτός…»
ψιθύρισε. «Γιατί κόβεται το πρόσωπό του;»
Ο Νικήτας, που παρακολουθούσε σαν να έβλεπε φάντασμα, είπε: «Γιατί δεν
έπρεπε να υπάρχει. Ή γιατί… υπάρχει πολύ.»
Ο Λυμπέρης τον κάρφωσε. «Τον ξέρεις.»
Ο Νικήτας δεν απάντησε αμέσως. Και η καθυστέρηση ήταν απάντηση.
Η Κομνηνού πήρε το τετράδιο της Α. Δεληγιάννη, ξεφύλλισε πιο γρήγορα, σαν να
την κυνηγούσε ο χρόνος.
Και βρήκε τη σελίδα.
Εκεί ήταν γραμμένο, καθαρά:
«Ο Νικήτας με φίλησε. Όχι από έρωτα. Από εντολή. Για να με δέσει.
Για να με οδηγήσει.
Κι όμως… για μια στιγμή… πίστεψα ότι ήταν άνθρωπος.»
Η Κομνηνού ένιωσε τον αέρα να κόβεται.
Ο Λυμπέρης γύρισε προς τον Νικήτα αργά. «Άρα… είχες σχέση με την Άννα.»
Ο Νικήτας δεν αρνήθηκε. Το πρόσωπό του είχε γίνει χλωμό.
«Ήταν στο πρωτόκολλο», είπε. «Όπως όλα.»
Η Κομνηνού ψιθύρισε: «Και τι δεν ήταν;»
Ο Νικήτας κατέβασε το βλέμμα. «Η στιγμή που δεν μπόρεσα να την παραδώσω.»
Ο Ιωακείμ γέλασε σιγανά. «Α, ο νέος μας εφημέριος. Πάντα με ευαισθησίες. Μα
οι ευαισθησίες… είναι πολυτέλεια. Και η πολυτέλεια πληρώνεται.»
Η Κομνηνού ένιωσε κάτι να “κουμπώνει”.
Η Άννα είχε ερωτική ζωή στο χωριό; Ναι—αλλά όχι όπως θα ήθελε ο αναγνώστης.
Όχι “ρομαντική”.
Ήταν ερωτική ζωή σαν μέθοδος. Σαν παγίδα. Σαν κλειδί.
Και τώρα, το πιο επικίνδυνο ερώτημα:
Αν η Άννα έπαιξε το θύμα… το έκανε για να σωθεί; Ή για να σώσει
άλλους;
Ή για να σώσει… το ίδιο το πρωτόκολλο;
Ακούστηκε χτύπος στην πόρτα.
Όχι από έξω. Από μέσα. Από το πίσω δωμάτιο.
Η ίδια πόρτα που “δεν υπήρχε” πριν.
Ο Λυμπέρης έβγαλε το όπλο του. Η Ιφιγένεια δεν ήταν εκεί τώρα, αλλά ο
νόμος—όταν μένει μόνος—κρατιέται από μέταλλο.
Η Κομνηνού έκανε ένα βήμα μπροστά, χωρίς να ξέρει γιατί. Σαν να την τραβούσε
κάτι παλιό.
«Μην», είπε ο Νικήτας, απότομα. «Μην ανοίξεις.»
Η Κομνηνού γύρισε το κεφάλι αργά. «Γιατί;»
Ο Νικήτας ψιθύρισε, και η φωνή του ράγισε: «Γιατί αν ανοίξεις… θα πρέπει να
διαλέξεις ποιο όνομα θα πιστέψεις.»
Ο Λυμπέρης ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. «Μαζί», είπε. Όχι
προστατευτικά. Συντροφικά. Σαν όρκο.
Η Κομνηνού άνοιξε.
Στο άνοιγμα δεν υπήρχε σκοτάδι. Υπήρχε φως—ένα ψυχρό φως, σαν οθόνη.
Και μια γυναίκα.
Όχι με αίματα. Όχι με πληγές.
Με παλτό, με τα μαλλιά πιασμένα, με βλέμμα που είχε περάσει από τη φωτιά και
είχε βγει… άλλο.
Η γυναίκα τούς κοίταξε και είπε ήρεμα:
«Δεν με λένε όπως νομίζετε.»
Ο Λυμπέρης πάγωσε. Η Κομνηνού ένιωσε το σώμα της να μην ξέρει αν πρέπει να
πιστέψει στα μάτια ή στο παρελθόν.
Η γυναίκα έκανε ένα βήμα.
«Άννα…» ψιθύρισε η Κομνηνού.
Η γυναίκα χαμογέλασε—μόνο με το ένα μέρος του στόματος, σαν άνθρωπος που
έχει μάθει να μοιράζει αλήθειες σε δόσεις.
«Άννα Μπαλή ήταν το χαρτί. Άννα Δεληγιάννη ήταν ο φάκελος», είπε.
Και μετά—η πραγματική μαχαιριά:
«Αλλά το πρόσωπο… είναι κάτι τρίτο.»
Ο Νικήτας έκανε πίσω σαν να τον χτύπησαν. «Όχι…»
Η γυναίκα γύρισε προς εκείνον. «Ναι, Νικήτα. Εσύ το ξέρεις καλύτερα. Γιατί
εσύ… υπέγραψες τον θάνατό μου.»
Ο Λυμπέρης βρήκε τη φωνή του. «Ζεις.»
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι. «Όχι όπως το εννοείς.»
Η Κομνηνού ένιωσε την πιο επικίνδυνη ψύχρα της βραδιάς. «Ήταν
σκηνοθετημένο;»
Η γυναίκα σήκωσε τα δάχτυλά της και τους έδειξε κάτι: μια μικρή κόκκινη
σφραγίδα, ίδια με εκείνες του φακέλου, κρεμασμένη σαν φυλαχτό.
«Η θυσία ήταν… έγκυρη», είπε. «Αλλά δεν απαιτούσε να πεθάνω εγώ. Απαιτούσε
να πιστέψετε ότι πέθανα.»
Ο Ιωακείμ βρυχήθηκε σχεδόν. «Βλασφημία.»
Η γυναίκα τον κοίταξε με ψυχρή τρυφερότητα. «Πατέρα Ιωακείμ… εσύ ξέρεις
καλύτερα από όλους ότι η πίστη δεν χρειάζεται αλήθεια. Χρειάζεται αφήγημα.»
Η Κομνηνού ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της. Η συγγραφέας και η εγκληματολόγος
συγκρούστηκαν. Γιατί τώρα το πράγμα ήταν καθαρό:
·
η συγγραφέας έβλεπε τη μεγάλη ανατροπή: το θύμα
επιστρέφει.
·
η εγκληματολόγος έβλεπε το αληθινό ερώτημα: ποιος
πέθανε στη θέση της;
«Αν δεν πέθανες εσύ…» είπε η Κομνηνού αργά, «ποια πέθανε;»
Η γυναίκα—η “Άννα”—δεν απάντησε αμέσως. Έμοιαζε να διαλέγει αν θα τους δώσει
έλεος ή φρίκη.
Κι ύστερα είπε:
«Η υπηρεσία δεν αφήνει κενό. Ποτέ. Το πρωτόκολλο πάντα πληρώνεται. Μόνο
που…»
Σήκωσε το βλέμμα προς τις οθόνες.
«…απόψε θα δεις ποιος πλήρωσε. Γιατί το χωριό δεν κράτησε μόνο κλειδιά.
Κράτησε και κορμιά.»
Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα. «Ποια είσαι;»
Η γυναίκα τον κοίταξε, και στη ματιά της υπήρχε κάτι που δεν ήταν ακριβώς
απειλή ούτε σωτηρία. Ήταν εκείνο το τρίτο πράγμα: η γνώση ότι έχεις δύναμη
επειδή ξέρεις περισσότερα.
«Είμαι αυτό που συμβαίνει όταν ένας επιθεωρητής… λυπάται. Όταν μια
“υπηρεσία” κάνει το λάθος να στείλει άνθρωπο αντί για μηχανή. Κι όταν αυτός ο
άνθρωπος αποφασίσει να σας δώσει… επιλογή.»
Η Κομνηνού ψιθύρισε: «Επιλογή ανάμεσα σε τι;»
Η γυναίκα χαμογέλασε. «Ανάμεσα στο να αποκαλύψετε το δίκτυο και να πεθάνει
κόσμος… ή να το κρατήσετε ζωντανό και να πεθάνετε εσείς μέσα σας.»
Ο Νικήτας ψιθύρισε: «Ήρθες για καλό ή για κακό;»
Η γυναίκα τον κοίταξε σχεδόν τρυφερά. «Ήρθα για να καταλάβω ότι αυτά τα δύο…
δεν χωρίζονται εύκολα.»
Και τότε—ακριβώς τότε—η κεντρική οθόνη αναβόσβησε.
Ένα νέο μήνυμα εμφανίστηκε, σαν να το έγραψε κάποιος την ίδια στιγμή, κάπου
αλλού:
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ “ΧΙΟΝΙ”: ΕΝΤΟΛΗ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ.
ΣΤΟΧΟΙ: ΛΥΜΠΕΡΗΣ / ΚΟΜΝΗΝΟΥ.
ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ: ΙΩΑΚΕΙΜ.
ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ: ΒΕΡΔΗΣ.
Ο Λυμπέρης γύρισε προς τον Ιωακείμ σαν να τον κάρφωσε παγοκολόνα.
Ο Ιωακείμ σήκωσε το κεφάλι. Και για πρώτη φορά, δεν ήταν ο “παπάς”. Ήταν ο
υπάλληλος που μόλις πήρε υπηρεσιακή εντολή.
«Τελείωσε», είπε.
Η Κομνηνού ένιωσε το χέρι του Λυμπέρη να σφίγγει το δικό της.
Η γυναίκα—η “Άννα”—έκανε ένα βήμα πίσω προς το φως του πίσω δωματίου. Σαν να
μπορούσε να εξαφανιστεί μέσα σε πρωτόκολλο όπως οι άλλοι εξαφανίζονται μέσα σε
χιόνι.
«Αν θέλετε να μάθετε ποια πέθανε…» είπε χαμηλά, «ελάτε. Αλλά να ξέρετε: όταν
βρείτε το σώμα, δεν θα μπορείτε να ξε-βρείτε την αθωότητά σας.»
Η Κομνηνού ένιωσε το μυαλό της να ουρλιάζει “μην πας”, αλλά το σώμα της—που
μόλις είχε θυμηθεί ότι είναι ζωντανό—πήγε.
Ο Λυμπέρης την ακολούθησε. Ο Νικήτας έμεινε για ένα δευτερόλεπτο ακίνητος—κι
ύστερα, σαν άνθρωπος που αποφασίζει επιτέλους, τους ακολούθησε κι αυτός.
Ο Ιωακείμ σήκωσε το χέρι.
Και έξω, το χωριό—σαν να είχε πάρει σήμα—άρχισε να σπρώχνει τις πόρτες.
Η βιβλιοθήκη έτριξε.
Σαν να γελούσε.
Σαν να έκλαιγε.
Σαν να άνοιγε επιτέλους το βιβλίο που κανείς δεν ήθελε να διαβάσει..
«Οι δύο Άννες»
Το δωμάτιο πίσω από τη βιβλιοθήκη δεν υπήρχε στους καταλόγους.
Ούτε στους παλιούς.
Ούτε στους νέους.
Ήταν ένα δωμάτιο που υπήρχε μόνο όταν κάποιος ήξερε πού να κοιτάξει.
Η πόρτα άνοιγε προς τα μέσα χωρίς τρίξιμο. Σαν να είχε λιπανθεί πρόσφατα.
Σαν να τη χρησιμοποιούσαν άνθρωποι που δεν ήθελαν να αφήνουν ίχνη.
Η Άννα στάθηκε στο κατώφλι.
Το χιόνι απ’ έξω έριχνε μέσα ένα άρρωστο φως. Λευκό αλλά όχι καθαρό. Λευκό
σαν επίδεσμος.
Και τότε την είδε.
Καθόταν στο τραπέζι.
Σαν να την περίμενε.
Η άλλη Άννα.
Για λίγα δευτερόλεπτα καμία δεν μίλησε.
Ήταν σαν να κοιτούσαν καθρέφτη — αλλά έναν καθρέφτη που δείχνει όχι το
πρόσωπο, αλλά την εκδοχή του που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
Η γυναίκα στο τραπέζι χαμογέλασε ελαφρά.
— Άργησες, είπε.
Η Άννα έκλεισε την πόρτα πίσω της.
— Δεν είμαι σίγουρη ποια από τις δύο μας περίμενε ποια.
Η άλλη γυναίκα έγειρε πίσω στην καρέκλα.
— Εσύ περίμενες την αλήθεια.
— Κι εσύ;
— Την κατάλληλη στιγμή.
Η Άννα προχώρησε μέσα στο δωμάτιο.
Το τραπέζι ήταν γεμάτο χαρτιά.
Φωτογραφίες.
Χάρτες.
Και στο κέντρο…
ένα παλιό κλειδί.
Μαύρο.
Με σπασμένο δόντι.
Η Άννα το αναγνώρισε αμέσως.
— Το κρατούσες εσύ, είπε.
— Όχι.
Η άλλη Άννα το γύρισε ανάμεσα στα δάχτυλά της.
— Το κρατούσε το χωριό.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Έξω, ο αέρας σφύριζε ανάμεσα στα έλατα.
— Πες το, είπε τελικά η Άννα.
Η γυναίκα στο τραπέζι την κοίταξε προσεκτικά.
— Ποιο;
— Το όνομα.
Μια σκιά πέρασε από το βλέμμα της άλλης.
— Εσύ πρώτα.
Η Άννα δίστασε για μια στιγμή.
Ύστερα είπε:
— Άννα Μπαλή.
Η άλλη γυναίκα χαμογέλασε.
— Αυτό είναι το ρούχο.
Η Άννα έσφιξε τα χέρια της.
— Τότε ας μιλήσουμε για το σώμα.
Η γυναίκα απέναντί της έσκυψε μπροστά.
— Άννα Δεληγιάννη.
Η λέξη έπεσε στο δωμάτιο σαν μικρή έκρηξη.
Η Άννα ένιωσε κάτι να μετακινείται μέσα της.
— Άρα είναι αλήθεια.
— Τι από όλα;
— Ότι υπήρχαν δύο.
Η Δεληγιάννη χαμογέλασε.
— Πάντα υπάρχουν δύο.
Έσπρωξε μια φωτογραφία προς το μέρος της.
Ήταν η βιβλιοθήκη.
Χρόνια πριν.
Χωρίς χιόνι.
Χωρίς σιωπή.
Με ανθρώπους.
— Το χωριό δεν είναι απλώς χωριό, είπε.
Η Άννα δεν απάντησε.
— Είναι κόμβος.
— Για τι;
— Για πληροφορίες.
Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
— Μιλάς για κατασκοπεία.
— Μιλάω για κάτι παλιότερο.
Η Δεληγιάννη άνοιξε έναν χάρτη.
Η Αρκαδία.
Δρόμοι.
Βουνά.
Και μικρές σημειώσεις.
— Στον Ψυχρό Πόλεμο, είπε ήρεμα, οι μεγάλες υπηρεσίες έμαθαν κάτι.
— Τι;
— Ότι οι καλύτερες κρυψώνες δεν είναι πόλεις.
Έδειξε το χωριό.
— Είναι μέρη που κανείς δεν ψάχνει.
Η Άννα ένιωσε το κεφάλι της να βουίζει.
— Η βιβλιοθήκη…
— …ήταν αρχείο.
Η Άννα ψιθύρισε:
— Όχι βιβλίων.
Η Δεληγιάννη χαμογέλασε.
— Ανθρώπων.
Έδειξε τον τοίχο.
Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν τα κλειδιά.
Ονόματα.
Ζωντανών και νεκρών.
— Κάθε κλειδί ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε κάτι, είπε.
— Και το χωριό;
— Το χωριό ήταν το θησαυροφυλάκιο.
Η Άννα έμεινε ακίνητη.
— Και η βιβλιοθηκονόμος;
Η Δεληγιάννη την κοίταξε για πολλή ώρα.
— Εδώ είναι που αρχίζει το πρόβλημα.
Η Άννα ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
— Δεν υπήρξε ποτέ βιβλιοθηκονόμος;
Η άλλη γυναίκα κούνησε το κεφάλι.
— Υπήρξε.
Σταμάτησε.
— Αλλά όχι όπως νομίζεις.
Η Άννα πλησίασε το τραπέζι.
— Εξήγησέ το.
Η Δεληγιάννη πήρε μια φωτογραφία.
Δύο γυναίκες.
Σχεδόν ίδιες.
— Μπήκαμε στο χωριό πριν τρία χρόνια.
— Μαζί;
— Όχι.
Η φωνή της χαμήλωσε.
— Διαδοχικά.
Η Άννα ένιωσε το μυαλό της να τρέχει.
— Δηλαδή…
— Η μία από εμάς ήταν η κάλυψη.
Η Άννα ψιθύρισε:
— Η Μπαλή.
— Ναι.
— Και η άλλη;
Η Δεληγιάννη την κοίταξε.
— Η πραγματική.
Η Άννα ένιωσε το δωμάτιο να μικραίνει.
— Ποια από τις δύο;
Η Δεληγιάννη χαμογέλασε με κάτι που έμοιαζε λύπη.
— Αυτό είναι το ερώτημα που θα σκοτώσει πολλούς.
Η Άννα την πλησίασε.
— Κάποια δολοφονήθηκε.
— Ίσως.
— Τι σημαίνει “ίσως”;
Η Δεληγιάννη έσπρωξε έναν φάκελο.
Μέσα υπήρχε η φωτογραφία του πτώματος.
Χιόνι.
Αίμα.
Η Άννα την κοίταξε.
— Αυτό δεν είναι δικό μου πρόσωπο.
Η Δεληγιάννη έγειρε μπροστά.
— Ούτε δικό μου.
Η σιωπή έπεσε σαν χιόνι.
— Τότε ποια πέθανε;
Η Δεληγιάννη ψιθύρισε:
— Κάποια που έπρεπε να πεθάνει.
Η Άννα ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται.
— Δηλαδή το χωριό…
— …εκτέλεσε μια τελετή.
— Και το σώμα;
— Δόθηκε.
Η Άννα κατάλαβε ξαφνικά.
— Ξένος δάχτυλος.
Η Δεληγιάννη την κοίταξε.
— Επιτέλους.
Η Άννα ψιθύρισε:
— Ποιος;
Η άλλη γυναίκα χαμογέλασε χωρίς χαρά.
— Ποιος νομίζεις ότι ενδιαφέρεται για ένα χωριό με αρχείο ανθρώπων που
κρατούν μυστικά πενήντα χρόνων;
Η Άννα σκέφτηκε.
Και ένιωσε το στομάχι της να παγώνει.
— Όλοι.
Η Δεληγιάννη έγνεψε.
— Ρωσία.
— Αμερική.
— Ευρώπη.
Σταμάτησε.
— Και κάποιοι που δεν έχουν σημαία.
Η Άννα κοίταξε το κλειδί.
— Άρα η δολοφονία…
— …ήταν μήνυμα.
— Προς ποιον;
Η Δεληγιάννη χαμογέλασε.
— Προς εμάς.
Η Άννα ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της.
— Δηλαδή όλο αυτό…
— …ήταν παγίδα.
Έξω ο αέρας δυνάμωσε.
Η Άννα ψιθύρισε:
— Και τώρα;
Η Δεληγιάννη πήρε το κλειδί.
— Τώρα το χωριό πρέπει να αποφασίσει.
— Τι;
— Αν θέλει να ζήσει ως χωριό.
Ή ως αρχείο.
Η Άννα την κοίταξε.
— Και εμείς;
Η άλλη γυναίκα χαμογέλασε.
— Εμείς είμαστε το πρόβλημα.
— Γιατί;
— Γιατί ξέρουμε ποια είναι η πραγματική βιβλιοθηκονόμος.
Η Άννα ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
— Και ποια είναι;
Η Δεληγιάννη σηκώθηκε.
Πλησίασε.
Και ψιθύρισε:
— Εκείνη που θυμάται τα πάντα.
Σιωπή.
Το χιόνι έπεφτε έξω.
Αργά.
Σαν να προσπαθούσε να σβήσει κάτι που είχε ήδη γραφτεί…
Προς: Τμήμα
Ειδικών Υποθέσεων
Υπόψη: Διευθυντή Επιχειρησιακού Τομέα
Αθήνα
Από: Ελένη
Κομνηνού
Εγκληματολόγος – Ειδική Συνεργάτις
Θέμα:
Προκαταρκτική αναφορά για την υπόθεση της «βιβλιοθηκονόμου» στο χωριό Καστράκι,
Ορεινή Αρκαδία
Κύριε Διευθυντά,
Γράφω αυτή την
αναφορά όχι μόνο ως υπηρεσιακή υποχρέωση αλλά και ως προσωπική ανάγκη να
καταγράψω, όσο ακόμη μπορώ να διατηρώ καθαρή την κρίση μου, όσα συμβαίνουν σε
αυτό το χωριό. Φοβάμαι πως αν καθυστερήσω, τα γεγονότα θα αρχίσουν να
μετακινούνται μέσα μου όπως μετακινείται το χιόνι εδώ: σιωπηλά, σβήνοντας ίχνη.
Το Καστράκι δεν
είναι απλώς ένα μικρό χωριό της ορεινής Αρκαδίας. Είναι ένας τόπος όπου οι
άνθρωποι έχουν μάθει να ζουν μέσα σε ένα σύστημα σιωπής. Δεν μιλούν εύκολα, δεν
θυμούνται εύκολα, και κυρίως δεν ξεχωρίζουν εύκολα το παρόν από ένα παρελθόν
που φαίνεται να τους δεσμεύει όλους με έναν τρόπο σχεδόν τελετουργικό.
Η υπόθεση που με
έφερε εδώ —η δολοφονία της γυναίκας που όλοι αποκαλούν «η βιβλιοθηκονόμος»—
αποδεικνύεται ολοένα και λιγότερο απλή.
Το σώμα της
γυναίκας βρέθηκε μέσα στη δημοτική βιβλιοθήκη του χωριού. Στην αρχή, όλα
έμοιαζαν να οδηγούν σε μια κλασική υπόθεση τοπικής βίας ή συγκάλυψης. Όμως, όσο
περισσότερο μιλώ με τους κατοίκους, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι το έγκλημα
δεν είναι απλώς πράξη, αλλά μέρος μηχανισμού.
Ένας μηχανισμός
που λειτουργεί εδώ και χρόνια.
Το κτίριο της
βιβλιοθήκης δεν είναι μεγάλο. Ένα παλιό νεοκλασικό, μάλλον αταίριαστο με τα
πέτρινα σπίτια του χωριού. Ωστόσο, η λειτουργία του φαίνεται να υπερβαίνει την
απλή φύλαξη βιβλίων.
Πίσω από το
γραφείο της βιβλιοθηκονόμου υπάρχει ένας μικρός χώρος αρχείου. Εκεί βρέθηκαν
παλιά πρακτικά του κοινοτικού συμβουλίου, σημειώσεις κατοίκων, και κυρίως μια
σειρά από μεταλλικά κλειδιά κρεμασμένα σε πίνακα.
Κάτω από κάθε
κλειδί υπήρχε ένα όνομα.
Ζωντανών και
νεκρών.
Η συμβολική
σημασία αυτού του πίνακα δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως, όμως έχω την
ισχυρή εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι περισσότερο από ένα απλό αρχειονομικό
σύστημα. Οι κάτοικοι αντιδρούν σε αυτόν τον χώρο με μια παράξενη μίξη φόβου και
σεβασμού.
Σαν να πρόκειται
για τόπο μνήμης.
Ή για τόπο
ελέγχου.
Επισήμως, το θύμα
έχει ταυτοποιηθεί ως Άννα Μπαλή, η οποία εμφανίζεται στα
χαρτιά ως διορισμένη βιβλιοθηκονόμος.
Ωστόσο, εδώ
αρχίζουν οι αμφιβολίες μου.
Πρώτον:
η ταυτότητα της γυναίκας αυτής είναι εξαιρετικά αδύναμη διοικητικά. Τα αρχεία
της είναι ελλιπή, ενώ ορισμένα στοιχεία φαίνεται να έχουν συμπληρωθεί εκ των
υστέρων.
Δεύτερον:
κανείς στο χωριό δεν μιλά για εκείνη με τρόπο φυσικό. Όταν την αναφέρουν,
χρησιμοποιούν τον τίτλο της — «η βιβλιοθηκονόμος» — όχι το όνομά της.
Τρίτον:
υπάρχουν ενδείξεις ότι το όνομα «Μπαλή» ίσως να ήταν απλώς
κάλυψη.
Από ανεπίσημες
πηγές και αποσπασματικές μαρτυρίες προκύπτει ότι η γυναίκα αυτή ενδέχεται να
χρησιμοποιούσε και άλλο όνομα.
Το όνομα που
επανέρχεται πιο συχνά, έστω και ψιθυριστά, είναι:
Άννα
Δεληγιάννη.
Δεν μπορώ ακόμη να
αποδείξω τη σύνδεση αυτή. Ωστόσο, όσο περισσότερο εξετάζω την υπόθεση, τόσο
περισσότερο σχηματίζεται μέσα μου η υποψία ότι δεν υπήρξε μία Άννα.
Αλλά δύο.
Η ιδέα αυτή δεν
γεννήθηκε από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. Προέκυψε σταδιακά, από αντιφάσεις
στις μαρτυρίες.
Κάποιοι κάτοικοι
περιγράφουν τη βιβλιοθηκονόμο ως γυναίκα ήσυχη, σχεδόν αόρατη.
Άλλοι μιλούν για
μια γυναίκα δραστήρια, που ρωτούσε πολλά και ερευνούσε τα παλιά αρχεία του
χωριού.
Οι δύο αυτές
περιγραφές είναι τόσο διαφορετικές που μοιάζουν να αφορούν δύο διαφορετικά
πρόσωπα.
Στην αρχή το
απέδωσα στην αναξιοπιστία των μαρτυριών. Όμως τώρα δεν είμαι τόσο βέβαιη.
Υπάρχουν στιγμές
—και το ομολογώ με κάποια επιφύλαξη— που έχω την αίσθηση ότι στο χωριό αυτό
κυκλοφόρησαν πράγματι δύο γυναίκες με το ίδιο όνομα.
Ή με ονόματα που
εναλλάσσονταν.
Αν αυτό ισχύει,τότε
η πιθανότητα είναι η εξής:
·
Η
Άννα Μπαλή ήταν το δημόσιο
πρόσωπο.
Η βιβλιοθηκονόμος που γνώριζε το χωριό.
·
Η
Άννα Δεληγιάννη ήταν το
πραγματικό πρόσωπο πίσω από την κάλυψη.
Κάποια που χρησιμοποιούσε τη βιβλιοθήκη για άλλον σκοπό.
Δεν μπορώ ακόμη να
πω ποια από τις δύο είναι το θύμα.
Και αυτό είναι
ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.
Γιατί υπάρχει το
ενδεχόμενο το σώμα που βρέθηκε να μην ανήκει σε καμία από τις δύο.
Υπάρχει κάτι ακόμη
που δεν μπορώ να αγνοήσω.
Οι κάτοικοι δεν
μιλούν για τη δολοφονία με τον τρόπο που μιλούν οι άνθρωποι όταν συμβαίνει ένα
έγκλημα. Δεν υπάρχει σοκ. Δεν υπάρχει οργή.
Υπάρχει μόνο μια
παράξενη αποδοχή.
Σαν να συνέβη κάτι
αναπόφευκτο.
Μια φράση που
άκουσα από έναν ηλικιωμένο κάτοικο επανέρχεται συνεχώς στο μυαλό μου:
«Το χωριό δεν
αντέχει πολλές αλήθειες.»
Αν αυτή η φράση
είναι ενδεικτική, τότε φοβάμαι ότι η γυναίκα που πέθανε ίσως τιμωρήθηκε όχι για
κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που διάβασε.
Ή για κάτι που
κατάλαβε.
Δεν μπορώ ακόμη να
καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα.
Ωστόσο, το
ένστικτό μου —και γνωρίζετε ότι σπάνια το αγνοώ— μου λέει ότι η δολοφονία της
βιβλιοθηκονόμου δεν είναι το κεντρικό γεγονός.
Είναι το
αποτέλεσμα.
Το πραγματικό
γεγονός βρίσκεται βαθύτερα:
στην ύπαρξη ενός παλιού δικτύου σιωπής μέσα στο χωριό.
Και στο γεγονός
ότι κάποια γυναίκα —είτε λεγόταν Μπαλή είτε Δεληγιάννη— βρέθηκε πολύ κοντά στην
αλήθεια.
Πολύ πιο κοντά απ’
όσο επιτρεπόταν.
Κλείνοντας αυτή
την αναφορά, οφείλω να ομολογήσω κάτι που ίσως ακούγεται λιγότερο επιστημονικό
από όσο θα έπρεπε.
Έχω την αίσθηση
ότι η υπόθεση δεν ξετυλίγεται προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα.
Σαν να υπάρχει
κάτι στο ίδιο το χωριό που διατηρεί τις ιστορίες του ζωντανές — όχι στα χαρτιά,
αλλά στους ανθρώπους.
Και φοβάμαι ότι
όσο περισσότερο πλησιάζω στην αλήθεια, τόσο περισσότερο το χωριό θα προσπαθήσει
να με εντάξει κι εμένα σε αυτή τη σιωπή.
Θα συνεχίσω την
έρευνα.
Αλλά θεωρώ
απαραίτητο να γνωρίζετε ότι η υπόθεση αυτή ίσως δεν αφορά μόνο έναν φόνο.
Ίσως αφορά έναν
μηχανισμό που λειτουργεί εδώ και δεκαετίες.
Και ίσως η γυναίκα
που πέθανε να μην ήταν απλώς βιβλιοθηκονόμος.
Ίσως να ήταν το
κλειδί.
Με εκτίμηση,
Ελένη Κομνηνού
Εγκληματολόγος
Προς: Εισαγγελία
Εφετών Αθηνών
Υπόψη: Εισαγγελέα Εποπτείας Ειδικών Υποθέσεων
Από: Ανδρέας
Λυμπέρης
Εισαγγελέας Πρωτοδικών (σε αποστολή)
Θέμα: Ενδιάμεση
αναφορά για την υπόθεση ανθρωποκτονίας στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστρακίου,
Ορεινή Αρκαδία
Κύριε Εισαγγελέα,
Υποβάλλω την
παρούσα αναφορά σε χρόνο που θεωρώ σκόπιμα πρώιμο, αλλά απαραίτητο. Τα στοιχεία
που έχουν συγκεντρωθεί έως τώρα δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα· επιτρέπουν
όμως μια πρώτη χαρτογράφηση ενός φαινομένου που υπερβαίνει τα όρια μιας
συνήθους ποινικής υπόθεσης.
Η αρχική εντολή
αφορούσε διερεύνηση ανθρωποκτονίας γυναίκας αγνώστων έως τότε στοιχείων, η
οποία βρέθηκε νεκρή στο εσωτερικό της Δημοτικής Βιβλιοθήκης του χωριού
Καστράκι, στην Ορεινή Αρκαδία. Η γυναίκα αναγνωρίστηκε τυπικά ως Άννα
Μπαλή, φερόμενη ως βιβλιοθηκονόμος του χωριού.
Ωστόσο, ήδη από τα
πρώτα στάδια της έρευνας προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς:
1. την πραγματική ταυτότητα της γυναίκας,
2. τον ακριβή ρόλο της στο χωριό,
3. και την ίδια τη φύση του εγκλήματος.
Η νεκρή βρέθηκε
στο γραφείο της βιβλιοθήκης, χωρίς εμφανή σημάδια παρατεταμένης πάλης στον
χώρο. Το στοιχείο αυτό από μόνο του θα μπορούσε να υποδηλώνει αιφνιδιασμό ή
οικειότητα μεταξύ θύματος και δράστη.
Ωστόσο, τα
ευρήματα της αυτοψίας παρουσιάζουν ιδιομορφίες.
Η ταυτότητα που
βρέθηκε στα προσωπικά της αντικείμενα αντιστοιχεί στο όνομα Άννα Μπαλή,
όμως τα διοικητικά ίχνη του προσώπου αυτού είναι περιορισμένα. Οι υπηρεσιακές
καταγραφές είναι πρόσφατες, ενώ δεν υπάρχουν ουσιαστικές πληροφορίες για το
παρελθόν της πριν τον διορισμό της στη βιβλιοθήκη.
Αυτό, από μόνο
του, δεν αποτελεί απόδειξη πλαστής ταυτότητας. Αποτελεί όμως ένδειξη ότι η
γυναίκα αυτή εμφανίστηκε στο χωριό χωρίς σαφές κοινωνικό ή επαγγελματικό
υπόβαθρο.
Ακόμη πιο
ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι σε ανεπίσημες μαρτυρίες εμφανίζεται δεύτερο
όνομα:
Άννα
Δεληγιάννη.
Δεν υπάρχει
επίσημη σύνδεση των δύο ονομάτων, αλλά η επανάληψη της αναφοράς του με
υποχρεώνει να το καταγράψω.
Η εγκληματολόγος
Ελένη Κομνηνού, η οποία συμμετέχει στην έρευνα, έχει διατυπώσει —αρχικά σε
επίπεδο υπόθεσης— την πιθανότητα ότι στο χωριό εμφανίστηκαν δύο
γυναίκες με ταυτόσημο ή παρόμοιο όνομα.
Η ιδέα αυτή
στηρίζεται κυρίως στις αντιφατικές περιγραφές των κατοίκων.
Κάποιοι μιλούν για
μια γυναίκα απομονωμένη, σχεδόν αόρατη, που περνούσε τις περισσότερες ώρες της
ταξινομώντας βιβλία.
Άλλοι περιγράφουν
μια γυναίκα δραστήρια, που ρωτούσε επίμονα για τα παλιά πρακτικά του χωριού και
για γεγονότα δεκαετιών πριν.
Η διαφορά ανάμεσα
στις δύο εικόνες είναι τόσο έντονη που δεν αποκλείεται να πρόκειται για δύο
διαφορετικά πρόσωπα.
Αν η υπόθεση αυτή
επιβεβαιωθεί, τότε προκύπτουν τρία πιθανά σενάρια:
1. Η Άννα Μπαλή ήταν η βιβλιοθηκονόμος
και η Άννα Δεληγιάννη άλλο πρόσωπο που εμφανίστηκε
περιστασιακά στο χωριό.
2. Η Μπαλή ήταν απλώς κάλυψη
και η Δεληγιάννη το πραγματικό πρόσωπο.
3. Το όνομα «Άννα» χρησιμοποιήθηκε εναλλάξ από
περισσότερα του ενός άτομα.
Καμία από αυτές
τις εκδοχές δεν μπορεί προς το παρόν να αποκλειστεί.
Η Δημοτική
Βιβλιοθήκη του χωριού παρουσιάζει ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά.
Πίσω από το
γραφείο της βιβλιοθηκονόμου υπάρχει μικρό δωμάτιο αρχείου, στο οποίο βρέθηκε
μεταλλικός πίνακας με κρεμασμένα κλειδιά. Κάτω από κάθε κλειδί υπήρχε ένα
όνομα.
Τα ονόματα
αντιστοιχούν σε κατοίκους του χωριού, ορισμένοι από τους οποίους είναι ήδη
νεκροί.
Η λειτουργία αυτού
του πίνακα δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί. Ωστόσο, η διάταξή του θυμίζει
περισσότερο σύστημα καταγραφής ή ελέγχου παρά απλό αρχειονομικό εργαλείο.
Είναι πιθανό η
βιβλιοθήκη να χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη εγγράφων που δεν είχαν
αποκλειστικά πολιτιστικό χαρακτήρα.
Το στοιχείο που με
προβληματίζει περισσότερο δεν είναι το έγκλημα αυτό καθαυτό.
Είναι η αντίδραση
της κοινότητας.
Σε υποθέσεις
ανθρωποκτονίας σε μικρές κοινωνίες, συναντά κανείς συνήθως έντονη
συναισθηματική φόρτιση: φόβο, θυμό, καχυποψία.
Εδώ παρατηρείται
το αντίθετο.
Οι κάτοικοι
αντιμετωπίζουν το γεγονός με μια παράξενη ψυχραιμία.
Σαν να θεωρούν ότι
το περιστατικό είναι μέρος μιας ακολουθίας γεγονότων που δεν μπορούν —ή δεν
επιτρέπεται— να ανατραπούν.
Σε αρκετές
περιπτώσεις, όταν οι ερωτήσεις πλησιάζουν το παρελθόν του χωριού, οι
συνομιλητές αλλάζουν θέμα ή σιωπούν.
Η σιωπή αυτή
φαίνεται να είναι κοινή συμφωνία.
Επιτρέψτε μου μια
εκτίμηση που ξεπερνά τα στενά όρια της ποινικής ανάλυσης.
Η δολοφονία της
γυναίκας που αποκαλούν «βιβλιοθηκονόμο» ενδέχεται να μην αποτελεί την αφετηρία
της υπόθεσης.
Μπορεί να είναι το
αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που εξελίσσεται εδώ και χρόνια.
Το χωριό φαίνεται
να λειτουργεί με βάση ένα άτυπο σύστημα συγκάλυψης παλαιών γεγονότων. Δεν
γνωρίζω ακόμη ποια είναι αυτά τα γεγονότα, αλλά είναι σαφές ότι η γυναίκα που
πέθανε πλησίασε πολύ κοντά σε αυτά.
Η υπόθεση των δύο
Άννων ίσως να είναι το κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας.
Και υπάρχει ακόμη
ένα ενδεχόμενο που δεν μπορώ να αγνοήσω:
ότι η γυναίκα που
βρέθηκε νεκρή δεν ήταν η πραγματική βιβλιοθηκονόμος.
Αν ισχύει αυτό,
τότε η πραγματική Άννα —όποιο κι αν ήταν το όνομά της— μπορεί να βρίσκεται
ακόμη ζωντανή.
Και ίσως να
γνωρίζει γιατί κάποιος έπρεπε να πεθάνει στη βιβλιοθήκη αυτού του χωριού.
Θα συνεχίσω την
έρευνα σε συνεργασία με την εγκληματολόγο Κομνηνού και τις τοπικές αρχές.
Θεωρώ, ωστόσο,
πιθανό η υπόθεση να αποκτήσει σύντομα ευρύτερη διάσταση από μια απλή
ανθρωποκτονία.
Σε αυτή την
περίπτωση, θα ζητήσω περαιτέρω οδηγίες.
Με εκτίμηση,
Ανδρέας Λυμπέρης
Εισαγγελέας Πρωτοδικών
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ – ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Βαθμός
Διαβάθμισης: ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
Κωδικός Φακέλου: Α-17 / «ΚΛΕΙΔΙ»
Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου 20—
Προς:
Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων
Τμήμα Στρατηγικής Παρακολούθησης
Θέμα: Ιστορική
και επιχειρησιακή αναφορά σχετικά με το αρχείο “ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΑΣΤΡΑΚΙΟΥ” και την
πρόσφατη ανθρωποκτονία γυναίκας που ταυτοποιήθηκε ως “Άννα Μπαλή”.
Το παρόν
υπηρεσιακό σημείωμα συντάσσεται κατόπιν των τελευταίων εξελίξεων στο χωριό Καστράκι
Ορεινής Αρκαδίας, όπου εντοπίστηκε νεκρή γυναίκα εντός της Δημοτικής
Βιβλιοθήκης.
Η υπόθεση
επανενεργοποιεί φάκελο που τηρείται στην Υπηρεσία από τη δεκαετία του 1950
και φέρει τον κωδικό «ΚΛΕΙΔΙ».
Η υπόθεση αυτή
θεωρούνταν επί δεκαετίες παθητική παρακολούθηση, ωστόσο τα
πρόσφατα γεγονότα καθιστούν πιθανή την επανενεργοποίηση επιχειρησιακού
ενδιαφέροντος.
Ο φάκελος «ΚΛΕΙΔΙ»
ανοίχθηκε για πρώτη φορά το 1952, έπειτα από πληροφορίες ότι
σε μικρό ορεινό χωριό της Αρκαδίας λειτουργούσε άτυπο δίκτυο φύλαξης
ευαίσθητων πληροφοριών.
Κατά την περίοδο
εκείνη, η περιοχή χρησιμοποιήθηκε ανεπίσημα ως σημείο επαφής μεταξύ:
·
στρατιωτικών
υπηρεσιών,
·
ξένων
παρατηρητών,
·
και
τοπικών παραγόντων που διατηρούσαν πρόσβαση σε πληροφορίες από την περίοδο του
Εμφυλίου.
Η επιλογή του
χωριού βασίστηκε σε δύο παράγοντες:
1. γεωγραφική απομόνωση,
2. ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των κατοίκων, που
εξασφάλιζαν σιωπή.
Στο πλαίσιο αυτό
δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός που καταγράφηκε στον φάκελο ως:
«Σύστημα
Κλειδιών».
Σύμφωνα με τα
παλαιότερα έγγραφα της Υπηρεσίας, η βιβλιοθήκη του χωριού δεν χρησιμοποιήθηκε
μόνο ως πολιτιστικός χώρος.
Λειτουργούσε και
ως κρυπτογραφημένο αρχείο ανθρώπων.
Κάθε πρόσωπο που
γνώριζε ή συμμετείχε σε κρίσιμες πληροφορίες καταγραφόταν συμβολικά με ένα κλειδί.
Τα κλειδιά αυτά
δεν αντιστοιχούσαν απαραίτητα σε έγγραφα. Αντιστοιχούσαν σε σιωπές.
Με απλά λόγια:
όποιος «κρατούσε
κλειδί» γνώριζε κάτι που δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί.
Η πρακτική αυτή
δεν δημιουργήθηκε από κρατική υπηρεσία.
Προέκυψε ως αυτορρυθμιζόμενος
μηχανισμός της τοπικής κοινότητας, ο οποίος στη συνέχεια αξιοποιήθηκε
από διάφορους φορείς.
Η Υπηρεσία
περιορίστηκε στη διακριτική παρακολούθηση.
Από τη δεκαετία
του 1960 καταγράφεται μια επαναλαμβανόμενη ιδιαιτερότητα.
Οι βιβλιοθηκονόμοι
του χωριού εμφανίζονταν συχνά με ελλιπή ή προσωρινά διοικητικά στοιχεία.
Σε αρκετές
περιπτώσεις τα ονόματα που εμφανίζονται στα αρχεία δεν αντιστοιχούν σε πλήρως
ταυτοποιημένα πρόσωπα.
Η Υπηρεσία
κατέληξε τότε στο συμπέρασμα ότι ο ρόλος του βιβλιοθηκονόμου λειτουργούσε ως:
διαχειριστής
του αρχείου σιωπής.
Με άλλα λόγια, ο
βιβλιοθηκονόμος γνώριζε ποιοι κάτοικοι κατείχαν «κλειδιά» — δηλαδή ποιοι
γνώριζαν τι.
Από το 1974 και
μετά παρατηρείται μια ακόμη ιδιομορφία.
Σε τρεις
διαφορετικές περιπτώσεις εμφανίζεται βιβλιοθηκονόμος με το ίδιο μικρό όνομα:
Άννα.
Τα επώνυμα
διαφέρουν.
Ωστόσο η επανάληψη
του ίδιου ονόματος θεωρήθηκε από παλαιότερους αναλυτές επιχειρησιακό
σήμα.
Δεν έχει
αποδειχθεί αν πρόκειται για σύμπτωση ή για εσκεμμένη χρήση.
Η γυναίκα που
βρέθηκε νεκρή ταυτοποιήθηκε ως Άννα Μπαλή.
Ωστόσο η
εγκληματολογική ομάδα που βρίσκεται στο χωριό (μεταξύ αυτών η εγκληματολόγος Ελένη
Κομνηνού και ο εισαγγελέας Ανδρέας Λυμπέρης) έχει ήδη
εντοπίσει ασυμφωνίες στα στοιχεία ταυτότητας.
Παράλληλα έχουν
εμφανιστεί ανεπίσημες αναφορές στο όνομα:
Άννα
Δεληγιάννη.
Η πιθανότητα
ύπαρξης δύο προσώπων με το ίδιο μικρό όνομα θεωρείται
επιχειρησιακά σημαντική.
Δεν αποκλείεται η
μία να λειτουργούσε ως κάλυψη της άλλης.
Εναλλακτικά,
υπάρχει το ενδεχόμενο το όνομα «Άννα» να χρησιμοποιείται ως λειτουργικός
τίτλος για το πρόσωπο που διαχειρίζεται το αρχείο της βιβλιοθήκης.
Η ανθρωποκτονία
ενδέχεται να μην αποτελεί μεμονωμένο έγκλημα.
Υπάρχει σοβαρή
πιθανότητα να σχετίζεται με:
·
προσπάθεια
αποκάλυψης του αρχείου,
·
εσωτερική
σύγκρουση μεταξύ των κατόχων «κλειδιών»,
·
ή
παρέμβαση εξωτερικού παράγοντα.
Σημειώνεται ότι τα
τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί αυξημένες κινήσεις ενδιαφέροντος για ιστορικά
δίκτυα πληροφοριών της περιόδου του Εμφυλίου.
Προτείνεται:
1. διακριτική παρακολούθηση της έρευνας που
διεξάγουν οι τοπικές αρχές,
2. αποφυγή άμεσης εμπλοκής της Υπηρεσίας,
3. επανεξέταση του φακέλου «ΚΛΕΙΔΙ» σε
συνεργασία με ιστορικά αρχεία.
Ιδιαίτερη προσοχή
συνιστάται στο πρόσωπο της εγκληματολόγου Ελένης Κομνηνού, η
οποία φαίνεται να προσεγγίζει γρήγορα την πραγματική δομή της υπόθεσης.
Σε περίπτωση που η
έρευνα οδηγήσει στην αποκάλυψη του πλήρους αρχείου της βιβλιοθήκης, ενδέχεται
να ενεργοποιηθούν πληροφορίες που αφορούν γεγονότα δεκαετιών.
Στους παλαιούς
φακέλους της Υπηρεσίας υπάρχει μια χειρόγραφη σημείωση, χωρίς υπογραφή, η οποία
συνοψίζει την ιδιαιτερότητα της υπόθεσης.
Η σημείωση αυτή
καταγράφηκε το 1961:
«Η βιβλιοθήκη του
χωριού δεν φυλάσσει βιβλία.
Φυλάσσει ανθρώπους που θυμούνται.»
Η φράση αυτή, παρά
τον σχεδόν ποιητικό χαρακτήρα της, παραμένει η πιο ακριβής περιγραφή του
μηχανισμού που λειτουργεί στο Καστράκι.
Και ίσως εξηγεί
γιατί, κάθε φορά που κάποιος πλησιάζει πολύ κοντά στην αλήθεια,
εμφανίζεται μια
νέα Άννα.
Συντάκτης:
Τμήμα Αναλύσεων – Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας
[…]
«Νύχτα στον Ξενώνα»
Ο ξενώνας, «Η Δρυάδα», κοιμόταν σχεδόν ολόκληρος.
Το παλιό ξύλινο κτίριο έτριζε πότε-πότε, σαν να μετακινούσε το βάρος των
ετών του από δωμάτιο σε δωμάτιο. Έξω, το χιόνι έπεφτε αργά, πεισματικά,
καλύπτοντας το χωριό με εκείνη τη σιωπή που δεν είναι ποτέ πραγματικά ειρηνική.
Μέσα στο δωμάτιο, το φως ήταν χαμηλό.
Η λάμπα του κομοδίνου άφηνε μια χρυσαφένια σκιά πάνω στους τοίχους, και το τζάμι
του παραθύρου είχε θολώσει από την ανάσα δύο ανθρώπων.
Η Ελένη Κομνηνού ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, μισοσκεπασμένη με το σεντόνι.
Δίπλα της, ο Ανδρέας Λυμπέρης είχε το ένα χέρι περασμένο γύρω από τη μέση
της.
Τα σώματά τους ήταν ακόμη ζεστά.
Η ησυχία που ακολουθεί τον έρωτα είχε γεμίσει το δωμάτιο με μια παράξενη
γαλήνη — εκείνη τη γαλήνη που δεν σβήνει την ένταση, αλλά την μετατρέπει σε
κάτι πιο βαθύ.
Η Κομνηνού ακουμπούσε το κεφάλι της στο στήθος του.
Άκουγε τον ρυθμό της καρδιάς του.
Σταθερός.
Αλλά όχι ήρεμος.
«Δεν κοιμάσαι», είπε εκείνη χαμηλόφωνα.
Ο Λυμπέρης χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.
«Ούτε εσύ.»
Η Ελένη γύρισε λίγο το σώμα της, ώστε να τον κοιτάξει.
«Έστειλες την αναφορά σου;»
Ο Λυμπέρης πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ναι.»
Σιωπή.
«Εσύ;»
Η Κομνηνού έγνεψε αργά.
«Την έστειλα το απόγευμα.»
Έμειναν για λίγο έτσι, ακίνητοι.
Δύο άνθρωποι που είχαν μόλις μοιραστεί κάτι βαθιά σωματικό — και τώρα
μοιράζονταν κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο.
Την αλήθεια.
Ο Λυμπέρης χάιδεψε αφηρημένα τον ώμο της.
«Τι έγραψες;»
Η Κομνηνού χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που χρησιμοποιούσε όταν
προσπαθούσε να μην παραδεχτεί πόσο μακριά είχε φτάσει μια σκέψη της.
«Ότι η υπόθεση δεν αφορά απλώς μια δολοφονία.»
«Κι άλλο;»
Η Ελένη δίστασε.
«Ότι ίσως δεν υπήρξε ποτέ μία Άννα.»
Ο Λυμπέρης δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται.
Μόνο έσφιξε λίγο περισσότερο το χέρι του γύρω της.
«Δύο;»
«Ίσως.»
Η φωνή της χαμήλωσε.
«Ίσως και καμία.»
Ο Λυμπέρης κοίταξε το ταβάνι.
«Στην αναφορά μου», είπε, «έγραψα σχεδόν το ίδιο.»
Η Κομνηνού σήκωσε το κεφάλι.
«Σοβαρά;»
«Ναι.»
Γέλασε σιγανά.
«Αν το μάθουν οι ανώτεροί μας, θα νομίζουν ότι συνεννοηθήκαμε.»
Η Ελένη ακούμπησε το δάχτυλό της στο στήθος του.
«Δεν συνεννοηθήκαμε.»
«Όχι.»
«Απλώς βλέπουμε το ίδιο πράγμα.»
Έξω, ο αέρας χτύπησε το παράθυρο.
Η Κομνηνού κοίταξε προς το σκοτάδι.
«Αν υπήρχαν δύο Άννες…»
«…τότε μία από αυτές είναι ακόμη ζωντανή», ολοκλήρωσε ο Λυμπέρης.
Η σκέψη έμεινε ανάμεσά τους.
Βαριά.
Η Κομνηνού γύρισε προς το μέρος του.
«Δεν σου είπα κάτι.»
«Τι;»
Η φωνή της χαμήλωσε.
«Σήμερα έλαβα ένα μήνυμα από την Αθήνα.»
Ο Λυμπέρης συνοφρυώθηκε.
«Τι μήνυμα;»
«Δεν ήταν επίσημο.»
Σταμάτησε.
«Ήταν… προειδοποίηση.»
Ο Λυμπέρης ανασηκώθηκε ελαφρά.
«Προειδοποίηση για τι;»
Η Ελένη τον κοίταξε μέσα στα μάτια.
«Για τη βιβλιοθήκη.»
Η σιωπή πάγωσε το δωμάτιο.
«Υπάρχει φάκελος», συνέχισε.
«Από τη δεκαετία του ’50.»
Ο Λυμπέρης ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.
«Δηλαδή το ήξεραν;»
Η Κομνηνού έγνεψε.
«Το παρακολουθούσαν.»
«Τι ακριβώς;»
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Το σύστημα των κλειδιών.»
Ο Λυμπέρης έμεινε ακίνητος.
«Θεέ μου…»
Η Κομνηνού χαμογέλασε πικρά.
«Ακριβώς αυτό είπα κι εγώ.»
Σηκώθηκε λίγο στο κρεβάτι.
Το σεντόνι γλίστρησε ελαφρά από τον ώμο της, αλλά δεν φάνηκε να το προσέχει.
«Αν το έγγραφο είναι αληθινό», είπε, «η βιβλιοθήκη δεν είναι βιβλιοθήκη.»
Ο Λυμπέρης ολοκλήρωσε τη σκέψη.
«Είναι αρχείο ανθρώπων.»
Η Ελένη τον κοίταξε.
«Και κάποιος αποφάσισε να το ανοίξει.»
Για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα, ο Λυμπέρης φάνηκε πραγματικά ανήσυχος.
«Ξέρεις τι σημαίνει αυτό.»
Η Κομνηνού έγνεψε.
«Ναι.»
«Αν η υπόθεση αγγίζει τέτοια πράγματα…»
Η φωνή του κόπηκε.
Η Ελένη ακούμπησε το χέρι της στο πρόσωπό του.
«Φοβάσαι;»
Ο Λυμπέρης χαμογέλασε κουρασμένα.
«Είμαι εισαγγελέας.»
«Δεν απάντησες.»
Εκείνος την κοίταξε.
Για πρώτη φορά χωρίς άμυνα.
«Ναι», είπε.
Η Ελένη τον φίλησε απαλά στο στόμα.
Ένα φιλί μικρό.
Αλλά γεμάτο.
«Κι εγώ φοβάμαι», ψιθύρισε.
Έξω, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει.
Το χωριό ήταν σιωπηλό.
Σαν να περίμενε.
Ο Λυμπέρης πέρασε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της.
«Ξέρεις ότι μπορεί να μη βγούμε εύκολα από αυτό.»
Η Κομνηνού χαμογέλασε.
«Δεν μπήκαμε ποτέ σε εύκολες υποθέσεις.»
«Όχι.»
Η φωνή του χαμήλωσε.
«Αλλά αυτή…»
Η Ελένη τον διέκοψε.
«Θα τη φτάσουμε μέχρι το τέλος.»
Τον κοίταξε σταθερά.
«Μαζί.»
Ο Λυμπέρης δεν μίλησε.
Την τράβηξε πιο κοντά.
Το σώμα της γλίστρησε πάλι πάνω στο δικό του.
Η θερμότητα ανάμεσά τους επέστρεψε σαν παλιός γνώριμος.
Η Κομνηνού ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα.
Όχι από φόβο πια.
Από ζωή.
«Ξέρεις κάτι;» ψιθύρισε εκείνος.
«Τι;»
«Ο φόβος του θανάτου έχει έναν περίεργο τρόπο να μας θυμίζει ότι είμαστε
ζωντανοί.»
Η Ελένη χαμογέλασε.
«Τότε ας το θυμηθούμε.»
Το φιλί που ακολούθησε δεν ήταν βιαστικό.
Ήταν αργό.
Σαν απόφαση.
Έξω, το χιόνι σκέπαζε το χωριό.
Μέσα στο δωμάτιο, δύο άνθρωποι αγκαλιάζονταν σαν να ήξεραν πως το τέλος της
υπόθεσης μπορεί να είναι σκοτεινό.
Αλλά μέχρι τότε,
θα πολεμούσαν τον φόβο
με τον μόνο τρόπο που ήξεραν.
Μαζί..

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου