«Η φωτιά που μένει»
Η νύχτα είχε πέσει απαλά πάνω στη θάλασσα.
Το κύμα χτυπούσε την ακτή με έναν ήχο βαθύ, σχεδόν
ανακουφιστικό, σαν ανάσα που επιστρέφει μετά από χρόνια. Ο ουρανός ήταν
χαμηλός, μολυβένιος, και η αλμύρα του αέρα έφτανε μέχρι τον δρόμο.
Ο Ανδρέας περπατούσε αργά πάνω στην άμμο.
Στα χέρια του κρατούσε την Ελένη τυλιγμένη με μια βαριά
κουβέρτα. Δεν την κουβαλούσε ακριβώς· την κρατούσε κοντά του, σαν να φοβόταν
ότι αν την άφηνε, θα χαθεί πάλι μέσα στη σιωπή που τους είχε χωρίσει τόσα
χρόνια.
Η Ελένη είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο του.
Δεν μιλούσε.
Για πολλή ώρα περπατούσαν έτσι, μόνο με τον ήχο της
θάλασσας ανάμεσά τους.
Το αρχοντικό στεκόταν πιο πάνω, πάνω στο χαμηλό βράχο. Τα
παράθυρά του έλαμπαν από το φως του τζακιού.
«Κρυώνεις;» ρώτησε ο Ανδρέας χαμηλά.
Η Ελένη κούνησε ελαφρά το κεφάλι.
«Όχι…» είπε.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά πρόσθεσε:
«Έχω ξεχάσει πώς είναι να με κρατάς έτσι.»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε αμέσως.
Μόνο έσφιξε λίγο περισσότερο την κουβέρτα γύρω της.
«Κι εγώ είχα ξεχάσει πώς είναι να σε αγγίζω χωρίς φόβο.»
Η λέξη φόβος έμεινε στον αέρα.
Και οι δύο ήξεραν σε ποιον ανήκε.
Στον γιο τους.
Στον θάνατο.
Στη σιωπή που είχε ακολουθήσει.
Μπήκαν στο αρχοντικό χωρίς να μιλήσουν.
Η φωτιά στο τζάκι έκαιγε ήδη δυνατά. Ο χώρος μύριζε ξύλο
και κρασί.
Ο Ανδρέας έκλεισε την πόρτα και βοήθησε την Ελένη να
καθίσει μπροστά στη φωτιά. Η κουβέρτα γλίστρησε ελαφρά από τους ώμους της.
Για λίγο έμειναν απλώς να κοιτάζουν τις φλόγες.
Η Ελένη μίλησε πρώτη.
«Θυμάσαι…» είπε σιγά, «όταν κοιμόμασταν εδώ κάτω;»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε πικρά.
«Πριν αρχίσουμε να ζούμε σε διαφορετικούς ορόφους.»
Η φράση ήταν απλή.
Αλλά έκρυβε χρόνια.
Η Ελένη γύρισε προς το μέρος του.
Τα μάτια της ήταν υγρά.
«Δεν άντεχα να σε βλέπω», είπε.
«Το ξέρω.»
«Όχι… δεν ξέρεις.»
Η φωνή της έσπασε.
«Κάθε φορά που σε κοιτούσα… έβλεπα εκείνον.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Ο Ανδρέας έσκυψε μπροστά.
«Κι εγώ έβλεπα εσένα να χάνεσαι.»
Η Ελένη κατέβασε το βλέμμα.
«Στην ψυχοθεραπεία…» είπε τελικά, «η Άννα μού είπε κάτι που
με τρόμαξε.»
«Τι;»
«Ότι ο πόνος μας έγινε ανταγωνισμός.»
Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε.
Η Ελένη συνέχισε αργά.
«Ότι προσπαθούσαμε να αποδείξουμε ποιος πονά περισσότερο.»
Η φωτιά έτριξε δυνατά στο τζάκι.
«Και ξέρεις τι άλλο είπε;» συνέχισε.
«Ότι αν δεν μιλήσουμε… θα πεθάνει κι ο γάμος μας μαζί με το
παιδί μας.»
Τα λόγια έπεσαν βαριά.
Ο Ανδρέας σηκώθηκε και πλησίασε.
Κάθισε δίπλα της.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ακούμπησε απαλά το χέρι
της.
Η Ελένη δεν τραβήχτηκε.
Αντίθετα, γύρισε και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που είχε
μέσα του εξάντληση αλλά και κάτι άλλο.
Επιθυμία.
Όχι μόνο σωματική.
Ζωής.
«Ξέρεις τι της είπα τελευταία φορά;» ψιθύρισε.
«Ότι φοβάμαι να ξαναζήσω.»
Ο Ανδρέας έφερε το μέτωπό του στο δικό της.
«Κι εγώ φοβάμαι.»
Έμειναν έτσι για λίγο.
Ακίνητοι.
Μετά ο Ανδρέας φίλησε απαλά το πρόσωπό της.
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.
Το φιλί δεν είχε βιασύνη.
Ήταν σαν να ξαναμάθαιναν ο ένας τον άλλον.
Σαν να άγγιζαν μια μνήμη που είχε μείνει ζωντανή κάτω από
τα χρόνια της σιωπής.
Τα χέρια της πέρασαν γύρω από τον λαιμό του.
«Μου έλειψες», ψιθύρισε.
«Πάντα ήμουν εδώ.»
Η φωτιά στο τζάκι φώτιζε τα πρόσωπά τους.
Οι σκιές τους ενώθηκαν στον τοίχο.
Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν υπήρχε ανάμεσά τους
η ψυχρή απόσταση του πένθους.
Μόνο το σώμα.
Η ανάσα.
Η ανάγκη να επιστρέψουν ο ένας στον άλλον.
Αργότερα, όταν η φωτιά είχε χαμηλώσει και η νύχτα είχε
γίνει πιο βαθιά, η Ελένη ακουμπούσε στο στήθος του.
Ο Ανδρέας χάιδευε τα μαλλιά της αργά.
«Θα γυρίσεις στη δουλειά;» ρώτησε.
Η Ελένη χαμογέλασε αμυδρά.
«Δεν ξέρω αν θα με αφήσουν.»
«Επειδή σε έβαλαν σε αναστολή;»
«Επειδή… φοβήθηκαν.»
Σηκώθηκε λίγο.
«Λένε ότι δεν είμαι σταθερή πια.»
Ο Ανδρέας την κοίταξε.
«Κι εσύ τι λες;»
Η Ελένη γύρισε προς το γραφείο όπου ήταν οι σελίδες.
«Λέω ότι γράφω.»
Ο Ανδρέας ακολούθησε το βλέμμα της.
«Το μυθιστόρημα;»
Η Ελένη έγνεψε.
«Το χωριό στην Αρκαδία…»
«Και η δολοφονία της βιβλιοθηκονόμου.»
«Ναι.»
Χαμογέλασε αμυδρά.
«Ξέρεις τι είπε η ψυχοθεραπεύτρια;»
«Τι;»
«Ότι το βιβλίο είναι ο τρόπος μου να επιβιώσω.»
Ο Ανδρέας την αγκάλιασε.
«Και θα το τελειώσεις.»
Η Ελένη τον κοίταξε βαθιά.
«Όχι.»
«Γιατί;»
Ένα παράξενο φως πέρασε από τα μάτια της.
«Γιατί μέσα του… αρχίζω να συγχωρώ τον εαυτό μου.»
Ο Ανδρέας έσκυψε και τη φίλησε ξανά.
Η θάλασσα ακούστηκε δυνατά έξω.
Και μέσα στο παλιό αρχοντικό, δίπλα στη φωτιά, δύο άνθρωποι
που είχαν χαθεί μέσα στο ίδιο πένθος άρχισαν σιγά-σιγά να βρίσκουν ξανά τον
δρόμο.
Όχι πίσω.
Αλλά μπροστά.
Στο «μετά»..
Η εξομολόγηση
Η νεαρή δημοσιογράφος έμεινε για λίγο σιωπηλή. Το
βλέμμα της δεν έφυγε από την συγγραφέα, Ελένη Κομνηνού. Δεν ήταν το βλέμμα κάποιου που
απλώς περιμένει απάντηση. Ήταν το βλέμμα ανθρώπου που ξέρει ήδη την ερώτηση που φοβάσαι περισσότερο.
Το χιόνι έξω είχε δυναμώσει. Οι νιφάδες κολλούσαν
στο τζάμι και έλιωναν αργά, αφήνοντας πίσω τους μικρές ρυτίδες νερού.
«Γιατί το χιόνι;» επανέλαβε η κοπέλα ήσυχα.
«Γιατί όλες οι ιστορίες σας συμβαίνουν μέσα σε σιωπή
και παγωνιά;»
Η Ελένη Κομνηνού δεν απάντησε αμέσως.
Πήγε αργά προς το τραπέζι όπου ήταν απλωμένες οι
σελίδες του χειρογράφου. Τα δάχτυλά της άγγιξαν ένα από τα φύλλα, σαν να έλεγχε
αν ήταν αληθινό.
«Ξέρετε κάτι περίεργο;» είπε τελικά.
«Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι γράφουμε ιστορίες.»
Σήκωσε το βλέμμα της.
«Στην πραγματικότητα… τις κρύβουμε».
Η δημοσιογράφος δεν χαμογέλασε αυτή τη φορά.
«Κρύβετε κάτι, λοιπόν», είπε.
Η λέξη έπεσε βαριά στο δωμάτιο.
Η Ελένη Κομνηνού γύρισε προς το παράθυρο. Για λίγο
φάνηκε σαν να θέλει να αλλάξει θέμα, να μιλήσει για τον καιρό, για το βιβλίο,
για οτιδήποτε.
Αντί γι’ αυτό, είπε:
«Έχετε παιδιά;»
Η δημοσιογράφος ταράχτηκε από την ερώτηση.
«Όχι».
Η Ελένη έγνεψε.
«Τότε δεν μπορείτε να καταλάβετε.»
Σιωπή.
Το κύμα χτύπησε πάλι την ακτή.
Η δημοσιογράφος πλησίασε ένα βήμα.
«Προσπαθήστε με.»
Η Ελένη γύρισε αργά.
Στα μάτια της δεν υπήρχε πια η ψυχρή απόσταση της
συγγραφέως που δίνει συνέντευξη. Υπήρχε κάτι άλλο.
Κάτι κουρασμένο.
Κάτι σπασμένο.
«Είχα έναν γιο», είπε.
Η φράση ήταν απλή.
Αλλά ο τρόπος που ειπώθηκε έκανε τον αέρα στο δωμάτιο
να βαραίνει.
Η δημοσιογράφος δεν μίλησε.
«Δώδεκα χρονών», συνέχισε.
«Τον έλεγαν Νικόλα.»
Το όνομα έμεινε να αιωρείται.
«Τον λάτρευα», είπε.
Για πρώτη φορά, η φωνή της έτρεμε.
«Ήταν περίεργο παιδί. Διάβαζε συνέχεια. Έφτιαχνε
ιστορίες. Μου έλεγε πως τα βιβλία έχουν μνήμη. Πως οι άνθρωποι αφήνουν μέσα
τους κομμάτια από τον εαυτό τους.»
Ένα μικρό, πικρό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.
«Ήταν πιο έξυπνος από μένα.»
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Τι συνέβη;»
Η Ελένη άργησε να απαντήσει.
Όταν μίλησε, η φωνή της είχε γίνει σχεδόν επίπεδη.
«Τον βρήκαν στο χιόνι.»
Η κοπέλα ένιωσε ένα ρίγος.
«Τι εννοείτε;»
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της.
«Είχαν πάει εκδρομή με το σχολείο. Στο βουνό. Ήταν
χειμώνας. Ένας από εκείνους τους χειμώνες που όλα γίνονται λευκά και οι άνθρωποι
πιστεύουν ότι το κακό δεν φαίνεται.»
Πήρε βαθιά ανάσα.
«Τον βρήκαν μετά από δύο μέρες.»
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Ατύχημα;»
Η Ελένη γέλασε.
Όχι δυνατά.
Ένα μικρό, κοφτό γέλιο.
«Έτσι είπαν.»
Σιωπή.
Η δημοσιογράφος ένιωσε την καρδιά της να επιταχύνει.
«Δεν ήταν;»
Η Ελένη γύρισε προς αυτήν.
Τα μάτια της ήταν υγρά.
«Ήταν.»
Παύση.
«Αλλά όχι όπως νομίζουν.»
Η κοπέλα ένιωσε κάτι να σφίγγει στο στήθος της.
«Τι συνέβη;»
Η Ελένη άπλωσε το χέρι της και πήρε μία από τις
σελίδες του χειρογράφου.
«Αυτό.»
Της την έδειξε.
«Όλο αυτό.»
Η δημοσιογράφος συνοφρυώθηκε.
«Το μυθιστόρημα;»
Η Ελένη έγνεψε.
«Όλα ξεκίνησαν τότε.»
Σιωπή.
«Μετά τον θάνατό του… άρχισα να βλέπω πράγματα.»
Η κοπέλα ανασηκώθηκε ελαφρά.
«Τι είδους πράγματα;»
Η Ελένη χαμογέλασε θλιμμένα.
«Τον Νικόλα.»
Η δημοσιογράφος πάγωσε.
«Τι εννοείτε;»
«Τον έβλεπα στα όνειρά μου», είπε η Ελένη.
«Και μετά… όταν ξυπνούσα.»
Η φωνή της έπεσε χαμηλότερα.
«Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν πένθος. Ξέρετε… ο
εγκέφαλος που αρνείται την απώλεια.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Αλλά μετά… άρχισε να μου μιλά.»
Το πρόσωπο της δημοσιογράφου χλόμιασε.
«Τι σας έλεγε;»
Η Ελένη την κοίταξε βαθιά.
«Να γράψω.»
Σιωπή.
«Να γράψω τις ιστορίες.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό της.
«Γιατί;»
Η Ελένη απάντησε σχεδόν ψιθυριστά:
«Γιατί έτσι… δεν θα ξεχαστεί.»
Το χιόνι έξω είχε αρχίσει να πέφτει πιο δυνατά.
Η δημοσιογράφος έσκυψε λίγο μπροστά.
«Και τι σχέση έχει αυτό με… την ψυχική σας
κατάρρευση;»
Η Ελένη την κοίταξε.
Για πρώτη φορά, στο βλέμμα της υπήρχε κάτι σαν
φόβος.
«Γιατί», είπε, «μετά από λίγο… κατάλαβα κάτι.»
Σιωπή.
«Ότι δεν ήταν μόνο στη φαντασία μου.»
Η δημοσιογράφος πάγωσε.
«Τι εννοείτε;»
Η Ελένη έσκυψε προς το μέρος της.
Η φωνή της ήταν σχεδόν αόρατη.
«Κάθε φορά που γράφω…»
παύση
«κάποιος θυμάται.»
Το δωμάτιο βυθίστηκε στη σιωπή.
Η δημοσιογράφος ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Κάποιος… ποιος;»
Η Ελένη χαμογέλασε αργά.
«Αυτό», είπε, δείχνοντας το χειρόγραφο,
«είναι η ιστορία ενός παιδιού που πέθανε στο χιόνι.»
Σήκωσε το βλέμμα της.
«Αλλά δεν είναι μυθιστόρημα.»
Παύση.
«Είναι… η μνήμη του.»
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Του γιου σας;»
Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως.
Κοίταξε το χιόνι που σκέπαζε την ακτή.
Και τότε είπε την πιο βαριά φράση μέχρι εκείνη τη
στιγμή.
«Ο γιος μου δεν πέθανε μόνος.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
«Τι εννοείτε;»
Η Ελένη την κοίταξε.
«Σημαίνει», είπε αργά,
«ότι εκείνη τη μέρα στο βουνό…»
παύση
«ήμουν κι εγώ εκεί.»
Η φράση έμεινε στον αέρα σαν κάτι που δεν έπρεπε να
ειπωθεί.
Η δημοσιογράφος ένιωσε το σώμα της να σκληραίνει.
«Ήσασταν… εκεί;» ψιθύρισε.
Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως. Πήγε στο τραπέζι, πήρε
μια από τις σελίδες του χειρογράφου και την κράτησε μπροστά στο φως του
παραθύρου. Το χαρτί φάνηκε σχεδόν διάφανο.
«Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η μνήμη είναι σαν
φωτογραφία», είπε ήσυχα.
«Δεν είναι.»
Γύρισε προς τη δημοσιογράφο.
«Είναι σαν χιόνι.»
Η κοπέλα δεν μίλησε.
«Σκεπάζει τα πάντα», συνέχισε η Ελένη. «Αλλά από
κάτω… τίποτα δεν έχει χαθεί.»
Έξω, το κύμα έσπασε δυνατά.
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της.
Και τότε άρχισε να μιλά.
«Εκείνη τη μέρα… δεν ήταν σχολική εκδρομή.»
Η δημοσιογράφος συνοφρυώθηκε.
«Τι εννοείτε;»
«Ο Νικόλας δεν είχε πάει με το σχολείο.»
Παύση.
«Είχε πάει μαζί μου.»
Η κοπέλα ένιωσε μια απότομη σύσπαση στο στομάχι.
«Γιατί;»
Η Ελένη χαμογέλασε πικρά.
«Γιατί ήμουν εγωίστρια.»
Σιωπή.
«Εκείνη την περίοδο… δούλευα σε μια υπόθεση. Μια
παλιά εξαφάνιση. Ένα παιδί που είχε χαθεί σε εκείνο το βουνό δεκαετίες πριν.»
Η δημοσιογράφος έσκυψε μπροστά.
«Και πήρατε μαζί σας τον γιο σας;»
Η Ελένη έγνεψε.
«Δεν είχα πού να τον αφήσω. Και…»
Τα μάτια της σκοτείνιασαν.
«Ήθελε να έρθει.»
Ένα ρεύμα αέρα πέρασε από το παράθυρο.
«Ο Νικόλας αγαπούσε τα μυστήρια. Έλεγε πως τα βουνά
κρατούν ιστορίες. Πως αν ακούσεις προσεκτικά… μπορείς να τις ακούσεις.»
Η φωνή της ράγισε.
«Ήταν παιδί.»
Σιωπή.
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Τι συνέβη εκεί;»
Η Ελένη πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Χιονοθύελλα.»
Η λέξη έπεσε βαριά.
«Ξεκίνησε ξαφνικά. Ο καιρός άλλαξε μέσα σε λίγα
λεπτά.»
Το βλέμμα της είχε χαθεί κάπου μακριά.
«Το μονοπάτι εξαφανίστηκε. Δεν βλέπαμε τίποτα. Μόνο
λευκό.»
Η δημοσιογράφος ένιωθε την εικόνα να σχηματίζεται
μπροστά της.
«Και τότε…»
Η Ελένη σταμάτησε.
«Τότε τον άφησα μόνο.»
Η κοπέλα ανασηκώθηκε.
«Τι;»
Η φωνή της έσπασε.
Η Ελένη δεν την κοίταξε.
«Για πέντε λεπτά», είπε.
«Ίσως δέκα.»
Η σιωπή έγινε σχεδόν ανυπόφορη.
«Είδα κάτι στο χιόνι», συνέχισε.
«Τι;»
«Ένα σημάδι.»
Παύση.
«Ένα παλιό αντικείμενο. Από την υπόθεση που
ερευνούσα.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Και πήγατε να το δείτε;»
Η Ελένη έγνεψε.
«Ο Νικόλας έμεινε πίσω.»
Σιωπή.
Το κύμα χτύπησε ξανά την ακτή.
«Όταν γύρισα…»
Η φωνή της έσπασε για πρώτη φορά πραγματικά.
«Δεν ήταν εκεί.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.
«Τον ψάξατε;»
Η Ελένη γέλασε χαμηλά.
«Για ώρες.»
Παύση.
«Για μέρες.»
Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Όταν τον βρήκαν…»
Δεν ολοκλήρωσε τη φράση.
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Ήταν ήδη…»
Η Ελένη έγνεψε.
Η σιωπή στο δωμάτιο έγινε βαριά.
Η δημοσιογράφος ένιωσε ότι είχε περάσει κάποιο όριο.
«Δεν ήταν δικό σας λάθος», είπε προσεκτικά.
Η Ελένη γύρισε προς αυτήν.
Το βλέμμα της ήταν σχεδόν άγριο.
«Ήταν.»
Η κοπέλα πάγωσε.
«Τον άφησα», συνέχισε η Ελένη.
«Για μια ιστορία.»
Η φωνή της είχε γίνει κοφτή.
«Για ένα στοιχείο. Για μια υπόθεση.»
Παύση.
«Για τη δουλειά μου.»
Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της.
«Ξέρετε τι σκέφτεται μια μητέρα όταν συμβεί κάτι
τέτοιο;»
Η δημοσιογράφος δεν απάντησε.
«Ότι αν είχε γυρίσει πίσω… πέντε λεπτά νωρίτερα…»
Η φωνή της έσπασε.
«το παιδί της θα ζούσε.»
Σιωπή.
«Αυτή η σκέψη… δεν σε αφήνει ποτέ.»
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Και μετά αρχίσατε να γράφετε.»
Η Ελένη Κομνηνού έγνεψε αργά.
«Στην αρχή ήταν απλώς τρόπος να μην τρελαθώ.»
Ένα μικρό, πικρό χαμόγελο.
«Δεν δούλεψε.»
Η κοπέλα την κοιτούσε σιωπηλή.
«Ξέρετε τι συνέβη μετά;»
«Τι;»
Η Ελένη πήρε το χειρόγραφο.
«Άρχισαν να εμφανίζονται πράγματα που δεν θυμόμουν
να έχω γράψει.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε έναν ηλεκτρισμό στη
ραχοκοκαλιά της.
«Τι είδους πράγματα;»
Η Ελένη γύρισε μια σελίδα.
«Λεπτομέρειες.»
Παύση.
«Για εκείνη τη μέρα.»
Η κοπέλα συνοφρυώθηκε.
«Που είχα ξεχάσει.»
Σιωπή.
«Ή που δεν είχα δει.»
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Τι εννοείτε;»
Η Ελένη την κοίταξε βαθιά.
«Ότι ο Νικόλας…»
παύση
«δεν χάθηκε μόνος.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Υπονοείτε ότι…»
Δεν ολοκλήρωσε.
Η Ελένη ακούμπησε το χειρόγραφο στο τραπέζι.
«Διαβάστε αυτή τη σελίδα.»
Η κοπέλα πλησίασε.
Διάβασε σιωπηλά.
Η φράση στο χαρτί έγραφε:
«Το παιδί δεν ήταν μόνο στο χιόνι. Κάποιος το
παρακολουθούσε από το δάσος.»
Η δημοσιογράφος πάγωσε.
«Αυτό… είναι από το βιβλίο σας.»
Η Ελένη έγνεψε.
«Το έγραψα πριν τρεις εβδομάδες.»
Σιωπή.
Η κοπέλα σήκωσε το βλέμμα.
«Και;»
Η Ελένη μίλησε χαμηλά.
«Πριν δύο μέρες…»
παύση
«η αστυνομία βρήκε μια παλιά κατάθεση.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
«Ποια κατάθεση;»
Η Ελένη την κοίταξε.
«Κάποιος είχε δει έναν άντρα στο βουνό εκείνη τη
μέρα.»
Σιωπή.
Η δημοσιογράφος κοίταξε πάλι τη σελίδα.
«Αυτό… δεν το ξέρατε όταν γράψατε τη σκηνή.»
«Όχι.»
Η κοπέλα ένιωσε μια παράξενη ψύχρα στο δωμάτιο.
«Πώς το γράψατε τότε;»
Η Ελένη δεν απάντησε.
Η δημοσιογράφος γύρισε τις σελίδες πιο γρήγορα.
Και τότε το είδε.
Μια φράση στο τέλος του κεφαλαίου.
Η καρδιά της σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.
Διάβασε δυνατά:
«Η αλήθεια θα βρεθεί όταν το παιδί θυμηθεί.»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Ποιο παιδί;»
Η Ελένη την κοιτούσε ακίνητη.
Τα μάτια της ήταν υγρά.
Και τότε είπε την πιο ανατριχιαστική φράση μέχρι
τώρα.
«Ο Νικόλας.»
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Αλλά… ο γιος σας είναι νεκρός.»
Η Ελένη χαμογέλασε αργά.
Όχι χαρούμενα.
Σαν άνθρωπος που έχει περάσει πολύ καιρό μόνος με
μια σκέψη.
Και είπε:
«Αυτό λένε.»
Η σιωπή κράτησε περισσότερο απ’ όσο ήταν
φυσιολογικό.
Η δημοσιογράφος έκλεισε αργά το χειρόγραφο. Τα
δάχτυλά της είχαν παγώσει, σαν να είχε αγγίξει κάτι ζωντανό.
«Αυτό…» είπε τελικά, «είναι απλώς σύμπτωση.»
Η Ελένη δεν απάντησε.
Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο κοιτάζοντας τη
θάλασσα, αλλά το βλέμμα της δεν έβλεπε πραγματικά το τοπίο.
Η δημοσιογράφος ένιωσε μια ανάγκη να κινηθεί, να
απομακρυνθεί από την ένταση του δωματίου. Περπάτησε προς το βάθος του
αρχοντικού.
Το σπίτι έτριζε ελαφρά.
Παλιά ξύλα. Υγρασία. Ή ίσως κάτι άλλο.
Ένα μακρύ διάδρομο οδηγούσε σε μικρότερα δωμάτια. Τα
περισσότερα ήταν άδεια ή γεμάτα παλιά έπιπλα σκεπασμένα με λευκά σεντόνια.
Το τελευταίο δωμάτιο είχε την πόρτα μισάνοιχτη.
Η δημοσιογράφος δίστασε.
«Μπορώ…;» φώναξε προς το σαλόνι.
Η φωνή της Ελένης ήρθε αδιάφορη.
«Προχωρήστε.»
Η κοπέλα άνοιξε την πόρτα.
Το δωμάτιο ήταν μικρό.
Παιδικό.
Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά.
Στο πάτωμα υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τρενάκι. Στο
ράφι, βιβλία παιδικά, προσεκτικά τακτοποιημένα. Στον τοίχο, μια φωτογραφία.
Ένα αγόρι γύρω στα δώδεκα.
Σκούρα μαλλιά. Σοβαρό βλέμμα.
Ο Νικόλας.
Η δημοσιογράφος πλησίασε.
Κάτι στο δωμάτιο της φάνηκε παράξενο.
Δεν έμοιαζε εγκαταλελειμμένο.
Έμοιαζε… διατηρημένο.
Σαν να χρησιμοποιούνταν ακόμη.
Στο γραφείο του παιδιού υπήρχε ένα τετράδιο.
Η κοπέλα το άνοιξε.
Οι πρώτες σελίδες είχαν παιδικές ζωγραφιές. Βουνά,
δέντρα, χιόνι.
Μετά εμφανίστηκαν λέξεις.
Μικρές σημειώσεις.
Και τότε το είδε.
Η τελευταία καταγραφή.
Η δημοσιογράφος ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Η ημερομηνία ήταν ξεκάθαρη.
Τρεις μέρες πριν.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά.
Διάβασε τη φράση.
«Η μαμά γράφει ξανά για το βουνό. Αν συνεχίσει,
θα θυμηθεί.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
Αυτό ήταν αδύνατο.
Το παιδί είχε πεθάνει πριν χρόνια.
Γύρισε τη σελίδα.
Υπήρχε άλλη μια φράση.
«Δεν πρέπει να μάθει ποιος ήταν πίσω από τα
δέντρα.»
Η κοπέλα άφησε απότομα το τετράδιο.
Κάτι στο δωμάτιο είχε αλλάξει.
Ο αέρας είχε γίνει πιο κρύος.
Και τότε το κατάλαβε.
Η σκόνη πάνω στο γραφείο δεν ήταν παλιά.
Ήταν πρόσφατα μετακινημένη.
Σαν κάποιος να είχε καθίσει εκεί.
Πρόσφατα.
Η δημοσιογράφος γύρισε αργά προς την πόρτα.
Η Ελένη στεκόταν εκεί.
Ακίνητη.
Και την κοιτούσε.
«Δεν έπρεπε
να μπείτε εδώ.»
Η φωνή της Ελένης ήταν ήρεμη.
Αλλά κάτι μέσα της είχε σκληρύνει.
Η δημοσιογράφος έδειξε το τετράδιο.
«Αυτό… γράφτηκε πριν τρεις μέρες.»
Η Ελένη δεν απάντησε.
«Πώς είναι δυνατόν;»
Η σιωπή κράτησε.
Η κοπέλα ένιωσε τον φόβο να ανεβαίνει μέσα της.
«Το παιδί σας είναι νεκρό», είπε τελικά.
Η Ελένη χαμογέλασε.
Όχι χαρούμενα.
Σαν να είχε ακούσει αυτή τη φράση πολλές φορές.
«Έτσι λένε.»
Η δημοσιογράφος ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει.
«Μιλάτε σοβαρά;»
Η Ελένη πλησίασε αργά το γραφείο του παιδιού.
Άγγιξε το τετράδιο.
«Ξέρετε ποιο είναι το πιο παράξενο πράγμα με τη
μνήμη;» είπε.
Η κοπέλα δεν απάντησε.
«Δεν ανήκει μόνο στους ζωντανούς.»
Σιωπή.
Η δημοσιογράφος έσφιξε το τετράδιο στα χέρια της.
«Αυτό σημαίνει ότι κάποιος γράφει εδώ.»
Η Ελένη την κοίταξε.
«Ναι.»
Η κοπέλα ένιωσε την καρδιά της να επιταχύνει.
«Ποιος;»
Η Ελένη δεν απάντησε.
Αντί γι’ αυτό, πήρε το χειρόγραφο του μυθιστορήματος
από το τραπέζι.
Το άνοιξε σε μια σελίδα.
«Διαβάστε αυτό.»
Η δημοσιογράφος πλησίασε.
Διάβασε:
«Ο άντρας πίσω από τα δέντρα δεν φοβόταν το
παιδί. Φοβόταν τη μητέρα.»
Η κοπέλα σήκωσε το βλέμμα.
«Αυτό είναι μέρος της ιστορίας.»
Η Ελένη έγνεψε.
«Το έγραψα πριν δύο εβδομάδες.»
Σιωπή.
Η δημοσιογράφος ένιωσε μια ξαφνική κατανόηση.
Ένα κομμάτι του παζλ που μετακινήθηκε.
«Περιμένετε…»
Η φωνή της έγινε πιο χαμηλή.
«Αν αυτό δεν είναι φαντασία…»
Η Ελένη την κοίταξε.
«Τότε τι είναι;»
Η δημοσιογράφος ένιωσε ένα ρίγος να ανεβαίνει στη
ραχοκοκαλιά της.
«Τότε…»
παύση
«το βιβλίο σας…»
παύση
«γράφει τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη μέρα.»
Η Ελένη Κομνηνού δεν απάντησε.
Η κοπέλα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.
«Και αν συνεχίσετε να γράφετε…»
ψιθύρισε
«θα αποκαλυφθεί ο άνθρωπος που ήταν στο δάσος.»
Η Ελένη Κομνηνού έκλεισε αργά το χειρόγραφο.
Στο πρόσωπό της εμφανίστηκε κάτι που έμοιαζε με
τρόμο.
Για πρώτη φορά.
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι.»
Η δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Γιατί;»
Η Ελένη την κοίταξε βαθιά.
Και είπε τη φράση που άλλαξε τα πάντα.
«Γιατί…»
παύση
«αν το βιβλίο πει όλη την αλήθεια…»
το βλέμμα της σκοτείνιασε
«ίσως αποκαλύψει ότι ο δολοφόνος…»
παύση
«δεν ήταν ποτέ στο δάσος.»
Η δημοσιογράφος πάγωσε.
«Τότε… πού ήταν;»
Η Ελένη χαμογέλασε αργά.
Ένα χαμόγελο κουρασμένο.
Σχεδόν απελπισμένο.
Και είπε:
«Μέσα στο σπίτι.»
Η φράση
έμεινε να αιωρείται.
«Μέσα στο
σπίτι.»
Η
δημοσιογράφος ένιωσε το αίμα να αποσύρεται από το πρόσωπό της.
«Τι σημαίνει
αυτό;»
Η Ελένη δεν
απάντησε αμέσως.
Το χιόνι έξω
είχε πυκνώσει. Οι νιφάδες χτυπούσαν το τζάμι σαν μικρά, επίμονα δάχτυλα.
Η
δημοσιογράφος έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Μιλήστε
καθαρά.»
Η Ελένη την
κοίταξε.
Στα μάτια
της υπήρχε κάτι επικίνδυνο τώρα. Όχι τρέλα — κάτι πιο σύνθετο. Σαν άνθρωπος που
είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου η
αλήθεια δεν μπορεί πια να κρυφτεί.
«Ξέρετε ποιο
είναι το χειρότερο πράγμα σε μια έρευνα;» είπε ήρεμα.
Η
δημοσιογράφος δεν απάντησε.
«Όταν ο
εγκληματολόγος αρχίζει να υποψιάζεται…»
παύση
«τον εαυτό
του.»
Η κοπέλα
ένιωσε την καρδιά της να επιταχύνει.
«Υπονοείτε ότι…»
Η Ελένη την
διέκοψε.
«Υπονοώ ότι
η μνήμη είναι ύπουλη.»
Σιωπή.
«Κρύβει
πράγματα για να προστατεύσει τον άνθρωπο.»
Η
δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Και το
βιβλίο σας;»
Η Ελένη
γύρισε το χειρόγραφο προς το μέρος της.
«Το βιβλίο
δεν προστατεύει κανέναν.»
Η κοπέλα
ένιωσε ένα ρίγος.
«Τι θέλετε
να πείτε;»
Η Ελένη
άνοιξε μια σελίδα.
«Διαβάστε.»
Η
δημοσιογράφος έσκυψε.
Η φράση στο
χαρτί έγραφε:
«Το παιδί
δεν χάθηκε επειδή το άφησαν μόνο. Το παιδί έφυγε επειδή φοβήθηκε.»
Η κοπέλα
σήκωσε το βλέμμα.
«Ναι… και;»
Η Ελένη
συνέχισε:
«Διαβάστε
την επόμενη.»
Η
δημοσιογράφος ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Διάβασε:
«Φοβήθηκε τη
φωνή της μητέρας.»
Η κοπέλα
πάγωσε.
«Αυτό… είναι
απλώς δραματουργία.»
Η Ελένη
χαμογέλασε αργά.
«Θα ήθελα
πολύ να είναι.»
Σιωπή.
Η
δημοσιογράφος ένιωσε τον φόβο να ανεβαίνει.
«Τι θυμάστε
πραγματικά από εκείνη τη μέρα, Κυρία Κομνηνού;»
Η Ελένη δεν
μίλησε.
Η κοπέλα
πίεσε περισσότερο.
«Μαλώσατε
μαζί του;»
Σιωπή.
«Του
φωνάξατε;»
Η Ελένη
έκλεισε τα μάτια.
Η
δημοσιογράφος κατάλαβε.
«Του
φωνάξατε…»
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Τον
έδιωξα.»
Η φράση
έσπασε στον αέρα.
«Τι;»
Η φωνή της
δημοσιογράφου ανέβηκε.
«Του είπα να
φύγει.»
Τα μάτια της
Ελένης είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Μαλώναμε.
Δεν θυμάμαι καν γιατί.»
Η φωνή της
έτρεμε.
«Κάποια
στιγμή… του είπα να φύγει από μπροστά μου.»
Η
δημοσιογράφος ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.
«Και έφυγε;»
Η Ελένη
έγνεψε.
«Μέσα στο
χιόνι.»
Σιωπή.
Η κοπέλα
ψιθύρισε:
«Και δεν τον
ακολουθήσατε;»
Η Ελένη
γέλασε πικρά.
«Πίστευα ότι
θα γυρίσει.»
Παύση.
«Τα παιδιά
πάντα γυρίζουν.»
Η
δημοσιογράφος ένιωσε την αλήθεια να πλησιάζει.
«Αλλά δεν
γύρισε.»
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Όχι.»
Η κοπέλα
πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Αυτό
σημαίνει ότι δεν τον σκοτώσατε.»
Η Ελένη την
κοίταξε.
«Όχι.»
Σιωπή.
Η
δημοσιογράφος συνοφρυώθηκε.
«Τότε γιατί
λέτε ότι ο δολοφόνος ήταν μέσα στο σπίτι;»
Η Ελένη δεν
απάντησε.
Αντί γι’
αυτό γύρισε το χειρόγραφο σε μια τελευταία σελίδα.
Η
δημοσιογράφος διάβασε.
«Το παιδί
δεν πέθανε στο βουνό.»
Η καρδιά της
σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.
«Τι σημαίνει
αυτό;»
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Σημαίνει
ότι τον βρήκαν στο βουνό…»
παύση
«αλλά δεν
πέθανε εκεί.»
Η
δημοσιογράφος ένιωσε το μυαλό της να γυρίζει.
«Τότε πού;»
Η Ελένη την
κοίταξε βαθιά.
Και τότε
είπε την πιο τρομακτική φράση μέχρι τώρα.
«Αυτό
προσπαθεί να θυμηθεί το βιβλίο.»
Η κοπέλα
ένιωσε το στομάχι της να παγώνει.
«Το βιβλίο…
θυμάται;»
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Κάποιος
γράφει μαζί μου.»
Η
δημοσιογράφος ένιωσε έναν ηλεκτρισμό στη ραχοκοκαλιά.
«Ποιος;»
Η Ελένη δεν
απάντησε.
Αντί γι’
αυτό γύρισε προς το παιδικό δωμάτιο.
Η πόρτα ήταν
μισάνοιχτη.
Ο αέρας είχε
αλλάξει.
Η
δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Κάποιος…
είναι εκεί μέσα;»
Η Ελένη δεν
μίλησε.
Απλώς είπε:
«Αν το
βιβλίο τελειώσει…»
παύση
«θα μάθουμε
την αλήθεια.»
Η
δημοσιογράφος ρώτησε:
«Και τι
φοβάστε;»
Η Ελένη την
κοίταξε.
Τα μάτια της
ήταν γεμάτα τρόμο.
«Ότι όταν τελειώσει…»
παύση
«ο Νικόλας
θα θυμηθεί ποιος τον σκότωσε.»
Η
δημοσιογράφος ψιθύρισε:
«Αλλά… ο
Νικόλας είναι νεκρός.»
Η Ελένη
χαμογέλασε αργά.
Και είπε:
«Είσαστε
σίγουρη;»
Και εκείνη
τη στιγμή, από το παιδικό δωμάτιο, ακούστηκε ο ήχος μιας σελίδας που γυρίζει…
Ο άντρας που έμεινε
Η πόρτα έκλεισε πίσω από τη δημοσιογράφο με έναν
βαρύ, ξύλινο ήχο.
Η νεαρή κοπέλα κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του
αρχοντικού σχεδόν βιαστικά. Το χιόνι είχε αρχίσει να στρώνει στον δρόμο, και το
φως της δύσης έκανε τον ουρανό να μοιάζει μεταλλικός. Στάθηκε για μια στιγμή
δίπλα στο αυτοκίνητό της.
Κοίταξε πίσω.
Το σπίτι στεκόταν ακίνητο πάνω από τη θάλασσα,
σκοτεινό, με τα παράθυρα σαν μάτια που δεν έκλειναν ποτέ.
Ένα ρίγος πέρασε από τη ραχοκοκαλιά της.
Δεν ήταν βέβαιη πια αν είχε πάρει συνέντευξη…
ή αν είχε γίνει μέρος μιας ιστορίας που δεν είχε τελειώσει.
Μπήκε στο αυτοκίνητο.
Η μηχανή άναψε.
Και έφυγε.
Μέσα στο σπίτι, η σιωπή έπεσε αργά.
Η Ελένη Κομνηνού στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα στο
χολ, ακίνητη. Το χέρι της ακουμπούσε ακόμη στο πόμολο της πόρτας.
Τότε άκουσε το τρίξιμο από τον διάδρομο.
Βήματα.
Αργά.
Σταθερά.
Γύρισε.
Ο Ανδρέας στεκόταν στο άνοιγμα του σαλονιού.
Δεν είχε μιλήσει καθόλου όσο ήταν εκεί η
δημοσιογράφος. Είχε μείνει στο βάθος του σπιτιού, σαν σκιά που δεν ήθελε να
διαταράξει την ισορροπία.
Τώρα όμως την κοιτούσε διαφορετικά.
Όχι σαν άντρας που αγαπά.
Σαν άνθρωπος που ζητά απάντηση.
Το πρόσωπό του ήταν κουρασμένο, αλλά τα μάτια του
είχαν μια καθαρότητα σχεδόν σκληρή.
«Έφυγε;» ρώτησε.
Η Ελένη έγνεψε.
«Ναι.»
Μικρή παύση.
Ο Ανδρέας πλησίασε λίγα βήματα.
«Τι της είπες;»
Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως.
«Όσα ήξερα.»
Ο Ανδρέας γέλασε χαμηλά.
Όχι ειρωνικά.
Κουρασμένα.
«Όσα ξέρεις…»
Στάθηκε μπροστά της.
«Ή όσα θυμάσαι;»
Η φράση έπεσε βαριά.
Η Ελένη απέφυγε το βλέμμα του.
«Δεν αλλάζει τίποτα πια, Ανδρέα.»
Ο άντρας την κοίταξε για λίγο σιωπηλός.
Ύστερα είπε:
«Αλλάζει τα πάντα.»
Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να βαραίνει.
Ο Ανδρέας πέρασε το χέρι του από τα μαλλιά του.
«Ξέρεις τι μου είπε πριν φύγει;»
Η Ελένη τον κοίταξε.
«Μου είπε πως το βιβλίο σου…»
παύση
«δεν είναι μυθιστόρημα.»
Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
«Και τι είναι;»
Ο Ανδρέας απάντησε:
«Κατάθεση.»
Σιωπή.
Η θάλασσα ακούστηκε πιο δυνατά.
Ο άντρας πλησίασε κι άλλο.
Η φωνή του τώρα ήταν πιο χαμηλή.
«Ελένη…»
παύση
«πρέπει να μου πεις την αλήθεια.»
Η γυναίκα έσφιξε τα χέρια της.
«Σου την έχω πει.»
Ο Ανδρέας τίναξε το κεφάλι.
«Όχι.»
Σιωπή.
«Μου είπες την εκδοχή που αντέχεις.»
Η Ελένη ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν υγρασία.
«Δεν μπορώ να το ξαναζήσω.»
Ο Ανδρέας πλησίασε τόσο που σχεδόν άγγιζε το πρόσωπό
της.
«Κι εγώ;»
Η φωνή του έσπασε.
«Ξέρεις πώς είναι να ζεις πέντε χρόνια με μισή
αλήθεια;»
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»
Ο Ανδρέας γέλασε πικρά.
«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην με έχει ήδη
πληγώσει.»
Παύση.
Τα μάτια του σκοτείνιασαν.
«Χάσαμε τον γιο μας.»
Η λέξη ΄΄γιο ΄΄ έσπασε στον αέρα.
Η Ελένη λύγισε ελαφρά.
Ο Ανδρέας συνέχισε:
«Χάσαμε τον γάμο μας.»
Σιωπή.
«Και τώρα…»
παύση
«προσπαθούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή.»
Ένα μικρό, κουρασμένο χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό
του.
«Αλλά δεν γίνεται.»
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Γιατί;»
Ο Ανδρέας την κοίταξε βαθιά.
«Γιατί δεν ξέρω τι συνέβη εκείνη τη μέρα.»
Σιωπή.
«Και δεν μπορώ να ζήσω με αυτό άλλο.»
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.
Ο Ανδρέας άπλωσε τα χέρια του και τα ακούμπησε στους
ώμους της.
Όχι επιθετικά.
Σαν άνθρωπος που ικετεύει.
«Πες μου.»
Η φωνή του έσπασε.
«Όλη την αλήθεια.»
Η Ελένη άνοιξε τα μάτια.
«Δεν θα με συγχωρήσεις.»
Ο Ανδρέας ψιθύρισε:
«Δεν ζητάω να σε συγχωρήσω.»
Παύση.
«Ζητάω να ξέρω.»
Η γυναίκα ένιωσε κάτι μέσα της να καταρρέει.
Η φωνή της έγινε σχεδόν παιδική.
«Αν σου πω…»
παύση
«θα καταστραφούμε.»
Ο Ανδρέας απάντησε:
«Ίσως.»
Σιωπή.
«Αλλά θα είναι η αλήθεια.»
Η Ελένη πήρε μια βαθιά ανάσα.
Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Εκείνη τη μέρα…»
Η φωνή της έτρεμε.
«Δεν ήμασταν μόνοι.»
Ο Ανδρέας πάγωσε.
«Ποιος ήταν μαζί σας;»
Η Ελένη τον κοίταξε.
Η φωνή της έγινε ψίθυρος.
«Ένας άντρας.»
Σιωπή.
«Τον είδα ανάμεσα στα δέντρα.»
Ο Ανδρέας ένιωσε το αίμα να παγώνει.
«Και;»
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Δεν του έδωσα σημασία.»
Παύση.
«Νόμιζα ότι ήταν πεζοπόρος.»
Η φωνή της έσπασε.
«Αλλά ο Νικόλας…»
δάκρυα κύλησαν
«τον φοβήθηκε.»
Ο Ανδρέας ψιθύρισε:
«Και μετά;»
Η Ελένη λύγισε.
«Μετά…»
παύση
«τσακωθήκαμε.»
Η φωνή της σχεδόν δεν ακουγόταν.
«Ο Νικόλας ήθελε να φύγουμε.»
Σιωπή.
«Εγώ δεν ήθελα.»
Η αναπνοή της έγινε βαριά.
«Του φώναξα.»
Ο Ανδρέας ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.
«Και τότε…»
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Έτρεξε.»
Σιωπή.
«Προς το δάσος.»
Ο Ανδρέας ρώτησε σχεδόν χωρίς φωνή:
«Και ο άντρας;»
Η Ελένη τον κοίταξε.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα τρόμο.
«Τον ακολούθησε.»
Η φράση έπεσε σαν πέτρα.
Ο Ανδρέας ένιωσε το σώμα του να παγώνει.
«Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;»
Η Ελένη κατέρρευσε σχεδόν.
«Γιατί…»
παύση
«όταν γύρισα να τον ψάξω…»
δάκρυα
«ο άντρας είχε εξαφανιστεί.»
Σιωπή.
Η φωνή της έγινε ψίθυρος.
«Και φοβήθηκα.»
Ο Ανδρέας ψιθύρισε:
«Τι φοβήθηκες;»
Η Ελένη τον κοίταξε.
Η φωνή της σχεδόν δεν ακουγόταν.
«Ότι αν έλεγα την αλήθεια…»
παύση
«θα έπρεπε να παραδεχτώ πως τον άφησα μόνο.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν απόλυτη.
Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια.
Όταν τα άνοιξε, κάτι είχε αλλάξει στο βλέμμα του.
Όχι θυμός.
Κάτι πιο βαθύ.
Κατανόηση.
Αλλά και τρόμος.
«Ελένη…»
ψιθύρισε
«αν υπήρχε ένας άντρας στο δάσος…»
παύση
«τότε κάποιος πήρε τον γιο μας.»
Η γυναίκα τον κοίταξε.
Τα μάτια της ήταν κόκκινα.
«Αυτό προσπαθεί να μου πει το βιβλίο.»
Σιωπή.
Ο Ανδρέας ψιθύρισε:
«Τι εννοείς;»
Η Ελένη γύρισε προς το χειρόγραφο στο τραπέζι.
Το άνοιξε αργά.
Και είπε:
«Ότι ο άντρας…»
παύση
«ίσως δεν έφυγε ποτέ από τη ζωή μας.»
Ο Ανδρέας ένιωσε το αίμα του να παγώνει.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα.
Και ψιθύρισε:
«Σημαίνει ότι…»
παύση
«ίσως ο Νικόλας…»
δάκρυα
«να μην πέθανε ποτέ.»
Η εισαγγελία
Το κτίριο της Εισαγγελίας δεν είχε τίποτα το
δραματικό.
Γκρίζο. Τετραώροφο. Παλιό δημόσιο κτίσμα με βαριά
σιδερένια κάγκελα και μια μυρωδιά χαρτιού, καπνού και υγρασίας που έμοιαζε να
έχει ποτίσει τους τοίχους εδώ και δεκαετίες.
Ο Ανδρέας στάθηκε για λίγο στην είσοδο.
Στο χέρι του κρατούσε έναν φάκελο.
Δεν ήταν μεγάλος.
Μερικές φωτογραφίες. Μερικές σελίδες. Αντίγραφα παλιών
εγγράφων.
Και το πιο σημαντικό:
μερικά φύλλα από το χειρόγραφο της Ελένης.
Η καρδιά του χτυπούσε βαριά.
Δεν ήταν άνθρωπος των δικαστηρίων. Δεν ήταν άνθρωπος
των καταγγελιών.
Ήταν απλώς ένας πατέρας που είχε χάσει το παιδί του.
Και που τώρα, για πρώτη φορά, μετά από πέντε χρόνια,
ένιωθε ότι ίσως η ιστορία δεν είχε
ειπωθεί ολόκληρη.
Πέρασε την πόρτα.
Η γραμματεία ήταν γεμάτη κόσμο.
Δικηγόροι, πολίτες, φάκελοι στοιβαγμένοι, τηλέφωνα
που χτυπούσαν. Η γνωστή ακαταστασία της ελληνικής δικαιοσύνης.
Πλησίασε το γκισέ.
Η υπάλληλος, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, σήκωσε το
βλέμμα πάνω από τα γυαλιά της.
«Ναι;»
Ο Ανδρέας καθάρισε τον λαιμό του.
«Θα ήθελα να μιλήσω με έναν εισαγγελέα υπηρεσίας.»
Η γυναίκα τον κοίταξε κουρασμένα.
«Για ποια υπόθεση;»
Μικρή παύση.
Ο Ανδρέας είπε:
«Επανεξέταση.»
«Ποιας;»
Η φωνή του χαμήλωσε.
«Του θανάτου του γιου μου.»
Η υπάλληλος σταμάτησε να γράφει.
«Πότε συνέβη;»
«Πέντε χρόνια πριν.»
Η γυναίκα αναστέναξε.
«Αν έχει κλείσει η υπόθεση—»
Ο Ανδρέας την διέκοψε.
«Δεν έχει κλείσει.»
Παύση.
«Έχει απλώς… ξεχαστεί.»
Η γυναίκα τον κοίταξε για λίγο.
Ύστερα πήρε τον φάκελο.
«Περάστε στο γραφείο 3.»
Το γραφείο ήταν λιτό.
Μια βιβλιοθήκη με κώδικες, ένα μεγάλο γραφείο γεμάτο
φακέλους και πίσω του ένας άντρας γύρω στα εξήντα.
Ο εισαγγελέας.
Γκρίζα μαλλιά, ήρεμο βλέμμα.
Ο Ανδρέας κάθισε απέναντί του.
Ο άντρας ξεφύλλισε τον φάκελο.
«Λοιπόν…»
σήκωσε το βλέμμα
«Ανδρέας Κομνηνός.»
Παύση.
«Ο γιος σας… Νικόλαος Κομνηνός.»
Ο Ανδρέας έγνεψε.
Ο εισαγγελέας συνέχισε:
«Βρέθηκε νεκρός σε ορεινή περιοχή.»
Ξεφύλλισε τα έγγραφα.
«Αιτία θανάτου: υποθερμία.»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Η υπόθεση έκλεισε ως ατύχημα.»
Σιωπή.
Ο Ανδρέας μίλησε.
«Δεν ήταν ατύχημα.»
Ο εισαγγελέας δεν αντέδρασε.
«Έχετε νέα στοιχεία;»
Ο Ανδρέας άνοιξε τον φάκελο.
«Έχω αμφιβολίες.»
Ο εισαγγελέας χαμογέλασε ελαφρά.
«Οι αμφιβολίες δεν ανοίγουν δικογραφίες.»
Ο Ανδρέας έσπρωξε μπροστά μερικά χαρτιά.
«Τότε διαβάστε αυτά.»
Ο άντρας κοίταξε τα φύλλα.
«Τι είναι;»
«Κείμενο.»
Ο εισαγγελέας σήκωσε το φρύδι.
«Λογοτεχνία;»
Ο Ανδρέας είπε ήρεμα:
«Το μυθιστόρημα της συζύγου μου.»
Ο εισαγγελέας άφησε ένα μικρό, σχεδόν ειρωνικό
χαμόγελο.
«Κύριε Κομνηνέ…»
«Η σύζυγός μου είναι εγκληματολόγος.»
Η φράση τον σταμάτησε.
Ο εισαγγελέας ξανακοίταξε τα χαρτιά.
«Ελένη Κομνηνού…»
Ξεφύλλισε τη δικογραφία.
«Ναι… το όνομα υπάρχει εδώ.»
Παύση.
«Ήταν παρούσα στο περιστατικό.»
Ο Ανδρέας έγνεψε.
«Ήταν η μητέρα του.»
Ο εισαγγελέας ακούμπησε την πλάτη στην καρέκλα.
«Τι υπονοείτε;»
Ο Ανδρέας απάντησε αργά.
«Ότι ίσως υπήρχε τρίτο πρόσωπο στο βουνό.»
Σιωπή.
Ο εισαγγελέας ξεφύλλισε ξανά τη δικογραφία.
«Δεν αναφέρεται πουθενά.»
Ο Ανδρέας είπε:
«Γιατί η γυναίκα μου δεν το είπε ποτέ.»
Ο εισαγγελέας σήκωσε το βλέμμα.
«Και γιατί το λέτε εσείς τώρα;»
Ο Ανδρέας πήρε βαθιά ανάσα.
«Γιατί τώρα το θυμήθηκε.»
Ο εισαγγελέας τον κοίταξε προσεκτικά.
«Κύριε Κομνηνέ…»
παύση
«η σύζυγός σας έχει περάσει σοβαρή ψυχολογική
κατάρρευση.»
Ο Ανδρέας δεν αντέδρασε.
Ο εισαγγελέας συνέχισε:
«Αυτό υπάρχει στον φάκελο.»
Σιωπή.
«Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για την αξιοπιστία
της μνήμης της.»
Ο Ανδρέας είπε ήρεμα:
«Καταλαβαίνω.»
Παύση.
«Αλλά εγώ δεν ζητάω να πιστέψετε τη μνήμη της.»
Έσπρωξε μπροστά μια φωτογραφία.
Ο εισαγγελέας την κοίταξε.
Ήταν παλιά φωτογραφία από το σημείο του συμβάντος.
Στο βάθος, ανάμεσα στα δέντρα…
μια φιγούρα.
Ο εισαγγελέας συνοφρυώθηκε.
«Αυτό… δεν το είχαμε δει.»
Ο Ανδρέας είπε:
«Γιατί κανείς δεν κοίταξε.»
Σιωπή.
Ο εισαγγελέας γύρισε την καρέκλα του προς το
παράθυρο.
Σκέφτηκε για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα γύρισε.
«Τι θέλετε από μένα;»
Ο Ανδρέας απάντησε χωρίς δισταγμό.
«Να ανοίξετε ξανά την υπόθεση.»
Σιωπή.
Ο εισαγγελέας τον κοίταξε βαθιά.
«Ξέρετε τι σημαίνει αυτό;»
«Ναι.»
«Θα ξανανοίξουμε μια ιστορία που πονά.»
Ο Ανδρέας έγνεψε.
«Το ξέρω.»
Παύση.
Ο εισαγγελέας είπε:
«Και υπάρχει πιθανότητα να μη βρούμε τίποτα.»
Ο Ανδρέας απάντησε:
«Τότε τουλάχιστον θα ξέρω ότι ψάξαμε.»
Σιωπή.
Ο εισαγγελέας πήρε τον φάκελο.
Τον έκλεισε αργά.
Και είπε:
«Η υπόθεση θα επανεξεταστεί.»
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
«Θα καλέσουμε ξανά όλους τους μάρτυρες.»
Παύση.
«Και πρώτα απ’ όλους…»
ο εισαγγελέας σήκωσε το βλέμμα
«τη σύζυγό σας.»
Ο Ανδρέας έγνεψε.
Ο εισαγγελέας είπε:
«Αλλά θέλω να είστε προετοιμασμένος.»
Σιωπή.
«Μερικές φορές…»
παύση
«η πραγματικότητα είναι πιο απλή από το μυστήριο.»
Ο Ανδρέας σηκώθηκε.
Πριν φύγει, είπε:
«Για μια μητέρα…»
παύση
«το παιδί της δεν πεθαίνει ποτέ.»
Ο εισαγγελέας τον κοίταξε.
Και απάντησε ήρεμα:
«Για τη δικαιοσύνη… όμως…»
παύση
«πρέπει να μάθουμε πώς πέθανε.»..
Ο ΦΑΚΕΛΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ
Το γραφείο του εισαγγελέα μύριζε παλιό χαρτί και
καφέ που είχε μείνει πολλή ώρα στο φλιτζάνι.
Ο Ανδρέας στεκόταν όρθιος.
Δεν είχε καθίσει, παρόλο που ο εισαγγελέας τού είχε
δείξει δύο φορές την καρέκλα απέναντι από το γραφείο του. Ήταν ένας ψηλός
άντρας γύρω στα πενήντα, με βλέμμα που είχε μάθει να διαβάζει ψέματα πριν καν ειπωθούν.
Ο εισαγγελέας Αναγνωστόπουλος ξεφύλλισε αργά το
ντοσιέ μπροστά του.
Ένα λεπτό.
Δύο.
Τρία.
Η σιωπή είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική.
Τελικά σήκωσε το βλέμμα.
«Ξέρετε ότι ζητάτε κάτι εξαιρετικά δύσκολο, κύριε
Κομνηνέ».
Η φωνή του ήταν χαμηλή αλλά κοφτή.
Ο Ανδρέας δεν δίστασε.
«Δεν ζητάω χάρη. Ζητάω επανεξέταση».
Ο εισαγγελέας ακούμπησε τα δάχτυλα στο εξώφυλλο του
φακέλου.
Η λέξη ήταν γραμμένη με κόκκινα γράμματα.
ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ.
«Η υπόθεση του παιδιού σας», είπε αργά, «έκλεισε
πριν από τρία χρόνια».
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά.
«Η υπόθεση έκλεισε χωρίς απαντήσεις».
Ο εισαγγελέας τον κοίταξε προσεκτικά.
«Η σύζυγός σας», συνέχισε, «ήταν η επικεφαλής
εγκληματολόγος στην έρευνα».
Ο Ανδρέας έσφιξε τα χέρια του.
«Το ξέρω».
«Και μετά τέθηκε σε αργία».
Η λέξη έπεσε σαν πέτρα.
ΑΡΓΙΑ.
Ο Ανδρέας έγνεψε.
«Ξέρετε γιατί».
Ο εισαγγελέας δεν απάντησε αμέσως.
Σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο.
Η πόλη απλωνόταν από κάτω τους γκρίζα και αδιάφορη.
«Η σύζυγός σας», είπε τελικά, «παρουσίασε τότε… ψυχολογική
αποσταθεροποίηση».
Ο Ανδρέας ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι
του.
«Έχασε το παιδί της».
Ο εισαγγελέας γύρισε.
«Ή το άφησε να χαθεί».
Η φράση πάγωσε τον αέρα.
Ο Ανδρέας ένιωσε σαν να τον είχαν χτυπήσει.
«Τι είπατε;»
Ο εισαγγελέας άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες.
Καταθέσεις.
Χάρτες.
Και στο τέλος… μια αναφορά.
Την έσπρωξε προς το μέρος του Ανδρέα.
«Διαβάστε».
Ο Ανδρέας πήρε το χαρτί.
Τα μάτια του έπεσαν σε μία γραμμή.
Και το στομάχι του σφίχτηκε.
"Η μητέρα του ανηλίκου επέμεινε να συνεχίσει
την έρευνα μόνη της."
Συνέχισε.
"Αγνόησε τις οδηγίες της ομάδας."
Και μετά η τελευταία φράση.
"Το παιδί χάθηκε κατά τη διάρκεια της
ανεξάρτητης αυτής έρευνας."
Ο Ανδρέας σήκωσε το κεφάλι.
Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει.
«Δεν λέει την αλήθεια».
Ο εισαγγελέας τον κοίταξε για αρκετή ώρα.
Και μετά είπε κάτι που άλλαξε τα πάντα.
«Το ξέρω»..
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΞΕΧΝΑ
Η Ελένη καθόταν στο πάτωμα.
Το δωμάτιο γύρω της ήταν σκοτεινό.
Οι κουρτίνες κλειστές.
Τα χαρτιά απλωμένα.
Σημειώσεις.
Σκίτσα.
Ονόματα.
Κάποια γραμμένα δεκάδες φορές.
Κάποια διαγραμμένα με μανία.
Η αναπνοή της ήταν βαριά.
Στο πάτωμα μπροστά της υπήρχε ένας χάρτης.
Πάνω του, κύκλοι.
Κόκκινοι.
Μπλε.
Μαύροι.
Και στο κέντρο…
ένα όνομα.
ΝΙΚΟΛΑΣ
Το παιδί της.
Η Ελένη άγγιξε το χαρτί με τα δάχτυλά της.
«Δεν χάθηκες», ψιθύρισε.
Η φωνή της έτρεμε.
«Σε πήραν».
Σηκώθηκε απότομα.
Περπάτησε στο δωμάτιο.
Το κεφάλι της πονούσε.
Οι αναμνήσεις έρχονταν κομμένες.
Σπασμένες.
Σαν φωτογραφίες μέσα σε σκοτάδι.
Ένα δάσος.
Χιόνι.
Ένα αυτοκίνητο.
Και μετά…
μια σκιά.
Κάποιος που έτρεχε.
Κάποιος που κρατούσε το παιδί.
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.
«Ποιος;»
Το μυαλό της αρνιόταν να απαντήσει.
Ξαφνικά το κινητό της χτύπησε.
Η Ελένη κοίταξε την οθόνη.
ΑΝΔΡΕΑΣ
Το σήκωσε.
«Ελένη…»
Η φωνή του ήταν βαριά.
«Πού είσαι;»
Η Ελένη δεν απάντησε.
«Ο εισαγγελέας άνοιξε τον φάκελο».
Η καρδιά της σταμάτησε.
«Τι;»
«Η υπόθεση ξαναρχίζει».
Σιωπή.
Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να τρέμει.
«Όχι…»
Ο Ανδρέας πάγωσε.
«Γιατί όχι;»
Η Ελένη ψιθύρισε κάτι που τον τρόμαξε.
«Γιατί…»
Η φωνή της έσπασε.
«…αν ανοίξει ο φάκελος, θα πεθάνει κι άλλος»..
Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ
Το δωμάτιο ανακρίσεων ήταν γυμνό.
Ένα τραπέζι.
Τρεις καρέκλες.
Ένα φως από πάνω.
Η Ελένη καθόταν στη μία.
Απέναντί της ο εισαγγελέας.
Στο πλάι ο Ανδρέας.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά.
Ο εισαγγελέας άνοιξε το μαγνητόφωνο.
«Κατάθεση της κυρίας Ελένης Κομνηνού».
Η Ελένη έσφιξε τα χέρια της.
«Ξεκινήστε από την αρχή», είπε ο εισαγγελέας.
Η Ελένη πήρε βαθιά ανάσα.
«Το παιδί μου εξαφανίστηκε στις 12 Ιανουαρίου».
Η φωνή της έτρεμε.
«Βρισκόμασταν στο σημείο της έρευνας».
Ο εισαγγελέας έγνεψε.
«Γιατί ήσασταν εκεί;»
Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα.
«Επειδή ερευνούσα μια άλλη υπόθεση».
Ο Ανδρέας την κοίταξε.
Δεν το είχε ξανακούσει.
«Ποια υπόθεση;»
Η Ελένη δίστασε.
Ο εισαγγελέας το κατάλαβε.
«Κυρία Κομνηνού…»
Η φωνή του έγινε πιο σκληρή.
«Τι ερευνούσατε;»
Η Ελένη ψιθύρισε.
«Απαγωγές παιδιών».
Σιωπή.
Ο Ανδρέας ένιωσε το αίμα να παγώνει.
«Τι;»
Η Ελένη συνέχισε.
«Υπήρχαν κι άλλα».
Ο εισαγγελέας έσκυψε μπροστά.
«Πόσα;»
Η Ελένη απάντησε.
«Τουλάχιστον έξι».
Ο εισαγγελέας πάγωσε.
«Και γιατί δεν το αναφέρατε;»
Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα.
Τα μάτια της είχαν γεμίσει τρόμο.
«Γιατί…»
Σταμάτησε.
Η φωνή της έσπασε.
«…ένας από τους υπόπτους ήταν μέσα στην έρευνα».
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρέκλα του να τρίζει.
Ο εισαγγελέας ρώτησε ψιθυριστά.
«Ποιος;»
Η Ελένη τους κοίταξε.
Και είπε το όνομα.
Ο εισαγγελέας έμεινε ακίνητος.
Ο Ανδρέας ένιωσε το στομάχι του να διαλύεται.
Γιατί το όνομα που μόλις είχε ακουστεί…
ήταν το όνομα ενός ανθρώπου που βρισκόταν στο
δωμάτιο..
[…]
«…Μήπως το
χιόνι, όπως και το κρύο, είναι ένας τρόπος να παγώσετε τις μνήμες;»
Η φράση της
δημοσιογράφου έμεινε για λίγο στον αέρα, σαν να μην είχε αποφασίσει ακόμα αν θα
πέσει στο πάτωμα ή αν θα καρφωθεί στον τοίχο.
Η Ελένη Κομνηνού
δεν απάντησε αμέσως.
Στάθηκε ακίνητη
δίπλα στο τραπέζι και κοίταξε το κορίτσι. Όχι το πρόσωπό της — τα χέρια της. Τα
δάχτυλα. Ήταν λεπτά, νευρικά, σαν ανθρώπου που γράφει πολύ ή… σκάβει πολύ βαθιά
σε πράγματα που δεν του ανήκουν.
«Το χιόνι»,
είπε τελικά η Ελένη, «δεν παγώνει τις μνήμες. Τις σκεπάζει. Είναι διαφορετικό».
Η
δημοσιογράφος χαμογέλασε.
«Και όταν
λιώσει;»
Η ερώτηση
ήταν απλή. Αλλά η φωνή της είχε αλλάξει ελάχιστα. Πιο χαμηλή. Πιο σίγουρη.
Η Ελένη
ένιωσε ένα παλιό συναίσθημα να επιστρέφει. Το ίδιο που είχε όταν καθόταν απέναντι
από έναν ύποπτο στο ανακριτικό γραφείο.
Η στιγμή που
καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν απαντά.
Στήνει.
«Όταν
λιώσει», είπε ψύχραιμα, «αποκαλύπτεται αυτό που υπήρχε από κάτω».
Η κοπέλα
έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Δηλαδή… η
αλήθεια».
Η Ελένη
χαμογέλασε για πρώτη φορά.
«Η αλήθεια»,
είπε, «είναι μια υπερεκτιμημένη λέξη».
Η
δημοσιογράφος έκανε μερικά βήματα στο δωμάτιο. Σαν να το εξερευνούσε. Τα μάτια
της περνούσαν πάνω από τα βιβλία, τα χειρόγραφα, τις στοίβες χαρτιών.
Σταμάτησε
μπροστά στο τραπέζι.
Στις σελίδες
του μυθιστορήματος.
«Αυτό
γράφατε πριν έρθω;»
Η Ελένη δεν
απάντησε.
Η κοπέλα
πήρε μία σελίδα στα χέρια της.
Τη διάβασε
γρήγορα.
Και τότε το
χαμόγελό της εξαφανίστηκε.
«Περίεργο»,
είπε.
«Τι;»
Η
δημοσιογράφος σήκωσε το βλέμμα της.
«Η
βιβλιοθήκη», είπε ήρεμα. «Η γυναίκα που κρατά τις μνήμες όλων. Οι άνθρωποι που
ξεχνούν για να ζήσουν».
Η Ελένη
ένιωσε το σώμα της να παγώνει.
«Και;»
Η κοπέλα
ακούμπησε αργά τη σελίδα στο τραπέζι.
«Δεν είναι
μυθιστόρημα», είπε.
Η σιωπή
απλώθηκε στο δωμάτιο.
Από έξω
ακούστηκε το κύμα.
Μία φορά.
Δεύτερη.
Η Ελένη
σταύρωσε τα χέρια.
«Και τι
είναι;»
Η
δημοσιογράφος την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα.
Ύστερα είπε:
«Αναφορά».
Η λέξη έπεσε
βαριά.
Η Ελένη
γέλασε. Σύντομα.
«Αναφορά σε
τι;»
Η κοπέλα δεν
χαμογέλασε.
«Σε ένα
περιστατικό που δεν καταγράφηκε ποτέ».
Η καρδιά της
Ελένης έκανε έναν μικρό, άτακτο χτύπο.
Η
δημοσιογράφος πλησίασε.
«Ορεινή
Αρκαδία», είπε.
«Ένα χωριό που δεν εμφανίζεται πια σε κανέναν χάρτη».
Η Ελένη δεν
μίλησε.
«Μια
βιβλιοθήκη που έκλεισε πριν δεκαπέντε χρόνια», συνέχισε η κοπέλα.
«Και μια
βιβλιοθηκονόμος».
Η λέξη
αιωρήθηκε ανάμεσά τους.
Η Ελένη
ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Τι
προσπαθείτε να πείτε;»
Η
δημοσιογράφος έσκυψε λίγο μπροστά.
Και τότε η
φωνή της άλλαξε.
Δεν ήταν πια
η φωνή ενός νεαρού ρεπόρτερ.
Ήταν η φωνή
κάποιου που είχε έρθει για ανάκριση.
«Προσπαθώ να
καταλάβω», είπε ήρεμα,
«αν το μυθιστόρημά σας είναι φαντασία…»
σταμάτησε
για μια στιγμή
«ή
ομολογία».
Η Ελένη
Κομνηνού ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της.
«Προσέξτε
πολύ τι υπονοείτε».
Η κοπέλα
χαμογέλασε ξανά.
Αυτή τη
φορά, αργά.
«Δεν υπονοώ
τίποτα».
Έβγαλε από
την τσάντα της ένα μικρό αντικείμενο.
Το ακούμπησε
στο τραπέζι.
Ένα παλιό,
σκουριασμένο κλειδί.
Η Ελένη το
αναγνώρισε αμέσως.
Το ίδιο
σχήμα.
Την ίδια
μικρή ρωγμή στο μέταλλο.
Το κλειδί
της βιβλιοθήκης.
Η αναπνοή
της κόπηκε.
«Πού το
βρήκατε αυτό;»
Η
δημοσιογράφος την κοίταξε χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια.
«Στο μέρος
όπου τελείωσε η ιστορία σας».
Έκανε μια
μικρή παύση.
Και
πρόσθεσε:
«Ή… εκεί
όπου αρχίζει η αλήθεια»..
[…]
Ο εισαγγελέας
έμεινε ακίνητος.
Ο Ανδρέας
ένιωσε το στομάχι του να διαλύεται.
Γιατί το
όνομα που μόλις είχε ακουστεί…
ήταν το όνομα ενός ανθρώπου που βρισκόταν στο δωμάτιο.
Κανείς δεν
μίλησε.
Το μόνο που
ακουγόταν ήταν το χαμηλό βουητό του φωτιστικού πάνω από το τραπέζι και το ρολόι
στον τοίχο.
Τικ.
Τακ.
Ο
εισαγγελέας δεν γύρισε αμέσως το κεφάλι του.
Σαν να φοβόταν ότι αν το έκανε, η πραγματικότητα θα έπαιρνε μορφή που δεν θα
μπορούσε πια να αρνηθεί.
Τελικά
ψιθύρισε:
«Επαναλάβετε
το όνομα».
Η Ελένη δεν
άλλαξε έκφραση.
«Δεν
χρειάζεται», είπε ήρεμα. «Το ακούσατε».
Ο Ανδρέας
ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται.
Τα δάχτυλά του είχαν σφίξει τα μπράτσα της καρέκλας τόσο δυνατά που τα κόκαλά
του άσπρισαν.
Ο
εισαγγελέας γύρισε αργά το βλέμμα του προς το μέρος του.
Όχι απότομα.
Αργά.
Με εκείνο το
βλέμμα που δεν κατηγορεί ακόμα — αλλά αρχίζει να ζυγίζει.
«Κύριε Κομνηνέ»,
είπε.
Η φωνή του
ήταν χαμηλή.
«Η κυρία
Κομνηνού μόλις ανέφερε το όνομά σας».
Η σιωπή
έγινε πιο βαριά.
Ο Ανδρέας
κατάπιε.
«Αυτό είναι
παράλογο».
Η λέξη βγήκε
πιο κοφτή απ’ όσο περίμενε.
Η Ελένη τον
κοιτούσε.
Ήρεμα.
Σαν να τον
έβλεπε για πρώτη φορά χωρίς κανένα πέπλο.
Ο
εισαγγελέας ένωσε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.
«Κυρία
Κομνηνού», είπε, «καταλαβαίνετε το βάρος μιας τέτοιας δήλωσης».
Η Ελένη
έγνεψε.
«Πλήρως».
Ο
εισαγγελέας περίμενε.
«Τότε
εξηγήστε».
Η Ελένη πήρε
μια ανάσα.
«Ο ένας από
τους υπόπτους ήταν μέσα στην έρευνα».
Μικρή παύση.
«Είχε
πρόσβαση σε όλα».
Σταμάτησε
για μια στιγμή.
«Στα
αρχεία».
«Στις
καταθέσεις».
«Στα
στοιχεία που εξαφανίστηκαν».
Ο εισαγγελέας
άρχισε να γράφει.
Το στυλό του
γλιστρούσε πάνω στο χαρτί.
Ο Ανδρέας
ένιωθε τον ήχο σαν λεπίδα.
«Και
πιστεύετε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο κύριος Ανδρέας Κομνηνός», είπε τελικά ο
εισαγγελέας.
Η Ελένη δεν
απάντησε αμέσως.
Απλώς τον
κοίταξε.
Και μετά
είπε:
«Δεν το
πιστεύω».
Μικρή παύση.
«Το ξέρω».
Η καρέκλα
του Ανδρέα έτριξε.
Σηκώθηκε
λίγο απότομα.
«Αυτό είναι
γελοίο».
Ο
εισαγγελέας τον κοίταξε αυστηρά.
«Καθίστε».
Ο Ανδρέας
δίστασε.
Αλλά κάθισε
ξανά.
Η Ελένη
έγειρε ελαφρά μπροστά.
«Θυμάσαι τη
νύχτα στο αρχοντικό;»
Ο Ανδρέας
ένιωσε το αίμα να παγώνει.
«Δεν ξέρω τι
λες».
Η Ελένη δεν
χαμήλωσε το βλέμμα.
«Τη νύχτα
που μπήκες στο γραφείο μου».
Ο
εισαγγελέας σήκωσε το κεφάλι.
«Κύριε Κομνηνέ;»
Ο Ανδρέας
κούνησε το κεφάλι.
«Δεν πήγα
ποτέ εκεί».
Η Ελένη χαμογέλασε
αμυδρά.
«Τότε γιατί
ξέρεις ότι το παράθυρο εκείνο δεν κλείνει ποτέ καλά;»
Η λέξη έπεσε
στο τραπέζι σαν πέτρα.
Ο Ανδρέας
δεν μίλησε.
Γιατί
ξαφνικά συνειδητοποίησε κάτι τρομακτικό.
Δεν είχε πει
ποτέ σε κανέναν για το παράθυρο.
Ο
εισαγγελέας τον κοιτούσε.
Αυτή τη φορά
διαφορετικά.
Πιο
προσεκτικά.
Πιο αργά.
«Κύριε Κομνηνέ»,
είπε.
«Έχετε κάτι
να πείτε;»
Ο Ανδρέας
ένιωσε τον ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη του.
«Υποθέτει».
Η Ελένη
κούνησε αργά το κεφάλι.
«Δεν
υποθέτω».
Μικρή παύση.
«Σε είδα».
Το δωμάτιο
πάγωσε.
Ο
εισαγγελέας ψιθύρισε:
«Πότε;»
Η Ελένη
απάντησε χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον Ανδρέα.
«Τη νύχτα
που εξαφανίστηκε ο πρώτος».
Ο
εισαγγελέας σταμάτησε να γράφει.
«Και γιατί
δεν το είπατε τότε;»
Η Ελένη
χαμογέλασε.
Αλλά το
χαμόγελο δεν είχε χαρά.
«Γιατί τότε
δεν είχα καταλάβει ακόμα».
«Τι;»
Η Ελένη είπε
ήρεμα:
«Ότι δεν
ήταν μόνο ένας».
Ο
εισαγγελέας συνοφρυώθηκε.
«Τι σημαίνει
αυτό;»
Η Ελένη
γύρισε αργά το βλέμμα της στο δωμάτιο.
Σαν να
μετρούσε τους ανθρώπους μέσα σε αυτό.
Μετά είπε:
«Σημαίνει ότι…»
παύση
«ο σύζυγός
μου δεν είναι ο μόνος».
Ο
εισαγγελέας έσκυψε μπροστά.
«Υπάρχει κι
άλλος;»
Η Ελένη τον
κοίταξε.
Και για
πρώτη φορά, το βλέμμα της σκοτείνιασε.
«Ναι».
Ο
εισαγγελέας ρώτησε χαμηλόφωνα:
«Ποιος;»
Η Ελένη
άνοιξε το στόμα της να απαντήσει.
Αλλά πριν
προλάβει να μιλήσει…
ακούστηκε
ένας ήχος πίσω τους.
Η πόρτα του
γραφείου.
Έτριξε.
Αργά.
Κανείς από
τους τρεις δεν την είχε αγγίξει.
Και όμως…
Η πόρτα άνοιγε..
[…]
Η πόρτα
έτριξε.
Αργά.
Κανείς από
τους τρεις δεν γύρισε αμέσως.
Γιατί και οι
τρεις είχαν την ίδια σκέψη.
Δεν υπήρχε
κανείς απ’ έξω.
Η πόρτα
άνοιξε λίγο ακόμη και σταμάτησε.
Ο
εισαγγελέας σηκώθηκε.
«Φτάνει με
αυτά τα παιχνίδια», είπε κοφτά.
Έκλεισε την
πόρτα και γύρισε προς το τραπέζι.
Η Ελένη δεν
είχε μετακινηθεί.
Κοίταζε τον
Ανδρέα.
Όχι σαν
σύζυγο.
Σαν μάρτυρα.
Σαν άνθρωπο
που περιμένει επιτέλους να μιλήσει.
Ο
εισαγγελέας κάθισε ξανά.
«Ας
επιστρέψουμε σε αυτό που είπατε, Κυρία Κομνηνού».
Η φωνή του
ήταν τώρα πιο βαριά.
«Κατηγορείτε
τον σύζυγό σας, Ανδρέα Κομνηνό, για τον χαμό του παιδιού σας».
Η λέξη ΄΄παιδί΄΄
έπεσε στο δωμάτιο σαν πέτρα.
Ο Ανδρέας
ένιωσε τον λαιμό του να σφίγγεται.
«Δεν το
κάνει πρώτη φορά», είπε χαμηλά.
«Είναι…
μέρος της αστάθειάς της».
Η Ελένη
χαμογέλασε.
Όχι
ειρωνικά.
Με λύπη.
«Αυτό είναι
το πιο βολικό ψέμα σου».
Ο
εισαγγελέας σήκωσε το χέρι.
«Θέλω
καθαρές απαντήσεις».
Γύρισε προς
την Ελένη.
«Τι συνέβη
εκείνη τη νύχτα;»
Η Ελένη πήρε
μια βαθιά ανάσα.
Και για
πρώτη φορά η φωνή της άλλαξε.
Δεν ήταν η
ψυχρή εγκληματολόγος.
Ήταν μητέρα.
«Εκείνη τη
νύχτα…»
παύση
«ο Ανδρέας
δεν ήθελε να πάμε στην αστυνομία».
Ο Ανδρέας
χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.
«Γιατί δεν
είχαμε στοιχεία!»
Η Ελένη τον
κοίταξε.
«Είχαμε».
Ο
εισαγγελέας έσκυψε μπροστά.
«Ποια;»
Η Ελένη
έδειξε το κεφάλι της.
«Μνήμη».
Ο Ανδρέας
γέλασε νευρικά.
«Η φαντασία
σου».
Η Ελένη
χαμήλωσε τη φωνή.
«Γι’ αυτό
έγραψα την ιστορία».
Ο
εισαγγελέας συνοφρυώθηκε.
«Τη
βιβλιοθηκονόμο;»
Η Ελένη
έγνεψε.
«Το χωριό
της Αρκαδίας».
Μικρή παύση.
«Η γυναίκα
που σκοτώθηκε».
Ο
εισαγγελέας ρώτησε:
«Είναι
συμβολισμός;»
Η Ελένη τον
κοίταξε.
«Είναι
καταγραφή».
Ο Ανδρέας
ένιωσε την καρέκλα να τρίζει.
«Αυτό είναι
παράνοια».
Η Ελένη
γύρισε προς αυτόν.
«Όχι».
Μικρή παύση.
«Είναι η
μόνη μορφή αλήθειας που άντεξες».
Ο
εισαγγελέας έμεινε σιωπηλός.
Η Ελένη
συνέχισε.
«Η
βιβλιοθηκονόμος…»
παύση
«ήταν η
μνήμη».
Κανείς δεν
μίλησε.
«Το χωριό
ήταν όλοι όσοι ήξεραν».
Ο
εισαγγελέας ψιθύρισε:
«Και ο
δολοφόνος;»
Η Ελένη
κοίταξε τον Ανδρέα.
«Ήταν αυτός
που ήθελε να κλείσει τη βιβλιοθήκη».
Ο Ανδρέας
ένιωσε το αίμα να παγώνει.
«Τι
υπονοείς;»
Η Ελένη είπε
ήρεμα:
«Ότι εκείνη
τη νύχτα…»
παύση
«δεν χάθηκε
μόνο το παιδί μας».
Ο
εισαγγελέας ρώτησε:
«Τι άλλο
χάθηκε;»
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Η αλήθεια».
Σιωπή.
Το ρολόι
χτύπησε άλλη μια φορά.
Ο
εισαγγελέας είπε:
«Άρα η
ιστορία της βιβλιοθηκονόμου…»
Η Ελένη
έγνεψε.
«Είναι ο
τρόπος που το θυμάμαι».
Ο Ανδρέας
σηκώθηκε απότομα.
«Το παιδί
μας πέθανε».
Η λέξη
έσπασε στον αέρα.
Η Ελένη τον
κοίταξε.
Και είπε τη
φράση που πάγωσε το δωμάτιο.
«Εσύ το
είπες αυτό».
Ο
εισαγγελέας γύρισε αργά.
«Τι σημαίνει
αυτό;»
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Εγώ δεν
είδα ποτέ το σώμα».
Η σιωπή που
ακολούθησε ήταν σχεδόν αφόρητη.
Ο
εισαγγελέας είπε:
«Κύριε
Κομνηνέ…»
αργά
«εσείς
είπατε ότι το παιδί ήταν νεκρό».
Ο Ανδρέας
ένιωσε τον ιδρώτα να κυλά.
«Το
αυτοκίνητο…»
σταμάτησε
«έπεσε στο
νερό».
Η Ελένη
έγειρε μπροστά.
«Αλλά δεν το
βρήκαν ποτέ».
Ο
εισαγγελέας δεν έγραφε πια.
Απλώς
κοιτούσε.
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Ξέρεις
γιατί έγραψα τη βιβλιοθηκονόμο;»
Ο Ανδρέας
δεν μίλησε.
Η Ελένη
είπε:
«Γιατί στις
ιστορίες…»
παύση
«οι νεκροί
βρίσκονται πάντα».
Ο
εισαγγελέας ρώτησε αργά:
«Τι
υπονοείτε;»
Η Ελένη
χαμήλωσε τη φωνή.
«Ότι
κάποιος…»
κοίταξε τον
Ανδρέα
«έκλεισε τη
βιβλιοθήκη πριν προλάβει να μιλήσει».
Σιωπή.
Και τότε ο
εισαγγελέας έκανε την ερώτηση που κανείς δεν ήθελε να ακούσει.
«Κύριε
Κομνηνέ…»
παύση
«το παιδί
σας πέθανε πραγματικά;»
Ο Ανδρέας
δεν απάντησε.
Γιατί εκείνη
τη στιγμή…
από το παλιό
καταγραφικό στο τραπέζι…
ακούστηκε
ένας ήχος.
Ένα παιδικό
γέλιο.
Και κανείς
από τους τρεις δεν θυμόταν να το είχε ηχογραφήσει…
ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ
Η πόρτα του αρχοντικού έκλεισε με δύναμη πίσω τους.
Ο ήχος αντήχησε στο άδειο σπίτι σαν πυροβολισμός.
Η Ελένη δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Προχώρησε μέσα
στο σαλόνι και άφησε την τσάντα της στο τραπέζι.
Ο Ανδρέας στεκόταν ακόμα στην είσοδο.
Η ανάσα του ήταν βαριά.
«Τι νομίζεις ότι έκανες εκεί μέσα;»
Η φωνή του ήταν χαμηλή. Επικίνδυνα χαμηλή.
Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως.
Άνοιξε το παράθυρο. Ο αέρας της θάλασσας μπήκε μέσα
στο δωμάτιο.
«Είπα την αλήθεια».
Ο Ανδρέας γέλασε.
Όχι δυνατά.
Με εκείνο το γέλιο που δεν έχει καθόλου χιούμορ.
«Την αλήθεια;»
Πλησίασε.
«Με κατηγόρησες μπροστά σε εισαγγελέα ότι σκότωσα το
παιδί μας».
Η Ελένη γύρισε επιτέλους προς το μέρος του.
«Δεν είπα αυτό».
«Αυτό άκουσαν όλοι».
Σιωπή.
Ο Ανδρέας πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του.
«Ξέρεις τι έκανα για σένα;»
Η Ελένη τον κοίταξε ψυχρά.
«Άνοιξες ξανά τον φάκελο».
«Ναι!» φώναξε.
Το σπίτι αντήχησε.
«Τον άνοιξα για σένα».
Πλησίασε ακόμη περισσότερο.
«Για να σταματήσεις να βασανίζεσαι».
Η Ελένη κούνησε αργά το κεφάλι.
«Τον άνοιξες γιατί ήθελες να τον κλείσεις για
πάντα».
Τα μάτια του σκοτείνιασαν.
«Πρόσεχε τι λες».
Η Ελένη τον κοιτούσε χωρίς φόβο.
«Εκείνη τη νύχτα…»
παύση
«ήσουν ο τελευταίος που είδε τον Νικόλα».
Ο Ανδρέας χτύπησε το χέρι του στον τοίχο.
Ο ήχος έκανε τη λάμπα να τρεμοπαίξει.
«Αρκετά!»
Η φωνή του έσπασε.
«Ο Νικόλας πέθανε».
Η λέξη κρεμάστηκε στον αέρα.
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Εσύ το λες αυτό».
Σιωπή.
Για μια στιγμή ο Ανδρέας την κοίταξε σαν να μην την
αναγνώριζε.
«Θεέ μου…» είπε.
«Θεέ μου, Ελένη…»
Έκανε δυο βήματα προς το μέρος της.
«Είσαι άρρωστη».
Η Ελένη δεν κουνήθηκε.
«Θα σε κλείσω σε κλινική».
Η φράση έπεσε βαριά.
«Το καταλαβαίνεις;»
Πλησίασε κι άλλο.
«Δεν θα σε αφήσω να καταστρέψεις τα πάντα».
Η Ελένη γέλασε.
Πικρά.
«Τα πάντα καταστράφηκαν εκείνη τη νύχτα».
Ο Ανδρέας άπλωσε το χέρι του και την άρπαξε από τους
ώμους.
«Σταμάτα».
Η Ελένη προσπάθησε να τραβηχτεί.
«Άφησέ με».
Αλλά ο Ανδρέας την έσφιξε περισσότερο.
«Δεν τελείωσε έτσι ο γάμος μας».
Την έσυρε προς το υπνοδωμάτιο.
Η καρέκλα έπεσε πίσω τους.
Η Ελένη πάλεψε.
«Ανδρέα, άφησέ με».
Η φωνή της δεν ήταν πια ψυχρή.
Ήταν θυμός.
«Θα με ακούσεις επιτέλους!» φώναξε εκείνος.
Την έσπρωξε στο κρεβάτι.
Η Ελένη προσπάθησε να σηκωθεί αλλά ο Ανδρέας την
κράτησε κάτω.
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο.
Τόσο κοντά.
Η ανάσα του βαριά.
Τα μάτια της γεμάτα οργή.
«Κοίτα τι μας έκανες», είπε.
Η Ελένη τον κοίταξε κατευθείαν.
«Δεν σε φοβάμαι».
Η φράση τον έκανε να παγώσει.
Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβε κάτι.
Η Ελένη δεν ήταν πια η γυναίκα που ήξερε.
Υπήρχε κάτι άλλο στο βλέμμα της.
Κάτι ακλόνητο.
«Ξέρεις γιατί γράφω την ιστορία της
βιβλιοθηκονόμου;» είπε χαμηλά.
Ο Ανδρέας δεν απάντησε.
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Γιατί στις ιστορίες…»
παύση
«ο δολοφόνος πάντα επιστρέφει στον τόπο του
εγκλήματος».
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να σταματά για ένα
δευτερόλεπτο.
Και τότε η Ελένη είπε κάτι που τον έκανε να
απομακρυνθεί αργά από πάνω της.
«Κι εσύ επέστρεψες, Ανδρέα».
Σιωπή.
Ο άνεμος χτύπησε το παράθυρο.
Η Ελένη σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι.
Και πρόσθεσε:
«Όπως ακριβώς εκείνη τη νύχτα».
Ο Ανδρέας δεν μίλησε.
Γιατί για πρώτη φορά…
φοβήθηκε ότι η Ελένη ίσως να θυμόταν περισσότερα απ’
όσα έπρεπε..
[…]
Η σιωπή στο
δωμάτιο κράτησε περισσότερο απ’ όσο άντεχαν.
Ο αέρας που
έμπαινε από το παράθυρο έκανε την κουρτίνα να κινείται αργά, σαν ανάσα.
Ο Ανδρέας
στεκόταν ακόμη μπροστά της.
Η Ελένη τον κοιτούσε.
Το βλέμμα
τους δεν είχε πια θυμό.
Είχε κάτι άλλο.
Κάτι πιο
παλιό.
Πιο
επικίνδυνο.
«Θυμάσαι;»
είπε εκείνος τελικά.
Η φωνή του
είχε χαμηλώσει.
Η Ελένη δεν
απάντησε.
Αλλά το σώμα
της είχε ήδη προδώσει την απάντηση.
Ο Ανδρέας
έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
Ύστερα άλλο
ένα.
Ήταν
παράλογο — μετά από όλα όσα είχαν πει, μετά από τις κατηγορίες, μετά από τον
φόβο.
Κι όμως,
εκεί ανάμεσα τους υπήρχε ακόμα εκείνη η δύναμη.
Η ίδια
δύναμη που τους είχε ενώσει από την αρχή.
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Αυτό ήταν
πάντα το πρόβλημα».
Ο Ανδρέας
έφτασε τόσο κοντά που η ανάσα τους μπλέχτηκε.
«Ποιο;»
Η Ελένη
χαμογέλασε πικρά.
«Ότι δεν
ξέραμε να υπάρχουμε αλλιώς».
Για μια
στιγμή κανείς δεν κουνήθηκε.
Και τότε ο
Ανδρέας άγγιξε το πρόσωπό της.
Απαλά.
Σαν να
δοκίμαζε αν ήταν αληθινή.
Η Ελένη
έκλεισε τα μάτια.
Και εκείνη η
μικρή, ασήμαντη κίνηση ήταν αρκετή.
Η ένταση
ανάμεσά τους έσπασε.
Ο Ανδρέας
την φίλησε.
Όχι τρυφερά.
Με εκείνο το
γνώριμο, βιαστικό πάθος που τους χαρακτήριζε πάντα — σαν να προσπαθούσαν να
καταπιούν ο ένας τον άλλον πριν προλάβουν να μιλήσουν.
Η Ελένη
ανταπέδωσε.
Τα χέρια της
ανέβηκαν στους ώμους του.
Η επαφή τους
ήταν σχεδόν βίαιη.
Όχι από
μίσος.
Από ανάγκη.
Από εκείνη
την παράξενη ένταση που είχε κρατήσει τον γάμο τους ζωντανό για χρόνια, ακόμη
κι όταν όλα τα υπόλοιπα είχαν διαλυθεί.
Το δωμάτιο
σκοτείνιασε καθώς το φως έξω χαμήλωνε.
Το κρεβάτι
έτριξε όταν έπεσαν πάνω του.
Κανείς δεν
μίλησε.
Δεν υπήρχε
τίποτα να ειπωθεί.
Γιατί αυτό
ήταν πάντα το καταφύγιό τους.
Όταν δεν
μπορούσαν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον.
Όταν οι
λέξεις γίνονταν επικίνδυνες.
Το σώμα
έπαιρνε τη θέση τους.
Η Ελένη
ένιωσε για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη ψευδαίσθηση.
Τη στιγμή
που όλα φαίνονται ξανά απλά.
Όπως τότε.
Πριν από τον
Νικόλα.
Πριν από τη
νύχτα.
Πριν από τις
σκιές.
Ο Ανδρέας
την κρατούσε σφιχτά.
Σαν να
προσπαθούσε να σταματήσει τον χρόνο.
Σαν να
μπορούσε έτσι να σβήσει όλα όσα είχαν ειπωθεί.
Η Ελένη
άνοιξε τα μάτια της.
Και τον
κοίταξε.
Για ένα
δευτερόλεπτο το πάθος έσβησε.
Και στη θέση
του εμφανίστηκε κάτι άλλο.
Κατανόηση.
Όχι τρυφερή.
Σκληρή.
Κατάλαβε
ξαφνικά αυτό που δεν είχε παραδεχτεί ποτέ.
Δεν είχαν
σωθεί ποτέ από τον έρωτα.
Είχαν απλώς
κρυφτεί μέσα του.
Το πάθος
τους δεν ήταν αγάπη.
Ήταν
καταφύγιο.
Ένας τρόπος
να μην κοιτάξουν ποτέ κατάματα όλα όσα δεν μπορούσαν να αντέξουν.
Η Ελένη
ψιθύρισε:
«Βλέπεις;»
Ο Ανδρέας
την κοίταξε μπερδεμένος.
«Τι;»
Η Ελένη είπε
ήρεμα:
«Έτσι
κρατήθηκε ο γάμος μας».
Μικρή παύση.
«Όχι με την
αλήθεια».
Τον άγγιξε
στο στήθος.
Ακριβώς πάνω
από την καρδιά.
«Με αυτό».
Ο Ανδρέας
δεν απάντησε.
Γιατί και οι
δύο ήξεραν ότι είχε δίκιο.
Ο γάμος τους
δεν είχε ποτέ πνευματική ένωση.
Δεν είχε
ποτέ πραγματική εμπιστοσύνη.
Μόνο αυτή
την καταιγίδα.
Αυτό το
πάθος που τους τραβούσε ο ένας στον άλλον ακόμα και όταν ήξεραν ότι τους
κατέστρεφε.
Έξω ο αέρας
δυνάμωσε.
Η κουρτίνα
χτύπησε στο παράθυρο.
Η Ελένη
γύρισε το κεφάλι της προς το σκοτάδι.
Και για μια
στιγμή σκέφτηκε κάτι που δεν είπε.
Ίσως αυτός
να ήταν ο λόγος που η αλήθεια για τον Νικόλα είχε μείνει θαμμένη τόσα χρόνια.
Γιατί κάθε
φορά που πλησίαζαν να τη δουν…
κατέφευγαν
ξανά στο ίδιο πράγμα.
Στη σάρκα.
Στο πάθος.
Στην
ψευδαίσθηση ότι για λίγες ώρες μπορούσαν να ξεχάσουν.
Ο Ανδρέας
την κράτησε πιο σφιχτά.
Αλλά εκείνη
τη στιγμή, για πρώτη φορά μετά από χρόνια,
η Ελένη δεν
ένιωθε κοντά του.
Ένιωθε…
ότι μόλις
είχε καταλάβει πόσο μακριά βρίσκονταν πάντα.
Και αυτό την
τρόμαξε περισσότερο από όλα όσα είχαν συμβεί, εκείνη τη νύχτα..


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου