Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΟΥ ΥΠΟΨΙΑΖΕΤΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ
Η Ελένη Κομνηνού έμεινε για πολλή ώρα ακίνητη μπροστά στο ξύλινο γραφείο.
Το μολύβι ήταν ακόμα στο χέρι της.
Η μύτη του είχε σπάσει πάνω στη λέξη χιόνι.
Σήκωσε αργά το κεφάλι.
Έξω, η θάλασσα δεν είχε καμία σχέση με το τοπίο που μόλις είχε γράψει.
Δεν υπήρχε χιόνι εδώ.
Μόνο κύματα.
Και όμως…
Η αίσθηση ήταν ίδια.
Η ίδια ερημιά.
Η ίδια σιωπή.
Η Ελένη σηκώθηκε και περπάτησε ως το παράθυρο.
Το αρχοντικό ήταν χτισμένο πάνω σε βράχια και η παραλία απλωνόταν άδεια
μέχρι τον ορίζοντα.
Καμία ανθρώπινη παρουσία.
Καμία κίνηση.
Μόνο το κύμα που επαναλαμβανόταν με την ίδια εμμονή.
Κάπως έτσι επαναλαμβάνονταν και οι σκέψεις της.
Γύρισε στο γραφείο.
Οι σελίδες του χειρογράφου απλώνονταν μπροστά της.
Το χωριό της Αρκαδίας.
Η βιβλιοθήκη.
Οι λύκοι.
Η γυναίκα που θυμάται για όλους.
Διάβασε την τελευταία πρόταση που είχε γράψει:
«Η βιβλιοθήκη άρχισε να αναπνέει.»
Ένα αδιόρατο ρίγος διέτρεξε τη ράχη της.
Γιατί ξαφνικά τής φάνηκε ότι η πρόταση αυτή δεν ήταν μεταφορά.
Σαν να είχε υπάρξει πράγματι ένα μέρος όπου τα βιβλία ανέπνεαν.
Και εκείνη να είχε βρεθεί εκεί.
Η εγκληματολόγος μέσα της σήκωσε αμέσως κεφάλι.
Η Ελένη δεν ήταν απλώς συγγραφέας.
Ήταν άνθρωπος που είχε περάσει χρόνια μελετώντας ανθρώπους που σκότωναν.
Ανθρώπους που έλεγαν ψέματα.
Ανθρώπους που επινοούσαν άλλες πραγματικότητες για να αντέξουν τις πράξεις
τους.
Ήξερε καλά ότι το μυαλό μπορεί να κατασκευάσει ολόκληρους κόσμους.
Και τότε μια σκέψη πέρασε από μέσα της σαν λεπίδα:
Κι αν το χωριό δεν ήταν μυθοπλασία;
Κι αν ήταν μνήμη;
Ένα κομμάτι πραγματικότητας που είχε μετατραπεί σε ιστορία για να μπορέσει
να το κοιτάξει.
Η Ελένη άρχισε να ξεφυλλίζει τις προηγούμενες σελίδες.
Παρατήρησε κάτι που δεν είχε προσέξει πριν.
Οι λεπτομέρειες ήταν υπερβολικά ακριβείς.
Η γεωγραφία του χωριού.
Η θέση της βιβλιοθήκης.
Το ιατρείο του Σπύρου.
Η πλατεία.
Κανείς δεν επινοεί με τέτοια ακρίβεια.
Οι συγγραφείς πάντα αφήνουν κενά.
Η μνήμη όχι.
Η μνήμη γεμίζει τα πάντα.
Στάθηκε στη σκηνή όπου η βιβλιοθηκονόμος γράφει τις εξομολογήσεις των
κατοίκων.
Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Γιατί αναγνώρισε κάτι.
Το μοτίβο.
Στις εγκληματολογικές μελέτες υπάρχει ένα φαινόμενο:
ο συλλογικός ένοχος.
Όταν ένα έγκλημα γίνεται μπροστά σε πολλούς ανθρώπους και κανείς δεν μιλά.
Η ευθύνη διαχέεται.
Και τότε, για να μπορέσει η κοινωνία να συνεχίσει να υπάρχει, εφευρίσκεται
ένας φορέας ενοχής.
Ένας άνθρωπος που θα κουβαλά τη μνήμη..
Η Ελένη άφησε το μολύβι.
Τα δάχτυλά της άρχισαν να τρέμουν.
Γιατί μέσα στην ιστορία της
η βιβλιοθηκονόμος έκανε ακριβώς αυτό.
Κουβαλούσε την ενοχή των άλλων.
Και τότε η σκέψη έγινε πιο σκοτεινή.
Πολύ πιο σκοτεινή.
Τι θα γινόταν… αν το χωριό της Αρκαδίας δεν υπήρχε;
Αν ήταν ένας μηχανισμός του μυαλού της.
Ένα ψυχολογικό αρχείο εγκλημάτων που είχε μελετήσει.
Μια βιβλιοθήκη από μνήμες ανθρώπων που είχε εξετάσει ως εγκληματολόγος.
Και εκείνη…
να ήταν η πραγματική βιβλιοθηκονόμος.
Η γυναίκα που κουβαλούσε μέσα της τις ιστορίες των εγκλημάτων.
Η γυναίκα που δεν είχε δικαίωμα να ξεχάσει.
Η Ελένη ένιωσε ξαφνικά ένα βάρος στο στήθος.
Για μια στιγμή δεν μπορούσε να αναπνεύσει.
Πήγε στο παράθυρο και άνοιξε διάπλατα το τζάμι.
Ο αέρας μπήκε στο δωμάτιο με δύναμη.
Η θάλασσα άφριζε.
Τότε.. η σκέψη ολοκληρώθηκε.
Κι αν το βιβλίο που γράφει δεν είναι μυθιστόρημα;
Κι αν είναι εξομολόγηση;
Κι αν το χωριό της Αρκαδίας είναι απλώς το όνομα που έδωσε στο ίδιο της το
μυαλό;
Ένα μέρος όπου κρατά όλα όσα δεν αντέχει να θυμάται;
Επέστρεψε στο γραφείο.
Πήρε το μολύβι.
Έγραψε αργά:
«Ίσως το χωριό να μην υπάρχει.
Ίσως να είναι απλώς το σημείο όπου φυλάω τους νεκρούς.»
Το μολύβι σταμάτησε.
Γιατί εκείνη τη στιγμή, κάποιος χτύπησε την πόρτα..
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ
Το χτύπημα στην πόρτα ήταν ήρεμο.
Όχι βιαστικό.
Όχι επίμονο.
Σαν να ήξερε ότι θα του άνοιγε.
Η Ελένη δεν κουνήθηκε αμέσως.
Στάθηκε ακίνητη.
Το αρχοντικό ήταν απομονωμένο.
Ο χωματόδρομος που οδηγούσε εδώ χρησιμοποιούνταν σπάνια.
Κανείς δεν έρχεται τέτοια ώρα.
Το χτύπημα επαναλήφθηκε.
Αυτή τη φορά λίγο πιο δυνατά.
Η Ελένη πλησίασε την πόρτα.
Το χέρι της στάθηκε για μια στιγμή πάνω στο πόμολο.
Και τότε ένιωσε κάτι παράξενο.
Όχι φόβο.
Αναγνώριση.
Άνοιξε.
Ο άντρας στεκόταν στο κατώφλι.
Ψηλός.
Σχεδόν αδύνατος.
Φορούσε ένα μαύρο παλτό που είχε βραχεί από τη θαλασσινή υγρασία.
Τα μαλλιά του ήταν σκούρα και ακατάστατα.
Τα μάτια του…
ήταν αυτά που την πάγωσαν.
Γιατί δεν είχαν καμία απορία.
Σαν να την ήξερε ήδη.
Στο χέρι του κρατούσε ένα παλιό βιβλίο.
Δεμένο με δέρμα.
«Καλησπέρα, Ελένη.»
Η φωνή του ήταν χαμηλή.
Η Ελένη ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.
«Ποιος είστε;»
Ο άντρας χαμογέλασε ελαφρά.
«Δεν με θυμάσαι;»
Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά.
«Όχι.»
Εκείνος σήκωσε το βιβλίο.
«Τότε μάλλον πρέπει να σε βοηθήσω.»
Πέρασε το κατώφλι χωρίς να περιμένει άδεια.
Η Ελένη δεν τον σταμάτησε.
Ο άντρας προχώρησε μέσα στο αρχοντικό σαν να είχε ξαναβρεθεί εκεί.
Άφησε το βιβλίο πάνω στο τραπέζι.
Η Ελένη το κοίταξε.
Το στομάχι της σφίχτηκε.
Γιατί αναγνώρισε το εξώφυλλο.
Ήταν ίδιο με εκείνα της ιστορίας της.
Της βιβλιοθήκης.
«Ανδρέας», είπε τελικά.
Η Ελένη σήκωσε απότομα το βλέμμα.
«Πώς το ξέρεις;»
«Το έγραψες.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Η Ελένη ένιωσε το μυαλό της να προσπαθεί να βρει λογική.
«Δεν σε ξέρω.»
Ο Ανδρέας την πλησίασε.
Η παρουσία του ήταν παράξενη.
Όχι επιθετική.
Αλλά έντονη.
Σαν μαγνητικό πεδίο.
«Όχι;»
Έσκυψε ελαφρά.
«Τότε γιατί με έγραψες τόσες φορές;»
Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να παγώνει.
«Τι εννοείς;»
Ο Ανδρέας άνοιξε το βιβλίο.
Οι σελίδες ήταν γεμάτες χειρόγραφες σημειώσεις.
Τη δική της γραφή.
Εκείνη πλησίασε.
Η καρδιά της χτυπούσε στα αυτιά της.
Σε κάθε σελίδα υπήρχε το ίδιο όνομα.
Ανδρέας
Δίπλα του μικρές φράσεις:
«Ο άντρας που επιστρέφει.»
«Ο άντρας που ξέρει.»
«Ο άντρας που κουβαλά την ενοχή.»
Η Ελένη ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν.
Ο Ανδρέας την κράτησε από τους ώμους.
Η επαφή ήταν ηλεκτρική.
Σαν να περνούσε μνήμη από το σώμα του στο δικό της.
Για μια στιγμή η Ελένη είδε εικόνες..
Χιόνι.
Ένα χωριό.
Και έναν άντρα που στεκόταν μπροστά στη βιβλιοθήκη.
Τον ίδιο άντρα.
Άνοιξε τα μάτια απότομα.
«Τι μου κάνεις;»
Ο Ανδρέας την κοιτούσε ήρεμα.
«Τίποτα.»
Έκανε ένα βήμα πιο κοντά.
«Απλώς σου θυμίζω.»
Η ανάσα του άγγιξε το πρόσωπό της.
Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να αντιδρά.
Όχι μόνο με φόβο.
Με κάτι πιο επικίνδυνο.
Επιθυμία.
Σαν ο άντρας μπροστά της να συμβόλιζε κάτι πολύ βαθύτερο.
Την ενοχή.
Την έλξη προς το σκοτάδι.
Την ανάγκη να πλησιάσει αυτό που την καταστρέφει.
Τα χέρια της ανέβηκαν ασυναίσθητα στο στήθος του.
Ο Ανδρέας δεν κουνήθηκε.
Μόνο την κοίταξε.
«Ξέρεις ποιος είμαι;»
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Όχι.»
«Είμαι ο μόνος άνθρωπος στην ιστορία σου που δεν έχεις αποφασίσει αν είναι
αληθινός.»
Η καρδιά της χτύπησε δυνατά.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε.
Ένα χαμόγελο που δεν ήταν τρυφερό.
Ήταν γνώση.
«Σημαίνει ότι ίσως είμαι το μόνο πράγμα που δεν ελέγχεις.»
Η σιωπή έγινε σχεδόν ασφυκτική.
Η Ελένη ένιωσε τα χείλη του να πλησιάζουν.
Το φιλί τους δεν ήταν τρυφερό.
Ήταν συγκρουσιακό.
Σαν δύο μνήμες που συγκρούονται.
Για μια στιγμή ο κόσμος γύρω τους χάθηκε.
Μόνο ανάσα.
Δέρμα.
Και μια περίεργη βεβαιότητα ότι κάτι παλιό ξυπνούσε.
Όταν απομακρύνθηκε, ο Ανδρέας την κοίταξε βαθιά.
«Θες να μάθεις την αλήθεια;»
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Ναι.»
Ο Ανδρέας έσκυψε στο αυτί της.
Και είπε:
«Δεν γράφεις μια ιστορία, Ελένη.
Θυμάσαι ένα έγκλημα.»
Η Ελένη ένιωσε τον κόσμο να γέρνει.
Γιατί βαθιά μέσα της…
ήξερε ήδη
ποιο ήταν το χειρότερο ενδεχόμενο.
Ότι ο Ανδρέας δεν ήταν εραστής.
Δεν ήταν φάντασμα.
Δεν ήταν φαντασία.
Ήταν
ο μοναδικός μάρτυρας.
Και ίσως…
το θύμα και ο θύτης..
Η ΑΥΤΟΨΙΑ
ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Η θάλασσα εκείνο το βράδυ δεν είχε ήχο.
Η Ελένη Κομνηνού το πρόσεξε πρώτα σαν απουσία.
Σαν ένα κενό μέσα στον αέρα.
Συνήθως, τα κύματα έσκαγαν στα βράχια με έναν ρυθμό σχεδόν παρηγορητικό.
Έναν παλμό που θύμιζε καρδιά. Όμως τώρα, η επιφάνεια της θάλασσας έμοιαζε να
κρατά την αναπνοή της.
Σαν να περίμενε κάτι.
Η λάμπα έριχνε πάνω στις σελίδες ένα φως κιτρινωπό, σχεδόν άρρωστο. Τα
δάχτυλά της ήταν λερωμένα με γραφίτη.
Μπροστά της, το χειρόγραφο.
Το μυθιστόρημα που υποτίθεται ότι έγραφε.
Η ιστορία της βιβλιοθηκονόμου.
Το χωριό της Αρκαδίας.
Οι εξομολογήσεις.
Η συλλογική ενοχή.
Διάβασε ξανά μια συγκεκριμένη σκηνή.
Τη σκηνή του εγκλήματος.
Ένα παιδί χαμένο.
Ένα χωριό που σιωπά.
Κάποιος που ξέρει.
Και τότε το ένστικτο της εγκληματολόγου ενεργοποιήθηκε.
Όχι το ένστικτο της συγγραφέως.
Το άλλο.
Το επαγγελματικό.
Το ψυχρό.
Είχε περάσει χρόνια μελετώντας εγκλήματα. Είχε δει πτώματα. Είχε εξετάσει
τόπους δολοφονίας. Είχε μπει σε δωμάτια όπου η βία είχε αφήσει σημάδια αόρατα
για τους περισσότερους ανθρώπους.
Και τώρα…
διάβαζε μια σκηνή που έμοιαζε υπερβολικά ακριβής.
Η θέση του σώματος.
Η περιγραφή του εδάφους.
Η γωνία του χτυπήματος.
Η Ελένη σταμάτησε να αναπνέει.
Γιατί ξαφνικά κατάλαβε κάτι που δεν είχε σκεφτεί ποτέ.
Οι συγγραφείς δεν γράφουν έτσι.
Οι συγγραφείς περιγράφουν συναισθήματα.
Οι εγκληματολόγοι περιγράφουν στοιχεία.
Άρχισε να ξεφυλλίζει τις σελίδες γρήγορα.
Όσο προχωρούσε, τόσο πιο έντονο γινόταν το ίδιο μοτίβο.
Λεπτομέρειες.
Πάρα πολλές λεπτομέρειες.
Το ύψος του δράστη.
Η δύναμη του χτυπήματος.
Η διάρκεια της πάλης.
Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Αυτό δεν ήταν λογοτεχνία!
Ήταν αναφορά αυτοψίας!
Τα δάχτυλά της άρχισαν να τρέμουν.
Σηκώθηκε απότομα και πήγε στο παράθυρο.
Η θάλασσα ήταν σκοτεινή σαν μελάνι.
Και τότε η σκέψη εμφανίστηκε.
Όχι σαν ιδέα.
Σαν κατηγορία.
Κι αν δεν το επινόησα;
Κι αν το θυμήθηκα;
Η Ελένη έμεινε για λίγο ακίνητη.
Η ανάσα της είχε γίνει κοφτή.
Το μυαλό της άρχισε να λειτουργεί όπως σε κάθε υπόθεση.
Ψυχρά.
Μεθοδικά.
Ανακατασκευή γεγονότων.
Πότε ξεκίνησε το βιβλίο;
Πριν δύο μήνες.
Πότε άρχισαν οι πονοκέφαλοι;
Πριν δύο μήνες.
Πότε άρχισαν τα όνειρα;
Πριν δύο μήνες.
Γύρισε στο γραφείο.
Έπιασε τις σελίδες και τις άπλωσε στο πάτωμα.
Ένα μοτίβο σχηματιζόταν.
Σαν χάρτης.
Η ιστορία δεν ήταν γραμμική.
Ήταν θραύσματα.
Σαν μνήμη που επανέρχεται.
Και τότε είδε κάτι που δεν είχε προσέξει.
Σε μια σελίδα, μια λέξη ήταν γραμμένη πιο έντονα από τις άλλες.
Αίμα.
Δίπλα της υπήρχε μια σημείωση.
Με μικρά γράμματα.
Τη δική της γραφή.
«Το χτύπημα έγινε με το δεξί χέρι.»
Σήκωσε αργά το βλέμμα της.
Ένα κύμα τρόμου ανέβηκε από το στομάχι της στο λαιμό.
Γιατί…
εκείνη ήταν δεξιόχειρας.
Το μυαλό της πάλεψε.
«Ανοησίες», ψιθύρισε.
«Απλώς έγραψα μια ιστορία.»
Όμως η φωνή της εγκληματολόγου μέσα της δεν συμφωνούσε.
Γιατί σε κάθε υπόθεση υπάρχει μια στιγμή.
Η στιγμή που ο ερευνητής συνειδητοποιεί κάτι τρομακτικό.
Ότι ο άνθρωπος που ψάχνει…
είναι ήδη στο δωμάτιο.
Η Ελένη κοίταξε τα χέρια της.
Και για πρώτη φορά στη ζωή της σκέφτηκε:
Αν ήμουν εγώ;
Το αρχοντικό έτριξε.
Κάπου μέσα στο σπίτι ακούστηκε ένα βήμα.
Γύρισε απότομα.
Και τότε θυμήθηκε κάτι που δεν είχε γράψει ποτέ στο βιβλίο.
Κάτι που δεν είχε γράψει πουθενά.
Τη μυρωδιά.
Τη μυρωδιά του αίματος.
Και τη στιγμή που είχε καταλάβει ότι ήταν πολύ αργά..
Ο ΔΡΑΣΤΗΣ
ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Εκείνη τη νύχτα, δεν κοιμήθηκε...
Κάθισε στο πάτωμα του αρχοντικού, με τις σελίδες απλωμένες γύρω της σαν
κομμάτια παζλ.
Η θάλασσα είχε ξαναρχίσει να ακούγεται.
Αλλά τώρα ο ήχος της έμοιαζε διαφορετικός.
Σαν ψίθυρος.
Σαν να επαναλάμβανε μια φράση που δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει.
Άναψε ένα τσιγάρο.
Ο καπνός ανέβηκε αργά προς το ταβάνι.
Το μυαλό της δούλευε με τον τρόπο που είχε μάθει.
Όχι σαν συγγραφέας.
Σαν ερευνητής.
Βήμα πρώτο.
Ποιος έχει κίνητρο;
Η ιστορία στο μυθιστόρημα μιλούσε για ένα παιδί που είχε δει κάτι.
Κάτι που δεν έπρεπε να δει.
Βήμα δεύτερο.
Ποιος είχε πρόσβαση;
Η βιβλιοθηκονόμος.
Βήμα τρίτο.
Ποιος είχε τη δύναμη;
Η βιβλιοθηκονόμος.
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Η λογική της έφτιαχνε ένα μοτίβο που δεν μπορούσε πια να αγνοήσει.
Ένα μοτίβο που οδηγούσε πάντα στο ίδιο σημείο.
Στην ίδια γυναίκα.
Στην ίδια μορφή.
Στην ίδια σκιά.
Στον καθρέφτη.
Σηκώθηκε αργά.
Πήγε στο μεγάλο καθρέφτη του σαλονιού.
Το πρόσωπό της ήταν χλωμό.
Τα μάτια της κόκκινα από την αϋπνία.
Για μια στιγμή ένιωσε κάτι παράξενο.
Σαν να κοιτούσε έναν ύποπτο.
Όχι τον εαυτό της.
Έναν άλλον άνθρωπο.
«Αν είσαι η δράστης…»
ψιθύρισε.
«πώς το ξέχασες;»
Η απάντηση ήρθε από τη γνώση της εγκληματολογίας.
Το είχε δει πολλές φορές.
Σε δολοφόνους που δεν άντεχαν την ενοχή.
Το μυαλό διαγράφει.
Κρύβει.
Μετατρέπει τη μνήμη σε ιστορία.
Ένιωσε το σώμα της να παγώνει.
Γιατί ξαφνικά η εικόνα ήρθε.
Όχι ολόκληρη.
Ένα θραύσμα.
Χιόνι.
Ένα παιδί που τρέχει.
Μια κραυγή.
Και μετά…
ένα χέρι.
Το δικό της.
Άνοιξε απότομα τα μάτια.
Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα σπάσει.
«Όχι», ψιθύρισε.
«Όχι…»
Αλλά η εικόνα επέστρεψε.
Πιο καθαρή.
Το παιδί είχε δει κάτι.
Εκείνη.
Κάτι που έκανε.
Κάτι που δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί.
Η σύγκρουση.
Η πτώση.
Το χτύπημα.
Η σιωπή!
Η Ελένη λύγισε. Έπεσε στα γόνατα.
Το σώμα της έτρεμε.
Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε κάτι που είχε δει σε τόσους δολοφόνους.
Το σημείο που η άρνηση σπάει.
Και τότε ακούστηκε η φωνή.
Από την πόρτα.
«Επιτέλους.»
Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε, σαν χαμένη..
Ο Ανδρέας στεκόταν στο κατώφλι.
Τα μάτια του ήταν σκοτεινά.
Σαν να γνώριζαν την αλήθεια εδώ και καιρό.
Η Ελένη Κομνηνού ψιθύρισε:
«Εσύ…»
Ο Ανδρέας μπήκε αργά στο δωμάτιο.
«Ναι.»
Έδειξε τις σελίδες στο πάτωμα.
«Γι’ αυτό γράφεις.»
Η Ελένη ένιωσε τον αέρα να φεύγει από τα πνευμόνια της.
«Για να θυμηθείς.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη.
Σαν γιατρός που ανακοινώνει διάγνωση.
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Εγώ… τον σκότωσα;»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε αμέσως.
Την κοίταξε για πολλή ώρα.
Και μετά είπε:
«Αυτό προσπαθείς να καταλάβεις.»
Η Ελένη ένιωσε το μυαλό της να σπάει σε δύο κομμάτια.
Η εγκληματολόγος.
Και η ύποπτη.
Ο ερευνητής.
Και ο δράστης.
Και τότε κατάλαβε την πιο τρομακτική πιθανότητα.
Ίσως το μυθιστόρημα δεν ήταν εξομολόγηση.
Ίσως ήταν…
ανάκριση.
Και η ίδια…
ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να την ολοκληρώσει..
Ο ΑΝΔΡΑΣ
ΠΟΥ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΑ
Η πόρτα του αρχοντικού έκλεισε πίσω του με έναν βαρύ ήχο.
Ο αέρας μέσα στο σπίτι άλλαξε αμέσως.
Η Ελένη το ένιωσε σαν πίεση στο στήθος.
Ο Ανδρέας στεκόταν απέναντί της.
Το παλτό του ήταν ακόμη υγρό από τη θαλασσινή υγρασία. Σκούρες σταγόνες έπεφταν
στο πάτωμα, αφήνοντας μικρά ίχνη.
Η Ελένη τον κοίταξε.
Κάτι είχε αλλάξει.
Δεν ήταν ο άντρας που είχε εμφανιστεί νωρίτερα.
Τα μάτια του τώρα ήταν πιο σκοτεινά.
Σαν να είχαν δει κάτι που δεν ξεχνιέται.
«Τελικά θυμήθηκες», είπε.
Η φωνή του δεν είχε θυμό.
Ήταν χειρότερη.
Ήταν ήρεμη.
Η Ελένη ένιωσε τα δάχτυλά της να παγώνουν.
«Δεν ξέρω τι εννοείς.»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε αργά.
Και τότε έκανε κάτι που την πάγωσε.
Έβγαλε το παλτό.
Το πέταξε στο πάτωμα.
Το πουκάμισό του ήταν σκισμένο στο πλάι.
Και κάτω από το ύφασμα…
υπήρχε μια σκοτεινή κηλίδα.
Αίμα.
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Πώς…»
Η φωνή της έσπασε.
Ο Ανδρέας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
«Δεν το θυμάσαι;»
Η Ελένη έκανε πίσω.
Η πλάτη της ακούμπησε στο τραπέζι.
Οι σελίδες του χειρογράφου γλίστρησαν στο πάτωμα.
Ο Ανδρέας πλησίασε κι άλλο.
Και τότε τα χέρια του έκλεισαν γύρω από τους καρπούς της.
Δυνατά.
Πολύ δυνατά.
Η Ελένη ένιωσε πόνο.
«Άφησέ με!»
Η φωνή της αντήχησε στο δωμάτιο.
Ο Ανδρέας την τράβηξε κοντά του.
Το πρόσωπό του ήταν τώρα ελάχιστα εκατοστά από το δικό της.
Η ανάσα του μύριζε αλάτι και κάτι μεταλλικό.
Αίμα.
«Τι φοβάσαι;» ψιθύρισε.
«Την αλήθεια;»
Η Ελένη προσπάθησε να ελευθερωθεί.
Αλλά η δύναμή του ήταν απροσδόκητη.
Σαν να μην ήταν απλώς άνθρωπος.
Σαν να ήταν κάτι άλλο.
Κάτι που είχε γεννηθεί μέσα της.
«Σε σκότωσα;» ψιθύρισε.
Ο Ανδρέας την κοίταξε.
Και τότε, για πρώτη φορά, κάτι σαν πόνος πέρασε από τα μάτια του.
«Δεν ξέρω.»
Η απάντηση την χτύπησε σαν μαχαίρι.
Τα δάχτυλά του έσφιξαν περισσότερο τους καρπούς της.
Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να αντιδρά παρά τη θέλησή της.
Φόβος.
Και κάτι άλλο.
Κάτι που δεν ήθελε να παραδεχτεί.
Έλξη.
Η σκοτεινή έλξη προς αυτό που την κατηγορούσε.
Ο Ανδρέας την έσπρωξε πάνω στο τραπέζι.
Τα χαρτιά σκορπίστηκαν παντού.
Η λάμπα κουνήθηκε.
Η σκιά τους απλώθηκε στον τοίχο.
Δύο σώματα μπλεγμένα σε μια πάλη που δεν ήταν μόνο σωματική.
«Θες να θυμηθείς;» είπε χαμηλά.
Η Ελένη τον χτύπησε στο στήθος.
«Σταμάτα!»
Αλλά εκείνος δεν σταμάτησε.
Τα χείλη του βρήκαν τον λαιμό της.
Όχι τρυφερά.
Σαν να την σημάδευαν.
Και τότε κάτι έσπασε μέσα της.
Μια εικόνα.
Το χιόνι.
Το χωριό.
Ένα παιδί που φωνάζει.
Ο Ανδρέας.
Ο ίδιος άντρας.
Νεότερος.
Πιο αδύναμος.
Πεσμένος στο έδαφος.
Και εκείνη…
με ένα βαρύ αντικείμενο στο χέρι.
Η Ελένη Κομνηνού ούρλιαξε.
«Όχι!»
Ο Ανδρέας πάγωσε.
Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της.
Η Ελένη ένιωθε το αίμα να βουίζει στα αυτιά της.
«Θυμήθηκα…»
Η φωνή της έτρεμε.
Ο Ανδρέας την άφησε αργά.
«Τι θυμήθηκες;»
Η Ελένη τον κοίταξε.
Τα μάτια της είχαν γεμίσει τρόμο.
«Εσύ…»
Η λέξη κόπηκε στη μέση.
Γιατί ξαφνικά είδε κάτι.
Το τραύμα στο στήθος του.
Το αίμα.
Αλλά…
δεν έσταζε.
Δεν κινούνταν.
Σαν να ήταν παλιό.
Πολύ παλιό.
Η Ελένη ψιθύρισε:
«Δεν είσαι αληθινός…»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε.
Και εκείνο το χαμόγελο ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα που είχε δει ποτέ.
«Είμαι όσο αληθινός χρειάζεται.»
Έκανε ένα βήμα πίσω.
Η σκιά του στον τοίχο άρχισε να αλλοιώνεται.
Σαν καπνός.
Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να παγώνει.
«Τι είσαι;»
Ο Ανδρέας την κοίταξε για τελευταία φορά.
«Αυτό που έμεινε όταν με σκότωσες.»
Η Ελένη ένιωσε τον κόσμο να διαλύεται.
«Ή…»
είπε εκείνος.
«αυτό που δημιούργησες για να αντέξεις ότι το έκανες.»
Η μορφή του άρχισε να ξεθωριάζει μέσα στη σκιά.
Η Ελένη έμεινε μόνη στο δωμάτιο.
Το αρχοντικό έτριζε.
Η θάλασσα έξω φώναζε.
Και στο πάτωμα…
οι σελίδες του χειρογράφου είχαν γεμίσει με μια νέα γραφή..
Η Ελένη έμεινε ακίνητη.
Γιατί για πρώτη φορά στη ζωή της…
δεν ήξερε αν ήταν συγγραφέας.
Ή ο φάκελος μιας ανεξιχνίαστης υπόθεσης.
Του δικού της εγκλήματος..
[…]
Έμεινε
ακίνητη για λίγα ακόμη δευτερόλεπτα.
Το δωμάτιο
γύρω της έμοιαζε να έχει στενέψει.
Η λάμπα του
γραφείου ταλαντευόταν ελαφρά, ρίχνοντας πάνω στους τοίχους σκιές που μεγάλωναν
και συρρικνώνονταν σαν να ανέπνεαν.
Ο Ανδρέας
στεκόταν, τώρα, απέναντί της.
Ακόμη εκεί.
Ακόμη
πραγματικός.
Ή
τουλάχιστον τόσο πραγματικός όσο η ανάσα της που έβγαινε κοφτή από το στήθος
της.
«Δεν
έφυγες…» ψιθύρισε.
Ο Ανδρέας
την κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν είχε πια καμία ειρωνεία.
Μόνο κάτι
βαθύ.
Σχεδόν
κουρασμένο.
«Δεν μπορώ
να φύγω», είπε χαμηλά.
Η Ελένη
ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Γιατί;»
Ο Ανδρέας
έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
Τα ξύλινα
πατώματα έτριξαν.
«Γιατί είμαι
μέσα σου.»
Η φράση
έπεσε στο δωμάτιο σαν πέτρα.
Η Ελένη
ένιωσε τον αέρα να φεύγει από τα πνευμόνια της.
«Σταμάτα…»
Αλλά η φωνή
της δεν είχε δύναμη.
Ο Ανδρέας
πλησίασε κι άλλο.
Τώρα ήταν
τόσο κοντά που μπορούσε να δει τις μικρές ουλές στο πρόσωπό του.
Και τότε
συνειδητοποίησε κάτι τρομακτικό.
Δεν θυμόταν
πότε τις είχε προσέξει πρώτη φορά.
Σαν να
υπήρχαν πάντα εκεί.
Σαν να τις
είχε δημιουργήσει η ίδια.
Τα χέρια του
ανέβηκαν αργά στους ώμους της.
Η Ελένη
Κομνηνού δεν έκανε πίσω.
Δεν
μπορούσε.
Κάτι μέσα
της δεν ήθελε να φύγει.
Σαν η
παρουσία του να ήταν απαραίτητη.
Σαν χωρίς
αυτόν, ο κόσμος να κατέρρεε.
Τα δάχτυλά
του έσφιξαν το ύφασμα του πουκαμίσου της.
Όχι απαλά.
Με μια
ένταση που έμοιαζε σχεδόν θυμωμένη.
Η Ελένη
ένιωσε το σώμα της να αντιδρά.
Όχι μόνο με φόβο.
Με κάτι πιο
σκοτεινό.
Κάτι που
έμοιαζε με ανάγκη.
«Με.. Μισείς»,
του ψιθύρισε.
Ο Ανδρέας
έσκυψε προς το πρόσωπό της.
«Δεν ξέρω αν
μπορώ να σε μισήσω.»
Τα χείλη του
άγγιξαν τα δικά της.
Το φιλί δεν
είχε τίποτα τρυφερό.
Ήταν σκληρό.
Απαιτητικό.
Σαν δύο
άνθρωποι που προσπαθούσαν να πνίξουν ο ένας την ανάσα του άλλου.
Η Ελένη
ένιωσε τα δάχτυλά του να μπλέκονται στα μαλλιά της.
Την τράβηξε
κοντά του.
Τόσο κοντά
που το στήθος τους συγκρούστηκε.
Η σύγκρουση
αυτή έμοιαζε περισσότερο με μάχη παρά με αγκαλιά.
Η Ελένη τον
έσπρωξε.
Αλλά
ταυτόχρονα τον κράτησε.
Τα δάχτυλά
της βρήκαν την πλάτη του.
Σαν να ήθελε
να βεβαιωθεί ότι υπήρχε.
Ότι ήταν
πραγματικός.
Η αναπνοή
τους έγινε άτακτη.
Γρήγορη.
Σχεδόν
βίαιη.
Οι σελίδες
του χειρογράφου έπεσαν ξανά στο πάτωμα σαν λευκά πουλιά.
Η Ελένη
Κομνηνού ένιωσε την άκρη του τραπεζιού στην πλάτη της.
Αλλά δεν
προσπάθησε να φύγει.
Τα χέρια της
γύρισαν γύρω από τον λαιμό του.
Τον τράβηξε
πάλι κοντά της.
Το φιλί τους
έγινε πιο άγριο.
Πιο
απελπισμένο.
Σαν δύο
άνθρωποι που ήξεραν ότι ίσως αυτό ήταν το μόνο που τους είχε απομείνει.
Η Ελένη
ένιωσε τα δόντια του να ακουμπούν στον λαιμό της.
Ένας μικρός
πόνος διαπέρασε το σώμα της.
Και τότε,
μέσα από αυτόν τον πόνο, ήρθε μια εικόνα.
Χιόνι.
Κραυγές.
Το πρόσωπο
του Ανδρέα στο έδαφος.
Αίμα πάνω
στο λευκό.
Η Ελένη
άνοιξε τα μάτια.
Η καρδιά της
χτυπούσε τόσο δυνατά που πονούσε.
«Σε
σκότωσα…»
Η φωνή της
ήταν σχεδόν αόρατη.
Ο Ανδρέας
δεν απομακρύνθηκε.
Τα μάτια του
ήταν τώρα καρφωμένα στα δικά της.
«Ίσως.»
Η λέξη αυτή
έσπασε κάτι μέσα της.
Η Ελένη τον
τράβηξε ξανά κοντά της.
Αυτή τη φορά
πιο δυνατά.
Σαν να
προσπαθούσε να εξαφανίσει τη σκέψη.
Τα σώματά
τους μπλέχτηκαν μέσα σε μια ένταση που δεν είχε πια όρια.
Δεν ήταν
μόνο επιθυμία.
Ήταν θυμός.
Ενοχή.
Απόγνωση.
Σαν κάθε
άγγιγμα να προσπαθούσε να σβήσει κάτι που είχε ήδη συμβεί.
Η λάμπα
έπεσε στο πάτωμα.
Το δωμάτιο
βυθίστηκε στο μισοσκόταδο.
Μόνο το φως
της θάλασσας περνούσε από το παράθυρο.
Η Ελένη
ένιωσε για μια στιγμή ότι ο Ανδρέας είχε γίνει πιο ελαφρύς.
Σχεδόν
άυλος.
Σαν να διαλυόταν.
Τα δάχτυλά
της έσφιξαν τους ώμους του.
«Μην
φύγεις…»
Ο Ανδρέας
την κοίταξε.
Για πρώτη
φορά υπήρχε κάτι σαν θλίψη στα μάτια του.
«Δεν μπορείς
να με κρατήσεις.»
Η φωνή του
ήταν σχεδόν ψίθυρος.
«Είμαι μόνο
αυτό που θυμάσαι.»
Η Ελένη
ένιωσε κάτι υγρό στο χέρι της.
Κοίταξε
κάτω.
Αίμα.
Στο στήθος
του.
Αλλά το αίμα
δεν έτρεχε.
Σαν να ήταν
παγωμένο στον χρόνο.
Άρχισε να ουρλιάζει.
«Τότε τι
είσαι; Τι είσαι;»
Ο Ανδρέας
άγγιξε απαλά το μάγουλό της.
Το άγγιγμα
ήταν τώρα διαφορετικό.
Ήσυχο.
Σχεδόν
τρυφερό.
«Είμαι το
κομμάτι της ιστορίας σου που δεν έχεις τελειώσει.»
Η μορφή του
άρχισε να ξεθωριάζει αργά.
Η Ελένη
προσπάθησε να τον κρατήσει.
Αλλά τα
χέρια της έπιασαν μόνο αέρα.
Λίγα
δευτερόλεπτα μετά…
ήταν μόνη.
Το δωμάτιο
ήταν άδειο.
Η θάλασσα
έξω βρυχιόταν.
Και στο
πάτωμα…
οι σελίδες
του χειρογράφου είχαν γεμίσει με νέες λέξεις.
Με γραφή που
δεν θυμόταν να έχει γράψει.
«Η επιθυμία
είναι το τελευταίο καταφύγιο της ενοχής.»
Η Ελένη
Κομνηνού γονάτισε.
Μερικοί
δολοφόνοι δεν επιστρέφουν ποτέ στον τόπο του εγκλήματος.
Άλλοι… ζουν
εκεί για πάντα.
Και εκείνη
μόλις είχε καταλάβει
ότι το
αρχοντικό δίπλα στη θάλασσα
μπορεί να
ήταν
ο δικός της
τόπος εγκλήματος..
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
ΤΩΝ ΕΡΙΝΥΩΝ
Η Ελένη Κομνηνού κοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει.
Δεν ήταν ύπνος κανονικός.
Ήταν κατάρρευση.
Το σώμα της είχε εξαντληθεί από την ένταση, την αϋπνία, τις μνήμες που είχαν
αρχίσει να επιστρέφουν σαν κύματα που δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει. Έπεσε
στο παλιό κρεβάτι του αρχοντικού με τα ρούχα, με τα μαλλιά της ακόμη μυρίζοντας
αλάτι και καπνό, και τα μάτια της έκλεισαν σαν κάποιος να έσβησε έναν διακόπτη
μέσα στο κεφάλι της.
Έξω, η θάλασσα βρυχιόταν.
Ο άνεμος χτυπούσε τα παράθυρα του αρχοντικού.
Και κάπου βαθιά μέσα στο μυαλό της άνοιξε ένας άλλος τόπος.
Το χωριό.
Το χωριό της Αρκαδίας.
Όμως δεν ήταν όπως το θυμόταν.
Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα.
Όχι ήσυχα.
Βίαια.
Οι νιφάδες χτυπούσαν το έδαφος σαν μικρές λεπίδες και το τοπίο είχε γίνει
ένα λευκό πεδίο όπου δεν ξεχώριζε δρόμος, σπίτι, άνθρωπος.
Στεκόταν στην πλατεία.
Ξυπόλητη.
Το χιόνι έκαιγε τα πέλματά της.
Και τότε τους είδε.
Στην αρχή ήταν σκιές.
Σιγά σιγά πήραν μορφή.
Οι κάτοικοι του χωριού.
Όλοι.
Ο πρόεδρος.
Ο έφορος.
Οι γέροι του καφενείου.
Οι γυναίκες που μιλούσαν χαμηλόφωνα στις πόρτες.
Οι μορφές τους, όμως, είχαν αλλάξει.
Τα πρόσωπά τους ήταν παραμορφωμένα.
Τα μάτια τους άδεια.
Τα στόματά τους ανοιχτά σαν να ψιθύριζαν κάτι ασταμάτητα.
Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας.
Σαν ερινύες.
Ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.
«Τι θέλετε από μένα;»
Η φωνή της χάθηκε στο χιόνι.
Τότε προχώρησε μπροστά μια άλλη μορφή.
Ψηλός.
Με μαύρο παλτό.
Ο εισαγγελέας Λυμπέρης.
Στο όνειρο δεν ήταν άνθρωπος.
Το πρόσωπό του είχε γίνει γκρίζο σαν πέτρα.
Τα μάτια του δύο σκοτεινές τρύπες.
Στο χέρι του κρατούσε έναν φάκελο.
«Η υπόθεση», είπε με φωνή που αντηχούσε παντού.
«Δεν έκλεισε ποτέ.»
Η Ελένη έκανε ένα βήμα πίσω.
Το χιόνι πίσω της είχε γίνει κόκκινο.
Δεν ήξερε πότε.
Ο Λυμπέρης άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα δεν υπήρχαν έγγραφα.
Μόνο σελίδες από το χειρόγραφό της.
«Εσύ την έγραψες», είπε.
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται.
«Είναι μυθιστόρημα…»
Η φράση έσβησε.
Γιατί οι κάτοικοι γύρω της άρχισαν να γελούν.
Όχι σαν άνθρωποι.
Σαν κάτι παλιότερο.
Σαν μνήμη που δεν συγχωρεί.
Και τότε εμφανίστηκε η βιβλιοθηκονόμος.
Ή μάλλον…
οι βιβλιοθηκονόμοι.
Δύο γυναίκες.
Η μία λεγόταν Ελένη.
Η άλλη είχε άλλο όνομα.
Το όνομα που είχε χρησιμοποιήσει στο μυθιστόρημα.
Στέκονταν η μία απέναντι από την άλλη.
Ίδιες.
Σαν καθρέφτες.
Η μία κρατούσε ένα βιβλίο.
Η άλλη ένα κλειδί.
«Ποια από τις δύο είσαι;» ρώτησαν μαζί.
Η Ελένη ένιωσε το κεφάλι της να πάλλεται.
«Δεν ξέρω…»
Η φωνή της έσπασε.
Ο πρόεδρος του χωριού πλησίασε.
Στο όνειρο είχε γίνει κάτι άλλο.
Το σώμα του τεράστιο.
Τα μάτια του κίτρινα σαν λύκου.
«Ξέρεις.»
Το είπε χαμηλά.
Σαν απειλή.
«Όλοι ξέρουμε.»
Οι μορφές γύρω της άρχισαν να κινούνται.
Αργά.
Κυκλικά.
Σαν να την περικύκλωναν.
Σαν χορός ερινυών που σφίγγει τον κύκλο.
Η Ελένη άρχισε να τρέχει.
Το χιόνι έφτανε μέχρι τα γόνατά της.
Κάθε βήμα ήταν πιο δύσκολο.
Και οι φωνές πίσω της δυνάμωναν.
«Θυμήσου.»
«Θυμήσου.»
«ΘΥΜΗΣΟΥ.»
Η κραυγή έσκισε τον ουρανό.
Η Ελένη έφτασε μπροστά στη βιβλιοθήκη.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή.
Μπήκε μέσα.
Τα ράφια ήταν γεμάτα βιβλία.
Όμως τα βιβλία άρχισαν να ανοίγουν μόνα τους.
Οι σελίδες γύριζαν μανιασμένα.
Και από μέσα έπεφταν φωτογραφίες.
Ασπρόμαυρες.
Μια από αυτές έπεσε στα πόδια της.
Την σήκωσε.
Ένα παιδί.
Μάτια μεγάλα.
Φοβισμένα.
Και πίσω του…
ο Ανδρέας.
Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να σταματά.
«Όχι…»
Το παιδί γύρισε το κεφάλι του.
Σαν να την κοιτούσε μέσα από τη φωτογραφία.
Και τότε το είδε.
Το αίμα.
Στο χιόνι.
Στο κεφάλι του παιδιού.
Και το χέρι.
Το δικό της χέρι.
Η φωτογραφία έπεσε.
Οι φωνές των κατοίκων έγιναν ουρλιαχτά.
Οι μορφές τους είχαν πια μετατραπεί σε κάτι αρχαίο.
Γυναίκες με μαύρα μαλλιά που ανέμιζαν σαν φίδια.
Μάτια κόκκινα.
Δόντια γυμνά.
Ερινύες.
«ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ.»
Η λέξη έπεσε πάνω της σαν πέτρα.
Η Ελένη έπεσε στα γόνατα.
«Δεν ήθελα…»
Η φωνή της έσπασε.
«Δεν ήξερα…»
Τότε μια μορφή εμφανίστηκε μπροστά της.
Ο Ανδρέας.
Στο όνειρο ήταν διαφορετικός.
Νεότερος.
Το πρόσωπό του γεμάτο αίμα.
Τα μάτια του ήρεμα.
«Εγώ το είδα.»
Η φωνή του ήταν ήσυχη.
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Εσύ…»
Ο Ανδρέας έσκυψε μπροστά της.
«Εσύ τον έσπρωξες.»
Η εικόνα επέστρεψε.
Καθαρή.
Το παιδί έτρεχε.
Είχε δει κάτι.
Κάτι που δεν έπρεπε.
Η σύγκρουση.
Η πτώση.
Το κεφάλι στο βράχο.
Το αίμα.
Η Ελένη ούρλιαξε.
Και τότε οι ερινύες όρμησαν.
Ολόκληρο το χωριό έπεσε πάνω της.
Χέρια.
Φωνές.
Κατηγορίες.
Ο εισαγγελέας Λυμπέρης φώναζε:
«Η υπόθεση ανοίγει ξανά.»
Η βιβλιοθηκονόμος με τα δύο ονόματα ψιθύριζε:
«Δεν μπορείς να ξεχάσεις.»
Ο πρόεδρος γελούσε.
Και το παιδί…
το παιδί στεκόταν μπροστά της.
Με μάτια άδεια.
«Γιατί;»
Η Ελένη Κομνηνού άρχισε να πνίγεται.
Το χιόνι ανέβαινε.
Έφτασε στον λαιμό της.
Στο στόμα της.
Στα μάτια της.
Και τότε ξύπνησε.
Με μια κραυγή.
Το αρχοντικό ήταν σκοτεινό.
Η θάλασσα έξω μαινόταν.
Η Ελένη ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα.
Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού βρισκόταν.
Μετά είδε το γραφείο.
Το χειρόγραφο.
Τη θάλασσα.
Το αρχοντικό.
Και τότε κατάλαβε κάτι που την πάγωσε.
Πάνω στο γραφείο…
υπήρχε μια νέα σελίδα.
Γραμμένη.
Με τη δική της γραφή.
«Ο μάρτυρας δεν πέθανε ποτέ.
Ο μάρτυρας είναι ο Ανδρέας.»
Ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
Γιατί πίσω της…
μέσα στο σκοτάδι του δωματίου…
ακούστηκε μια γνώριμη φωνή.
«Τώρα θυμάσαι.»
Ο Ανδρέας στεκόταν πάλι εκεί και την κοίταζε..
[…]
Ξύπνησε σαν
να την είχαν ξεβράσει τα ίδια της τα όνειρα.
Όχι απότομα.
Όχι με εκείνο το τίναγμα που σε σώζει προσωρινά από τον εφιάλτη και σου αφήνει
την ψευδαίσθηση πως γύρισες στην πραγματικότητα. Ξύπνησε αργά, βασανιστικά, σαν
να ανέβαινε μέσα από πηχτό νερό. Το μάγουλό της ήταν κολλημένο στο πάτωμα. Η
ξύλινη σανίδα κάτω της ήταν παγωμένη, αλλά το σώμα της έκαιγε. Το νυχτικό είχε
κολλήσει πάνω της από τον ιδρώτα. Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα στον αυχένα. Τα
δάχτυλά της έψαξαν στα τυφλά το κενό, σαν να περίμεναν να πιαστούν από ένα χέρι
που είχε μόλις φύγει.
Δεν υπήρχε
κανείς.
Μόνο το
γραφείο.
Το
χειρόγραφο.
Η θάλασσα
πίσω από τα τζάμια.
Και μέσα
της, ακόμα, η φωνή.
Τώρα
θυμάσαι.
Η Ελένη
Κομνηνού προσπάθησε να σηκωθεί και δεν τα κατάφερε με την πρώτη. Σύρθηκε.
Κυριολεκτικά σύρθηκε. Έσπρωχνε το σώμα της με τους αγκώνες, σαν τραυματισμένο
ζώο που ξέρει ότι αν μείνει ακίνητο θα το βρουν τα άλλα. Έφτασε στην καρέκλα,
πιάστηκε από το κάθισμα, ανασηκώθηκε μισή και κάθισε τελικά μπροστά στο γραφείο
λαχανιασμένη, με τα γόνατα ανοιχτά, το κεφάλι σκυφτό, τα χέρια να τρέμουν πάνω
στο ξύλο.
Η λάμπα ήταν
ακόμα αναμμένη.
Δεν θυμόταν
να την είχε αφήσει.
Το χαρτί
μπροστά της περίμενε με εκείνη τη λευκή αναίδεια που έχουν μόνο οι σελίδες και
οι ανακρίσεις. Δεν τη λυπόταν. Δεν θα της συγχωρούσε τίποτα. Ήθελε μόνο λέξεις.
Η Ελένη
άνοιξε το στόμα της και γέλασε.
Ένα ήχο
ξερό, άσχημο, σχεδόν βήχα.
«Θες
αλήθεια;» ψιθύρισε στη σελίδα. «Πάντα την ήθελες. Από παιδί ακόμα. Γι’ αυτό
μπήκα στα δωμάτια των φόνων. Γι’ αυτό έμαθα να κοιτάζω εκεί που οι άλλοι
κατεβάζουν τα μάτια. Γι’ αυτό έγινα εγκληματολόγος. Όχι για τη δικαιοσύνη. Αυτή
είναι η λέξη που λέμε για να κοιμόμαστε. Όχι. Έγινα εγκληματολόγος γιατί ήθελα
να μάθω αν υπάρχει ποτέ τρόπος να φτάσεις στην αρχή. Στη μία αρχή. Στην πρώτη
βία. Στο πρώτο χέρι. Στην πρώτη ανάσα που σε έκανε να φοβηθείς το ίδιο σου το
σώμα.»
Πήρε το
μολύβι.
Στην αρχή
νόμισε ότι θα γράψει αργά, προσεκτικά, σαν κατάθεση. Μα από την πρώτη γραμμή
κιόλας κατάλαβε ότι απόψε δεν θα κατέθετε. Απόψε θα ομολογούσε.
Έγραψε:
Δεν είναι
αλήθεια ότι ξεχνάς.
Αυτό είναι
το πρώτο ψέμα που λένε στους ανθρώπους σαν κι εμένα. Ότι ο χρόνος σκεπάζει. Ότι
η ηλικία μαλακώνει. Ότι οι λέξεις «ήμουν παιδί» βάζουν τάχα απόσταση ανάμεσα σε
σένα και στο σώμα που υπήρξες.
Δεν ξεχνάς.
Το σώμα δεν
ξεχνάει ποτέ.
Μόνο αλλάζει
γλώσσα.
Γίνεται
σύσπαση, αποστροφή, αϋπνία, λαχάνιασμα, οργή χωρίς αφορμή, ναυτία μπροστά σε
συγκεκριμένες φωνές, συγκεκριμένες κινήσεις, συγκεκριμένα αντρικά αρώματα.
Γίνεται η αδυναμία να σταθείς άνετα μέσα στο ίδιο σου το δέρμα. Γίνεται
επιτυχία. Γίνεται πειθαρχία. Γίνεται σπουδές, βιβλία, φάκελοι, τόποι
εγκλήματος, πτώματα που δεν σε τρομάζουν πια, γιατί το πρώτο πτώμα που είδες
ήσουν εσύ — όχι νεκρή, όχι ακόμα, αλλά χωρισμένη από τον εαυτό σου.
Ήμουν παιδί
όταν έμαθα ότι μια κλειστή πόρτα δεν προστατεύει πάντα αυτόν που είναι μέσα.
Ήμουν παιδί
όταν έμαθα να μετράω τα βήματα στο διάδρομο και να καταλαβαίνω από τον ρυθμό
τους αν έπρεπε να χωθώ πιο βαθιά στο κρεβάτι, να σφίξω τα βλέφαρα, να
προσποιηθώ ύπνο, να αφήσω το σώμα μου ακίνητο σαν αντικείμενο. Δεν θα γράψω τα
πάντα. Όχι γιατί δεν μπορώ. Αλλά γιατί τα πάντα είναι το φθηνότερο μέρος της
αλήθειας. Η αλήθεια δεν είναι στις λεπτομέρειες που σοκάρουν. Η αλήθεια είναι
σε εκείνο το παιδί που καταλαβαίνει ξαφνικά, με τη διαύγεια της καταστροφής,
ότι οι μεγάλοι μπορούν να μιλούν ήρεμα το πρωί, να βάζουν νερό να βράσει, να
χαιρετούν τους γείτονες, να στρώνουν τραπέζι, και τη νύχτα να γίνονται κάτι
άλλο χωρίς να αλλάζουν πρόσωπο.
Αυτό δεν το
ξεπερνάς.
Το κουβαλάς.
Και μετά,
μια μέρα, λες ότι θέλεις να σπουδάσεις εγκληματολογία.
Και όλοι
λένε:
τι έξυπνο κορίτσι,
τι δυνατός χαρακτήρας,
κοίτα πώς τα κατάφερε,
κοίτα πώς μεταμόρφωσε την πληγή της σε γνώση.
Ανοησίες.
Δεν
μεταμόρφωσα τίποτα.
Απλώς άλλαξα
δωμάτιο.
Από το
παιδικό κρεβάτι πήγα στις αίθουσες νεκροτομής.
Από το σκοτάδι πήγα στα αρχεία.
Από τη σιωπή πήγα στις καταθέσεις.
Από το «μη μιλάς» πήγα στο «πες μου ακριβώς τι έγινε».
Και κάθε
φορά που κάποιος μιλούσε για εξαναγκασμό, για φόβο, για σώμα που πάγωσε ενώ
έπρεπε να αντισταθεί, εγώ δεν άκουγα μόνο ως επιστήμονας.
Άκουγα ως μάρτυρας.
Ως θύμα.
Ως εκείνο το παιδί που ποτέ δεν έφυγε από το δωμάτιο..
Η μύτη του
μολυβιού έσπασε.
Η Ελένη
Κομνηνού σήκωσε το κεφάλι.
Στο τζάμι
απέναντί της καθρεφτίστηκε για μια στιγμή κάποιος όρθιος πίσω της.
Δεν γύρισε
αμέσως.
Ήξερε ήδη.
«Σε βολεύει
να με λες φάντασμα», είπε η φωνή του Ανδρέα, ήρεμη, σχεδόν τρυφερή. «Το
φάντασμα δεν έχει ευθύνη. Είναι απλώς επιστροφή.»
Η Ελένη
ακούμπησε το νέο μολύβι στη σελίδα χωρίς να γράφει.
«Κι εσύ τι
είσαι;» ρώτησε. «Επιστροφή; Πρόσωπο; Παραίσθηση;»
«Είμαι το
όνομα που έδωσες σε ό,τι δεν άντεχες να πεις αλλιώς.»
Τώρα γύρισε.
Ήταν εκεί.
Κοντά στην
πόρτα του γραφείου. Όχι απειλητικός. Όχι μεγαλοπρεπής. Σαν άντρας που έχει
περάσει από πολλά δωμάτια του μυαλού της και έχει βγει κάθε φορά με άλλο
πρόσωπο. Γι’ αυτό άλλαζε. Γι’ αυτό μέσα στο μυθιστόρημα ο Ανδρέας δεν ήταν ποτέ
ένας. Ήταν άλλοτε σώμα, άλλοτε ανάγκη, άλλοτε μάρτυρας, άλλοτε εραστής, άλλοτε
σχεδόν σωτήρας, άλλοτε απειλή.
Η Ελένη το
κατάλαβε με εκείνη την οδυνηρή καθαρότητα που έρχεται μόνο όταν έχει αργήσει
πια.
Δεν είχε
πλάσει έναν άντρα.
Είχε πλάσει
έναν μηχανισμό.
Το όνομα
«Ανδρέας» ήταν η ρωγμή απ’ όπου περνούσαν όλες οι εκδοχές του ίδιου τραύματος:
ο άντρας που πλησιάζει,
ο άντρας που απαιτεί,
ο άντρας που σε διαβάζει πριν μιλήσεις,
ο άντρας που νομίζει πως το σώμα σου του χρωστά απάντηση,
ο άντρας που γίνεται ανάγκη ακριβώς επειδή είναι κίνδυνος,
ο άντρας που κοιτά και βλέπει όχι εσένα, αλλά το σημείο όπου μπορεί να μπει.
Κι επειδή το
παιδικό μυαλό δεν αντέχει μία μόνο μορφή τρόμου, τον έσπασε.
Τον μοίρασε.
Τον ξαναέγραψε.
Τον έκανε άλλο κάθε φορά για να μπορεί να τον αντικρίζει.
«Γι’ αυτό σε
έβαζα παντού», ψιθύρισε. «Γι’ αυτό δεν ήσουν ποτέ ο ίδιος.»
Ο Ανδρέας
χαμογέλασε θλιμμένα.
«Όχι», είπε.
«Γι’ αυτό δεν ήσουν ποτέ η ίδια εσύ.»
Η Ελένη
έσκυψε πάλι στο χαρτί.
Με ρωτάς
γιατί ο Ανδρέας σημαίνει τόσα πράγματα για μένα.
Επειδή δεν
ήταν ποτέ ένας άνθρωπος.
Ή ήταν, και
ακριβώς γι’ αυτό δεν μπόρεσε να μείνει ένας.
Όταν γνώρισα
τον πραγματικό Ανδρέα, δεν ήρθε ως τέρας. Κανένα τέρας δεν έρχεται έτσι. Ήρθε
με εκείνο το είδος της ηρεμίας που καθησυχάζει τους άλλους και αποσυντονίζει
εμένα. Μιλούσε χαμηλά. Με κοιτούσε επίμονα. Ήξερε να περιμένει. Ήξερε να μην
πιέζει στην αρχή. Οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι ξέρουν πάντα να κερδίζουν χρόνο.
Και εγώ,
ανόητη από την πιο παλιά μου ανάγκη, μπέρδεψα τη διακριτικότητα με την
κατανόηση.
Ίσως και να
ήθελα να τη μπερδέψω.
Ίσως κάθε
τραυματισμένη γυναίκα να κουβαλά μέσα της μια γελοία, αλύγιστη ελπίδα:
ότι αυτή τη φορά ο άντρας που πλησιάζει θα σταματήσει εκεί που οι άλλοι δεν
σταμάτησαν.
Δεν
σταμάτησε.
Εκείνη τη
μέρα θυμάμαι πρώτα το δωμάτιο.
Όχι τα λόγια.
Τα λόγια έρχονται πάντα μετά, σαν υπάλληλοι που καταγράφουν τη ζημιά.
Θυμάμαι την απόσταση να μικραίνει.
Το βλέμμα του να αλλάζει υφή.
Τη βεβαιότητα στα χέρια του.
Εκείνο το τρομακτικό, παλιό αίσθημα πως ο αέρας μέσα στο δωμάτιο δεν μου ανήκε
πια.
Πως ξαναγινόμουν μικρή.
Πως δεν ήμουν μια αναγνωρισμένη εγκληματολόγος, μια συγγραφέας με όνομα, μια
γυναίκα με διανοητική οπλοθήκη.
Ήμουν πάλι σώμα γωνιασμένο.
Σώμα που παγώνει πρώτα και αντιδρά μετά.
Σώμα που θυμάται πριν σκεφτεί.
Μου μιλούσε
και δεν άκουγα τι έλεγε.
Άκουγα παλιότερες φωνές.
Παλαιότερη ανάσα.
Παλαιότερα βήματα σε διάδρομο.
Εκεί είναι
που οι άνθρωποι σαν εμένα γίνονται επικίνδυνοι.
Όχι επειδή
είναι τρελοί.
Αλλά επειδή ο χρόνος σπάει.
Το πριν
μπαίνει μέσα στο τώρα.
Το παιδί μπαίνει μέσα στη γυναίκα.
Ο θύτης που έχεις μπροστά σου γεμίζει ξαφνικά με όλους τους άλλους.
Και τότε δεν αμύνεσαι απέναντι σε έναν.
Αμύνεσαι απέναντι σε όλους.
Έτσι πέθανε
ο Ανδρέας.
Όχι μόνο από
το χέρι μου.
Πέθανε από
το άθροισμα.
Από το
φορτίο πολλών χεριών που μαζεύτηκαν πάνω στο δικό μου.
Από τη βία που περίμενε χρόνια, δεκαετίες, να επιστρέψει.
Από το παιδί μέσα μου που εκείνη τη φορά δεν πάγωσε αρκετά.
Δεν θα γράψω
τη στιγμή σαν θρίαμβο.
Δεν ήταν.
Δεν ήταν δικαιοσύνη.
Δεν ήταν κάθαρση.
Ήταν κατάρρευση.
Και το
χειρότερο δεν ήταν ο θάνατός του.
Το χειρότερο
ήταν πως υπήρχε μάρτυρας.
Ένα παιδί.
Να λοιπόν η
λέξη που δεν αντέχω να γράψω.
Παιδί.
Όχι επειδή
δεν ξέρω τι συνέβη.
Αλλά επειδή ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει να κουβαλάς μια εικόνα που δεν σου
αναλογεί.
Να βλέπεις τη βία των μεγάλων και να γερνάς μέσα σε ένα λεπτό.
Να καταλαβαίνεις πως ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για να σε προστατεύσει.
Με κοίταζε.
Και στο
βλέμμα του δεν υπήρχε μόνο τρόμος.
Υπήρχε
αναγνώριση.
Σαν να
έβλεπα εμένα.
Σαν να ήμουν
εγώ.
Κι αυτό ήταν
αβάσταχτο.
Η Ελένη
σταμάτησε.
Τα δάχτυλά
της είχαν ασπρίσει γύρω από το μολύβι.
Στο βάθος
του γραφείου, δίπλα στη βιβλιοθήκη, άκουσε ένα ελαφρύ γελάκι. Ψηλό,
κοριτσίστικο. Όχι δυνατό. Σαν να είχε ξεφύγει από λαιμό που δεν ήταν πια
βέβαιος αν υπάρχει.
«Μην τη
λυπάσαι τόσο», είπε μια δεύτερη φωνή.
Η
δημοσιογράφος.
Ή η εικόνα
της.
Ή εκείνο το
κομμάτι της, που χρειαζόταν πάντα κάποιον να έρχεται με ερωτήσεις όταν εκείνη
δεν άντεχε πια τις απαντήσεις.
Η κοπέλα
στεκόταν τώρα στο άνοιγμα της πόρτας, όπως είχε σταθεί την πρώτη φορά, με το
ίδιο παράταιρα ήρεμο πρόσωπο, τα ίδια μάτια που δεν κοιτούσαν μόνο το παρόν
αλλά έψαχναν πίσω του.
«Είσαι
αληθινή;» τη ρώτησε η Ελένη.
Η
δημοσιογράφος ανασήκωσε τους ώμους.
«Τι σημασία
έχει; Οι καλύτερες συνεντεύξεις δίνονται πάντα σε αυτούς που δεν υπάρχουν.»
«Ποια
είσαι;»
Η κοπέλα την
κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς ειρωνεία.
«Είμαι
εκείνη που έρχεται κάθε φορά που πας να πεις την αλήθεια και φοβάσαι να τη
φέρεις στο δικό σου στόμα. Είμαι ο τρόπος σου να ρωτάς χωρίς να ομολογείς.
Είμαι το πρόσωπο που επινόησες για να μπορέσεις να εξετάσεις τον εαυτό σου όπως
εξέταζες τους άλλους.»
Η Ελένη
έκλεισε τα μάτια.
Ναι.
Αυτό ήταν.
Η
δημοσιογράφος δεν ήταν υποχρεωτικά ψέμα. Αλλά δεν ήταν βέβαια και αμιγώς
πραγματικότητα. Ήταν η σκηνοθετημένη ανάκριση της συνείδησής της. Το νεανικό
πρόσωπο που επέστρεφε για να την αναγκάζει να μιλήσει. Ίσως υπήρξε κάποτε ένα
τηλεφώνημα, ίσως μια πραγματική κοπέλα να πήρε όντως τον δρόμο για το
αρχοντικό, ίσως και όχι. Όμως μέσα στο βιβλίο, μέσα στην ψυχική οικονομία της
εγκληματολόγου και συγγραφέως, η δημοσιογράφος είχε πια γίνει λειτουργία: ο
εξωτερικός ανακριτής μιας εσωτερικής υπόθεσης.
Η Ελένη
Κομνηνού χαμήλωσε πάλι στο χαρτί..
Να γιατί
κλείστηκα στο αρχοντικό.
Όχι για
έμπνευση.
Ούτε για ησυχία.
Ήρθα εδώ
γιατί έπεσα σε δυσμένεια πριν το πω εγώ η ίδια έτσι. Στους κύκλους μας δεν
χρησιμοποιούν τέτοιες λέξεις. Λένε «κόπωση», «νευρική εξάντληση», «παρατεταμένο
στρες», «χρειάζεται απομάκρυνση από τα καθήκοντα». Λένε όλα όσα επιτρέπουν στην
υπηρεσία να κρατήσει αξιοπρέπεια και σε σένα λίγη από τη φήμη σου.
Εγώ ξέρω τι
ήταν.
Ρωγμή.
Έβλεπα
μοτίβα εκεί όπου ίσως δεν υπήρχαν.
Άκουγα συνδέσεις πίσω από φράσεις.
Έγραφα σημειώσεις και δεν θυμόμουν πότε.
Αισθανόμουν πως ορισμένοι φάκελοι δεν ήταν υποθέσεις αλλά καθρέφτες.
Οι άλλοι το
λένε κλινική αστάθεια.
Εγώ το λέω επιστροφή των νεκρών.
Και οι νεκροί δεν είναι πάντα πεθαμένοι άνθρωποι.
Μερικές φορές είναι θαμμένες εκδοχές του εαυτού σου.
Το αρχοντικό
τού θείου μου προσφέρθηκε σαν εξορία με καλή θέα.
Μακριά από τα γραφεία.
Μακριά από τις υπηρεσίες.
Μακριά από τις ερωτήσεις των συναδέλφων.
Κοντά μόνο στη θάλασσα, στο ξύλο που τρίζει, στα δωμάτια που κουβαλούν
περισσότερο αέρα παρά ζωή.
Κι όμως, δεν
απομονώθηκα για να σωπάσω.
Απομονώθηκα για να ακούσω πιο καθαρά.
Το χωριό της
Αρκαδίας, το χιόνι, τη βιβλιοθήκη, τα κλειδιά, τις εξομολογήσεις, τους λύκους
μέσα στη νύχτα...
Και το
παιδί-μάρτυρας;
Ο μάρτυρας
δεν ήταν ποτέ μόνο εκείνο το παιδί.
Ο μάρτυρας ήμουν, κυρίως, εγώ..
Ο αέρας στο
δωμάτιο βάρυνε.
Η
δημοσιογράφος μπήκε πιο μέσα.
Ο Ανδρέας
δεν είχε μετακινηθεί.
Η Ελένη τούς
κοίταξε και για πρώτη φορά δεν φοβήθηκε τόσο την παρουσία τους όσο τη λογική
που τους συνέδεε.
Ο ένας ήταν
η επιθυμία και η απειλή στο ίδιο σώμα.
Η άλλη ήταν η ερώτηση και η ενοχή στο ίδιο πρόσωπο.
«Πες το
μέχρι τέλους», είπε η δημοσιογράφος.
«Δεν μπορώ»,
απάντησε η Ελένη.
«Μπορείς»,
είπε ο Ανδρέας. «Απλώς φοβάσαι τι θα μείνει αν τελειώσεις.»
Η Ελένη Κομνηνού
γύρισε στην τελευταία καθαρή σελίδα.
Το χέρι της
τώρα έτρεμε λιγότερο.
Δεν ζητώ συγχώρεση.
Όποιος
γράφει για να συγχωρεθεί, γράφει σαν πολιτικός ή σαν ιερέας. Εγώ δεν είμαι
τίποτα από τα δύο. Είμαι μια γυναίκα που έμαθε αργά πως η γνώση δεν εξαγνίζει.
Μόνο απογυμνώνει.
Σκότωσα έναν
άντρα τη στιγμή που πάνω του είχαν στοιβαχτεί πολλοί.
Και μετά κατέστρεψα μια αθωότητα που δεν μου ανήκε να αγγίξω.
Είτε το έκανα με πράξη, είτε με σιωπή, είτε με τη διαστρέβλωση του νου που
ακολούθησε, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο:
ένα παιδί χάθηκε για πάντα από την παιδικότητά του.
Από τότε
γράφω.
Όχι για τέχνη.
Όχι για φήμη.
Ούτε για λύτρωση.
Γράφω γιατί
το κείμενο είναι ο μόνος τόπος όπου μπορώ να αφήσω τις μορφές να αλλάζουν χωρίς
να αλλάζει ο πυρήνας τους. Εκεί ο Ανδρέας μπορεί να είναι πρόσωπο, μνήμη,
μάρτυρας, θύτης, επιθυμία, τιμωρία. Εκεί η δημοσιογράφος μπορεί να είναι
πραγματική κοπέλα ή η φωνή που μου παίρνει κατάθεση. Εκεί το χωριό μπορεί να
είναι Αρκαδία και ταυτόχρονα το μέσα μέρος του κρανίου μου. Εκεί η βιβλιοθήκη
μπορεί να κρατά όσα εγώ δεν αντέχω να κρατήσω ξύπνια.
Και αν με
ρωτήσεις αν είμαι ακόμα εγκληματολόγος, θα σου πω:
τυπικά, ίσως όχι όπως ήμουν.
Ουσιαστικά, περισσότερο από ποτέ.
Γιατί τώρα
είμαι και ο τόπος του εγκλήματος..
Η Ελένη
άφησε κάτω το μολύβι.
Δεν
ακούστηκε τίποτα για λίγα δευτερόλεπτα.
Ούτε
θάλασσα.
Ούτε ξύλα.
Ούτε ανάσα.
Σαν το ίδιο
το αρχοντικό να είχε σταματήσει για να ακούσει αν θα υπάρξει συνέχεια.
Κι ύστερα η
δημοσιογράφος χαμογέλασε — όχι ειρωνικά αυτή τη φορά, αλλά σχεδόν συμπονετικά.
«Τώρα
αρχίζουν να καταλαβαίνουν», είπε.
«Ποιοι;»
«Οι ψαγμένοι
αναγνώστες σου. Αυτοί που υποψιάζονταν πως κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι
απλώς αυτό που δηλώνει. Αυτοί που πρόσεξαν ότι εσύ δεν αφηγείσαι ποτέ για να
εξηγήσεις, αλλά για να μετακινήσεις την ενοχή από μορφή σε μορφή.»
Ο Ανδρέας
πλησίασε το γραφείο.
Η Ελένη δεν
τραβήχτηκε.
«Και τώρα;»
ρώτησε.
Εκείνος
κοίταξε τις σελίδες.
«Τώρα θα
συνεχίσεις», είπε. «Γιατί αυτό δεν ήταν εξομολόγηση. Ήταν μόνο το σημείο όπου
έπαψες να κρύβεσαι πίσω από το εύρημα.»
Η Ελένη
σήκωσε το βλέμμα της στο είδωλό της στο τζάμι.
Δεν έβλεπε
πια μόνο μία γυναίκα εξαντλημένη στο γραφείο ενός απομονωμένου αρχοντικού.
Έβλεπε:
ρήγματα,
επιστροφές, λανθασμένες χρονικότητες, εναλλαγές ανάμεσα στο χιόνι και στη
θάλασσα, ανάμεσα στη βιβλιοθήκη και στο αρχοντικό, ανάμεσα στη λογοτεχνία και
στην κατάθεση.
Όχι επειδή
είχε χαθεί η τεχνική της.
Αλλά επειδή
έτσι λειτουργεί το τραύμα όταν αρχίζει να μιλάει χωρίς λογοκρισία:
δεν αφηγείται.
Εισβάλλει..
Η λάμπα
τρεμόπαιξε.
Ο Ανδρέας
είχε ήδη αρχίσει να ξεθωριάζει στο τζάμι.
Η
δημοσιογράφος στάθηκε λίγο ακόμα στην πόρτα.
«Θα ξανάρθω
αύριο;» ρώτησε.
Η Ελένη την
κοίταξε κατάματα.
«Αν είσαι
αληθινή, θα χτυπήσεις την πόρτα.
Αν δεν είσαι, θα βρίσκεσαι ήδη μέσα.»
Η κοπέλα
έγνεψε σαν να της αρκούσε αυτή η απάντηση.
Και χάθηκε
πρώτη.
Η Ελένη
Κομνηνού έμεινε μόνη.
Ή όσο μόνη
μπορούσε πια να είναι μια γυναίκα που είχε ανοίξει τέτοιο δωμάτιο μέσα της.
Έξω, η
θάλασσα ξανάρχισε να χτυπάει βράχια.
Μέσα, το ξύλο του πατώματος αναστέναξε.
Πήρε το
χειρόγραφο, ίσιωσε τις σελίδες, και στην κορυφή της επόμενης έγραψε μόνο μία φράση:
Ορισμένοι
φόνοι δεν ξεκινούν τη στιγμή της πράξης.
Ξεκινούν όταν ένα παιδί μαθαίνει πως κανείς δεν θα το πιστέψει εγκαίρως.
Κι αυτή τη
φορά δεν έσβησε τίποτα..
[…]
Η Ελένη
έμεινε πολλή ώρα ακίνητη.
Το χέρι της
ακουμπούσε ακόμη στο χαρτί, αλλά δεν έγραφε. Η μύτη του μολυβιού είχε χαράξει
πάνω στη σελίδα μια λεπτή, γκρίζα γραμμή, σαν καρδιογράφημα που κόπηκε απότομα.
Η πόρτα του γραφείου ήταν μισάνοιχτη. Η δημοσιογράφος είχε φύγει — ή είχε
διαλυθεί μέσα στο σπίτι, όπως διαλύονται τα πράγματα που δεν ξέρεις αν ήταν
άνθρωποι ή σκέψεις.
Έξω, η
θάλασσα χτυπούσε τους βράχους με πείσμα.
Μέσα, το
αρχοντικό έτριζε σαν να άλλαζε στάση στον ύπνο του.
Η Ελένη
σήκωσε αργά τα μάτια της από τη φράση που είχε μόλις γράψει.
Το όνομά της
ήταν Μαρία.
Το πρόσωπό της ήταν του παιδιού.
Η φωνή της ήταν δική μου.
Διάβασε τις
λέξεις άλλη μια φορά.
Ύστερα άλλη
μία.
Και κατάλαβε
πως δεν είχε άλλο χώρο να κρυφτεί.
Μέχρι τώρα
μπορούσε πάντα να μετακινείται. Από το χωριό στο αρχοντικό. Από τη βιβλιοθήκη
στη θάλασσα. Από την Άννα στη Μαρία. Από τον Ανδρέα στον μάρτυρα. Από τη
συγγραφέα στην εγκληματολόγο. Από τη μνήμη στην πλοκή.
Τώρα όχι.
Τώρα ή θα
έγραφε τη νύχτα όπως έγινε — όσο άντεχε να την πει — ή όλο το υπόλοιπο βιβλίο
θα ξεφούσκωνε σαν στημένο σκηνικό μετά το τέλος της παράστασης.
Τράβηξε μια
καθαρή σελίδα.
Έγραψε αργά,
σαν να φοβόταν ότι αν έγραφε γρήγορα τα γεγονότα θα ξαναγίνονταν.
Δεν θα το πω
πια με σύμβολα.
Δεν θα το πω
με χιόνι.
Δεν θα το πω με λύκους.
Δεν θα το πω με φαντάσματα που μπαίνουν από τις χαραμάδες.
Θα το πω
όπως μπορώ να το αντέξω:
με σειρά.
Εκείνη τη
νύχτα δεν ήμουν στο αρχοντικό.
Ούτε στο χωριό της Αρκαδίας.
Ούτε σε κανένα από τα μέρη όπου με έκρυψα αργότερα.
Ήμουν σε ένα
άλλο σπίτι.
Σε άλλο χρόνο.
Σε μια περίοδο που ακόμα πίστευα ότι η μόρφωση, η ευφυΐα και η επαγγελματική
επιτυχία είναι αρκετά όπλα για να σε προστατεύσουν από αυτό που έχει ήδη
φωλιάσει μέσα σου..
Ο Ανδρέας
ήταν αληθινός.
Υπήρξε
άντρας με σώμα, φωνή, χέρια, παλτό, μυρωδιά, επιμονή.
Και πριν
φτάσω να τον φοβάμαι, πέρασα από το στάδιο που νόμιζα πως τον καταλαβαίνω.
Αυτό είναι
που ντρέπεται περισσότερο να παραδεχτεί μια γυναίκα σαν εμένα:
όχι ότι κινδύνεψε,
αλλά ότι για λίγο πίστεψε πως είχε απέναντί της άνθρωπο και όχι επανάληψη.
Τον είχα
αφήσει να πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Όχι πολύ.
Όχι όσο φαντάζονται οι τρίτοι όταν ακούνε ιστορίες σαν αυτές.
Αλλά αρκετά για να μπορέσει αργότερα να νιώσει δικαιωμένος.
Οι άντρες
σαν τον Ανδρέα δεν νομίζουν ότι εξαναγκάζουν.
Νομίζουν ότι «σπρώχνουν λίγο».
Ότι «σπάνε μια άμυνα».
Ότι «πίσω από την άρνηση υπάρχει φόβος».
Ότι «αν ήθελες πραγματικά να φύγεις, θα είχες φύγει ήδη».
Η βία τους
αρχίζει πάντα με ερμηνεία.
Τη νύχτα
εκείνη ήμουν ήδη κουρασμένη, ήδη διασπασμένη, ήδη πιο ασταθής απ’ όσο
παραδεχόμουν στους άλλους και στον εαυτό μου. Είχα πιει λίγο — όχι αρκετά για
να μη θυμάμαι, αλλά αρκετά για να καθυστερήσω το ένστικτο. Θυμάμαι το φως
χαμηλό. Θυμάμαι τη σιωπή ανάμεσα στις φράσεις μας. Θυμάμαι ότι στην αρχή
μιλούσε ήρεμα. Πάντα έτσι άρχιζε. Με τόνο σχεδόν λογικό.
Ύστερα έκανε
το λάθος που κάνουν όλοι όσοι νομίζουν πως η επιθυμία του άλλου είναι κάτι που
μπορούν να αποσπάσουν με πίεση.
Με άγγιξε
ενώ είχα ήδη τραβηχτεί.
Όχι αθώα.
Όχι τυχαία.
Με εκείνη
την αποφασιστικότητα που δεν αφήνει πια καμία ασάφεια.
Του είπα
όχι.
Το θυμάμαι.
Όχι επειδή
έχω ανάγκη να αθωώσω τον εαυτό μου.
Αλλά επειδή η αλήθεια χρωστά πρώτα αυτή τη μία λέξη:
όχι.
Του το είπα
καθαρά.
Μία φορά.
Ύστερα δεύτερη.
Ύστερα προσπάθησα να τον σπρώξω.
Και τότε ο
χρόνος έσπασε.
Αυτό είναι
το σημείο που οι άνθρωποι που δεν έχουν γνωρίσει τέτοιο παρελθόν δεν
καταλαβαίνουν ποτέ σωστά. Νομίζουν ότι σε μια απειλή ο νους λειτουργεί
γραμμικά: βλέπεις κίνδυνο, αντιδράς, παλεύεις, τρέχεις, σώζεσαι ή δεν σώζεσαι.
Δεν
λειτουργεί έτσι όταν έχει προηγηθεί παιδική κακοποίηση.
Τότε το
παρόν δεν μένει παρόν.
Μολύνεται.
Ένα χέρι δεν
είναι μόνο το χέρι που έχεις μπροστά σου.
Γίνεται και το άλλο.
Μια φωνή δεν είναι μόνο η φωνή του άντρα που μιλά.
Γίνεται όλες οι προηγούμενες φωνές που σε έμαθαν να παγώνεις.
Το δωμάτιο μικραίνει.
Ο αέρας βαραίνει.
Το σώμα θυμάται πριν από τη λογική.
Η ηλικία σου καταρρέει.
Και ξαφνικά δεν είσαι μια ώριμη γυναίκα που κινδυνεύει.
Είσαι και το παιδί που κάποτε δεν μπόρεσε να φύγει.
Έτσι ένιωσα.
Δεν θα γράψω
περισσότερα για εκείνα τα παιδικά χρόνια.
Όχι γιατί δεν υπήρξαν φρικτά.
Αλλά γιατί τα έχω ήδη κουβαλήσει αρκετά σαν απόδειξη.
Αρκεί αυτό:
είχα μάθει πολύ νωρίς πως το σώμα μπορεί να γίνει τόπος εισβολής.
Και είχα περάσει τη μισή μου ζωή προσπαθώντας να μετατρέψω εκείνη τη γνώση σε
επιστήμη.
Τη νύχτα με
τον Ανδρέα, η επιστήμη κατέρρευσε πρώτη.
Έμεινε μόνο
το ένστικτο.
Και το παλιό παιδί.
Θυμάμαι το
πρόσωπό του πιο κοντά.
Θυμάμαι μια φράση του — όχι ολόκληρη, μόνο το νόημα:
ότι «κατά βάθος το ήθελα».
Ότι «όλο αυτό ήταν παιχνίδι ελέγχου».
Ότι «έπαψα προ πολλού να είμαι θύμα και τώρα απλώς χρησιμοποιούσα την ιστορία
μου σαν όπλο».
Δεν ξέρω
ποια απ’ όλες τις φράσεις είπε ακριβώς.
Ίσως περισσότερες από μία.
Ίσως καμία έτσι όπως τις ανακαλώ.
Αλλά αυτό ήταν το περιεχόμενο.
Η γνωστή, αηδιαστική μετάφραση της βίας σε ψυχολογικό δικαίωμα.
Και τότε
κάτι μέσα μου έσπασε οριστικά.
Όχι με
λογική.
Όχι με ηθική.
Με τρόμο.
Θυμάμαι το
βάρος μου να μετακινείται.
Θυμάμαι το χέρι μου να ψάχνει στα τυφλά.
Θυμάμαι ένα αντικείμενο πάνω σε τραπέζι ή ράφι — βαρύ, στερεό, πρόχειρο.
Θυμάμαι ότι δεν σκέφτηκα «θα τον σκοτώσω».
Σκέφτηκα
μόνο:
να σταματήσει.
Αυτό είναι
το μόνο αληθινό κέντρο εκείνης της πράξης.
Να
σταματήσει.
Τον χτύπησα.
Μία φορά;
Δύο;
Εδώ η μνήμη μου ρευστοποιείται και χρόνια ολόκληρα το χρησιμοποίησα αυτό σαν
καταφύγιο.
Μα δεν αλλάζει τίποτα.
Τον χτύπησα
αρκετά ώστε να σωριαστεί.
Θυμάμαι τον
ήχο πιο καθαρά απ’ την εικόνα.
Έναν ήχο θαμπό, σχεδόν γελοία ανθρώπινο.
Όχι σαν στις ταινίες.
Καμία κάθαρση.
Καμία δραματική μουσική.
Μόνο ένα σώμα που από βέβαιο γίνεται αδύναμο μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.
Μετά σιωπή.
Αυτή ήταν η
πρώτη πραγματική σιωπή της νύχτας.
Στάθηκα εκεί
λαχανιασμένη.
Δεν ένιωσα
θρίαμβο.
Δεν ένιωσα δικαίωση.
Δεν ένιωσα ούτε καν άμεσα ενοχή.
Ένιωσα κενό.
Το είδος του
κενού που ακολουθεί όταν ένας άνθρωπος πετυχαίνει κάτι που ήλπιζε όλη του τη
ζωή να μη χρειαστεί ποτέ να κάνει.
Και τότε
είδα το παιδί.
Η Ελένη Κομνηνού
σταμάτησε.
Σήκωσε
απότομα το κεφάλι.
Για μια
στιγμή της φάνηκε πως η μορφή της δημοσιογράφου είχε ξαναφανεί στο άνοιγμα της
πόρτας. Μόνο για μια αναλαμπή. Ένα πρόσωπο αχνό, σχεδόν διάφανο, που δεν την
παρακολουθούσε πια επιθετικά, αλλά με εκείνη τη σκληρή υπομονή που δείχνουν οι
νεκροί μέσα στα όνειρα.
Δεν είπε
τίποτα.
Η Ελένη
γύρισε στη σελίδα.
Τα χέρια της
ήταν παγωμένα, αλλά η γραφή της τώρα είχε γίνει πιο σταθερή.
Δεν ήταν
μέσα στο δωμάτιο από την αρχή.
Αυτό πρέπει
να το πω σωστά.
Το παιδί δεν
στεκόταν εκεί όσο πάλευα με τον Ανδρέα.
Δεν παρακολουθούσε όλη τη σκηνή.
Δεν ήταν αυτόπτης σε κάθε κίνηση.
Εμφανίστηκε
μετά.
Στην πόρτα.
Ίσως είχε
ακούσει θόρυβο.
Ίσως είχε έρθει να δει.
Ίσως βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, όπως βρίσκονται πάντα τα παιδιά
στα εγκλήματα των ενηλίκων.
Αυτό που
θυμάμαι καθαρά είναι το βλέμμα.
Καμιά
κραυγή.
Καμιά φράση.
Μόνο το βλέμμα.
Δεν έμοιαζε
με βλέμμα παιδιού που βλέπει «απλώς» κάτι τρομακτικό.
Έμοιαζε με
βλέμμα παιδιού που καταλαβαίνει ακαριαία πως ο κόσμος των μεγάλων είναι
βρόμικος, βίαιος και αθεράπευτα ψεύτικος.
Αυτό με
διέλυσε περισσότερο κι από το πεσμένο σώμα του Ανδρέα.
Γιατί εκεί,
στην πόρτα, δεν έβλεπα μόνο έναν μάρτυρα.
Έβλεπα τον
εαυτό μου.
Όχι όπως
ήμουν τότε.
Όπως είχα υπάρξει κάποτε.
Το παιδί που έμαθε πολύ νωρίς να βλέπει και να μη μιλά.
Κι εκεί
συνέβη το δεύτερο έγκλημα της νύχτας.
Όχι
απαραίτητα όπως το φοβόμουν για χρόνια.
Όχι πάντα με τον τρόπο που το όνειρο το ξαναπαίζει.
Αλλά συνέβη.
Πλησίασα το
παιδί.
Αυτό είναι
βέβαιο.
Θυμάμαι να
του λέω κάτι.
Όχι απειλή στην αρχή.
Περισσότερο ικεσία.
Να μη φωνάξει.
Να ηρεμήσει.
Να μη φύγει τρέχοντας.
Να με κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει αν είμαι η γυναίκα που σώθηκε ή η γυναίκα
που μόλις έγινε δολοφόνος.
Και τότε το
παιδί έκανε αυτό που τα παιδιά κάνουν όταν ο τρόμος τους ξεπερνά:
πήγε να τραβηχτεί.
Να φύγει.
Να ανοίξει το στόμα.
Δεν ξέρω αν
είπε κάτι.
Δεν ξέρω αν φώναξε.
Για χρόνια άκουγα μέσα μου μια κραυγή, αλλά δεν ξέρω αν ήταν δική του ή δική
μου.
Θυμάμαι μόνο
την πανικόβλητη βεβαιότητα ότι αν έφευγε, όλα θα τελείωναν αμέσως.
Η ζωή μου.
Το όνομά μου.
Η καριέρα μου.
Η εικόνα που είχα χτίσει με κόπο πάνω στα συντρίμμια μου.
Κυρίως όμως — κι αυτό είναι το πιο αποκρουστικό απ’ όλα — θυμάμαι πως δεν
φοβήθηκα μόνο την αποκάλυψη.
Φοβήθηκα και το ίδιο το βλέμμα του.
Το ότι κάποιος θα κουβαλούσε από εκεί και πέρα την εικόνα μου όπως εγώ
κουβαλούσα τους δικούς μου ενήλικες.
Και τότε
άπλωσα το χέρι.
Το άρπαξα.
Δεν θα το
εξωραΐσω.
Δεν θα το κάνω θολό.
Το άρπαξα.
Το παιδί
πάλεψε.
Λίγο.
Σπασμωδικά.
Με την αβέβαιη δύναμη που έχει πάντα η αθωότητα όταν συναντά τη βία και αργεί
μισό δευτερόλεπτο να καταλάβει ότι αυτή τη φορά είναι αληθινή.
Τι συνέβη
ακριβώς μετά είναι το πιο τραυματισμένο κομμάτι της μνήμης μου.
Εδώ
βρίσκονται τα ρήγματα.
Εδώ γεννήθηκαν όλες οι μεταφορές, όλα τα τεχνάσματα, όλες οι εκδοχές του
μυθιστορήματος.
Για χρόνια
πίστευα ότι το σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια.
Άλλες νύχτες πίστευα ότι απλώς το έσπρωξα, ότι χτύπησε, ότι σωριάστηκε, ότι η
υπόλοιπη φρίκη ήταν έργο της ενοχής μου.
Άλλες φορές ήμουν βέβαιη πως έζησε και ότι εγώ το δολοφόνησα αργότερα, όχι στο
σώμα, αλλά στη μνήμη — θάβοντάς το μέσα στις επινοήσεις μου.
Αυτό που
μπορώ πια να γράψω με εντιμότητα είναι το εξής:
Το παιδί
έπεσε εξαιτίας μου.
Αν πέθανε
αμέσως ή αν έζησε λίγο ακόμη, η μνήμη μου αρνείται ακόμη να σταθεί αρκετά
ακίνητη ώστε να το δω καθαρά.
Αλλά η ηθική αλήθεια δεν αλλάζει.
Η πτώση του ανήκει σε μένα.
Κι από τη
στιγμή εκείνη, ό,τι ακολούθησε δεν ήταν πια άμυνα.
Ήταν συγκάλυψη.
Η Ελένη
Κομνηνού σταμάτησε ξανά.
Από το
διπλανό δωμάτιο ακούστηκε ένα πολύ ελαφρύ τρίξιμο, σαν κάποιος να ακούμπησε το
βάρος του σε παλιό πάτωμα. Δεν πήγε να δει. Το ήξερε πια: το αρχοντικό έδινε
ήχους όταν πλησίαζε η αλήθεια που τόσα χρόνια είχε μείνει θαμμένη.
Έσκυψε ξανά.
Τώρα έγραφε
σχεδόν χωρίς να αναπνέει.
Μετά άρχισε
η δουλειά της ενηλικίωσης μέσα στη φρίκη.
Έκανα ό,τι
κάνουν οι άνθρωποι που σε μια νύχτα περνούν από το θύμα στον θύτη και δεν
αντέχουν να ζουν με αυτή τη μετάβαση:
οργάνωσα.
Έκλεισα.
Σκούπισα.
Έσβησα.
Μετακίνησα.
Δεν θα μπω
σε λεπτομέρειες.
Δεν είναι εκεί η ουσία.
Η ουσία είναι ότι λειτούργησα.
Με αποτελεσματικότητα.
Με παγωμένη λογική.
Με την αποκομμένη ακρίβεια που μετά όλοι θα θαύμαζαν ως επαγγελματική
δεινότητα, χωρίς να ξέρουν ότι είχε γεννηθεί νωρίτερα, σ’ εκείνη τη νύχτα, σαν
μηχανισμός επιβίωσης και απόκρυψης.
Κάποιοι
άνθρωποι παθαίνουν σοκ και καταρρέουν.
Εγώ παθαίνω σοκ και γίνομαι τρομακτικά χρήσιμη.
Ίσως γι’
αυτό έγινα τόσο καλή στη δουλειά μου αργότερα.
Ίσως όλη η επαγγελματική μου διαδρομή να ήταν η τελειοποίηση εκείνης της πρώτης
φρικτής δεξιότητας:
να κοιτάζω το χάος και να το βάζω σε σειρά.
Μόνο που εδώ
η σειρά δεν υπηρετούσε τη δικαιοσύνη.
Υπηρετούσε εμένα.
Τι απέγινε
επισήμως εκείνη η νύχτα;
Τι γράφτηκε;
Τι σβήστηκε;
Ποιοι βοήθησαν;
Ποιοι δεν ήξεραν αλλά διαισθάνθηκαν;
Ποιοι προτίμησαν να μη ρωτήσουν γιατί τους συνέφερε μια τακτοποιημένη εκδοχή;
Αυτά είναι
το επόμενο στρώμα της ιστορίας.
Και δεν μπορώ ακόμη να τα πω όλα με βεβαιότητα.
Γιατί εκεί μπλέκεται η δική μου πράξη με τους μηχανισμούς άλλων ανθρώπων.
Με υπηρεσίες.
Με επαφές.
Με παλιές σιωπές.
Με την ευκολία με την οποία ο κόσμος προστατεύει ό,τι μοιάζει αξιοσέβαστο.
Αλλά η αρχή
είναι αυτή:
Ο Ανδρέας
δεν χάθηκε μόνος του.
Το παιδί δεν χάθηκε μόνο του.
Κι εγώ δεν βρέθηκα απλώς χρόνια μετά στο αρχοντικό για να γράψω ένα βιβλίο.
Έφτασα εδώ
επειδή η μνήμη, όσο κι αν τη χειραγωγείς, κάποτε ζητάει τον τόπο της αυτοψίας.
Και το
αρχοντικό είναι αυτό:
ο τόπος όπου η ενοχή μου έπαψε να δέχεται λογοτεχνική διακόσμηση..
Στο τέλος
της σελίδας το χέρι της λύγισε.
Η Ελένη
Κομνηνού άφησε το μολύβι κάτω και πίεσε τους κροτάφους της. Η ανάσα της είχε
γίνει κοφτή. Δεν έκλαιγε ακόμη. Το κλάμα ερχόταν πάντα λίγο αργότερα, όταν το
σώμα καταλάβαινε αυτά που το χέρι είχε ήδη προδώσει.
Κοίταξε προς
την πόρτα.
Η
δημοσιογράφος στεκόταν πάλι εκεί.
Αυτή τη φορά
όχι σαν ανακρίτρια. Ούτε σαν σκιά. Ήταν σχεδόν θλιμμένη. Σαν να είχε πάρει
επιτέλους αυτό που ζητούσε, αλλά να ήξερε πως η αλήθεια, όταν επιτέλους
έρχεται, δεν θεραπεύει τίποτα. Απλώς σταματά τη μετάθεση.
«Τώρα το
έγραψες», είπε.
Η Ελένη δεν
απάντησε αμέσως.
«Όχι όλο.»
«Αρκετά.»
«Δεν ξέρω
ακόμη αν το παιδί πέθανε αμέσως. Δεν ξέρω αν…»
Η κοπέλα τη
διέκοψε ήσυχα.
«Δεν
χρειάζεται να ξέρεις τα πάντα για να είσαι ένοχη.»
Η φράση
χτύπησε μέσα στο δωμάτιο σαν σφραγίδα.
Η Ελένη την
κοίταξε με μίσος για ένα δευτερόλεπτο. Μετά το μίσος έσπασε και έγινε
εξάντληση.
«Τότε τι
μένει;» ψιθύρισε. «Αν δεν υπάρχει ούτε πλήρης μνήμη ούτε αθώωση ούτε λύτρωση,
τι μένει;»
Η
δημοσιογράφος την κοίταξε σταθερά.
«Η σειρά.»
«Ποια
σειρά;»
«Η σωστή
σειρά. Πρώτα η παραδοχή. Μετά τα ονόματα. Μετά το τι ακριβώς έγινε με το σώμα
του Ανδρέα, με το παιδί, με όσους ίσως βοήθησαν ή συγκάλυψαν. Μετά το γιατί
έπεσες σε δυσμένεια. Μετά το γιατί το βιβλίο σου γέμισε πρωθύστερα. Μετά το
γιατί με έφτιαξες.»
Η Ελένη
χαμογέλασε πικρά.
«Και στο
τέλος;»
Η κοπέλα
αργοκίνητα μπήκε μέσα στο δωμάτιο.
«Στο τέλος
δεν υπάρχει κάθαρση, Ελένη. Υπάρχει μόνο η πιο καθαρή δυνατή μορφή της αλήθειας
που μπορεί να αντέξει ένας διαλυμένος νους.»
Η Ελένη
έσκυψε στο χειρόγραφο.
Τα
προηγούμενα κεφάλαια, απλωμένα παντού, της φάνηκαν ξαφνικά σαν στρώματα πάγου
πάνω από σκοτεινό νερό. Από κάτω βρισκόταν πάντα η ίδια νύχτα. Η ίδια κίνηση.
Το ίδιο όχι. Το ίδιο χτύπημα. Το ίδιο παιδί στην πόρτα.
Γύρισε στην
επόμενη λευκή σελίδα.
Και έγραψε,
με γράμματα μεγαλύτερα από πριν, πιο βαριά, σχεδόν σαν κατάθεση σε εισαγγελέα:
Ο Ανδρέας
επιχείρησε να με εξαναγκάσει.
Αντιστάθηκα.
Τον χτύπησα και έπεσε.
Μετά εμφανίστηκε ένα παιδί στην πόρτα.
Το άρπαξα για να μη φύγει.
Έπεσε εξαιτίας μου.
Και από εκείνο το σημείο και μετά, όλη η υπόλοιπη ζωή μου έγινε μια ατέλειωτη,
άρρωστη προσπάθεια να ξαναγράψω τη σειρά των γεγονότων έτσι ώστε να αντέχω να
υπάρχω μέσα της.
Το διάβασε
μία φορά.
Ύστερα
δεύτερη.
Και για
πρώτη φορά δεν θέλησε να σκίσει τη σελίδα.
Η
δημοσιογράφος χαμογέλασε αχνά.
«Τώρα
μοιάζεις πάλι με εγκληματολόγο», είπε.
Η Ελένη
σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Όχι»,
απάντησε. «Τώρα μοιάζω με τόπο εγκλήματος που έμαθε να μιλά.»
Έξω, η θάλασσα
ξέσπασε με δύναμη πάνω στα βράχια.
Μέσα, το
αρχοντικό έμεινε για πρώτη φορά τελείως ακίνητο.
Σαν να είχε
πάρει αυτό που περίμενε χρόνια.
Και στην
κορυφή της επόμενης σελίδας, πριν την προλάβει πάλι ο φόβος, η Ελένη Κομνηνού,
η εγκληματολόγος και συγγραφέας, έγραψε μόνο μία πρόταση:
Το επόμενο
που οφείλω να θυμηθώ δεν είναι το έγκλημα.
Είναι η συγκάλυψη..
[…]
Η νύχτα δεν είχε ακόμη πέσει, αλλά το φως είχε ήδη
πεθάνει.
Στο αρχοντικό της ακτής, η θάλασσα ακουγόταν σαν
κάτι ζωντανό που προσπαθούσε να μπει μέσα από τους τοίχους. Ο άνεμος περνούσε
από τις χαραμάδες και έκανε τα παλιά ξύλα να τρίζουν, σαν το σπίτι να
προσπαθούσε να αναπνεύσει.
Η Ελένη Κομνηνού καθόταν στο μεγάλο τραπέζι της
βιβλιοθήκης.
Τα δάχτυλά της ακουμπούσαν ένα άδειο τετράδιο.
Εδώ και μήνες δεν είχε γράψει ούτε μία λέξη.
Και όμως το κεφάλι της ήταν γεμάτο φωνές.
Όχι ιστορίες.
Μάρτυρες.
Υπόπτους.
Σκιές.
Μια εγκληματολόγος δεν ξεχνά ποτέ τον τρόπο που
λειτουργεί μια ανάκριση. Ακόμη κι όταν ο ανακρινόμενος είναι ο ίδιος της ο
εαυτός.
Σήκωσε αργά το κεφάλι.
Η καρέκλα απέναντί της δεν ήταν πια άδεια.
Ο πρόεδρος του χωριού καθόταν εκεί.
Η μορφή του δεν ήταν καθαρή· έμοιαζε να σχηματίζεται
μέσα από τη μνήμη της, σαν φιγούρα που προσπαθεί να βγει μέσα από ομίχλη.
— Άργησες, Ελένη.
Η φωνή του ήταν ήρεμη.
Εκείνη δεν ξαφνιάστηκε.
Τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι
τα πρόσωπα του χωριού δεν ήταν αναμνήσεις.
Ήταν μηχανισμοί.
Είχε φτιάξει ένα ολόκληρο χωριό για να μπορέσει να
κάνει αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα από κάθε άνθρωπο.
Να ερευνήσει ένα έγκλημα.
Μόνο που το έγκλημα δεν ήταν στο χωριό.
Ήταν μέσα της..
Η πόρτα άνοιξε.
Η βιβλιοθηκονόμος μπήκε πρώτη.
Μετά ο αστυνομικός.
Και πίσω τους — σαν να είχε έρθει από πολύ μακριά —
το παιδί.
Το παιδί δεν καθόταν ποτέ.
Στεκόταν.
Σαν να μην είχε ακόμη αποφασίσει αν ανήκει στον
κόσμο των ζωντανών ή των νεκρών.
Η Ελένη Κομνηνού ένιωσε τον λαιμό της να σφίγγει.
— Πες το, είπε ο αστυνομικός.
— Δεν θυμάμαι όλα.
— Θυμάσαι αρκετά.
Η Ελένη γέλασε χαμηλά.
Ένα γέλιο χωρίς χαρά.
— Η μνήμη είναι περίεργο πράγμα. Δεν σβήνει. Απλώς
μεταμφιέζεται.
Κοίταξε το παιδί.
— Μερικές φορές μεταμφιέζεται σε ιστορία.
Ο πρόεδρος έγειρε μπροστά.
— Το χωριό.
— Ναι.
Η Ελένη έτριψε το μέτωπό της.
— Δεν υπήρξε ποτέ έτσι όπως το έγραψα. Όχι
πραγματικά. Υπήρχαν άνθρωποι, ναι. Αλλά εγώ τους άλλαξα. Τους έπλασα ξανά. Τους
έβαλα να μιλούν, να κρίνουν, να ρωτούν.
— Γιατί;
Η απάντηση ήρθε αργά.
— Γιατί μια εγκληματολόγος χρειάζεται πάντα
μάρτυρες.
Η σιωπή στο δωμάτιο έγινε βαριά.
— Και το παιδί; ρώτησε η βιβλιοθηκονόμος.
Η Ελένη κοίταξε τα χέρια της.
Τα χέρια που κάποτε είχαν εξετάσει δεκάδες
εγκλήματα.
Χέρια που είχαν ανοίξει φακέλους, είχαν αναλύσει
αποδείξεις, είχαν αγγίξει φωτογραφίες νεκρών.
Και όμως αυτά τα ίδια χέρια δεν μπορούσαν ακόμη να
αγγίξουν την αλήθεια.
— Εκείνη τη νύχτα… είπε τελικά.
Και η φωνή της έσπασε..
[…]
Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η πτώση έρχεται ξαφνικά.
Ένα σκάνδαλο.
Μια αποκάλυψη.
Ένα λάθος.
Αλλά η αληθινή πτώση είναι αργή.
Σαν ρωγμή σε γυαλί.
Πρώτα εμφανίζεται μια λεπτή γραμμή.
Και ύστερα απλώνεται.
Αθόρυβα.
Η Ελένη Κομνηνού θυμόταν το πρώτο συνέδριο όπου
ένιωσε κάτι να αλλάζει.
Οι συνάδελφοι την κοίταζαν με προσοχή.
Όχι με σεβασμό όπως παλιά.
Με περιέργεια.
— Οι υποθέσεις σου έχουν αρχίσει να μοιάζουν μεταξύ
τους, της είπε κάποτε ένας καθηγητής.
Η Ελένη Κομνηνού χαμογέλασε.
— Όλα τα εγκλήματα μοιάζουν μεταξύ τους.
— Όχι. Τα δικά σου.
Και τότε εκείνος είπε τη φράση που την ακολούθησε
για χρόνια.
— Πάντα υπάρχει ένα παιδί.
Η καρδιά της σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.
Από εκείνη τη στιγμή, οι ρωγμές άρχισαν να
φαίνονται.
Οι φάκελοι αφαιρέθηκαν.
Οι συνεργασίες σταμάτησαν.
Κάποιοι ψιθύριζαν ότι είχε αρχίσει να μπερδεύει τη
μυθοπλασία με την πραγματικότητα.
Κάποιοι άλλοι ότι είχε γίνει επικίνδυνη.
Και η Ελένη Κομνηνού — που κάποτε ανακάλυπτε την
αλήθεια μέσα στο χάος — άρχισε να καταλαβαίνει ότι είχε περάσει μια αόρατη
γραμμή.
Όταν έφυγε από την τελευταία επιτροπή, ήξερε ήδη.
Δεν την είχαν απολύσει.
Την είχαν απλώς αφήσει να εξαφανιστεί.
Έτσι βρέθηκε στο αρχοντικό.
Στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα.
Με τα βιβλία της.
Με τις ιστορίες της.
Και με το χωριό που ζούσε μέσα στο κεφάλι της.
Ο αστυνομικός την κοιτούσε τώρα από τη σκιά του
δωματίου.
— Και το παιδί; ρώτησε ξανά.
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
— Δεν ξέρω αν πέθανε εκείνη τη νύχτα.
Το παιδί σήκωσε το κεφάλι.
— Αλλά ξέρεις τι έγινε.
Η Ελένη σηκώθηκε.
Ένιωσε το πάτωμα να γέρνει ελαφρά.
Η θάλασσα ακουγόταν όλο και πιο δυνατά.
— Ναι.
Κοίταξε το παράθυρο.
— Και ήρθε η ώρα να το πω..
[…]
Η παραλία ήταν άγρια.
Ο ουρανός χαμηλός.
Ο άνεμος μύριζε αλάτι και κρύο.
Η Ελένη περπάτησε αργά προς το νερό.
Ένιωθε τα μάτια του χωριού πάνω της.
Τον πρόεδρο.
Τον αστυνομικό.
Την βιβλιοθηκονόμο.
Τον Ανδρέα.
Το παιδί..
Όλοι στέκονταν πίσω της σαν αόρατο δικαστήριο.
Στάθηκε μπροστά στη θάλασσα.
Ο αέρας τράβηξε το παλτό της.
Το έβγαλε.
Το άφησε να πέσει στην άμμο.
Έπειτα το φόρεμα.
Το ύφασμα γλίστρησε από τους ώμους της και άφησε το
σώμα της γυμνό στον άνεμο.
Το δέρμα της ανατρίχιασε.
Η ψύχρα άγγιζε κάθε εκατοστό της σαν να την ξυπνούσε
από έναν μακρύ ύπνο.
Για πρώτη φορά, μετά από χρόνια, ένιωσε το σώμα της
χωρίς άμυνα.
Χωρίς τίποτα να το κρύβει.
Ο άνεμος χάιδευε τους ώμους της, τη μέση της, τα
πόδια της.
Η θάλασσα μπροστά της σκοτεινή.
Βαθιά.
— Τώρα δεν μπορείς να κρυφτείς, είπε ο αστυνομικός.
— Ποτέ δεν μπορούσε, απάντησε ο πρόεδρος.
Το παιδί πλησίασε.
Η Ελένη ένιωσε την παρουσία του σαν ψυχρό άγγιγμα
στον αέρα γύρω από το σώμα της.
— Φοβάσαι; ρώτησε.
Η Ελένη Κομνηνού κοίταξε το νερό.
— Περισσότερο από ποτέ.
— Τότε μπες.
Έκανε ένα βήμα.
Το νερό άγγιξε τα πόδια της.
Παγωμένο.
Ένα σοκ ανέβηκε στο σώμα της.
Αλλά δεν σταμάτησε.
Μπήκε πιο βαθιά.
Το νερό ανέβηκε στα γόνατα.
Στους μηρούς.
Στη μέση.
Το σώμα της έτρεμε.
Όχι μόνο από το κρύο.
Από την αλήθεια που πλησίαζε.
Γύρισε για μια στιγμή προς την ακτή.
Τα φαντάσματα του χωριού στέκονταν ακίνητα.
Και τότε κατάλαβε κάτι.
Δεν τα είχε δημιουργήσει για να ξεφύγει.
Τα είχε δημιουργήσει για να αντέξει.
Έκλεισε τα μάτια.
Και άφησε το σώμα της να βυθιστεί στο σκοτεινό νερό.
Σαν να ξαναγεννιόταν μέσα στην ίδια της την ενοχή..
Η νύχτα έπεσε
χωρίς να το καταλάβει.
Η θάλασσα
μπροστά στο αρχοντικό δεν είχε πια χρώμα. Ήταν μια μάζα σκοταδιού που κινούνταν
αργά, σαν να ανέπνεε.
Ο άνεμος
έσερνε την άμμο πάνω στις πέτρες και το αρχοντικό πίσω της στεκόταν σαν παλιό
δικαστήριο που είχε εγκαταλειφθεί από τους ανθρώπους αλλά όχι από τις
αποφάσεις.
Η Ελένη
Κομνηνού περπάτησε αργά προς την ακτή.
Τα βήματά
της δεν έκαναν σχεδόν κανέναν ήχο.
Ήταν σαν να
περπατούσε μέσα σε ένα όνειρο που είχε κρατήσει πάρα πολλά χρόνια.
Ήξερε ότι
δεν ήταν μόνη.
Δεν τους
έβλεπε ακόμη καθαρά, αλλά τους ένιωθε.
Το χωριό.
Πάντα
ερχόταν μαζί της.
Όπου κι αν
πήγαινε.
Στα βιβλία.
Στα όνειρα.
Στην εξορία
του αρχοντικού.
Στην ενοχή.
Στάθηκε
μπροστά στο νερό.
Ο άνεμος
τράβηξε τα μαλλιά της προς τα πίσω.
Για μια
στιγμή έκλεισε τα μάτια.
Και τότε
άρχισαν να εμφανίζονται.
Πρώτα ο
πρόεδρος.
Στεκόταν
λίγα μέτρα πίσω της.
Με το ίδιο
βαρύ βλέμμα που είχε πάντα όταν έκρινε τους ανθρώπους στο χωριό.
Ύστερα ο
αστυνομικός.
Σιωπηλός.
Παρατηρητής.
Και δίπλα
του, η βιβλιοθηκονόμος, με τα λεπτά της χέρια διπλωμένα, σαν να κρατούσε ακόμη
κάποιο βιβλίο που δεν είχε γραφτεί.
Πίσω τους εμφανίστηκε
ο Ανδρέας.
Το πρόσωπό
του ασαφές.
Σαν να μην
είχε αποφασίσει ακόμη αν ήταν άνθρωπος ή μνήμη.
Και τέλος το
παιδί.
Το παιδί δεν
ερχόταν ποτέ από μακριά.
Απλώς
υπήρχε.
Σαν να είχε
γεννηθεί μέσα στο ίδιο το σκοτάδι της θάλασσας.
Η Ελένη Κομνηνού
ένιωσε το σώμα της να βαραίνει.
Σαν να την
τραβούσε κάτι προς τα κάτω.
— Ήρθες,
είπε ο πρόεδρος.
Η φωνή του
ήταν βαθιά.
Όχι
θυμωμένη.
Αναπόφευκτη.
Η Ελένη δεν
γύρισε.
— Δεν υπήρχε
πια άλλο μέρος να πάω.
Ο άνεμος
δυνάμωσε.
Τα κύματα
έσπαγαν στις πέτρες με έναν ήχο που έμοιαζε με μακρινή αναπνοή.
— Πρέπει να
μιλήσεις, είπε ο αστυνομικός.
Η Ελένη
χαμογέλασε αδύναμα.
— Μιλάω εδώ
και χρόνια.
— Όχι, είπε
η βιβλιοθηκονόμος. Γράφεις.
Η διαφορά
έπεσε πάνω της σαν πέτρα.
Για μια
στιγμή νόμιζε ότι θα λυγίσει.
Αλλά δεν
λύγισε.
Ο αέρας
άγγιξε το σώμα της.
Ψυχρός.
Διεισδυτικός.
Σαν να την
ψηλαφούσε.
Οι μορφές
του χωριού δεν μιλούσαν.
Παρατηρούσαν.
Το σώμα της
έμεινε γυμνό μέσα στο σκοτάδι.
Η ψύχρα της
νύχτας τύλιξε το δέρμα της.
Ανατρίχιασε.
Για χρόνια
είχε κρύψει αυτό το σώμα μέσα σε ρούχα, μέσα σε λέξεις, μέσα σε θεωρίες.
Τώρα δεν
υπήρχε τίποτα.
Μόνο δέρμα.
Ανάσα.
Μνήμη.
Ο άνεμος
περνούσε πάνω από το σώμα της σαν αόρατο χέρι.
Στους ώμους.
Στην κοιλιά.
Στους
μηρούς.
Κάθε σημείο
του σώματός της έμοιαζε να ξυπνά από έναν λήθαργο ετών.
Σαν το ίδιο
το σώμα να θυμόταν πράγματα που το μυαλό είχε προσπαθήσει να θάψει.
— Να το
λοιπόν, είπε ο πρόεδρος.
— Τι;
ψιθύρισε η Ελένη.
— Η αλήθεια.
Ο
αστυνομικός έκανε ένα βήμα.
— Το σώμα
δεν ψεύδεται ποτέ.
Η Ελένη
ένιωσε το βλέμμα τους πάνω της.
Όχι σαν
βλέμμα επιθυμίας.
Σαν βλέμμα
μαρτύρων.
Σαν να
στεκόταν γυμνή μπροστά σε δικαστήριο αρχαιότερο από κάθε ανθρώπινο νόμο.
Το παιδί
πλησίασε.
Στάθηκε
μπροστά της.
Τα μάτια του
σκοτεινά.
— Θυμάσαι;
ρώτησε.
Η λέξη έσκισε
το σκοτάδι.
Η Ελένη
ένιωσε κάτι μέσα στο στήθος της να ανοίγει.
Μια πόρτα
που είχε κρατήσει κλειστή για χρόνια.
— Ναι.
Η φωνή της
ήταν σχεδόν αθόρυβη.
— Θυμάμαι.
Κοίταξε τη
θάλασσα.
Τα κύματα
κινιόνταν αργά.
Σαν κάτι να
την καλούσε.
Έκανε ένα
βήμα.
Το νερό
άγγιξε τα πόδια της.
Παγωμένο.
Το σώμα της
τινάχτηκε.
Αλλά δεν
σταμάτησε.
Έκανε άλλο
ένα βήμα.
Το νερό
ανέβηκε στους αστραγάλους της.
Στους
μηρούς.
Στη μέση.
Η αναπνοή
της έγινε κοφτή.
Κάθε κύμα
που περνούσε πάνω από το σώμα της έμοιαζε να παίρνει μαζί του ένα κομμάτι από
το βάρος που κουβαλούσε.
— Μπες, είπε
ο αστυνομικός.
— Μπες μέχρι
το τέλος, είπε ο πρόεδρος.
Η Ελένη
γύρισε για μια στιγμή.
Το χωριό
στεκόταν στην ακτή.
Σαν χορός
αρχαίας τραγωδίας.
Και τότε
κατάλαβε.
Δεν ήταν
εκεί για να την κατηγορήσουν.
Ήταν εκεί
για να υπάρξει επιτέλους η εξομολόγηση.
Το παιδί
χαμογέλασε αχνά.
— Αν δεν μας
είχες φτιάξει, δεν θα μπορούσες να μας αντικρίσεις.
Τα μάτια της
γέμισαν δάκρυα.
— Το ξέρω.
Η θάλασσα
είχε φτάσει στο στήθος της.
Το παγωμένο
νερό τύλιγε το σώμα της σαν δεύτερο δέρμα.
Έκλεισε τα
μάτια.
Και για
πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια δεν σκέφτηκε σαν εγκληματολόγος.
Δεν σκέφτηκε
σαν συγγραφέας.
Σκέφτηκε σαν
άνθρωπος που είχε φτάσει στο τέλος της διαφυγής.
Πήρε βαθιά
ανάσα.
Και
βυθίστηκε.
Για μια
στιγμή ο κόσμος εξαφανίστηκε.
Μόνο το
σκοτεινό νερό.
Μόνο η
καρδιά της που χτυπούσε δυνατά.
Μόνο η
μνήμη.
Όταν βγήκε
ξανά στην επιφάνεια, η θάλασσα φαινόταν διαφορετική.
Ίσως γιατί
για πρώτη φορά δεν την κοιτούσε σαν τόπο φυγής.
Αλλά σαν
τόπο κρίσης.
Στην ακτή,
το χωριό είχε αρχίσει να σβήνει.
Σαν ομίχλη.
Σαν ιστορία
που είχε πια ειπωθεί.
Μόνο το
παιδί έμεινε λίγο ακόμη.
Και τότε
είπε τη φράση που η Ελένη Κομνηνού φοβόταν περισσότερο από κάθε άλλη.
— Τώρα
μπορείς να θυμηθείς τι έγινε πραγματικά.
Και η νύχτα
έκλεισε γύρω τους σαν βιβλίο που πλησίαζε στο τέλος του..
[…]
Η θάλασσα
είχε τώρα ηρεμήσει.
Ή
τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
Το νερό
έσταζε ακόμη από το σώμα της, όταν βγήκε από το σκοτάδι των κυμάτων και στάθηκε
πάλι στην άμμο. Το δέρμα της ήταν παγωμένο, τα χέρια της έτρεμαν, αλλά το μυαλό
της είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνα καθαρό.
Πολύ καθαρό.
Το χωριό
στεκόταν ακόμη στην ακτή.
Όχι σαν
άνθρωποι.
Σαν σκιές που
είχαν πάρει ανθρώπινο σχήμα.
Η Ελένη Κομνηνού
κατάλαβε ξαφνικά ότι δεν υπήρχε πια τρόπος να γυρίσει πίσω.
Για χρόνια
είχε κρατήσει τη μνήμη της σαν ένα δωμάτιο με κλειδωμένη πόρτα.
Είχε χτίσει
γύρω του ένα ολόκληρο χωριό.
Έναν
ολόκληρο κόσμο.
Και, μέσα σε
αυτόν τον κόσμο, έπαιζε τον ρόλο που γνώριζε καλύτερα.
Τον ρόλο της
εγκληματολόγου.
Της γυναίκας
που ανακαλύπτει την αλήθεια.
Αλλά τώρα το
παιχνίδι είχε τελειώσει.
Το παιδί
στάθηκε μπροστά της.
— Ήρθε η
ώρα, είπε.
Η Ελένη
Κομνηνού ένιωσε κάτι να σφίγγει στο στομάχι της.
— Το ξέρω.
— Όχι, είπε
το παιδί. Δεν το ξέρεις ακόμη.
Ο
αστυνομικός πλησίασε.
— Πες μας τι
έγινε εκείνη τη νύχτα.
Η Ελένη
κοίταξε τα χέρια της.
Τα χέρια που
κάποτε έγραφαν εκθέσεις.
Τα χέρια που
άνοιγαν φακέλους.
Τα χέρια που
έλυναν εγκλήματα.
Και τότε μια
εικόνα εμφανίστηκε.
Όχι σαν
σκέψη.
Σαν τραύμα.
Το δωμάτιο.
Το μικρό
δωμάτιο.
Η πόρτα
κλειστή.
Ο Ανδρέας.
Η ανάσα του
βαριά.
Το βάρος του
πάνω της.
Η Ελένη
ένιωσε το σώμα της να σφίγγεται.
— Προσπάθησα
να τον σταματήσω.
Η φωνή της
έσπασε.
—
Προσπάθησα…
Ο πρόεδρος
δεν μιλούσε.
Περίμενε.
Η μνήμη
προχώρησε.
Το χέρι της.
Κάτι βαρύ.
Ίσως το
μεταλλικό κηροπήγιο.
Το χτύπημα.
Ο Ανδρέας
που σωριάστηκε.
Η ανάσα της
κοφτή.
Η καρδιά της
σαν τύμπανο.
Και τότε…
Η Ελένη
σταμάτησε.
Το σώμα της
πάγωσε.
— Όχι…
Το παιδί την
κοίταζε.
— Θυμήσου.
Και τότε
ήρθε η εικόνα που τόσα χρόνια είχε σβήσει.
Το παιδί
στην πόρτα.
Δεν ήταν στο
δωμάτιο.
Δεν ήταν
μέρος της σύγκρουσης.
Είχε απλώς
ανοίξει την πόρτα.
Είχε δει.
Η Ελένη
ένιωσε το αίμα να παγώνει.
— Με είδε…
Η φωνή της
έγινε ψίθυρος.
— Με είδε.
Ο
αστυνομικός μίλησε αργά.
— Και τότε;
Η θάλασσα
πίσω τους έκανε έναν βαθύ ήχο.
Η Ελένη
ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται.
Η επόμενη
εικόνα ήρθε σαν κεραυνός.
Το παιδί που
προσπαθούσε να φύγει.
Το παιδί που
φώναζε.
Η φωνή του
μέσα στη νύχτα.
Η Ελένη που
το έπιασε.
— Σταμάτα!
Τα χέρια της
γύρω από τους ώμους του.
Το παιδί να
παλεύει.
Να προσπαθεί
να ελευθερωθεί.
Και τότε…
Η σιωπή.
Μια σιωπή
τόσο βαθιά που για χρόνια το μυαλό της την είχε σβήσει.
Η Ελένη
έπεσε στα γόνατα στην άμμο.
— Θεέ μου…
Τα μάτια της
άνοιξαν διάπλατα.
— Δεν ήθελα…
Το παιδί
στεκόταν μπροστά της.
Ακίνητο.
— Δεν ήθελες
να με σκοτώσεις, είπε.
— Όχι…
Η φωνή της
διαλύθηκε.
— Αλλά το
έκανες.
Ο πρόεδρος
χαμήλωσε το βλέμμα.
Η
βιβλιοθηκονόμος έκλεισε τα μάτια..
Το χωριό.
Οι έρευνες.
Οι υποψίες.
Οι θεωρίες.
Όλα.
Δεν ήταν
ιστορία.
Ήταν
ανάκριση.
Μια ανάκριση
που είχε στήσει η ίδια στον εαυτό της.
Για χρόνια.
Για
δεκαετίες.
Μια
εγκληματολόγος που δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ο δολοφόνος που αναζητούσε ήταν η
ίδια.
Το παιδί την
κοίταξε για τελευταία φορά.
— Τώρα
ξέρεις.
Η μορφή του
άρχισε να ξεθωριάζει.
Το ίδιο και
οι άλλοι.
Το χωριό
έσβηνε.
Η θάλασσα
έμενε.
Η Ελένη
έμεινε μόνη στην άμμο.
Γυμνή.
Παγωμένη.
Μόνο με την
αλήθεια.
Η ανάκριση
είχε τελειώσει..
[…]
Η θάλασσα
είχε σχεδόν ησυχάσει.
Μόνο ένα
χαμηλό κύμα ερχόταν κάθε τόσο και άγγιζε την άμμο σαν να ήθελε να θυμίσει ότι ο
κόσμος εξακολουθούσε να κινείται.
Η Ελένη ήταν
ακόμη γονατισμένη στην ακτή.
Το σώμα της
γυμνό, βρεγμένο από τη θάλασσα, παγωμένο από τον άνεμο.
Το δέρμα της
έλαμπε αχνά στο φως της νύχτας. Σταγόνες νερού κυλούσαν αργά από τους ώμους
της, πάνω στο στήθος της, στη μέση της, στα πόδια της, σαν μικρές ασημένιες
γραμμές.
Έτρεμε.
Όχι μόνο από
το κρύο.
Από την
αποκάλυψη.
Από τη μνήμη
που είχε ανοίξει μέσα της σαν πληγή.
Και τότε
άκουσε βήματα πίσω της.
Αργά.
Διστακτικά.
Δεν γύρισε
αμέσως.
Κάτι μέσα
της ήδη ήξερε.
Ο αέρας
άλλαξε.
Σαν να είχε
ζεσταθεί λίγο.
Όταν τελικά
γύρισε, τον είδε.
Ο Ανδρέας
στεκόταν λίγα βήματα μακριά.
Δεν έμοιαζε
πια με τη σκοτεινή μορφή της μνήμης της. Δεν είχε εκείνη τη σκληρότητα που είχε
φυλακίσει μέσα στις ιστορίες της.
Το πρόσωπό
του ήταν ήρεμο.
Κουρασμένο.
Σχεδόν
τρυφερό.
Στα χέρια
του κρατούσε μια κουβέρτα.
Για λίγα
δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς.
Ο άνεμος
πέρασε ανάμεσά τους.
Η Ελένη
ένιωσε το σώμα της να τρέμει περισσότερο.
Ο Ανδρέας
πλησίασε αργά.
Χωρίς
βιασύνη.
Σαν να
φοβόταν ότι οποιαδήποτε απότομη κίνηση θα μπορούσε να σπάσει τη λεπτή ισορροπία
της στιγμής.
Στάθηκε πίσω
της.
Και πολύ
απαλά τύλιξε την κουβέρτα γύρω από τους ώμους της.
Το ύφασμα
ήταν ζεστό.
Το σώμα της
χαλάρωσε αμέσως, σχεδόν παρά τη θέλησή της.
Η Ελένη
έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια.
— Παγώνεις,
είπε χαμηλά ο Ανδρέας.
Η φωνή του
δεν είχε καμία απειλή.
Μόνο μια
παράξενη ηρεμία.
Η Ελένη
γύρισε και τον κοίταξε.
Για χρόνια
είχε κουβαλήσει το πρόσωπό του σαν σκιά.
Σαν φόβο.
Τώρα έβλεπε
κάτι διαφορετικό.
Έναν
άνθρωπο.
Κουρασμένο.
Σπασμένο.
Όπως κι
εκείνη.
— Έμεινες,
είπε.
Ο Ανδρέας
χαμογέλασε αχνά.
— Δεν έφυγα ποτέ.
Η κουβέρτα
είχε τυλίξει το σώμα της, αλλά το δέρμα της ακόμη άγγιζε τον νυχτερινό αέρα. Ο
Ανδρέας την κοίταξε για μια στιγμή — όχι με βλέμμα που κατακτά, αλλά με βλέμμα
που αναγνωρίζει.
Σαν να την
έβλεπε πρώτη φορά.
Σαν να την
έβλεπε πραγματικά.
Η Ελένη
ένιωσε κάτι να μαλακώνει μέσα της.
Ένα βάρος
που κουβαλούσε χρόνια.
Σήκωσε αργά
το χέρι της και άγγιξε το πρόσωπό του.
Το δέρμα του
ήταν ζεστό.
Η αντίθεση
με το παγωμένο σώμα της την έκανε να ανατριχιάσει.
— Μείνε,
ψιθύρισε.
Ο Ανδρέας
δεν απάντησε με λόγια.
Μόνο έσκυψε
λίγο πιο κοντά.
Η Ελένη
ένιωσε την ανάσα του στο πρόσωπό της.
Για μια
στιγμή κανείς δεν κινήθηκε.
Ύστερα
εκείνη έκανε το πρώτο βήμα.
Τα χέρια της
ανέβηκαν αργά στους ώμους του.
Το σώμα της
πλησίασε το δικό του μέσα στην κουβέρτα.
Η ζεστασιά
του τον τύλιξε.
Και τότε τον
φίλησε.
Δεν ήταν
φιλί βιαστικό.
Ούτε
απελπισμένο.
Ήταν ένα
φιλί που είχε καθυστερήσει χρόνια.
Ένα φιλί που
κουβαλούσε μνήμη, ενοχή, φόβο και μια απροσδόκητη τρυφερότητα.
Ο Ανδρέας
την κράτησε απαλά.
Τα χέρια του
στη μέση της, πάνω από την κουβέρτα, την έφεραν πιο κοντά.
Η άμμος κάτω
από τα πόδια τους ήταν κρύα.
Η θάλασσα
ακουγόταν πίσω τους.
Η Ελένη
ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό.
— Μείνε μαζί
μου, ψιθύρισε.
Η φωνή της
ήταν σχεδόν παιδική.
Ο Ανδρέας
την κοίταξε στα μάτια.
Και τότε την
ξάπλωσε απαλά πάνω στην άμμο.
Η κουβέρτα
άνοιξε γύρω από το σώμα της σαν σκοτεινό πέπλο.
Το σώμα της
έμεινε μισοσκεπασμένο μέσα στο ύφασμα.
Ο άνεμος
είχε κοπάσει.
Η θάλασσα
ακουγόταν πιο μακριά τώρα.
Ο Ανδρέας
ξάπλωσε δίπλα της.
Τα πρόσωπά
τους τόσο κοντά που οι ανάσες τους μπλέκονταν.
Η Ελένη
άγγιξε το στήθος του.
Ένιωσε την
καρδιά του να χτυπά.
Σταθερά.
Αληθινά.
Έγειρε πάνω
του.
Και εκεί,
κάτω από τον σκοτεινό ουρανό και δίπλα στη θάλασσα που είχε γίνει μάρτυρας
τόσων πραγμάτων, τα σώματά τους πλησίασαν το ένα το άλλο με μια απλότητα που
δεν είχε καμία βία.
Καμία ανάγκη
να αποδείξουν κάτι.
Μόνο μια
σιωπηλή συμφιλίωση.
Σαν δύο
άνθρωποι που είχαν χαθεί για χρόνια μέσα στη μνήμη και τώρα έβρισκαν ξανά τον δρόμο
ο ένας προς τον άλλον.
Η νύχτα τούς
τύλιξε.
Η θάλασσα
συνέχισε να αναπνέει.
Το σώμα της
δεν ήταν πια τόπος ενοχής.
Ήταν απλώς
σώμα.
Ζωντανό.
Αληθινό.
Και
αγαπημένο..
[…]
Η κουβέρτα
είχε απλωθεί πάνω στην άμμο σαν σκοτεινό νησί μέσα στη νύχτα.
Η θάλασσα
ακουγόταν λίγο πιο πέρα, βαθιά και αργή, σαν μια ανάσα που δεν τελείωνε ποτέ.
Το σώμα της
Ελένης είχε ακόμη την ψύχρα του νερού. Ο Ανδρέας την κρατούσε κοντά του για να
τη ζεστάνει, και η ζεστασιά του περνούσε μέσα από το ύφασμα της κουβέρτας στο παγωμένο
της δέρμα.
Τα πρόσωπά
τους ήταν πολύ κοντά.
Η ανάσα της
έπεφτε πάνω στο στήθος του.
Για λίγη ώρα
δεν μίλησαν.
Ήταν σαν τα
σώματά τους να προσπαθούσαν πρώτα να θυμηθούν κάτι που τα λόγια είχαν ξεχάσει.
Η Ελένη
πέρασε αργά τα δάχτυλά της στο πρόσωπό του.
— Δεν έφυγες
ποτέ… είπε χαμηλά.
Ο Ανδρέας
την κοίταξε.
— Πού να
πάω;
Η φωνή του
ήταν ήρεμη.
Κουρασμένη.
— Έμεινες
στο σπίτι.
— Στο ίδιο
σπίτι.
Η Ελένη
χαμογέλασε αδύναμα.
— Σε άλλο
όροφο.
— Σε άλλη
ζωή.
Ο Ανδρέας
έσκυψε και φίλησε απαλά το μέτωπό της.
Η Ελένη
ένιωσε το σώμα της να χαλαρώνει μέσα στην αγκαλιά του.
Τα πόδια της
μπλέχτηκαν με τα δικά του κάτω από την κουβέρτα, και η ζεστασιά τους άρχισε να
επιστρέφει αργά στο σώμα της.
— Γιατί δεν
έφυγες; ρώτησε.
Η φωνή της
έτρεμε.
Ο Ανδρέας
δεν απάντησε αμέσως.
Κοίταξε τον
ουρανό για μια στιγμή.
Ύστερα πάλι
εκείνη.
— Γιατί
ήξερα ότι αν έφευγα θα χανόσουν.
Η Ελένη
ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα.
— Ήδη
χάθηκα.
— Όχι.
Ο Ανδρέας
έπιασε απαλά το πρόσωπό της.
— Έχτισες
έναν κόσμο για να αντέξεις.
Η Ελένη
γέλασε πικρά.
— Δεν
μπορούσα να δεχτώ την αλήθεια.
Η θάλασσα
έκανε έναν βαθύ ήχο.
— Ο γιος μας
πέθανε μόνος του.
Η λέξη έπεσε
βαριά.
Ο Ανδρέας
δεν κινήθηκε.
— Από
ναρκωτικά.
Η Ελένη
ένιωσε το σώμα της να τρέμει.
— Ήμουν
εγκληματολόγος, Ανδρέα.
— Το ξέρω.
— Έβλεπα
παντού εγκλήματα.
Τα δάχτυλά
της σφίχτηκαν στο στήθος του.
— Και δεν
είδα το δικό μας παιδί.
Ο Ανδρέας
την κράτησε πιο κοντά.
— Δεν ήταν
έγκλημα.
— Ήταν.
Η φωνή της
έγινε σπασμένη.
— Γιατί δεν
κατάλαβα.
Τα μάτια της
γέμισαν δάκρυα.
— Έπρεπε να
το δω.
— Ελένη…
— Ήταν
μπροστά μου.
Η ανάσα της
έγινε κοφτή.
— Και δεν το
είδα.
Ο Ανδρέας
σκούπισε απαλά ένα δάκρυ από το μάγουλό της.
— Δεν φταις.
Ο Ανδρέας
την φίλησε απαλά.
Η Ελένη τον
κοίταξε.
Τα μάτια της
ήταν κόκκινα.
— Χάσαμε το
παιδί μας.
Η σιωπή που
ακολούθησε ήταν βαριά αλλά ήρεμη.
Τα σώματά
τους έμειναν κοντά, ζεστά κάτω από την κουβέρτα.
Η Ελένη
ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.
— Σε μισούσα
για χρόνια.
— Το ξέρω.
— Γιατί δεν
μπορούσα να μισήσω εμένα.
Ο Ανδρέας
χάιδεψε την πλάτη της αργά.
— Κι εγώ σε
άφησα να το κάνεις.
Η Ελένη
σήκωσε το κεφάλι.
— Γιατί;
— Γιατί
ήξερα ότι, αν σε πίεζα να θυμηθείς, θα έσπαγες.
Η Ελένη τον
κοίταξε σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά.
— Και τώρα;
Ο Ανδρέας
χαμογέλασε κουρασμένα.
— Τώρα
θυμήθηκες μόνη σου.
Η Ελένη τον
φίλησε ξανά.
Αυτή τη φορά
πιο βαθιά.
Όχι σαν
άνθρωπος που ζητά σωτηρία.
Αλλά σαν
άνθρωπος που επιστρέφει, μετά από χρόνια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου