Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

ΤΡΕΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ / ΕΛΕΝΗ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΟΥ (ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ..)



 






Κεφάλαιο 1 — Οι δοκιμές φωτισμού

 

Στις οκτώ το πρωί, το μεγάλο θέατρο της Σχολής άχνιζε σαν ζεστός καθρέφτης. Η σκηνή ήταν γυμνή· μόνο ταινίες γκάφας στα άκρα και ένα μοναχικό τραπέζι με σημάδια από πρόβες. Από ψηλά, τα ράουλα γρύλιζαν καθώς ο Γιώργος ο ηλεκτρολόγος κατέβαζε τη μπάρα. «Δοκιμή ένα», φώναξε. Τα φώτα κάρφωσαν το κέντρο σαν διαταγή.

Η Άρια στεκόταν στη γραμμή της αυλαίας με το σακίδιο ακόμα στην πλάτη. Η πόρτα είχε μόλις κλείσει πίσω της, αφήνοντας ένα ρεύμα πρωινού και τη γεύση του καφέ που δεν πρόλαβε. Στη θέση των θεατών, σώματα κλίνονταν προς τα μπροστά με την προσοχή των πεινασμένων. Κάποιος γέλασε χαμηλά. Κάποιος άλλος ψιθύρισε το όνομά της όπως θα ψιθύριζε “φιλόδοξη”.

«Σε περιμέναμε,» είπε ο άντρας με τα λευκά μαλλιά και το μάλλινο σακάκι, χωρίς να κοιτάξει το ρολόι. Ο δάσκαλος της υποκριτικής, ο Μάνος Λυσιμάχου, θρύλος και σκιά μαζί. «Πες μας ποια είσαι».

«Άρια. Από τη…» Κόμπιασε. Δεν έπρεπε να μυρίσουν επαρχία στο στόμα της. «Από την Κασσάνδρα.»

Μια μικρή σιωπή έκανε το σανίδι να μεγαλώσει. Ο Νικήτας, στην πρώτη σειρά, της χαμογέλασε ευγενικά — από εκείνα τα χαμόγελα που αφήνουν κάποιον να μπει και να βρει μόνος του την έξοδο. Δίπλα του η Μήδεια (ναι, έτσι συστήθηκε) χώρισε τα μαλλιά με τον δείκτη σαν να έσχιζε σελίδα.

«Ωραία,» είπε ο Λυσιμάχου. «Στη σκηνή μας δεν υπάρχουν βιογραφικά. Υπάρχουν μόνο αναπνοές. Θα ξεκινήσεις με σιωπή.»

Η Άρια άφησε κάτω το σακίδιο. Το ύφασμα ακούμπησε το πάτωμα σαν μικρό λάθος. Τα μάτια της ταξίδεψαν στους πανύψηλους τοίχους, στις μισάνοιχτες πόρτες του παρασκηνίου, στο άγαλμα της Μούσας που κάποιος είχε στολίσει με γαλάζια κορδέλα. Σιωπή. Στην πρώτη εισπνοή, το στομάχι της έσφιξε. Στη δεύτερη, άκουσε τα παπούτσια στην πλατεία. Στην τρίτη, άκουσε κάτι άλλο — ένα τρίξιμο, σαν ρούχο που σχίζεται πίσω από τα φώτα. Το θέατρο μιλούσε.

«Αρκετά για σήμερα,» πετάχτηκε μια φωνή πίσω. Μια γυναίκα με αυστηρό κότσο, η Στέλλα, υπεύθυνη σπουδών. «Το πρόγραμμα λέει τοποθετήσεις, όχι επιδείξεις. Θα δούμε τι αξίζει στις εισαγωγικές σκηνές της Παρασκευής.»

Ο Λυσιμάχου χαμογέλασε σαν να άκουσε μια έξοχη ρεπλίκα. «Το θέατρο δεν έχει πρόγραμμα, Στέλλα. Έχει ρυθμό.» Έπειτα γύρισε στην Άρια. «Κράτα το αυτό. Θα στο ζητήσω αργότερα.»

Στο διάδρομο, οι φοιτητές σκόρπισαν σαν πουλιά μετά από φωτοβολίδα. Η Άρια βρήκε το ντουλάπι με το όνομά της γραμμένο στραβά. Μέσα, μια παλιά φωτογραφία παράστασης, ξεθωριασμένη: ένας ηθοποιός μόνος, κάτω από ένα σκληρό φως, το κεφάλι του ελαφρώς σκυφτό. Στην πίσω πλευρά, με πένα: «Τρεις χτύποι για την αλήθεια.» Κανείς δεν είχε υπογράψει.

«Ωραίο καλωσόρισμα,» είπε πίσω της η Μήδεια. Έσκυψε, πήρε τη φωτογραφία, την κοίταξε κόντρα στο φως. «Ξέρεις την ιστορία;»

«Ποια ιστορία;»

«Πέρσι, ένας τελειόφοιτος χάθηκε πριν από την πρεμιέρα. Λένε πως άκουσε τρεις χτύπους από τα παρασκήνια και δεν ξαναβγήκε στη σκηνή. Μύθος, βέβαια. Η σχολή τρέφεται με μύθους. Τους χωνεύει και τους κάνει καριέρες.» Χαμογέλασε πλατιά. «Στις οκτώ απόψε, κρυφή πρόβα στη Μικρή Σκηνή. Αν αντέχεις.»

Η Άρια κατάπιε μια λέξη που θα έμοιαζε με φόβο. «Θα έρθω.»

Το απόγευμα, ο ήλιος σκάλωνε στα κάγκελα της αυλής και έκανε σκιές σαν νότες. Ο Νικήτας εξασκούσε ένα μονόλογο στον καθρέφτη του foyer, σπάζοντας τις λέξεις σαν κουκούτσια ροδιού. «Οι λέξεις είναι βότσαλα,» είπε, βλέποντας την αντανάκλασή της. «Αν τις πετάξεις σωστά, κάνουν κύκλους. Αν όχι, βουλιάζουν και σε παίρνουν μαζί.»

«Και πού τα έμαθες αυτά;» ρώτησε.

«Στον ίδιο πάτο που μαθαίνουν όλοι. Μην ανησυχείς. Θα έχουμε χρόνο.» Της έδωσε ένα αντίτυπο από τον μονόλογό του, μαρκαρισμένο. «Αν θες, έλα το βράδυ. Κάποιοι κάνουν… νυχτερινές ασκήσεις. Εκτός προγράμματος. Μαθαίνεις περισσότερα στο σκοτάδι.»

Στις οκτώ παρά, η Μικρή Σκηνή μύριζε σίδερο και χλιαρό ιδρώτα. Τρεις φοιτητές στημένοι κυκλικά, ένα κερί στο πάτωμα, και ο ήχος του κτιρίου να ανασαίνει. Η Στέλλα δεν θα ενέκρινε. Ο Λυσιμάχου ίσως να είχε ανάψει ο ίδιος το κερί.

«Κλείστε τα μάτια,» είπε κάποιος. «Ό,τι ακουστεί, μένει εδώ.» Ένας χτύπος. Δεύτερος. Τρίτος.

Η φλόγα κλονίστηκε. Η Άρια ένιωσε τον αέρα να αλλάζει ύψος, σαν σκηνικό που κατεβαίνει αθόρυβα. Κάποιος ψιθύρισε το όνομά της από τη λάθος πλευρά της σκηνής. Κι έπειτα — σαν να έπεσαν όλοι οι προβολείς πάνω της — η φωνή του Λυσιμάχου, καθαρή: «Στη σκηνή λες την αλήθεια.»

Άνοιξε τα μάτια. Το κερί είχε σβήσει. Στο πάτωμα, δίπλα του, μια δεύτερη φωτογραφία: ο ίδιος ηθοποιός, στο ίδιο σκληρό φως, μόνο που τώρα κοιτούσε ευθεία στο φακό. Στην πίσω πλευρά, μια καινούρια φράση με την ίδια πένα: «Η αλήθεια δεν αντέχει μάρτυρες.»

Κάποιος γέλασε νευρικά. Ο Νικήτας έσκυψε, πήρε τη φωτογραφία και την έδωσε στην Άρια. «Σου την αφήνουν εσένα. Μάλλον τους άρεσε η σιωπή σου.»

Η Άρια ένιωσε το βάρος της εικόνας στο χέρι της. Δεν ήταν μύθος. Ήταν πρόσκληση. Και οι τρεις χτύποι δεν ήταν πια ιστορία — ήταν μέτρηση χρόνου. Μέχρι την πρεμιέρα. Ή μέχρι κάτι άλλο.

Τότε, από τα ράφια του φωτισμού, ένας αδιόρατος αναστεναγμός κύλησε στο χώρο. Το θέατρο μιλούσε ξανά. Κι αυτή τη φορά, την ήξερε με το μικρό της..

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 2 - Η τάξη των προσωπείων

Το επόμενο πρωί η Σχολή έμοιαζε πιο ήσυχη, κι ας υπήρχε παντού κίνηση. Σαν να είχε ξαγρυπνήσει. Η Άρια μπήκε από την πλαϊνή είσοδο, κρατώντας τη φωτογραφία μέσα στο σημειωματάριό της, λες και αν την άφηνε έστω και για λίγο εκτεθειμένη, θα άλλαζε πάλι φράση στην πίσω πλευρά.

Ο διάδρομος προς τις αίθουσες διδασκαλίας μύριζε ξύλο βρεγμένο με παλιό βερνίκι, σκόνη από κουίντες και καφέ που είχε μείνει ώρα στο θερμός. Πάνω στους τοίχους, αφίσες παλιών παραστάσεων της Σχολής: πρόσωπα άσπρα από πούδρα, κορμιά λυγισμένα σε αρχαϊκές στάσεις, τίτλοι με χρυσά γράμματα που ξεφλούδιζαν στις άκρες. Ανάμεσά τους, μια αφίσα δίχως ημερομηνία. Μόνο μια λέξη: ΠΡΕΜΙΕΡΑ. Και από κάτω, με κόκκινη μελάνη, σχεδόν σβησμένο: Τρεις χτύποι. Καμία επιστροφή.

Η Άρια στάθηκε μπροστά της για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ' όσο έπρεπε.

«Αν την κοιτάς πολύ, σε διαλέγει.»

Η φωνή ήρθε από πίσω της μαλακή και κάπως ειρωνική. Όταν γύρισε, είδε μια κοπέλα ψηλή, με κοντά μαύρα μαλλιά, πολύ λεπτά δάχτυλα και βλέμμα που δεν χαριζόταν εύκολα. Κρατούσε ένα σωρό από μακέτες, ρολά από χαρτιά και ένα μεταλλικό μέτρο που κρεμόταν σαν κόσμημα από τη ζώνη της.

«Συγγνώμη;»

«Την αφίσα.» Η κοπέλα ανασήκωσε τον ώμο. «Οι παλιοί λένε πως όποιος τη χαζεύει με επιμονή, μετά μπλέκει με τη Μικρή Σκηνή.»

«Και εσύ το πιστεύεις;»

«Εγώ φτιάχνω χώρους. Δεν πιστεύω. Μετράω.»

Χαμογέλασε ελάχιστα.

«Ισμήνη Κάλφα. Σκηνoγράφος. Τυπικά βοηθός της σχολής. Ουσιαστικά, μαζεύω τα κομμάτια σας όταν σπάνε πάνω στη σκηνή.»

Η Άρια συστήθηκε. Η Ισμήνη την κοίταξε σαν να σημείωνε στο μυαλό της αναλογίες, σκιές, πιθανές γωνίες φωτισμού.

«Εσύ είσαι η καινούρια που μπήκε χθες κατευθείαν στη σιωπή. Έκανες εντύπωση.»

«Καλή ή κακή;»

«Στο θέατρο αυτά τα δύο αλλάζουν θέση μέσα σε μια πρόβα.»

Πριν προλάβει η Άρια να απαντήσει, το κουδούνι χτύπησε κοφτά και απότομα. Οι σπουδαστές άρχισαν να κατευθύνονται προς τη μεγάλη αίθουσα υποκριτικής, μια ορθογώνια μαύρη αίθουσα με ξύλινο πάτωμα, καθρέφτες σκεπασμένους με μαύρο ύφασμα και μια γραμμή από γυμνές λάμπες στο πλάι.

Ο Μάνος Λυσιμάχου στεκόταν ήδη στο κέντρο. Κρατούσε στο χέρι του μια λεπτή βέργα από μπαμπού, όχι για απειλή αλλά για ρυθμό. Όταν μπήκαν όλοι, δεν μίλησε αμέσως. Τους κοίταξε έναν έναν, σαν να διάβαζε θερμοκρασία από τα πρόσωπά τους.

«Σήμερα,» είπε, «δεν θα παίξετε ρόλους. Θα δείξετε τι κρύβετε για να μπορέσετε κάποτε να παίξετε ρόλους. Όποιος δεν αντέχει, η πόρτα είναι εκεί. Αλλά να ξέρετε κάτι: ο ηθοποιός που προστατεύει υπερβολικά τον εαυτό του, τελειώνει πάντα προστατεύοντας μόνο το ψέμα του.»

Η σιωπή έπεσε βαριά.

Η Στέλλα, στην άκρη, κρατούσε φάκελο και στυλό. Δεν καθόταν ποτέ. Επιτηρούσε. Ήταν από τους ανθρώπους που έδιναν την εντύπωση πως ακόμα και η καλοσύνη τους θα ερχόταν με υπογραφή.

«Θα ξεκινήσουμε με προσωπεία,» συνέχισε ο Λυσιμάχου. «Όχι αυτά που φοράτε στις ασκήσεις. Τα άλλα.»

Τους έβαλε να σταθούν σε κύκλο. Πρώτα να περπατήσουν ελεύθερα στον χώρο. Ύστερα να περπατήσουν σαν να ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτεροι. Μετά σαν να είχαν μόλις φιλήσει κάποιον που δεν έπρεπε. Μετά σαν να είχαν μάθει ένα μυστικό που δεν θα έπρεπε να ξέρουν.

Η Άρια ένιωσε το σώμα της να αντιδρά πριν από το μυαλό της. Στην άσκηση του απαγορευμένου φιλιού, το περπάτημά της έγινε αβέβαιο, σχεδόν νωχελικό. Στην άσκηση του μυστικού, οι ώμοι της έσφιξαν, αλλά το βλέμμα της άνοιξε. Ο Λυσιμάχου το είδε.

«Εκεί,» είπε δείχνοντάς την με τη βέργα. «Μην το χάσεις αυτό.»

Ο Νικήτας περνούσε πλάι της με μια άνεση που έμοιαζε έμφυτη και εξασκημένη ταυτόχρονα. Ό,τι κι αν του ζητούσαν, το σώμα του το μετέφραζε αμέσως. Ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους που γεννούν γύρω τους χώρο. Όχι απαραίτητα επειδή είναι οι καλύτεροι, αλλά επειδή έχουν μάθει να ακτινοβολούν βεβαιότητα.

Όταν ο Λυσιμάχου τούς χώρισε σε ζευγάρια, τους έβαλε μαζί.

«Ένα λεπτό αυτοσχεδιασμός,» είπε. «Δύο άνθρωποι σε καμαρίνι. Σε δέκα λεπτά βγαίνουν στη σκηνή. Ο ένας θέλει να μείνει. Ο άλλος θέλει να φύγει. Καμία εξήγηση. Μόνο ανάγκη.»

Η Άρια ένιωσε αμέσως το αίμα της να τραβιέται προς τα πάνω. Ο Νικήτας τής έριξε ένα γρήγορο βλέμμα.

«Θες να φύγεις ή να μείνεις;» ψιθύρισε.

«Εσύ;»

«Εγώ θα κάνω το αντίθετο από σένα.»

«Τότε μένω.»

«Τέλεια. Εγώ φεύγω.»

Στάθηκαν αντικριστά. Για μια στιγμή τίποτα δεν συνέβη. Ύστερα η Άρια έπιασε το φανταστικό τραπέζι του καμαρινιού, σαν να ήθελε να κρατηθεί από ξύλο που δεν υπήρχε.

«Μη βγεις έτσι,» είπε χαμηλά.

«Έτσι πώς;»

«Σαν να μη σε νοιάζει.»

Ο Νικήτας γέλασε με τα χείλη μόνο.

«Κι αν δεν με νοιάζει;»

Η Άρια έκανε ένα βήμα κοντά του. Οι άλλοι εξαφανίστηκαν από το οπτικό της πεδίο. Το δωμάτιο έγινε μικρό. Η ανάσα του μύριζε μέντα και καφέ.

«Τότε γιατί τρέμει το χέρι σου;»

Για μια ελάχιστη στιγμή, το χέρι του όντως έτρεμε. Η σκηνή το ρούφηξε. Ο Νικήτας πλησίασε τόσο ώστε η απάντησή του ακούστηκε σχεδόν πάνω στο δέρμα της.

«Γιατί εσύ βλέπεις περισσότερα απ' όσα πρέπει.»

Ένα ανεπαίσθητο μουρμουρητό ακούστηκε από τους υπόλοιπους. Η ένταση ανάμεσά τους δεν ήταν πια μόνο υποκριτική. Ή, χειρότερα, ήταν η καλή υποκριτική που γεννιέται όταν συναντήσει αληθινό ηλεκτρισμό.

Η Άρια δεν υποχώρησε.

«Μείνε.»

«Δώσε μου λόγο.»

«Αν φύγεις τώρα, δεν θα ξαναπείς ποτέ την αλήθεια πάνω στη σκηνή.»

Ο Νικήτας την κοίταξε σαν να του είχε ξεκλειδώσει μια μνήμη χωρίς άδεια. Ύστερα γύρισε απότομα την πλάτη και έκανε πως ανοίγει πόρτα.

Ο Λυσιμάχου χτύπησε τη βέργα στο πάτωμα.

«Τέλος. Εδώ έχουμε κάτι. Όχι ακόμα τέχνη. Αλλά κάτι.»

Η Άρια κατάλαβε πως είχε κρατήσει την αναπνοή της.

Η Μήδεια, που περίμενε τη σειρά της, χαμογέλασε στραβά.

«Συγχαρητήρια,» είπε. «Μόλις γεννήθηκε άλλο ένα σχολικό ειδύλλιο ή άλλη μια ωραία καταστροφή.»

Η Άρια δεν απάντησε. Ούτε ο Νικήτας.

Μετά το μάθημα, ο Λυσιμάχου άνοιξε έναν παλιό τόμο με θεατρικά αποσπάσματα. Τα φύλλα είχαν κιτρινίσει, και στις άκρες υπήρχαν μολυβιές από άλλες δεκαετίες, άλλα χέρια, άλλες φωνές.

«Η σχολή μας,» είπε, «δεν υπηρετεί μόνο τον ρεαλισμό. Υπηρετεί τον παλμό. Θα δουλέψουμε με κείμενα που αντέχουν το βάρος της φωνής.»

Έδωσε αποσπάσματα από κλασικό ρεπερτόριο. Μικρές φράσεις, σκηνές δοκιμής, όχι ολόκληρες ενότητες. Στον Νικήτα και στην Άρια έδωσε μια σύντομη ανταλλαγή από τραγικό υλικό, μεταπλασμένη σε άσκηση αναπνοής και ρυθμού: επίκληση, σιωπή, απόκριση. Η ουσία δεν ήταν τα λόγια αλλά το φορτίο ανάμεσά τους.

«Μην εκφωνείτε. Ακούστε τι απαιτεί η λέξη από το σώμα σας,» είπε.

Όταν ήρθε η σειρά τους, η Άρια μίλησε πρώτη. Η φωνή της βγήκε πιο χαμηλή από ό,τι περίμενε, αλλά σταθερή. Ο Νικήτας απάντησε με εκείνο το παράξενο μείγμα οικειότητας και άμυνας που είχε από το πρωί. Ο Λυσιμάχου δεν τους διόρθωσε σχεδόν καθόλου. Αυτό ήταν χειρότερο από παρατήρηση. Σήμαινε ότι τους παρακολουθούσε πιο βαθιά.

Στο διάλειμμα, η Άρια βγήκε στην πίσω αυλή. Εκεί που τα σκηνικά ακουμπούσαν στους τοίχους σαν εξόριστοι βασιλιάδες. Μισές κολόνες, κομμένες σκάλες, ένα ψεύτικο παράθυρο χωρίς τζάμι, μια ξύλινη πόρτα που δεν οδηγούσε πουθενά.

Μια γυναίκα καθόταν πάνω σε ένα ανάποδο κασόνι, καπνίζοντας ηλεκτρονικό τσιγάρο. Είχε σγουρά μαλλιά πιασμένα πρόχειρα, φαρδιά ρούχα χορού και τα πόδια της γυμνά μέσα σε μαλακά παπούτσια προβών. Το σώμα της, ακόμα και ακίνητο, έδινε την αίσθηση πως σκεφτόταν σε κίνηση.

«Εσύ πρέπει να είσαι η καινούρια,» είπε χωρίς εισαγωγές.

«Τόσο φαίνεται;»

«Φαίνεται όταν κάποιος κοιτάζει ακόμα το κτίριο σαν να το ερωτεύεται.»

Έσβησε τη συσκευή στο χέρι της και σηκώθηκε.

«Δάφνη Ρούσσου. Χορογράφος. Αναλαμβάνω ό,τι δεν χωράει στις λέξεις σας. Συνήθως εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.»

Η Άρια χαμογέλασε για πρώτη φορά φυσικά εκείνη τη μέρα.

«Εγώ νόμιζα πως στο θέατρο όλα είναι λέξεις.»

«Όχι, αγάπη μου. Οι λέξεις είναι το άλλοθι. Το σώμα είναι το σκάνδαλο.»

Η Δάφνη πλησίασε, έκανε έναν κύκλο γύρω της σαν να μελετούσε άρθρωση, αναπνοή, λεκάνη, βάρος.

«Έχεις κλειδωμένο θώρακα και επικίνδυνα ειλικρινή λαιμό. Ωραίος συνδυασμός. Θα δημιουργήσει προβλήματα.»

«Σε μένα ή στους άλλους;»

«Αν είσαι τυχερή, και στους δύο.»

Πριν φύγει, η Δάφνη γύρισε και της είπε κάτι σχεδόν αδιάφορα:

«Μην πας μόνη στη Μικρή Σκηνή το βράδυ. Όχι επειδή κινδυνεύεις. Επειδή θα νομίσεις πως ό,τι ακούς είναι για σένα.»

Η Άρια έμεινε να τη βλέπει να απομακρύνεται. Κάποιοι άνθρωποι δεν περπατούν - χαράζουν διαδρομή.

Το βράδυ, λίγο πριν φύγει από τη Σχολή, πέρασε από το ντουλάπι της. Η φωτογραφία ήταν εκεί. Όμως δεν ήταν μόνη.

Δίπλα της είχε εμφανιστεί ένα μικρό κομμάτι από σκηνογραφικό χαρτί, σαν να είχε ξεκολληθεί από μακέτα. Πάνω του υπήρχε σχεδιασμένο, με μαύρο μελάνι, ένα καμαρίνι με καθρέφτη και τρεις λάμπες σβηστές. Στο γυαλί του καθρέφτη, αντί για αντανάκλαση, υπήρχε γραμμένη μια φράση:

Αν θες να μάθεις ποιος χάθηκε, μάθε πρώτα ποιος τον περίμενε.

Η Άρια δίπλωσε αργά το χαρτί και το έκρυψε μέσα στο μανίκι της.

Πίσω της, στον άδειο διάδρομο, ακούστηκαν βήματα. Όχι γρήγορα. Όχι κρυφά. Με τη σιγουριά κάποιου που ξέρει ότι στο θέατρο οι πλάτες μιλούν πριν από τα πρόσωπα.

Γύρισε απότομα.

Δεν ήταν κανείς.

Μόνο μια πόρτα μισάνοιχτη στο βάθος - η πόρτα που οδηγούσε στις αποθήκες σκηνικών - και μέσα της μια σκοτεινή λωρίδα, στενή σαν υπόσχεση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 3 - Η Μικρή Σκηνή δεν συγχωρεί

Η νύχτα έπεσε πάνω στη Σχολή αργά, με εκείνη τη βαθιά μπλε απόχρωση που κάνει τα κτίρια να μοιάζουν λιγότερο αθώα. Η Άρια είχε γυρίσει σπίτι μόνο για να αλλάξει ρούχα, μα στην πραγματικότητα δεν είχε βγει ποτέ από το θέατρο. Το κουβαλούσε πάνω της: στη μυρωδιά των μαλλιών της, στην κάψα του λαιμού, σε εκείνο το επίμονο αίσθημα ότι κάποιος είχε ήδη γράψει έναν ρόλο γι' αυτήν και περίμενε να δει αν θα τον αντέξει.

Όταν επέστρεψε, η κεντρική είσοδος ήταν κλειστή. Μπήκε από το πλάι, από τη μικρή καγκελόπορτα που έτριζε πάντα στο δεύτερο σπρώξιμο. Η αυλή ήταν σχεδόν σκοτεινή. Μόνο το φως από ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου έπεφτε λοξά πάνω στις πλάκες και τις έκανε να γυαλίζουν σαν νερό.

Στη Μικρή Σκηνή βρήκε ήδη μαζεμένους τη Μήδεια, τον Νικήτα, δύο ακόμη σπουδαστές - τον Αντρέα και τη Λένα - και, προς έκπληξή της, την Ισμήνη. Η σκηνογράφος είχε απλώσει στο πάτωμα ένα ρολό με κάτοψη του χώρου.

«Εσύ τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η Άρια.

«Φροντίζω να μην πεθάνετε από κακή αισθητική,» απάντησε η Ισμήνη. «Και μερικές φορές από κακές γωνίες. Η Μικρή Σκηνή έχει παγίδες.»

Η Μήδεια καθόταν πάνω στο μπράτσο μιας παλιάς πολυθρόνας σκηνικού, με τα πόδια σταυρωμένα, σαν να της ανήκε το μισό κτίριο.

«Μαζευτήκαμε για άσκηση, όχι για μεταφυσικό συνέδριο,» είπε. «Αν και μερικοί επιμένουν να θέλουν φαντάσματα για να δικαιολογούν το ταλέντο τους.»

Ο Νικήτας στεκόταν δίπλα στην είσοδο, σιωπηλός. Στο ημίφως τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν πιο σκληρά. Όταν η Άρια τον κοίταξε, εκείνος της ανταπέδωσε το βλέμμα χωρίς το πρωινό χαμόγελο. Κάτι ανάμεσά τους είχε ήδη αρχίσει να γράφεται με τον τρόπο των πραγμάτων που δεν ανακοινώνονται.

«Ο δάσκαλος θα έρθει;» ρώτησε η Λένα.

«Ο δάσκαλος είναι ήδη όπου θέλει να είναι,» είπε η Μήδεια με μισό γέλιο. «Άλλο αν εμείς δεν τον βλέπουμε.»

Η Ισμήνη ξετύλιξε τελείως την κάτοψη.

«Κοιτάξτε αυτό. Η Μικρή Σκηνή δεν ήταν πάντα έτσι. Παλιά υπήρχε ένα στενό πέρασμα πίσω από τη δυτική κουίντα, που τώρα φαίνεται σφραγισμένο. Και πίσω από τα καμαρίνια, μια ψεύτικη τοιχοποιία. Κάποιοι χώροι σβήστηκαν στα σχέδια.»

«Γιατί;» ρώτησε η Άρια.

«Ή για οικονομία, ή για μυστικά. Στα θέατρα συνήθως είναι και τα δύο.»

Ο Αντρέας, που ως τότε μιλούσε λίγο, πήγε να πει κάτι, αλλά σταμάτησε όταν ακούστηκαν τρεις χτύποι.

Όχι από πόρτα.

Από ξύλο.

Βαρείς, βαθιοί, κούφιοι. Σαν να χτυπούσε κάποιος με τα δάχτυλα το ίδιο το σώμα της σκηνής από μέσα.

Ένας.
Δύο.
Τρεις.

Κανείς δεν μίλησε για λίγο.

Μετά η Μήδεια κατέβηκε από την πολυθρόνα και είπε, σχεδόν θριαμβευτικά:

«Ωραία. Αφού ήρθαμε, ας παίξουμε.»

Άναψαν μόνο έναν πλαϊνό προβολέα. Το φως έπεσε λοξά και έκοψε τον χώρο σε δύο άνισα κομμάτια - το ένα πρόβα, το άλλο ενέδρα.

Η άσκηση εκείνης της νύχτας ήταν πιο απαιτητική. Ο καθένας έπρεπε να περάσει μόνος του στη σκηνή, να σταθεί στο φως και να πει μια αλήθεια που δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν. Όχι απαραίτητα προσωπικό γεγονός. Μπορούσε να είναι επιθυμία, ενοχή, φόβος. Αλλά έπρεπε να ειπωθεί σαν να άνοιγε πληγή.

Η Λένα βγήκε πρώτη. Μίλησε για τη φρίκη της αποτυχίας. Ο Αντρέας για τον τρόμο ότι δεν αγαπάει αρκετά αυτό που διάλεξε. Η Μήδεια είπε, με σχεδόν προκλητική απόλαυση, πως ο μεγαλύτερός της φόβος δεν ήταν να μην τη θαυμάσουν αλλά να τη γνωρίσουν στ' αλήθεια. Για μια φορά, κανείς δεν γέλασε.

Ύστερα ήρθε η σειρά της Άριας.

Στάθηκε στο κέντρο. Το φως την τύφλωσε λίγο, όπως πάντα, πριν γίνει σύμμαχος. Στο σκοτάδι της πλατείας διέκρινε μόνο περιγράμματα. Έκανε μια ανάσα.

«Φοβάμαι,» είπε, «ότι αν κάποιος με κοιτάξει αρκετά, θα καταλάβει ότι δεν ήρθα εδώ μόνο για να μάθω θέατρο.»

Κάπου στο σκοτάδι, κάποιος μετακινήθηκε.

Η Άρια συνέχισε:

«Ήρθα γιατί ήθελα να εξαφανιστώ μέσα σε κάτι πιο μεγάλο από μένα. Και επειδή κάποτε πίστεψα πως, αν μάθω να λέω καλά τα λόγια των άλλων, δεν θα χρειαστεί να πω τα δικά μου.»

Η φωνή της δεν έσπασε. Αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο. Όταν τελείωσε, δεν έφυγε αμέσως από το φως. Ένιωσε πως αν έκανε βήμα, το πάτωμα θα της έπαιρνε κάτι.

Ο Νικήτας ήταν ο επόμενος.

Βγήκε μπροστά χωρίς θεατρικότητα. Τα χέρια του στις τσέπες. Μόνο όταν στάθηκε στο φως, φάνηκε πόσο κουρασμένος ήταν.

«Η αλήθεια μου;» είπε. «Δεν αντέχω να με θαυμάζουν όταν δεν με ξέρουν. Και δεν αντέχω να με ξέρουν όταν πάψουν να με θαυμάζουν.»

Η Μήδεια τον κοίταξε από το ημίφως σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά.

Ο Νικήτας γύρισε τότε ελαφρά προς την Άρια - όχι αρκετά για να το πουν όλοι στροφή, αλλά αρκετά για να το νιώσει εκείνη.

«Και τελευταία,» πρόσθεσε, «φοβάμαι ανθρώπους που με κάνουν να ξεχνώ τους ρόλους που έχω μάθει απέξω.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σχεδόν απρεπής.

Η Ισμήνη, ίσως για να τη σπάσει, μάζεψε τα χαρτιά της και είπε:

«Θα έπρεπε να ανάψουμε κι άλλα φώτα. Αυτό το μισοσκόταδο γεννάει εξομολογήσεις και κακά αρχιτεκτονικά λάθη.»

Αλλά κανείς δεν κινήθηκε.

Η Μήδεια σηκώθηκε και πήγε προς το παρασκήνιο.

«Εγώ λέω να ψάξουμε το πέρασμα που λείπει από την κάτοψη.»

«Αυτό είναι ηλίθιο,» είπε η Λένα.

«Συμφωνώ,» απάντησε η Μήδεια. «Συνήθως αυτά είναι τα καλύτερα βράδια.»

Η Ισμήνη πήρε τον φακό από την τσάντα της. Ο Αντρέας βλαστήμησε χαμηλά, αλλά ακολούθησε. Η Άρια πήγε τελευταία πριν από τον Νικήτα, που έκλεισε την πορεία πίσω τους.

Πέρασαν πίσω από τις κουίντες, ανάμεσα σε παλιές καρέκλες, σκισμένα υφάσματα, κορνίζες χωρίς ζωγραφιές και ένα ψεύτικο μάρμαρο που, στο φως του φακού, έμοιαζε πιο αληθινό από κανονική πέτρα. Στο βάθος βρήκαν τον τοίχο που έδειχνε η κάτοψη. Ή μάλλον κάτι που έμοιαζε με τοίχο. Η επιφάνειά του ήταν λίγο πιο κοίλη, το χρώμα διαφορετικό, σαν να είχε βαφτεί βιαστικά πάνω από παλιότερη χρήση.

Η Ισμήνη χτύπησε με τα δάχτυλα.

Κούφιο.

«Εδώ είμαστε,» ψιθύρισε.

Ο Αντρέας βρήκε ένα λεπτό μεταλλικό εργαλείο πάνω σε πάγκο σκηνικών και το πέρασε προσεκτικά σε μια χαραμάδα. Με λίγη πίεση, το ξύλινο πάνελ μετακινήθηκε ελάχιστα και άφησε ένα άνοιγμα αρκετό να περάσει αέρας - και μυρωδιά.

Παλιό ύφασμα. Σκόνη. Υγρασία. Και κάτι σαν ξεχασμένο άρωμα.

Η Άρια το ένιωσε πρώτη. Ένα άρωμα ξηρό, λουλουδένιο, ξεπερασμένο και επίμονο. Σαν εκείνα που μένουν σε κασκόλ χειμωνιάτικα ή σε συρτάρια με επιστολές.

«Υπάρχει δωμάτιο πίσω,» είπε η Ισμήνη.

Ο Νικήτας άνοιξε κι άλλο το πάνελ και χώθηκε πρώτος. Η Άρια τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως.

Ο χώρος πίσω από τον ψεύτικο τοίχο ήταν μικρός, χωρίς παράθυρο. Ένα κρυφό καμαρίνι ή αποθήκη. Υπήρχε ένας σπασμένος καθρέφτης, ένα σκαμπό, μια κρεμάστρα με δύο παλιά κοστούμια καλυμμένα από σεντόνι, κι ένα τραπεζάκι γεμάτο αντικείμενα: ξεραμένα μολύβια ματιών, άδεια κουτιά πούδρας, καρφίτσες, ένα μεταλλικό κουτί για σπίρτα και ένα πρόγραμμα παράστασης τυλιγμένο με κορδέλα.

Η Άρια άπλωσε το χέρι και πήρε το πρόγραμμα. Το χαρτί ήταν εύθραυστο. Στο εξώφυλλο αναφερόταν παράσταση της Σχολής από δώδεκα χρόνια πριν. Σκηνοθεσία: Μάνος Λυσιμάχου. Στον κατάλογο των ηθοποιών, ένα όνομα ήταν κυκλωμένο με μαύρο μελάνι.

Ορέστης Βαλμάς.

Η Άρια ένιωσε τη ραχοκοκαλιά της να κρυώνει.

«Αυτός ήταν;» ρώτησε σιγά. «Ο τελειόφοιτος που χάθηκε;»

Ο Νικήτας πήρε το πρόγραμμα από τα χέρια της. Το κοίταξε απότομα, σαν να αναγνώριζε κάτι περισσότερο από όνομα.

«Το έχω ξανακούσει,» είπε. «Όχι σαν θρύλο. Σαν προειδοποίηση.»

«Από ποιον;»

Δεν απάντησε αμέσως. Η Άρια γύρισε και τον κοίταξε. Στον στενό χώρο ήταν πολύ κοντά. Τόσο κοντά ώστε η σιωπή αποκτούσε θερμοκρασία.

«Από τη μητέρα μου,» είπε τελικά. «Τον ήξερε.»

Η Άρια δεν πρόλαβε να ρωτήσει παραπάνω. Από την άλλη άκρη του μικρού δωματίου, η Μήδεια φώναξε:

«Ελάτε να δείτε αυτό.»

Πάνω από τον σπασμένο καθρέφτη υπήρχε χαραγμένη στο ξύλο μια φράση, σχεδόν αόρατη κάτω από τη σκόνη:

Η πρεμιέρα ζητά πάντα έναν μάρτυρα και έναν ένοχο.

Η Λένα σταυροκοπήθηκε ασυναίσθητα.

Τότε, χωρίς προειδοποίηση, ο προβολέας της σκηνής άναψε μόνος του. Το φως πέρασε από τη χαραμάδα σαν μαχαίρι.

Και μαζί του ακούστηκε η φωνή του Λυσιμάχου από την άδεια σκηνή:

«Αν τελειώσατε με τα φαντάσματα, ελάτε να κάνουμε πρόβα.»

Κανείς δεν κατάλαβε πόση ώρα στεκόταν εκεί. Κανείς δεν τον είχε ακούσει να μπαίνει.

Όταν βγήκαν, τον βρήκαν μόνο στο κέντρο, μέσα στο λοξό φως, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από την πλάτη. Δεν έδειχνε θυμωμένος. Έδειχνε κάτι χειρότερο: βέβαιος.

«Το θέατρο,» είπε, «δεν αγαπά τους αδιάκριτους. Αλλά μερικές φορές τους χρησιμοποιεί.»

Το βλέμμα του στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω στην Άρια. Ύστερα στον Νικήτα.

«Εσείς οι δύο μένετε. Οι υπόλοιποι, καληνύχτα.»

Οι άλλοι αντάλλαξαν γρήγορες ματιές. Η Μήδεια μισοχαμογέλασε σαν να ήθελε να μείνει για το επόμενο επεισόδιο, αλλά τελικά έφυγε με τους υπόλοιπους. Η Ισμήνη ήταν η τελευταία που βγήκε. Πριν κλείσει την πόρτα, έριξε στην Άρια βλέμμα κοφτερό, σχεδόν προστατευτικό.

Όταν έμειναν μόνοι, η Μικρή Σκηνή μίκρυνε.

Ο Λυσιμάχου τους πλησίασε αργά.

«Η σχολή ετοιμάζει παράσταση για το τέλος του εξαμήνου,» είπε. «Δεν θα είναι απλώς άσκηση. Θα είναι δοκιμασία. Και οι δύο σας θα βρίσκεστε στον πυρήνα της.»

Ο Νικήτας σήκωσε το κεφάλι.

«Γιατί εμείς;»

«Γιατί η σκηνή διάλεξε ήδη.»

Ο Λυσιμάχου πλησίασε την Άρια. Όχι απειλητικά. Σαν να κοίταζε έργο που δεν είχε ακόμη τελειώσει.

«Κι εσύ,» της είπε, «έχεις έρθει πιο προετοιμασμένη απ' όσο νομίζεις. Ή πιο σημαδεμένη.»

Η λέξη έμεινε στον αέρα.

Μετά ο δάσκαλος γύρισε την πλάτη, έτοιμος να φύγει, και είπε χωρίς να τους κοιτάξει:

«Μην ξαναμπείτε στο κρυφό καμαρίνι χωρίς να ξέρετε τι ψάχνετε. Κάποια πράγματα, αν τα βρεις πολύ νωρίς, αρχίζουν να σε ψάχνουν κι εκείνα.»

Η πόρτα έκλεισε πίσω του.

Η Άρια και ο Νικήτας έμειναν μόνοι.

Για λίγες στιγμές δεν μίλησαν. Ύστερα εκείνος γύρισε προς το μέρος της.

«Πρέπει να σου πω κάτι,» είπε.

«Για τον Ορέστη;»

«Και για μένα.»

Η Άρια έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Ο αέρας είχε μέσα του σκόνη, ζέστη προβολέα και εκείνο το ξεχασμένο άρωμα από το κρυφό καμαρίνι.

«Πες το.»

Ο Νικήτας σήκωσε το χέρι του αργά και ακούμπησε με τις άκρες των δαχτύλων του τον καρπό της - τόσο λίγο που θα μπορούσε να είναι και σύμπτωση, τόσο πολύ που δεν ήταν.

«Η μητέρα μου δεν ήξερε απλώς τον Ορέστη,» είπε. «Τον αγαπούσε.»

Η Άρια ένιωσε τον χρόνο να κάνει ένα μικρό, απότομο βήμα.

«Κι εγώ νομίζω,» συνέχισε, χαμηλώνοντας τη φωνή, «πως ό,τι έγινε τότε δεν τελείωσε ποτέ.»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 4 - Πρόβα με σπασμένο καθρέφτη

Τις επόμενες μέρες η Σχολή μπήκε σε ρυθμό πυρετού. Κάθε αίθουσα έμοιαζε να κρύβει άλλη θερμοκρασία: στις θεωρίες υπήρχε ανυπομονησία, στα εργαστήρια ένταση, στη σκηνή εκείνη η σχεδόν ερωτική κόπωση που αφήνει η συνεχής επανάληψη. Η είδηση ότι ο Λυσιμάχου ετοίμαζε μεγάλη παράσταση είχε κυκλοφορήσει χωρίς ποτέ να ανακοινωθεί επισήμως. Στα θέατρα, τα σημαντικά πράγματα διαδίδονται σαν άρωμα ή σαν σκάνδαλο.

Η Άρια απέφευγε να μείνει μόνη. Όχι από δειλία. Από επίγνωση. Είχε αρχίσει να νιώθει πως η Σχολή αποκρινόταν στις σκέψεις της. Κάθε φορά που σκεφτόταν τον Ορέστη, εμφανιζόταν ένα ίχνος: μια αφίσα, ένα βλέμμα, μια μισοειπωμένη φράση. Κάθε φορά που σκεφτόταν τον Νικήτα, εμφανιζόταν θερμότητα.

Ο ίδιος είχε γίνει πιο προσεκτικός μαζί της, όχι πιο ψυχρός. Σαν να ήξερε ότι η παραμικρή λάθος κίνηση μπορούσε να καταστρέψει είτε αυτό που γεννιόταν είτε αυτό που έπρεπε πρώτα να αποκαλυφθεί. Μιλούσαν λίγο μπροστά στους άλλους και πολύ με τα μάτια. Μερικές φορές αυτό ήταν χειρότερο.

Το απόγευμα της Πέμπτης, ο Λυσιμάχου τους κάλεσε όλους στη μεγάλη σκηνή για την πρώτη επίσημη ανάγνωση. Πάνω στις καρέκλες υπήρχαν αντίτυπα δεμένα πρόχειρα με μαύρο σπάγκο. Στο εξώφυλλο αναγραφόταν μόνο ένας τίτλος:

Η Νύχτα των Μαρτύρων

Κανένα όνομα συγγραφέα.

Η Μήδεια άνοιξε πρώτη το δικό της.

«Πρωτότυπο ή διασκευή;»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε ατάραχος.

«Κακή ερώτηση. Τα μεγάλα έργα είναι πάντα και τα δύο.»

Η Ισμήνη βρισκόταν στην πλατεία με μπλοκ σχεδίων στα γόνατα, ενώ η Δάφνη στεκόταν πίσω από τις τελευταίες σειρές, παρατηρώντας σώματα πριν ακόμα ακουστούν οι λέξεις. Η παρουσία τους έδινε άλλη διάσταση στη μέρα: τίποτα από όσα θα γίνονταν δεν αφορούσε μόνο την υποκριτική. Το έργο θα ήταν χτισμένο σαν μηχανισμός.

Ο Λυσιμάχου μοίρασε ρόλους χωρίς εξήγηση.

Η Άρια θα έπαιζε τη Λυδία, μια νέα ηθοποιό που μπαίνει σε θίασο όπου ένα παλιό σκάνδαλο δεν έχει πεθάνει.

Ο Νικήτας τον Αλέξανδρο, πρώτο ηθοποιό του θιάσου, γοητευτικό και αμφίβολο.

Η Μήδεια την Ιοκάστη, γυναίκα-αντίπαλο, φίλη και δηλητήριο μαζί.

Ο Αντρέας έναν βοηθό σκηνοθέτη που γνωρίζει περισσότερα απ' όσα λέει.

Η Λένα μια ενδυματολόγο που παρακολουθεί τα πάντα σιωπηλά.

«Και ο σκηνογράφος;» ρώτησε η Ισμήνη.

Ο Λυσιμάχου σήκωσε το κεφάλι.

«Ο χώρος εδώ είναι πρόσωπο από μόνος του. Εσύ θα τον κάνεις να θυμάται.»

Η Ισμήνη δεν απάντησε, αλλά σημείωσε κάτι νευρικά.

Η ανάγνωση ξεκίνησε. Οι πρώτες σκηνές του έργου έμοιαζαν υπερβολικά κοντινές με τη ζωή τους για να είναι τυχαίες. Μια σχολή, μια κλειστή ομάδα, μια πρεμιέρα που πλησιάζει, ένα παλιό περιστατικό που όλοι προσποιούνται πως έχει ξεχαστεί. Η Άρια ένιωσε την καρδιά της να χτυπά σε ακανόνιστο ρυθμό.

Όταν ήρθε η πρώτη μεγάλη σκηνή ανάμεσα στη Λυδία και τον Αλέξανδρο, ο Λυσιμάχου δεν τους άφησε να διαβάσουν καθιστοί.

«Πάνω.»

Σηκώθηκαν.

«Όχι από το χαρτί. Από την ανάγκη.»

Η σκηνή απαιτούσε να βρεθούν μόνοι σε άδειο καμαρίνι λίγο πριν από τη γενική δοκιμή. Εκείνος ξέρει κάτι για το παλιό μυστικό. Εκείνη τον ποθεί και δεν τον εμπιστεύεται.

Ο Νικήτας άφησε το κείμενο στην καρέκλα. Η Άρια το ίδιο. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε παρά μόνο το ελαφρύ βουητό από τα φώτα.

«Είσαι επικίνδυνη,» είπε εκείνος πρώτος, με τη φωνή του ως Αλέξανδρος αλλά με μια σκοτεινή χροιά που δεν ανήκε μόνο στον ρόλο.

Η Άρια τον κοίταξε κατάματα.

«Όχι. Εσύ φοβάσαι τους ανθρώπους που δεν μπορείς να σκηνοθετήσεις.»

Η φράση δεν υπήρχε ακριβώς έτσι στο χαρτί. Ο Λυσιμάχου δεν τη διόρθωσε.

Ο Νικήτας πλησίασε. Η σκηνή ξαφνικά μίκρυνε σε λίγα τετραγωνικά αναπνοής.

«Αν σου πω την αλήθεια, θα μείνεις;»

«Αν μου πεις ψέμα, θα σε καταλάβω.»

Η Δάφνη, από πίσω, ψιθύρισε μόλις ακουστά:

«Μην παίζετε τον ερωτισμό. Αφήστε τον να απειλήσει την ισορροπία σας.»

Η οδηγία έπεσε πάνω τους σαν σπίθα.

Ο Νικήτας ακούμπησε το χέρι του στο ξύλινο τραπέζι δίπλα στην Άρια, φυλακίζοντάς την όχι με δύναμη αλλά με εγγύτητα. Εκείνη δεν κουνήθηκε. Το σώμα της είχε εκείνη τη λεπτή ακινησία που προηγείται είτε φιλιού είτε χαστουκιού.

«Πες μου,» είπε εκείνος.

«Εσύ πρώτος.»

Στο ημίφως της πρόβας, με τους άλλους να παρακολουθούν, κάτι τρομακτικά αληθινό γεννήθηκε. Όχι επειδή αγγίχτηκαν πολύ. Επειδή δεν αγγίχτηκαν αρκετά.

Ο Λυσιμάχου τους σταμάτησε απότομα.

«Κρατήστε αυτό το σημείο. Εδώ κατοικεί το έργο.»

Η Μήδεια χτύπησε παλαμάκια αργά.

«Πολύ ωραία. Θα χρειαστούμε είτε κρύο νερό είτε καλύτερα ψέματα.»

Η Άρια γύρισε προς το μέρος της.

«Σε πειράζει;»

«Με διασκεδάζει,» είπε η Μήδεια. «Προς το παρόν.»

Η πρόβα συνεχίστηκε, αλλά το βλέμμα της Μήδειας είχε αλλάξει. Δεν ήταν απλή ζήλια. Ήταν σαν να ήξερε κάτι που οι άλλοι αγνοούσαν και να απολάμβανε που το κουβαλούσε μόνη της.

Στο διάλειμμα, η Ισμήνη κάλεσε την Άρια και τον Νικήτα στη σκηνή. Είχε ήδη στήσει με χαρτοταινίες ένα πρώτο σχεδιάγραμμα σκηνικού: καθρέφτες υπό γωνία, μια σκάλα που δεν κατέληγε πουθενά, τρεις πόρτες - μία αληθινή και δύο ψεύτικες.

«Το έργο χρειάζεται παγίδα,» είπε. «Όχι συμβολικά. Κυριολεκτικά. Οι θεατές πρέπει να μην ξέρουν ποια έξοδος οδηγεί έξω και ποια πίσω στον ίδιο φόβο.»

Η Άρια την κοίταξε με ενδιαφέρον.

«Εσύ το σκέφτεσαι σαν λαβύρινθο.»

«Όχι. Σαν καμαρίνι. Είναι το ίδιο πράγμα, μόνο με πιο πολύ πούδρα.»

Ο Νικήτας χαμογέλασε πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.

Η Δάφνη πλησίασε κι εκείνη. Έπιασε την Άρια από τους ώμους και τη μετακίνησε ελάχιστα.

«Μη στέκεσαι απέναντί του σαν να ζητάς απάντηση. Στάσου σαν να ξέρεις ήδη την απάντηση και φοβάσαι τις συνέπειες.»

Μετά άγγιξε το στέρνο του Νικήτα με δύο δάχτυλα.

«Εσύ μην την πλησιάζεις με ανδρισμό. Πλησίασέ την με ενοχή. Είναι πιο επικίνδυνο.»

Ο Νικήτας δεν μίλησε. Η Άρια, όμως, ένιωσε τα λόγια να τη διαπερνούν. Γιατί ξαφνικά η σκηνή δεν έμοιαζε με άσκηση, αλλά με αποκάλυψη μεταμφιεσμένη σε τέχνη.

Αργότερα, λίγο πριν τελειώσει η μέρα, η Στέλλα μπήκε στη σκηνή κρατώντας έναν παλιό φάκελο αρχείου.

«Μάνο, αυτά που ζήτησες.»

Ο Λυσιμάχου πήρε τον φάκελο και για πρώτη φορά έδειξε να ενοχλείται που δεν ήταν μόνος. Η Στέλλα τον άφησε και απομακρύνθηκε, αλλά η Άρια πρόλαβε να διακρίνει πάνω στο εξώφυλλο μια ένδειξη με κεφαλαία γράμματα:

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ Ο.Β. - ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΧΡΗΣΗ

Ο.Β.
Ορέστης Βαλμάς.

Η Άρια αντάλλαξε αμέσως βλέμμα με τον Νικήτα. Εκείνος το είχε δει κι αυτός.

Η πρόβα έληξε τυπικά, αλλά κανείς δεν είχε διάθεση να φύγει. Η Σχολή βούιζε σαν σώμα που ξέρει ότι πλησιάζει πυρετός. Η Μήδεια εξαφανίστηκε γρήγορα. Η Λένα και ο Αντρέας πήγαν για ποτό. Η Ισμήνη μάζευε σκίτσα. Η Δάφνη έδωσε δυο τελευταίες οδηγίες και χάθηκε στον διάδρομο σαν ίσκιος με ρυθμό.

Η Άρια κατέβηκε στο φουαγιέ για νερό. Όταν επέστρεψε προς τη σκηνή, άκουσε φωνές πίσω από μισόκλειστη πόρτα γραφείου. Σταμάτησε ασυναίσθητα.

Η μία ήταν της Στέλλας.

«Δεν είναι συνετό να ξανανοίξεις εκείνη την ιστορία τώρα.»

Η άλλη του Λυσιμάχου, πιο χαμηλή.

«Δεν την ανοίγω εγώ. Ξαναπαίζεται.»

«Και τα παιδιά;»

«Τα παιδιά πάντα νομίζουν πως παίζουν. Μέχρι να καταλάβουν ότι έχουν διανομή σε κάτι παλιότερο.»

Η Άρια πάγωσε.

Έκανε πίσω προσεκτικά, αλλά το παλιό ξύλο έτριξε κάτω από το παπούτσι της. Οι φωνές σώπασαν αμέσως.

Εκείνη έφυγε γρήγορα προς τα παρασκήνια. Η καρδιά της χτυπούσε στον λαιμό της. Πίσω από τη σκηνή, ανάμεσα σε υφάσματα και τελάρα, ο Νικήτας την άρπαξε ελαφρά από τον αγκώνα και την τράβηξε σε μια στενή εσοχή, πριν τους δει κανείς.

Ήταν πολύ κοντά. Πάρα πολύ κοντά.

«Άκουσες κι εσύ;» ψιθύρισε.

Η Άρια έγνεψε. Για μια στιγμή κανείς τους δεν μίλησε. Έξω από την εσοχή ακούγονταν βήματα, μακριά και ξένα. Μέσα της, μόνο ανάσες.

«Πρέπει να βρούμε τον φάκελο,» είπε εκείνος.

«Ναι.»

«Και να μάθεις κάτι ακόμα πριν μπλέξεις περισσότερο.»

Η Άρια σήκωσε το πρόσωπό της. Τα χείλη τους απείχαν ελάχιστα, αλλά η ένταση ανάμεσά τους ήταν πια πιο μεγάλη από μια έλξη. Ήταν συμμαχία με κόστος.

«Τι;»

Ο Νικήτας κράτησε για λίγο τα μάτια της, λες και ζύγιζε αν η αλήθεια αυτή θα τους έφερνε πιο κοντά ή θα τους τελείωνε πρόωρα.

«Ο Ορέστης Βαλμάς,» είπε τελικά, «δεν ήταν απλώς ο άνθρωπος που χάθηκε πριν από μια πρεμιέρα.»

Η Άρια σχεδόν δεν ανάσαινε.

«Ήταν ο πατέρας μου.»

Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους σαν κομμένο σκοινί.

Και πριν προλάβει να βρει η Άρια τι να νιώσει πρώτο - σοκ, οίκτο, επιθυμία, φόβο - από τη σκηνή ακούστηκαν πάλι εκείνοι οι τρεις χτύποι.

Αυτή τη φορά πιο κοντά.

Σαν να έρχονταν από μέσα τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 5 - Ο φάκελος που έλειπε

Το επόμενο πρωί η Σχολή είχε την όψη χώρου που προσπαθούσε να κρύψει ότι δεν κοιμήθηκε. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι κανονικές κινήσεις - βήματα, φωνές, καφέδες σε χάρτινα ποτήρια, πόρτες που άνοιγαν και έκλειναν - κι όμως κάτω από όλα αυτά υπήρχε ένα δεύτερο στρώμα, υπόγειο, σαν σκηνική μουσική που δεν ακουγόταν αλλά επηρέαζε τον ρυθμό όλων.

Η Άρια ανέβηκε τα σκαλιά αργά, με τη χθεσινή αποκάλυψη ακόμη ζωντανή στο δέρμα της.

Ο Ορέστης Βαλμάς ήταν ο πατέρας του Νικήτα.

Η φράση δεν έβρισκε ακόμη σωστή θέση μέσα της. Ήταν από εκείνες τις αλήθειες που δεν κάθονται αμέσως στη σκέψη - περιφέρονται πρώτα σαν ξένο κοστούμι στο καμαρίνι, μέχρι να μυρίσουν ιδρώτα, φως, ανθρώπινο φόβο.

Ο Νικήτας την περίμενε στο πάνω πλατύσκαλο.

«Δεν κοιμήθηκες,» της είπε.

«Ούτε εσύ.»

Εκείνος χαμογέλασε λίγο, χωρίς διάθεση να το παίξει άνετος.

«Άρχισες να με διαβάζεις επικίνδυνα καλά.»

«Κάποιος πρέπει.»

Έμειναν για λίγο αντικριστά, σ' εκείνη την παράξενη οικειότητα που είχε ήδη γεννηθεί ανάμεσά τους χωρίς να έχει ακόμη ομολογηθεί. Ύστερα ο Νικήτας χαμήλωσε τη φωνή.

«Θα προσπαθήσω σήμερα να μπω στο γραφείο του Λυσιμάχου.»

Η Άρια τον κοίταξε κοφτά.

«Είσαι τρελός.»

«Όχι. Καθυστερημένος. Έπρεπε να το έχω κάνει χρόνια πριν.»

«Και τι περιμένεις να βρεις;»

«Τον φάκελο. Την αναφορά. Ο,τιδήποτε έμεινε από το “Περιστατικό Ο.Β.”. Αν υπάρχει αλήθεια εδώ μέσα, είναι γραμμένη κάπου. Έστω σε λάθος εκδοχή.»

Η Άρια πήγε να απαντήσει, αλλά ο ήχος από τακούνια στον διάδρομο τους έκοψε. Η Στέλλα περνούσε με φάκελο και κλειδιά στο χέρι, αυστηρή όπως πάντα, σαν να είχε γεννηθεί γνωρίζοντας ποια πόρτα πρέπει να μένει κλειδωμένη.

Κοντοστάθηκε όταν τους είδε.

«Η πρόβα αρχίζει σε είκοσι λεπτά. Αν η προσωπική σας δραματουργία μπορεί να περιμένει, η σχολή θα το εκτιμούσε.»

Προσπέρασε πριν προλάβει κανείς να απαντήσει.

Ο Νικήτας την παρακολούθησε με το βλέμμα.

«Εκείνος ο φάκελος δεν είναι πια στο γραφείο του.»

«Πώς το ξέρεις;»

«Γιατί τον είδα χθες βράδυ να τον παίρνει μαζί του.»

Η Άρια συνοφρυώθηκε.

«Τότε τι ψάχνεις;»

«Το σημείο απ' όπου ξεκίνησε να κρύβεται.»

Η μεγάλη σκηνή είχε μεταμορφωθεί μέσα σε μια νύχτα. Η Ισμήνη είχε ήδη αρχίσει να στήνει το πρώτο δοκιμαστικό τοπίο για τη Νύχτα των Μαρτύρων: τρεις καθρέφτες σε άνισα ύψη, μια μεταλλική σκάλα, δύο παραβάν ντυμένα με γκρι ύφασμα, και στο βάθος μια κατασκευή που έμοιαζε ταυτόχρονα με καμαρίνι και εξομολογητήριο.

Η Δάφνη στεκόταν ξυπόλητη στη σκηνή, δοκιμάζοντας με το σώμα της τη γεωμετρία του χώρου.

«Μην κοιτάτε τι είναι,» είπε στους σπουδαστές που μαζεύονταν. «Κοιτάξτε τι σας κάνει.»

Η Μήδεια έφτασε τελευταία, φορώντας μαύρο πουκάμισο, κόκκινα χείλη και έκφραση γυναίκας που είχε ήδη βαρεθεί μισή μέρα προτού αυτή αρχίσει.

«Αν συνεχίσουμε έτσι,» είπε κοιτάζοντας το σκηνικό, «θα ανεβάσουμε είτε αριστούργημα είτε οργανωμένη νεύρωση.»

«Το δεύτερο είναι συνήθως προϋπόθεση για το πρώτο,» απάντησε η Ισμήνη χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από τα σχέδιά της.

Ο Λυσιμάχου μπήκε ακριβώς τότε. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς χαιρετισμό. Με εκείνη τη σιωπηλή βαρύτητα ανθρώπου που δεν καταλαμβάνει χώρο, τον ορίζει.

«Σήμερα,» είπε, «θα δουλέψουμε την πράξη της απώλειας.»

Περπάτησε αργά μπροστά τους.

«Ο ηθοποιός δεν πείθει όταν δείχνει πόνο. Πείθει όταν κάτι λείπει από μέσα του και παρ' όλα αυτά συνεχίζει να μιλά. Το θέατρο δεν ενδιαφέρεται για τη συμφορά σας. Ενδιαφέρεται για το αποτύπωμά της.»

Έδωσε στον καθένα από ένα φύλλο. Δεν ήταν απόσπασμα γνωστού έργου. Ήταν καινούριο κείμενο, πιθανότατα γραμμένο από τον ίδιο ή για τον ίδιο. Πρωτότυπες σκηνές για τη σχολή, με γλώσσα κοφτερή και σκοτεινή.

Η Άρια διάβασε τον τίτλο:

Άσκηση Α: Το αντικείμενο που δεν βρίσκεται

Η σκηνή αφορούσε δύο πρόσωπα σε χώρο αναμονής. Ένα αντικείμενο έχει εξαφανιστεί. Κανείς δεν ομολογεί τι ήταν. Κανείς δεν παραδέχεται ποιος το πήρε. Όμως και οι δύο ξέρουν ότι από αυτό εξαρτώνται πολύ περισσότερα απ' όσα λένε.

Ο Λυσιμάχου ζήτησε από τη Μήδεια και τον Αντρέα να ξεκινήσουν. Ήταν καλοί. Πιο πολύ απ' όσο ήθελαν οι ίδιοι να φανεί. Έπαιζαν με κοφτές παύσεις, μισοτελειωμένες χειρονομίες, βλέμματα που δεν έφταναν ποτέ ως το τέλος.

Ύστερα ο δάσκαλος έδωσε την ίδια άσκηση στην Άρια και στον Νικήτα.

«Το αντικείμενο,» είπε, «δεν είναι αντικείμενο. Είναι απόδειξη. Ή ενοχή. Ή επιθυμία. Αποφασίστε μόνοι σας. Αλλά μην αποφασίσετε μικρά.»

Στάθηκαν απέναντι.

Η Άρια κράτησε το φύλλο λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα το άφησε στην καρέκλα. Ο Νικήτας έκανε το ίδιο. Πλέον ήξεραν και οι δύο ότι το κείμενο ήταν μόνο αφορμή.

Η πρωτότυπη σκηνή ξεκινούσε έτσι:

«Αν μου πεις ότι χάθηκε, θα σε πιστέψω.
Αν μου πεις ότι δεν υπήρξε ποτέ, θα σε μισήσω.»

Ο Νικήτας πήρε την πρώτη ατάκα, χαμηλά, σχεδόν τρυφερά.

«Αν μου πεις ότι χάθηκε, θα σε πιστέψω.»

Η Άρια τον κοίταξε με βλέμμα που ακροβατούσε ανάμεσα σε πρόκληση και άμυνα.

«Αν σου πω ότι δεν υπήρξε ποτέ;»

«Τότε θα ξέρω ότι με φοβάσαι.»

Η αίθουσα ησύχασε.

Η συνέχεια του κειμένου ζητούσε κλιμάκωση, όχι υψωμένες φωνές. Σιωπές που να κόβουν περισσότερο από καβγά. Η Άρια το ένιωσε αμέσως.

«Δεν σε φοβάμαι,» είπε.

«Όχι;»

«Σε λυπάμαι όταν λες ψέματα όμορφα.»

Ένα ανεπαίσθητο ρεύμα διέτρεξε τη σκηνή. Ήταν το είδος της στιγμής που οι υπόλοιποι δεν παρακολουθούν πια ως συμμαθητές αλλά ως θεατές.

Ο Λυσιμάχου δεν μιλούσε. Η Δάφνη είχε σταυρώσει τα χέρια. Η Ισμήνη παρακολουθούσε σαν να έβλεπε το σκηνικό της να αποκτά ξαφνικά σφυγμό.

Η σκηνή έφτανε σε ένα σημείο όπου ο ένας ρωτά τον άλλο:

«Το έκλεψες;»
«Όχι.»
«Τότε γιατί σε κοιτάζει η ενοχή σαν να της ανήκεις;»

Ο Νικήτας δεν το είπε όπως ήταν γραμμένο. Το μετέτρεψε ελάχιστα, πιο επικίνδυνα.

«Τότε γιατί κάθε φορά που σε πλησιάζω νιώθω ότι κρύβεις κάτι που μου ανήκει;»

Η Άρια έχασε για μια στιγμή τον ρυθμό της - όχι από αδυναμία, αλλά από αλήθεια.

Ο Λυσιμάχου χτύπησε μία φορά τη βέργα στο πάτωμα.

«Μην προστατεύεστε από το κείμενο. Συνεχίστε.»

Η Άρια πήρε μια ανάσα.

«Ίσως γιατί νομίζεις πως ό,τι σε καίει, σου ανήκει.»

Ο Νικήτας χαμογέλασε πολύ ελαφρά. Ήταν χαμόγελο του ρόλου. Και καθόλου του ρόλου.

Όταν τελείωσαν, κανείς δεν μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα.

Μετά η Μήδεια χτύπησε αργά παλαμάκια.

«Υπέροχα. Αν συνεχίσετε έτσι, θα χρειαστούμε ή ψυχίατρο ή εισιτήρια.»

Στο διάλειμμα, η Στέλλα διέσχισε τη σκηνή γρήγορα και πλησίασε τον Λυσιμάχου. Κάτι του ψιθύρισε. Η αλλαγή στο πρόσωπό του ήταν ανεπαίσθητη, αλλά πραγματική. Γύρισε αμέσως προς το μέρος όλων.

«Δέκα λεπτά διάλειμμα. Κανείς δεν φεύγει από το κτίριο.»

Η φράση ακούστηκε πιο βαριά απ' όσο έπρεπε.

Η Μήδεια ανασήκωσε το φρύδι.

«Τι έγινε; Έχουμε καινούριο δράμα ή παλιό που ανακυκλώνεται;»

Η Στέλλα απάντησε κοφτά:

«Χάθηκε ένας φάκελος από το αρχείο της σχολής.»

Η Άρια ένιωσε το αίμα της να τραβιέται απότομα προς την καρδιά. Ο Νικήτας δεν γύρισε να την κοιτάξει, αλλά το σώμα του δίπλα της σκλήρυνε.

«Τι είδους φάκελος;» ρώτησε η Λένα.

Η Στέλλα δίστασε μισό δευτερόλεπτο.

«Εσωτερικός.»

Η Μήδεια χαμογέλασε σαν γάτα που άκουσε ντουλάπι να ανοίγει.

«Δηλαδή ενδιαφέρων.»

«Δηλαδή κανείς δεν θα κάνει εικασίες,» είπε ο Λυσιμάχου, και η φωνή του έκοψε τον αέρα. «Όποιος πήρε κάτι που δεν του ανήκει, να το επιστρέψει σήμερα. Χωρίς ερωτήσεις. Μετά, οι συνέπειες δεν θα είναι παιδαγωγικές.»

Ο Νικήτας μίλησε τότε, ήρεμα.

«Και αν δεν το πήρε κάποιος από μας;»

Ο Λυσιμάχου τον κοίταξε για πολλή ώρα.

«Σ' αυτή τη σχολή, Νικήτα, σχεδόν όλα τα σοβαρά πράγματα ξεκινούν από μέσα.»

Το υπόλοιπο μάθημα κύλησε με αμηχανία καλυμμένη από πειθαρχία. Κανείς δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί πραγματικά. Οι ατάκες λέγονταν σωστά, οι μετακινήσεις εκτελούνταν, οι ασκήσεις προχωρούσαν, μα ο ρυθμός είχε υποστεί ρωγμή. Όλοι σκεφτόντουσαν τον φάκελο.

Στο τέλος, η Άρια κατέβηκε μόνη της στο foyer. Το απογευματινό φως είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στα τζάμια. Οι σκιές των αφισών στους τοίχους έμοιαζαν με ανθρώπους που στέκονταν ακίνητοι και άκουγαν.

Βρήκε τον Νικήτα δίπλα στο τραπέζι με τα προγράμματα.

«Δεν τον πήρες εσύ,» του είπε αμέσως.

«Όχι.»

«Κι όμως ήξερες ότι θα χαθεί.»

Εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της.

«Τι εννοείς;»

«Εννοώ ότι σήμερα ήσουν σαν άνθρωπος που περίμενε κάτι.»

Ο Νικήτας την κοίταξε με έναν τρόπο που έμοιαζε επικίνδυνα με θαυμασμό.

«Δεν ξέρω αν σε αντέχω όταν καταλαβαίνεις τόσο πολλά.»

«Θα το μάθεις.»

Έκανε ένα βήμα πιο κοντά.

«Πες μου την αλήθεια.»

Εκείνος χαμήλωσε τη φωνή.

«Χθες, όταν έφυγες, ξαναγύρισα. Ήθελα να μπω στο γραφείο. Δεν πρόλαβα. Κάποιος άλλος ήταν ήδη εκεί.»

«Ποιος;»

«Δεν είδα πρόσωπο. Μόνο σκιά. Και άρωμα.»

Η Άρια πάγωσε ελάχιστα.

«Τι άρωμα;»

«Γυναικείο. Παλιό. Βαρύ. Σαν να είχε μείνει χρόνια σε ξύλο και ύφασμα.»

Το ίδιο άρωμα από το κρυφό καμαρίνι.

Η Άρια ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

«Και μετά;»

«Μετά άκουσα τη Στέλλα να ανεβαίνει και κρύφτηκα. Όταν ξανακοίταξα, η σκιά είχε φύγει.»

Η Άρια έμεινε σιωπηλή.

«Σκέφτεσαι το ίδιο με μένα;» τη ρώτησε.

«Ότι κάποιος δεν ψάχνει απλώς το παρελθόν. Ότι το ξανασκηνοθετεί.»

Ο Νικήτας έγνεψε αργά.

Τότε ακούστηκε θόρυβος από τον επάνω διάδρομο. Σαν κάτι μεταλλικό να έπεσε. Γύρισαν και οι δύο προς τη σκάλα. Στο πλατύσκαλο δεν ήταν κανείς. Μόνο ένα λευκό χαρτί που είχε γλιστρήσει στο πάτωμα.

Ανέβηκαν μαζί.

Ήταν μία σελίδα αποκομμένη από φάκελο αρχείου. Στην κορυφή, με σφραγίδα:

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ Ο.Β.

Και από κάτω, μόνο μία γραμμή ευανάγνωστη. Οι υπόλοιπες είχαν σκιστεί.

"...η σπουδάστρια βρέθηκε σε κατάσταση σοκ πίσω από τη Μικρή Σκηνή..."

Η Άρια ένιωσε τα δάχτυλά της να παγώνουν.

«Σπουδάστρια;» ψιθύρισε.

Ο Νικήτας πήρε τη σελίδα.

«Άρα δεν ήταν μόνο ο πατέρας μου.»

«Όχι,» είπε η Άρια. «Και κάποιος θέλει να το ξέρουμε βήμα βήμα. Όχι όλο μαζί.»

Στο πίσω μέρος της σελίδας υπήρχε μια φράση γραμμένη με μελάνι, ίδιας υφής με τις φωτογραφίες που είχε ήδη βρει:

Ο φάκελος δεν χάθηκε. Μοιράστηκε.

Η Άρια σήκωσε το βλέμμα προς τον σκοτεινό διάδρομο.

Το θέατρο, σκέφτηκε, δεν κρατά ποτέ ένα μυστικό σε ένα μόνο σημείο. Το κρεμά σε πρόσωπα, το διπλώνει σε υφάσματα, το αφήνει μέσα σε ατάκες, το σπρώχνει από χέρι σε χέρι μέχρι να γίνει ρόλος.

Και κάποιος εδώ μέσα είχε ήδη αρχίσει τη διανομή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 6 - Η πρόβα του σχεδόν φιλιού

Την επόμενη μέρα η βροχή έπεφτε λεπτή πάνω στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ορμή αλλά με διάρκεια, σαν επίμονη σκηνική υπόμνηση. Τα τζάμια της Σχολής είχαν θαμπώσει και το φως που έμπαινε μέσα ήταν γκρίζο, σχεδόν υδάτινο. Η ατμόσφαιρα ταίριαζε υπερβολικά με όσα αιωρούνταν πια ανάμεσα στους ανθρώπους του κτιρίου.

Ο χαμένος φάκελος είχε γίνει άρρητη εμμονή. Κανείς δεν τον ανέφερε ανοιχτά, κι όμως όλοι μιλούσαν σαν να άφηναν χώρο για κάτι που άκουγε.

Η πρόβα εκείνης της ημέρας είχε ανακοινωθεί μόνο για τέσσερα πρόσωπα: Άρια, Νικήτα, Μήδεια και Λένα. Ο Λυσιμάχου ήθελε να δουλέψει τον πυρήνα της δεύτερης πράξης της Νύχτας των Μαρτύρων.

Όταν μπήκαν στη Μικρή Σκηνή, ο χώρος είχε αλλάξει ξανά.

Η Ισμήνη είχε στήσει ένα σχεδόν πλήρες ψευδο-καμαρίνι: καθρέφτη με λάμπες, στενό τραπέζι με χτένες και πούδρες, μια κρεμάστρα με κοστούμια, μια καρέκλα πεταμένη πλαγίως σαν να είχε προηγηθεί καβγάς. Στο πλάι, ένας ημιτελής τοίχος άφηνε χαραμάδα αρκετή να φανεί παρασκήνιο. Ο χώρος έμοιαζε αληθινός και τεχνητός την ίδια στιγμή - ακριβώς όπως έπρεπε.

Η Δάφνη πλησίασε την Άρια και τον Νικήτα πριν αρχίσουν.

«Σήμερα δεν θα παίξετε έλξη,» είπε. «Θα παίξετε αντίσταση που έχει ήδη ραγίσει.»

Γύρισε πρώτα στην Άρια.

«Δεν τον θες μόνο. Τον υποψιάζεσαι. Αυτό κάνει το σώμα σου διπλό: μπροστά θέλει, πίσω μαζεύεται.»

Μετά στον Νικήτα.

«Κι εσύ δεν την πλησιάζεις σαν κυνηγός. Την πλησιάζεις σαν άνθρωπος που ξέρει ότι η επόμενη αλήθεια θα του κοστίσει κάτι.»

Η Μήδεια, που άκουγε από τη γωνία, χαμογέλασε.

«Υπέροχα. Ερωτισμός με υπαρξιακές παρενέργειες.»

Ο Λυσιμάχου μπήκε εκείνη τη στιγμή.

«Ευτυχώς. Ο χυδαίος ερωτισμός είναι για κακούς ηθοποιούς και χειρότερους συγγραφείς.»

Πήρε θέση στην πλατεία.

«Θα δουλέψουμε την σκηνή “Καμαρίνι πριν από την αποκάλυψη”. Κείμενο πρωτότυπο. Μην το διαβάσετε σαν διάλογο. Διαβάστε το σαν παρτίδα σκακιού όπου τα πιόνια θέλουν να αγγίξουν το ένα το άλλο.»

Μοίρασε τα φύλλα.

Η σκηνή ήταν γραμμένη με επικίνδυνη απλότητα. Δύο πρόσωπα. Πέντε λεπτά πριν από την είσοδό τους στη σκηνή. Εκείνος ξέρει ότι ο χαμένος άνθρωπος του παρελθόντος συνδέεται με το παρόν. Εκείνη ξέρει κάτι για τη γυναίκα που έμεινε πίσω. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν απολύτως. Κι όμως και οι δύο λαχταρούν να μην είναι μόνοι μέσα στην αλήθεια.

Η κεντρική ατάκα της σκηνής ήταν:

«Μη με πλησιάζεις όταν πρόκειται να μου πεις ψέματα.
Το σώμα κάνει χώρο μόνο για την αλήθεια.»

Ο Νικήτας διάβασε τη φράση μία φορά από μέσα του και ύστερα άφησε το χαρτί.

Η Άρια έκανε το ίδιο.

Ο Λυσιμάχου τους σταμάτησε πριν αρχίσουν.

«Όχι απέναντι ο ένας στον άλλον. Πολύ απλό. Θέλω εκείνη στον καθρέφτη, εκείνον πίσω της. Η σκηνή δεν είναι αντιπαράθεση. Είναι παγίδευση.»

Η Ισμήνη μετακίνησε ανεπαίσθητα την καρέκλα. Η Δάφνη έσπρωξε ελαφρά τον ώμο της Άριας για να της βρει τη σωστή γωνία.

«Μην τον βλέπεις πρώτα με τα μάτια,» της ψιθύρισε. «Νιώσε τον να έρχεται.»

Η πρόβα άρχισε.

Η Άρια στάθηκε μπροστά στον ψεύτικο καθρέφτη, με τα δάχτυλα ακουμπισμένα στο ξύλινο τραπέζι. Ο Νικήτας μπήκε αργά πίσω της. Στο είδωλο οι δύο μορφές τους έμοιαζαν πιο κοντά απ' όσο ήταν.

«Δεν έπρεπε να είσαι εδώ,» είπε εκείνη.

«Κι όμως εδώ έρχεσαι κι εσύ όταν φοβάσαι.»

«Δεν φοβάμαι.»

«Τότε γιατί έχεις το βλέμμα ανθρώπου που ακούει πόρτες πριν ανοίξουν;»

Η Άρια σήκωσε αργά το πρόσωπό της προς το γυαλί. Δεν γύρισε αμέσως να τον κοιτάξει.

«Μη με διαβάζεις.»

«Αν δεν σε διαβάσω, θα σε χάσω.»

Η φράση δεν ήταν ακριβώς έτσι στο κείμενο. Ο Λυσιμάχου δεν μίλησε. Η Δάφνη έσκυψε λίγο μπροστά, παρακολουθώντας σαν θηρευτής.

Ο Νικήτας έκανε μισό βήμα ακόμα. Τώρα σχεδόν ακουμπούσε την πλάτη της, χωρίς να την αγγίζει. Η ένταση βγήκε όχι από την επαφή αλλά από την αναστολή της.

Η πρωτότυπη σκηνή συνέχιζε:

«Αν θες να σωθείς, φύγε τώρα.
Αν θες να μάθεις, έλα πιο κοντά και πλήρωσέ το.»

Η Άρια το είπε χαμηλά, με φωνή που έτρεμε ελάχιστα μόνο στο τέλος.

Ο Νικήτας απάντησε δίπλα στο αυτί της σχεδόν ψιθυριστά:

«Έχω πάψει καιρό να ζητάω σωτηρία.»

Η ανάσα του ακούμπησε τον λαιμό της. Το σώμα της αντέδρασε πριν προλάβει να το λογοκρίνει. Τα δάχτυλά της έσφιξαν το τραπέζι.

Η Δάφνη ψιθύρισε από την πλατεία:

«Μην κουνιέσαι, Άρια. Άφησέ τον να φανεί από το μικρό τίναγμα.»

Ο Νικήτας σήκωσε αργά το χέρι του, σαν να επρόκειτο να αγγίξει μια τούφα από τα μαλλιά της, και σταμάτησε ένα κλάσμα πριν την επαφή.

Αυτό το σχεδόν ήταν πιο αισθησιακό από χάδι.

Η Άρια γύρισε τότε ελάχιστα προς το μέρος του. Τα πρόσωπά τους ήρθαν τόσο κοντά ώστε ο καθρέφτης πίσω τους έμοιαζε να κρατά ανάσα.

«Πες το,» του είπε.

«Τι;»

«Αυτό που κρύβεις πίσω από όσα ξέρεις.»

«Κι αν το πω, δεν θα υπάρχει γυρισμός.»

«Δεν υπήρχε ποτέ.»

Η σκηνή ζητούσε τώρα το μεγάλο της σημείο: μια παύση όπου τα δύο πρόσωπα στέκονται ένα χιλιοστό πριν από φιλί, όχι επειδή παραδίνονται αλλά επειδή η αλήθεια και η επιθυμία φτάνουν για πρώτη φορά στο ίδιο ύψος.

Ο Νικήτας έσκυψε ελάχιστα.

Η Άρια δεν απομακρύνθηκε.

Στο ημίφως της Μικρής Σκηνής, με τα ψεύτικα φώτα του καμαρινιού να καίνε σαν εξομολόγηση, το κενό ανάμεσά τους έγινε σχεδόν αφόρητο.

Και τότε ο Λυσιμάχου φώναξε:

«Στοπ!»

Η λέξη έπεσε πάνω τους σαν μαχαίρι.

Η Άρια έκανε πίσω απότομα, σαν να ξύπνησε. Ο Νικήτας κατέβασε το χέρι του αργά, χωρίς να κρύβει την αναστάτωση.

«Γιατί;» πετάχτηκε η Μήδεια, με τόνο μισό ειρωνικό και μισό ειλικρινά εκνευρισμένο. «Επιτέλους είχαμε παλμό.»

Ο Λυσιμάχου σηκώθηκε.

«Γιατί ο πειρασμός του εύκολου φιλιού είναι ο θάνατος της σκηνής. Αυτό που γεννήθηκε εδώ είναι πιο χρήσιμο άπαιχτο.»

Πλησίασε.

«Ξανά. Και αυτή τη φορά δεν θέλω ούτε υπόνοια κατάληξης. Θέλω το κοινό να υποφέρει επειδή δεν συμβαίνει.»

Η δεύτερη εκτέλεση ήταν ακόμη πιο δυνατή. Όταν έφτασαν στο ίδιο σημείο, η Άρια σήκωσε το χέρι της και ακούμπησε μόνο το πέτο του σακακιού του Νικήτα, σαν να κρατιόταν από το τελευταίο επιτρεπτό σημείο του.

«Αν σε πιστέψω,» είπε, «θα μπω μέσα σε κάτι που δεν θα ελέγχω.»

Ο Νικήτας χαμήλωσε το βλέμμα στο χέρι της.

«Καλώς ήρθες στο θέατρο.»

Και πάλι σταμάτησαν πριν το φιλί. Αλλά τώρα η μη πραγματοποίησή του είχε γίνει ήδη γεγονός.

Η Δάφνη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, ικανοποιημένη.

Η Ισμήνη σημείωσε κάτι βιαστικά.

Η Λένα είχε κοκκινίσει ελαφρά από αμηχανία.

Και η Μήδεια κοιτούσε με εκείνη τη σκοτεινή ακινησία ανθρώπου που δεν ζηλεύει μόνο - θυμάται.

Μετά την πρόβα, καθώς οι άλλοι διαλύονταν, ο Λυσιμάχου κράτησε μόνο την Άρια και τον Νικήτα στη σκηνή.

«Αυτό που συμβαίνει ανάμεσά σας,» είπε, «ή θα υπηρετήσει το έργο ή θα το καταστρέψει. Δεν με ενδιαφέρει η ηθική του. Με ενδιαφέρει η αλήθεια του.»

Η Άρια έσφιξε τα χείλη της.

«Κι αν δεν ξέρουμε ακόμη τι είναι;»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε βαθιά.

«Το σώμα πάντα ξέρει πρώτο. Το μυαλό έρχεται μετά να το δυσφημήσει.»

Ο Νικήτας δεν μίλησε.

Ο δάσκαλος έφυγε αφήνοντάς τους μόνους στη Μικρή Σκηνή.

Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν κουνήθηκε. Το ψεύτικο καμαρίνι, τα κοστούμια, οι λάμπες, ο βρεγμένος αέρας που έμπαινε από κάπου αδιόρατα - όλα γύρω τους έμοιαζαν με σκηνικό που είχε ξεχάσει να ξαναγίνει πραγματικότητα.

Η Άρια ακούμπησε στην άκρη του τραπεζιού.

«Αυτό ήταν πολύ κακή ιδέα,» είπε.

Ο Νικήτας χαμογέλασε κουρασμένα.

«Η πρόβα;»

«Το να μην σε φιλήσω.»

Εκείνος έμεινε ακίνητος για ένα κλάσμα.

«Άρια...»

«Μην πεις τίποτα πρόχειρο.»

Πλησίασε ένα βήμα.

«Αν πεις κάτι τώρα, θέλω να είναι αλήθεια. Όχι άμυνα, όχι ρόλος, όχι ευγένεια.»

Ο Νικήτας την κοίταξε όπως την κοιτά κανείς όταν ξέρει ότι το επόμενο δευτερόλεπτο μπορεί να αλλάξει την τάξη των πραγμάτων.

Σήκωσε αργά το χέρι του και άγγιξε μόνο μία τούφα από τα μαλλιά της, αφήνοντάς τη να περάσει ανάμεσα στα δάχτυλά του σαν μετάξι που δεν του ανήκει.

«Η αλήθεια;» είπε χαμηλά. «Αν σε φιλήσω τώρα, δεν θα είναι για τη σκηνή.»

Η Άρια ένιωσε την ανάσα της να γίνεται ακανόνιστη.

«Και γιατί δεν το κάνεις;»

«Γιατί δεν ξέρω ακόμη αν μετά θα μπορέσω να σε προστατέψω.»

Η φράση έκοψε την ατμόσφαιρα αλλιώς.

«Από τι;»

Ο Νικήτας άφησε το χέρι του να πέσει.

«Από το τι θα μάθεις.»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 7 - Εκείνη που βρέθηκε πίσω από τη Μικρή Σκηνή

Η αποκάλυψη δεν ήρθε ως έκρηξη. Ήρθε σαν σκοινί που τραβιέται αργά μέχρι να καταλάβεις ότι ήταν δεμένο πάνω σου από την αρχή.

Το ίδιο βράδυ, η Άρια γύρισε σπίτι με το κεφάλι της γεμάτο από λάμπες καμαρινιού, άγγιγμα που δεν ολοκληρώθηκε, τη μία σελίδα του φακέλου, το άρωμα, τη φράση του Νικήτα. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος της μητέρας της με εκείνη τη σιωπηλή επιδεξιότητα των ανθρώπων που μεγάλωσαν αποφεύγοντας δύσκολες ερωτήσεις.

Η μητέρα της, η Εύα, καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν διάβαζε. Δεν έπλεκε. Δεν έπινε τσάι. Απλώς καθόταν με τα χέρια ακουμπισμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν να περίμενε.

Η Άρια σταμάτησε αμέσως.

«Είσαι ξύπνια.»

«Σε περίμενα.»

Η φωνή της μητέρας της ήταν ήσυχη, αλλά όχι ήρεμη.

Η Άρια άφησε την τσάντα στην καρέκλα.

«Κάτι έγινε;»

Η Εύα την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα είπε:

«Πήγες στη Μικρή Σκηνή.»

Δεν ήταν ερώτηση.

Η Άρια ένιωσε ένα ρίγος να περνά από τον αυχένα της ως τη μέση.

«Πώς το ξέρεις;»

Η μητέρα της χαμογέλασε με θλίψη που έμοιαζε πολύ παλιά για να ανήκει στη σημερινή νύχτα.

«Γιατί όλοι επιστρέφουμε κάποτε εκεί όπου νομίζουμε ότι δεν έχουμε υπάρξει.»

Η Άρια δεν κάθισε. Έμεινε όρθια, έτοιμη να φύγει ή να επιτεθεί.

«Μαμά, τι ακριβώς μου κρύβεις;»

Η Εύα κατέβασε το βλέμμα για λίγο, σαν να έψαχνε τις σωστές λέξεις όχι μέσα στο λεξιλόγιο αλλά μέσα στα χρόνια.

«Όταν ήμουν στην ηλικία σου, φοιτούσα κι εγώ στη Σχολή Λυσιμάχου.»

Η Άρια δεν μίλησε.

«Δεν στο είπα ποτέ γιατί ήθελα να μη γίνεις συνέχεια μιας ιστορίας που δεν τέλειωσε σωστά.»

Ο αέρας στην κουζίνα βάρυνε. Από τον ανοιχτό φωταγωγό έμπαινε μυρωδιά βροχής και νυχτερινής πόλης.

«Ήσουν εσύ,» είπε τελικά η Άρια. «Η σπουδάστρια από τον φάκελο.»

Η μητέρα της έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

«Ναι.»

Η λέξη έπεσε καθαρή, αδυσώπητη.

Η Άρια κάθισε αργά απέναντί της.

Για πρώτη φορά μετά από μέρες δεν την κυρίευσε πρώτα ο φόβος αλλά θυμός. Ο θυμός που έρχεται όταν καταλαβαίνεις ότι η αλήθεια ζούσε δίπλα σου ντυμένη οικογενειακή συνήθεια.

«Και ο Ορέστης;»

Η Εύα άργησε να απαντήσει.

«Ο Ορέστης Βαλμάς ήταν ο πιο ταλαντούχος από όλους μας. Και ο πιο ανόητος εκεί που τελείωνε το ταλέντο και άρχιζε η περηφάνια. Φωτεινός άνθρωπος. Επικίνδυνα φωτεινός.»

«Τον αγαπούσες;»

Η μητέρα της σήκωσε το βλέμμα.

«Ναι.»

Η Άρια ένιωσε τον κόσμο να αναδιατάσσεται βίαια και αθόρυβα.

«Και εκείνος;»

«Με έναν τρόπο που δεν ήξερε να προστατεύει τίποτα. Ούτε εμένα, ούτε τον εαυτό του, ούτε αυτό που πήγαινε να αποκαλύψει.»

Η Άρια έσκυψε μπροστά.

«Τι πήγαινε να αποκαλύψει;»

Η Εύα σιώπησε τόσο που η σιωπή έγινε σχεδόν απάντηση. Μετά σηκώθηκε, πήγε στο παλιό μπουφέ της κουζίνας, άνοιξε το κάτω συρτάρι και έβγαλε ένα μακρόστενο κουτί, τυλιγμένο με ύφασμα.

Το έφερε μπροστά στην Άρια και το άνοιξε.

Μέσα υπήρχαν τρία αντικείμενα:

  • ένα πρόγραμμα παλιάς παράστασης,
  • μια φωτογραφία του Ορέστη σε πρόβα,
  • και μια ασημένια καρφίτσα μαλλιών με σκαλισμένο επάνω της ένα μικρό προσωπείο.

Η Άρια άγγιξε πρώτα τη φωτογραφία. Ο Ορέστης ήταν νέος, όμορφος, με εκείνη τη μορφή που δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι θα γίνει κέντρο. Το βλέμμα του, όμως, ήταν ανήσυχο. Σαν να είχε ήδη δει κάτι που δεν συγχωρείται εύκολα.

«Το βράδυ πριν χαθεί,» είπε η Εύα, «μου ζήτησε να τον συναντήσω πίσω από τη Μικρή Σκηνή. Είπε ότι είχε βρει έγγραφα. Ότι κάποιοι χειρίζονταν υποτροφίες, διανομές, εξετάσεις... όχι μόνο άδικα. Σκόπιμα. Με ανταλλάγματα. Με εκβιασμούς. Ήταν θυμωμένος. Και πολύ βέβαιος ότι θα τους ξεσκεπάσει.»

Η Άρια ένιωσε την καρδιά της να χτυπά στα δόντια.

«Ποιους; Τον Λυσιμάχου; Τη Στέλλα;»

«Δεν μου είπε όλα τα ονόματα. Ή ίσως δεν πρόλαβε.»

Η μητέρα της έσφιξε τα χέρια της.

«Πήγα να τον βρω. Άκουσα τους τρεις χτύπους από μέσα. Και μετά...»

Σταμάτησε.

Η Άρια ψιθύρισε:

«Μετά;»

«Μετά βρήκα ανοιχτή την πίσω πόρτα. Και τον διάδρομο άδειο. Και το καμαρίνι αναστατωμένο. Και μετά δεν θυμάμαι καθαρά τη σειρά. Θυμάμαι μόνο μια γυναίκα να φεύγει βιαστικά. Θυμάμαι άρωμα. Θυμάμαι πως κάποιος με έσπρωξε ή προσπάθησε να με τραβήξει μακριά. Χτύπησα. Όταν με βρήκαν, ήμουν πίσω από τη Μικρή Σκηνή, σε κατάσταση σοκ.»

Η Άρια έμεινε ακίνητη.

«Και δεν μίλησες;»

Η Εύα γέλασε πικρά, χωρίς χαρά.

«Μίλησα. Αλλά όχι όσο έπρεπε. Είχα τρομάξει. Ήμουν ερωτευμένη. Ήμουν νέα. Και η σχολή ήξερε πώς να κάνει ένα σκάνδαλο να μοιάζει με νευρικό επεισόδιο.»

Η Άρια άγγιξε την καρφίτσα.

«Αυτή;»

Η μητέρα της πήρε αργά ανάσα.

«Δεν είναι δική μου. Τη βρήκα στο πάτωμα εκείνο το βράδυ. Την κράτησα γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κρατήσω. Και γιατί πάνω της υπήρχε άρωμα. Το ίδιο που ένιωσες κι εσύ, φαντάζομαι.»

Η Άρια σήκωσε απότομα το βλέμμα.

«Το ξέρεις;»

Η Εύα χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

«Η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα πρώτα ως οσμή, μετά ως φόβος, και τέλος ως πρόσωπο.»

Η Άρια ένιωσε κάτι να συνδέεται μέσα της με βίαιη καθαρότητα.

«Ο Νικήτας,» είπε. «Είναι γιος του Ορέστη.»

Η μητέρα της έκλεισε τα μάτια.

«Το κατάλαβα όταν μου είπες το όνομά του πριν λίγες μέρες. Δεν σου είπα τίποτα γιατί ήθελα να δω αν θα το ανακαλύψεις μόνη σου ή αν θα σε προλάβει η σχολή.»

«Το ήξερες και δεν μου το είπες;»

«Δεν ήξερα αν ήταν δική μου αλήθεια να τη δώσω. Υπάρχουν αλήθειες που, αν τις πεις νωρίς, μοιάζουν με χειρισμό.»

Η Άρια σηκώθηκε απότομα.

«Και τώρα; Τώρα τι είναι; Προστασία;»

Η μητέρα της δεν θύμωσε. Αυτό εξόργισε την Άρια περισσότερο.

«Τώρα είναι καθυστέρηση. Και το πληρώνω.»

Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν σχεδόν αβάσταχτη.

Ύστερα η Εύα είπε κάτι ακόμα, πιο χαμηλά:

«Υπάρχει και κάτι που δεν ξέρει ο Νικήτας.»

Η Άρια ακινητοποιήθηκε.

«Τι;»

«Ο Ορέστης δεν ήθελε μόνο να με προστατεύσει ή να αποκαλύψει ένα σκάνδαλο. Ήθελε να φύγουμε μαζί μετά την πρεμιέρα. Εγώ ήμουν έγκυος.»

Ο χρόνος σταμάτησε.

Η Άρια δεν κατάλαβε αμέσως. Ίσως αρνήθηκε να καταλάβει.

«Τι λες;»

Η μητέρα της την κοίταξε χωρίς άμυνα πια.

«Η εγκυμοσύνη χάθηκε λίγες εβδομάδες μετά. Από το σοκ, είπαν οι γιατροί. Ίσως. Ίσως κι από τον τρόπο που κατέρρευσα. Δεν το ξεπέρασα ποτέ πραγματικά.»

Η Άρια έβαλε το χέρι στο στόμα της.

«Άρα...»

«Άρα ήμουν δεμένη με τον Ορέστη πολύ περισσότερο απ' όσο έμαθε ποτέ κανείς.»

Η κουζίνα έγινε ξαφνικά μικρή. Σαν κρυφό καμαρίνι.

«Και εγώ;» ψιθύρισε η Άρια. «Εγώ πού μπαίνω σε όλα αυτά;»

Η μητέρα της σηκώθηκε αργά, ήρθε απέναντί της και ακούμπησε τα δυο χέρια της στο τραπέζι.

«Εσύ μπαίνεις γιατί πήγες εκεί που εγώ δεν άντεξα να ξαναπάω. Και γιατί κάποιος σε διάλεξε να συνεχίσεις το έργο. Αλλά μπαίνεις και αλλιώς.»

Άνοιξε το πρόγραμμα της παλιάς παράστασης. Στην εσωτερική σελίδα υπήρχε μια αφιέρωση με γνώριμη γραφή:

“Στην Αριάδνη που θα βρει την έξοδο, όταν εμείς θα έχουμε χαθεί.”

Η Άρια ένιωσε τα πόδια της να κόβονται.

«Αριάδνη;»

Η Εύα έκλαψε χωρίς θόρυβο.

«Το όνομα σου δεν το διάλεξα τυχαία. Ο Ορέστης το είχε γράψει για το παιδί που περιμέναμε. Όταν αργότερα γεννήθηκες εσύ, χρόνια μετά, από άλλον άνθρωπο, δεν μπόρεσα να το αφήσω. Σε έδεσα με μια ιστορία που ορκίστηκα ότι θα σε κρατήσω μακριά της.»

Η Άρια κοίταζε την αφιέρωση σαν να την έβλεπε μέσα από νερό.

Δεν ήταν κόρη του Ορέστη. Αλλά είχε πάρει το όνομά της από το αγέννητο παιδί του.

Είχε κουβαλήσει από τη γέννησή της μια μυστική θέση μέσα σε εκείνο το παλιό δράμα.

Και ξαφνικά κατάλαβε γιατί η σχολή, το θέατρο, οι φωτογραφίες, οι τρεις χτύποι, όλα, της φέρονταν σαν να την περίμεναν.

Δεν ήταν τυχαία επιστροφή.

Ήταν κάλεσμα με όνομα προαποφασισμένο.

Όταν έφυγε από το σπίτι λίγο αργότερα, είχε πάρει μαζί της τη φωτογραφία, την καρφίτσα και το πρόγραμμα. Ο αέρας της νύχτας ήταν κρύος και καθαρός, μα μέσα της όλα είχαν θολώσει.

Έστειλε μόνο ένα μήνυμα στον Νικήτα:

Πρέπει να σε δω τώρα. Ξέρω πια ποια ήταν η σπουδάστρια. Και γιατί εγώ δεν βρέθηκα τυχαία εκεί.

Στάθηκε έξω από τη Σχολή δέκα λεπτά αργότερα. Το κτίριο ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα παράθυρο στον πάνω όροφο.

Ο Νικήτας ήρθε λαχανιασμένος, χωρίς μπουφάν, σαν να είχε φύγει τρέχοντας από όπου βρισκόταν.

«Τι έγινε;»

Η Άρια τον κοίταξε. Το πρόσωπό του, μέσα στο μισοσκόταδο του δρόμου, της φάνηκε ξαφνικά πιο κοντινό και πιο αβέβαιο από ποτέ.

«Η σπουδάστρια από τον φάκελο ήταν η μητέρα μου.»

Ο Νικήτας ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια.

«Τι;»

«Και ο Ορέστης... την αγαπούσε. Ήταν μαζί.»

Ο Νικήτας έκανε ένα μικρό βήμα πίσω, σαν να τον χτύπησε αέρας.

«Άρα...»

«Άρα οι ζωές μας είχαν δεθεί πολύ πριν γνωριστούμε.»

Του έδωσε τη φωτογραφία και την καρφίτσα.

Εκείνος τις πήρε με χέρια που δεν ήταν πια σταθερά.

«Υπάρχει κι άλλο,» είπε η Άρια.

Ο Νικήτας σήκωσε το βλέμμα.

Η φωνή της χαμήλωσε.

«Το όνομά μου. Η μητέρα μου το πήρε από το παιδί που θα έκανε με τον Ορέστη. Από ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ.»

Για πρώτη φορά από τότε που τον γνώριζε, ο Νικήτας έδειξε πραγματικά άοπλος.

Οι δυο τους έμειναν για λίγο έξω από τη σκοτεινή Σχολή, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον σαν να είχαν μόλις διαβάσει λάθος το καστ και να ανακάλυπταν ότι τους είχαν μοιράσει ρόλους πριν καν γεννηθούν.

Και τότε, από μέσα, από το κτίριο που έμοιαζε κοιμισμένο, ακούστηκαν ξανά οι τρεις χτύποι.

Αυτή τη φορά κανείς τους δεν αμφέβαλε.

Δεν τους καλούσαν σε πρόβα.

Τους καλούσαν σε συνέχεια..

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 8 - Το φιλί που δεν ανήκε στη σκηνή

Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας γύρω από τη Σχολή κρατούσε ακόμα εκείνη τη λεπτή υγρασία που κάνει τις πέτρες να μυρίζουν παλιό καμαρίνι και νυχτερινή εξομολόγηση.

Η Άρια και ο Νικήτας έμειναν για λίγες στιγμές ακίνητοι μπροστά στην είσοδο, σαν να μην ήξεραν αν έπρεπε να μπουν ή να φύγουν όσο ήταν ακόμη καιρός. Το κτίριο πίσω τους είχε βυθιστεί στο μισοσκόταδο, μα δεν έμοιαζε κοιμισμένο. Έμοιαζε να ακούει.

Ο Νικήτας κρατούσε ακόμη τη φωτογραφία και την καρφίτσα με το μικρό προσωπείο. Τα δάχτυλά του είχαν σφίξει τόσο το χαρτί, που η άκρη του είχε λυγίσει.

«Πες μου τα όλα,» είπε χαμηλά.

Η Άρια τον κοίταξε. Δεν ήταν εύκολο πια να ξεχωρίσει τι την έκαιγε περισσότερο: η αλήθεια που είχε μόλις μάθει ή το ότι στεκόταν απέναντί της εκείνος - ο γιος του Ορέστη - σαν ζωντανή συνέχεια ενός έργου που κανείς δεν είχε καταφέρει να κατεβάσει από τη σκηνή.

«Η μητέρα μου ήταν εκείνο το βράδυ στη Σχολή,» είπε. «Ο Ορέστης τής είχε πει πως είχε βρει στοιχεία. Για υποτροφίες, διανομές, εξετάσεις... για πράγματα που στήνονταν εδώ μέσα χρόνια τώρα. Ήθελε να μιλήσει. Ήθελε να φύγουν μαζί μετά την πρεμιέρα.»

Ο Νικήτας πέρασε το χέρι του από τα μαλλιά του νευρικά.

«Και δεν έφυγαν ποτέ.»

«Όχι.»

Η Άρια του μίλησε για την Εύα, για το σοκ, για την ασημένια καρφίτσα, για τη γυναίκα με το άρωμα, για το όνομα που είχε δοθεί πρώτα σ' ένα αγέννητο παιδί. Όσο μιλούσε, ο Νικήτας δεν την διέκοπτε. Μόνο την κοιτούσε με εκείνη τη σπάνια ακινησία των ανθρώπων που δεν ακούνε απλώς - παραλαμβάνουν βάρος.

Όταν τελείωσε, η σιωπή ανάμεσά τους δεν ήταν αμηχανία. Ήταν συντριβή.

«Δηλαδή,» είπε τελικά εκείνος, «κουβαλάς πάνω σου ένα όνομα που ο πατέρας μου είχε δώσει σε μια ζωή που δεν ήρθε ποτέ.»

Η Άρια κατάπιε δύσκολα.

«Ναι.»

Ο Νικήτας χαμήλωσε το βλέμμα στη φωτογραφία.

«Κι εγώ κουβαλάω ένα επίθετο που πάντα μου το έδιναν μισό. Σαν κάποιος να είχε κόψει τη ρίζα του πριν φτάσει σε μένα.»

Η Άρια έκανε ένα βήμα πιο κοντά.

«Δεν φταις εσύ γι' αυτό.»

«Ούτε εσύ.»

Η φωνή του είχε μαλακώσει επικίνδυνα. Το πρόσωπό του δεν είχε πια την άμυνα που φορούσε στη Σχολή, στις πρόβες, ακόμα και στις στιγμές που την πλησίαζε. Για πρώτη φορά, δεν έμοιαζε με τον Νικήτα που ήξερε να παίζει τον έλεγχο. Έμοιαζε απλώς με έναν νέο άντρα που στεκόταν απέναντι σε μια γυναίκα, η οποία είχε μπει μέσα στην ιστορία του πριν ακόμη τον γνωρίσει.

«Ξέρεις τι με τρομάζει περισσότερο;» τη ρώτησε.

«Τι;»

«Ότι όλο αυτό θα έπρεπε να μας κρατά μακριά. Και κάνει ακριβώς το αντίθετο.»

Η Άρια ένιωσε την ανάσα της να βαραίνει.

«Ίσως γιατί δεν είμαστε εμείς που αρχίσαμε αυτή την ιστορία.»

«Ναι,» είπε εκείνος. «Αλλά μπορεί να είμαστε αυτοί που θα την τελειώσουν.»

Η φράση έμεινε ανάμεσά τους σαν φλόγα που δεν έσβηνε.

Από ψηλά, από κάπου μέσα στο κτίριο, ακούστηκε ένα μακρινό τρίξιμο. Ίσως ξύλο. Ίσως βήμα. Ίσως το θέατρο να μετακινούσε απλώς το σώμα του στον ύπνο του.

Ο Νικήτας έτεινε το χέρι και άγγιξε απαλά το μάγουλό της. Όχι όπως στην πρόβα. Όχι σαν χειρονομία που μετριέται για να φανεί ωραία στο φως. Σαν ανάγκη που είχε κουραστεί να σταματά.

Η Άρια δεν τραβήχτηκε.

«Αν σε φιλήσω τώρα,» είπε πολύ χαμηλά, «δεν θα μπορέσω πια να το βάλω στην άκρη και να πω ότι ήταν λάθος στιγμή.»

Η Άρια ακούμπησε τα δάχτυλά της στον καρπό του.

«Μην το βάλεις στην άκρη, τότε.»

Ο Νικήτας την κοίταξε σαν να ζητούσε μια τελευταία άδεια που δεν ήταν ηθική αλλά υπαρξιακή.

Κι έπειτα τη φίλησε.

Όχι βιαστικά. Όχι άγρια. Όχι με τη θριαμβευτική βεβαιότητα των ανθρώπων που περίμεναν μια λύτρωση. Τη φίλησε σαν να περνούσε από μια πόρτα που ήξερε ότι από πίσω της δεν υπήρχε επιστροφή. Τα χείλη του είχαν μέσα τους δίψα, συγκράτηση, τρόμο και κάτι σχεδόν τρυφερά εξοργισμένο - σαν να φιλούσε και το παρόν και το φάντασμα που το παρακολουθούσε.

Η Άρια του ανταπέδωσε το φιλί με μια ένταση που δεν είχε καθόλου αθωότητα. Τον έπιασε από το παλτό, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήταν σώμα, όχι προέκταση μνήμης. Για λίγες στιγμές όλα τα άλλα - ο Ορέστης, η Εύα, ο Λυσιμάχου, η Σχολή, ο φάκελος - έμειναν στο περιθώριο. Όχι επειδή έπαψαν να υπάρχουν, αλλά επειδή το φιλί τούς έδωσε άλλη μορφή: τώρα όλα είχαν κόστος.

Όταν απομακρύνθηκαν, έμειναν με τα μέτωπα σχεδόν ακουμπισμένα.

«Αυτό ήταν πολύ κακή ιδέα,» ψιθύρισε η Άρια.

Ο Νικήτας χαμογέλασε αχνά, με κουρασμένη αλήθεια.

«Οι μόνες που θυμόμαστε είναι συνήθως αυτές.»

Πριν προλάβει να απαντήσει, ένα φως άναψε απότομα στον πάνω όροφο της Σχολής.

Και σχεδόν αμέσως, πίσω από το τζάμι, φάνηκε μια γυναικεία σκιά.

Ψηλή. Ακίνητη. Με το κεφάλι γυρισμένο προς το μέρος τους σαν να τους παρακολουθούσε από ώρα.

Η Άρια σφίχτηκε.

Ο Νικήτας γύρισε απότομα.

Μα πριν ξεχωρίσουν πρόσωπο, το φως έσβησε.

Και μαζί του, από μέσα στο κτίριο, ακούστηκαν ξανά οι τρεις χτύποι.

Αυτή τη φορά αργοί.

Σαν επιδοκιμασία.

Ή απειλή..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 9 - Η γυναίκα με το άρωμα

Την επόμενη μέρα η Σχολή είχε έναν παράξενο ηλεκτρισμό, σαν να είχε προηγηθεί μέσα στη νύχτα πρόβα που κανείς δεν παραδέχτηκε. Η Άρια μπήκε από την πλαϊνή πόρτα και ένιωσε αμέσως τη διαφορά: ψίθυροι που κόβονταν μόλις πλησίαζε, βλέμματα που έμεναν μισό δευτερόλεπτο περισσότερο πάνω της, και κάπου πίσω απ' όλα, εκείνη η αδιόρατη αίσθηση ότι το κτίριο ήξερε ήδη κάτι που οι άνθρωποι αγνοούσαν.

Ο Νικήτας την περίμενε έξω από την αίθουσα κίνησης.

Δεν τη φίλησε. Δεν την άγγιξε. Μόνο την κοίταξε.

Αυτό ήταν σχεδόν πιο έντονο από το φιλί.

«Την είδες κι εσύ;» τη ρώτησε.

«Τη σκιά; Ναι.»

«Δεν ήταν τυχαίο.»

Η Άρια έγνεψε.

«Ούτε το φως.»

Πριν προλάβουν να πουν περισσότερα, η Δάφνη άνοιξε την πόρτα της αίθουσας και τους βρήκε εκεί.

Τους κοίταξε και τους δύο μια στιγμή, με εκείνο το βλέμμα που διάβαζε σώματα καλύτερα απ' όσο οι άλλοι διάβαζαν λέξεις.

«Ωραία,» είπε ξερά. «Επιτέλους έγινε κάτι. Φαίνεστε λιγότερο αμυντικοί και περισσότερο δυστυχισμένοι. Χρήσιμο για την τέχνη.»

Η Άρια κοκκίνισε ανεπαίσθητα. Ο Νικήτας χαμήλωσε το βλέμμα, σχεδόν χαμογελώντας.

Η πρόβα εκείνη την ημέρα αφορούσε μόνο σωματικές διαδρομές. Χωρίς κείμενο. Χωρίς ατάκες. Χωρίς καμία προστασία της γλώσσας. Η Δάφνη τούς έβαλε να δουλέψουν πάνω στην έννοια της έλξης και της απώθησης: δύο σώματα που διασταυρώνονται ξανά και ξανά, χωρίς να επιτρέπεται να ακουμπήσει το ένα το άλλο, ώσπου η αποφυγή να γίνει πιο αποκαλυπτική από την επαφή.

Η Μήδεια παρακολουθούσε από μια γωνία, ασυνήθιστα σιωπηλή.

Η Ισμήνη είχε έρθει με μια δέσμη παλιών σχεδίων και τα ξεφύλλιζε νευρικά όσο οι άλλοι κινούνταν στον χώρο.

Σε μια παύση, σήκωσε το κεφάλι.

«Βρήκα κάτι.»

Όλοι γύρισαν.

Η Ισμήνη άπλωσε πάνω στο πάτωμα δύο κιτρινισμένα σχέδια κατόψεων. Το ένα ήταν το γνωστό σχέδιο της Μικρής Σκηνής. Το άλλο παλιότερο, με μολυβιές και διορθώσεις στο χέρι.

«Εδώ,» είπε δείχνοντας με το δάχτυλο. «Πίσω από το κρυφό καμαρίνι υπάρχει δεύτερος στενός διάδρομος. Στα νεότερα σχέδια έχει σβηστεί τελείως.»

Ο Νικήτας γονάτισε δίπλα της.

«Πού βγάζει;»

Η Ισμήνη σήκωσε το βλέμμα.

«Στο παλιό βεστιάριο των καθηγητών.»

Η Άρια ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Άρα κάποιος μπορούσε να είναι στο καμαρίνι χωρίς να περάσει από τη σκηνή.»

«Ακριβώς,» είπε η Ισμήνη. «Και να φύγει χωρίς να τον δει σχεδόν κανείς.»

Η Μήδεια πλησίασε αργά.

«Πολύ ωραία. Άρα το θέατρο δεν είχε μόνο μυστικά. Είχε και σωστή αρχιτεκτονική για να τα προστατεύει.»

Η Δάφνη σταύρωσε τα χέρια.

«Ή για να τα επαναλαμβάνει.»

Η λέξη έμεινε στον χώρο.

Ο Λυσιμάχου εμφανίστηκε τότε στο κατώφλι χωρίς να τον ακούσει κανείς να έρχεται. Το βλέμμα του έπεσε πρώτα στα σχέδια, ύστερα στα πρόσωπά τους.

«Βλέπω ότι κάποιοι κάνουν παράλληλη δραματουργική έρευνα.»

Η Ισμήνη δεν μάζεψε τα χαρτιά.

«Βρήκα παλιές κατόψεις. Περιέργως, λείπουν κομμάτια από τις επίσημες.»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει.

«Οι χώροι αλλάζουν.»

«Και τα αρχεία επίσης,» είπε ήρεμα εκείνη.

Για πρώτη φορά, η Άρια είδε τη Στέλλα να εμφανίζεται πίσω του σχεδόν ανήσυχη.

«Μάνο,» είπε κοφτά, «χρειάζομαι μια στιγμή.»

Αυτός γύρισε ελαφρά προς το μέρος της, ενοχλημένος.

«Τώρα;»

«Τώρα.»

Η ένταση ήταν μικρή αλλά αληθινή. Ο Λυσιμάχου τούς άφησε χωρίς άλλη λέξη και βγήκε μαζί της στον διάδρομο.

Η Μήδεια κινήθηκε πρώτη προς την πόρτα.

«Θα ακούσω,» είπε.

«Δεν θα ακούσεις τίποτα έτσι όπως πατάς,» της πέταξε η Ισμήνη. «Άσε με.»

Πήγαν και οι τρεις - Άρια, Νικήτας, Ισμήνη - πιο κοντά. Η Δάφνη δεν τους ακολούθησε. Έμεινε πίσω, σαν να ήξερε ότι μερικές αλήθειες ακούγονται καλύτερα με το σώμα παρά με το αυτί.

Από τον διάδρομο έφταναν μόνο θραύσματα.

«...δεν μπορεί να συνεχιστεί...»

«...αργήσαμε ήδη πάρα πολύ...»

«...εκείνη γύρισε...»

Η Άρια κοίταξε τον Νικήτα.

Εκείνος την κοίταξε πίσω.

Εκείνη.

Όχι αυτό. Όχι ο φάκελος. Όχι το περιστατικό.

Εκείνη.

Τη στιγμή που η Στέλλα ύψωσε λίγο παραπάνω τη φωνή, ένα ρεύμα αέρα πέρασε από τον διάδρομο. Μαζί του ήρθε καθαρά το άρωμα.

Παλιό. Βαρύ. Λουλουδένιο.

Η Άρια πάγωσε.

Ο Νικήτας το ένιωσε κι εκείνος - το είδε στο πρόσωπό του.

Η Ισμήνη ψιθύρισε:

«Το μυρίζετε;»

Η πόρτα του διαδρόμου άνοιξε απότομα και όλοι τραβήχτηκαν πίσω.

Δεν βγήκε ούτε η Στέλλα ούτε ο Λυσιμάχου.

Βγήκε μια γυναίκα που κανείς τους δεν είχε δει ποτέ στη Σχολή.

Γύρω στα εξήντα. Πολύ κομψή. Με ανοιχτόχρωμο παλτό, πέρλες, αυστηρά φτιαγμένα μαλλιά και ένα πρόσωπο που διατηρούσε ακόμα την παλιά συνήθεια να περιμένει πως ο χώρος θα σωπάσει όταν περνά.

Και από πάνω της ανέβαινε εκείνο ακριβώς το άρωμα.

Η γυναίκα σταμάτησε όταν είδε τους σπουδαστές.

Το βλέμμα της έπεσε πρώτα στον Νικήτα.

Ύστερα στην Άρια.

Κι έμεινε εκεί ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ' ό,τι θα δικαιολογούσε η απλή περιέργεια.

«Συγγνώμη,» είπε με φωνή χαμηλή, καλλιεργημένη, επικίνδυνα σταθερή. «Μάλλον μπήκα σε ώρα πρόβας.»

Ο Λυσιμάχου φάνηκε πίσω της αμέσως.

Για πρώτη φορά, δεν έδειχνε κυρίαρχος. Έδειχνε προσεκτικός.

«Κυρία Βαλμά,» είπε, «θα ήταν καλύτερα να περάσουμε στο γραφείο.»

Η λέξη χτύπησε τον αέρα σαν σήμαντρο.

Βαλμά.

Ο Νικήτας ακινητοποιήθηκε.

Η γυναίκα γύρισε πολύ αργά προς το μέρος του.

Το πρόσωπό της δεν ράγισε. Μόνο το βλέμμα της μαλάκωσε, και αυτό ήταν χειρότερο.

«Έχει μεγαλώσει τόσο πολύ,» είπε σαν να μιλούσε στον εαυτό της.

Ο Νικήτας δεν ανάσαινε σχεδόν.

«Ποια είστε;»

Η γυναίκα τον κοίταξε κατευθείαν.

«Είμαι η Σεβαστή Βαλμά,» είπε. «Η μητέρα του Ορέστη.»

Κανείς δεν μίλησε.

Η Άρια ένιωσε τον κόσμο να αλλάζει ξανά διάταξη.

Η γυναίκα με το άρωμα δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο του παρελθόντος.

Ήταν το παρελθόν που είχε επιστρέψει όρθιο..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 10 - Πρόβα ενώπιον μαρτύρων

Η είδηση της άφιξης της Σεβαστής Βαλμά δεν κυκλοφόρησε αμέσως με λόγια. Κυκλοφόρησε με βλέμματα, πόρτες που μισόκλειναν, σιωπές που μαζεύονταν σε γωνίες. Ως το απόγευμα, όλη η Σχολή είχε αρχίσει να κινείται σαν να είχε εισέλθει αόρατο κοινό στην πλατεία.

Η Σεβαστή δεν έφυγε. Έμεινε στο γραφείο του Λυσιμάχου σχεδόν μία ώρα. Όταν βγήκε, η Στέλλα τη συνόδευε με ένα πρόσωπο πιο λευκό απ' όσο συνήθως, και ο ίδιος ο Λυσιμάχου είχε χάσει εκείνη την αδιαπέραστη ηρεμία που τον έκανε πάντοτε να φαίνεται ανώτερος του πανικού.

Ο Νικήτας δεν την πλησίασε ξανά.

Ούτε εκείνη τον πλησίασε.

Αυτό, σκέφτηκε η Άρια, ήταν σχεδόν πιο βίαιο από σκηνή σύγκρουσης.

Το βράδυ, αντί να ακυρωθεί η πρόβα, ανακοινώθηκε κάτι χειρότερο: γενική εσωτερική δοκιμή της δεύτερης πράξης μπροστά σε όλους τους βασικούς συντελεστές.

«Τρελάθηκε,» ψιθύρισε η Μήδεια όταν το άκουσε.

«Όχι,» είπε η Δάφνη. «Σφίγγει τον κλοιό.»

Η Μικρή Σκηνή ετοιμάστηκε σαν εξομολογητήριο. Οι καθρέφτες της Ισμήνης είχαν στραφεί αλλιώς, έτσι ώστε οι ηθοποιοί να βλέπουν όχι μόνο τον εαυτό τους αλλά και αποσπασματικά όσους τους παρακολουθούσαν. Η αίσθηση ήταν ανυπόφορη: κανείς δεν είχε μόνο μία όψη πια.

Η Σεβαστή κάθισε στην τρίτη σειρά. Μόνη. Με τα γάντια της διπλωμένα πάνω στα γόνατα.

Η Άρια την κοίταξε κλεφτά πριν βγει στη σκηνή. Είχε εκείνο το πρόσωπο των ανθρώπων που έχουν θάψει κάτι χωρίς ποτέ να συμφωνήσουν ότι πέθανε.

Ο Λυσιμάχου στάθηκε στο κέντρο.

«Σήμερα δεν θα κάνουμε πρόβα τεχνικής. Σήμερα θα δω αν αντέχετε να σταθείτε μπροστά σε μάρτυρες.»

Το βλέμμα του πέρασε από όλους και στάθηκε - ανελέητα - στον Νικήτα και την Άρια.

Η σκηνή που τους έδωσε ήταν νέα. Κανείς δεν την είχε δουλέψει πριν.

Δύο πρόσωπα μόνα σε θέατρο λίγο πριν ανοίξει η αυλαία. Ξέρουν ότι υπάρχει στο κοινό κάποιος που συνδέεται με το έγκλημα του παρελθόντος. Ξέρουν επίσης ότι αν πουν τώρα την αλήθεια, η παράσταση ίσως καταρρεύσει. Αν σωπάσουν, θα σωθούν οι μορφές αλλά όχι οι ζωές τους.

Η Άρια πήρε το χαρτί και ένιωσε αμέσως ότι ο Λυσιμάχου δεν τους έδινε κείμενο.

Τους έστηνε δημόσια.

Ξεκίνησαν.

Ο Νικήτας μπήκε πρώτος στο φως. Όλο του το σώμα είχε μια ένταση που δεν ήταν πια μόνο ρόλου. Σαν να περπατούσε μέσα σε όνομα που δεν ήξερε αν δικαιούται.

Η Άρια στάθηκε απέναντί του.

«Είναι εδώ,» είπε εκείνος, με τη φωνή του ρόλου και καθόλου μόνο του ρόλου.

«Το ξέρω.»

«Και τώρα;»

Η Άρια τον κοίταξε με βλέμμα που άνοιξε περισσότερο απ' όσο συνηθίζεται στη σκηνή.

«Τώρα δεν μπορούμε να παίξουμε σαν να μη μας βλέπουν οι νεκροί.»

Στην πλατεία, κανείς δεν κουνήθηκε.

Η ατάκα δεν υπήρχε ακριβώς έτσι στο χαρτί.

Ο Λυσιμάχου δεν τους σταμάτησε.

Η σκηνή προχωρούσε σε επικίνδυνη περιοχή: εξομολόγηση χωρίς προστασία, ερωτισμός χωρίς καταφυγή, αποκάλυψη χωρίς βεβαιότητα.

Ο Νικήτας πλησίασε.

«Αν μιλήσω, θα χάσω ό,τι νόμιζα πως ήμουν.»

Η Άρια απάντησε σχεδόν ψιθυριστά:

«Αν δεν μιλήσεις, θα χάσεις κι αυτό που μπορείς να γίνεις.»

Από την τρίτη σειρά, η Σεβαστή Βαλμά έσφιξε τα γάντια της τόσο δυνατά που το δέρμα τους έτριξε.

Η Μήδεια το είδε. Η Άρια όχι. Ο Νικήτας ίσως το ένιωσε χωρίς να το δει.

Η κλιμάκωση της σκηνής απαιτούσε ένα άγγιγμα. Μόνο ένα. Τίποτε περισσότερο.

Ο Νικήτας σήκωσε το χέρι του και άγγιξε την παλάμη της Άριας μέσα στο φως, με εκείνη τη φοβερή καθαρότητα που έχουν οι χειρονομίες όταν συμβαίνουν μπροστά σε μάρτυρες και παρ' όλα αυτά μοιάζουν ιδιωτικές.

«Αν σου πω την αλήθεια,» είπε, «δεν θα μείνεις επειδή με λυπάσαι;»

Η Άρια έσφιξε τα δάχτυλά του.

«Όχι. Θα μείνω επειδή ξέρω πια το κόστος.»

Στην τρίτη σειρά ακούστηκε απότομα μια ανάσα που κόπηκε.

Η Σεβαστή είχε σηκωθεί όρθια.

Όλοι γύρισαν.

Εκείνη κοίταζε τη σκηνή σαν να έβλεπε όχι δύο σπουδαστές αλλά κάτι που είχε επιστρέψει για να τη δικάσει.

«Φτάνει,» είπε.

Η λέξη δεν ήταν δυνατή. Ήταν χειρότερη: ήρθε από πολύ βαθιά.

Ο Λυσιμάχου έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

«Σεβαστή-»

«Όχι.» Τον έκοψε χωρίς φωνή, αλλά με εξουσία παλιάς πληγής. «Αρκετά χρόνια κάνατε πρόβες πάνω στα απομεινάρια μας.»

Στη Μικρή Σκηνή πάγωσαν όλοι.

Ο Νικήτας κατέβηκε από το φως.

«Εσείς ξέρατε τον πατέρα μου.»

Δεν ήταν ερώτηση.

Η Σεβαστή γύρισε προς το μέρος του. Τα μάτια της γυάλιζαν, αλλά δεν είχαν παραδοθεί.

«Τον ήξερα καλύτερα απ' όσο επέτρεψε ποτέ αυτή η σχολή.»

«Τότε πείτε μου τι έγινε.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τεράστια.

Ο Λυσιμάχου μίλησε πρώτος.

«Δεν είναι η στιγμή.»

Η Άρια έκανε τότε κάτι που ούτε η ίδια είχε προγραμματίσει.

Κατέβηκε από τη σκηνή, στάθηκε ανάμεσα στις σειρές, απέναντι και στους τρεις - τη Σεβαστή, τον Λυσιμάχου, τη Στέλλα που είχε εμφανιστεί στο πίσω μέρος της αίθουσας - και είπε:

«Όχι. Είναι ακριβώς η στιγμή. Γιατί αλλιώς όλο αυτό δεν είναι σχολή. Είναι μηχανή που ταΐζεται με σιωπές.»

Η Μήδεια την κοίταξε με κάτι σαν θαυμασμό.

Η Δάφνη έμεινε ακίνητη, αλλά..

 

 

 


Κεφάλαιο 11 - Η γυναίκα που δεν θάφτηκε ποτέ

Η Δάφνη έμεινε ακίνητη, αλλά το σώμα της άλλαξε ελάχιστα βάρος, σαν άνθρωπος που ετοιμάζεται να συγκρατήσει πτώση. Η Ισμήνη άφησε αργά το μολύβι της πάνω στο μπλοκ. Η Στέλλα στάθηκε στο βάθος της αίθουσας με τα χέρια σφιγμένα τόσο πολύ, ώστε οι αρθρώσεις της άσπρισαν.

Η Άρια δεν πήρε πίσω τα λόγια της.

Στεκόταν ανάμεσα στις σειρές, όχι σαν σπουδάστρια πια αλλά σαν κάποια που είχε, άθελά της, μετακινηθεί από τον ρόλο του προσώπου στον ρόλο του καταλύτη. Δεν φώναζε. Δεν εκβίαζε. Κι όμως, όλο το κτίριο έμοιαζε να έχει στραφεί προς τη φωνή της.

Ο Λυσιμάχου έκανε δύο βήματα προς το μέρος της.

«Δεν ξέρεις τι ζητάς,» είπε χαμηλά.

Η Άρια τον κοίταξε χωρίς να κατεβάσει τα μάτια.

«Όχι. Ξέρω ακριβώς. Ζητώ να πάψει επιτέλους αυτός ο χώρος να χρησιμοποιεί το ταλέντο ως άλλοθι.»

Η φράση έπεσε βαριά. Η Μήδεια χαμογέλασε ελάχιστα, όχι ειρωνικά αυτή τη φορά αλλά σαν να αναγνώριζε μια σωστή ατάκα στο σωστό σημείο. Ο Νικήτας είχε μείνει μισό βήμα πιο πίσω, κι όμως όλο του το σώμα έδειχνε πως βρισκόταν ήδη δίπλα της.

Η Σεβαστή Βαλμά έβγαλε αργά τα γάντια της. Τα ακούμπησε στο κάθισμα σαν να τελούσε μια μικρή ιδιωτική τελετή.

«Θέλεις να μιλήσω;» ρώτησε.

Δεν ήταν σαφές αν ρωτούσε την Άρια, τον Νικήτα ή τον εαυτό της.

«Ναι,» είπε ο Νικήτας.

Η φωνή του ακούστηκε βραχνή. Όχι αδύναμη. Βαθιά τραυματισμένη.

 

Η Σεβαστή γύρισε προς εκείνον. Για λίγες στιγμές τον κοίταξε με μια ένταση που δεν είχε τίποτε από την σκληρότητα της εισόδου της. Ήταν το βλέμμα μιας γυναίκας που έβλεπε ταυτόχρονα έναν νέο άνδρα και το φάντασμα ενός άλλου.

«Ο πατέρας σου δεν χάθηκε,» είπε τελικά. «Αυτό ήταν το πρώτο ψέμα. Δεν χάθηκε. Έφυγε από τη σκηνή ζωντανός.»

Η αίθουσα πάγωσε.

Ο Νικήτας άνοιξε τα χείλη, μα δεν μίλησε.

Ο Λυσιμάχου έκλεισε για λίγο τα μάτια. Σαν να ήξερε ότι η πρώτη πέτρα είχε ήδη μετακινηθεί και πίσω της θα κατέρρεαν κι άλλες.

Η Σεβαστή συνέχισε.

«Εκείνο το βράδυ δεν υπήρχε μόνο μια πρόβα. Υπήρχε ρήξη. Ο Ορέστης είχε αρνηθεί να συνεχίσει με τους όρους του Μάνου. Είχε καταλάβει πως η σχολή δεν χτιζόταν μόνο πάνω στην πειθαρχία και στην αφοσίωση, αλλά και πάνω σε μια μορφή εξουσίας που ζητούσε από τους ανθρώπους να καίγονται για να παραχθεί έργο.»

Ο Λυσιμάχου σήκωσε το κεφάλι.

«Πρόσεξε,» είπε, και η φωνή του ήταν χαμηλή αλλά κοφτερή.

Η Σεβαστή γέλασε σχεδόν άηχα.

«Τόσα χρόνια αυτό μου έλεγες. Να προσέχω. Να μη μιλώ υπερβολικά. Να μην καταστρέψω κάτι "μεγάλο".»

Η Άρια κοίταξε μια τον έναν και μια την άλλη. Τώρα πια η σχέση τους δεν ήταν υποψία. Ήταν παλιά, βαθιά, τραυματική σύνδεση. Όχι απλό ερωτικό τρίγωνο του παρελθόντος. Κάτι πολύ χειρότερο: κοινή ενοχή, κοινή σιωπή, κοινός έρωτας για τη σκηνή σε βαθμό αυτοκαταστροφής.

«Ήσασταν μαζί;» ρώτησε η Μήδεια απότομα, σαν να πέταξε μαχαίρι στο κέντρο του χώρου.

 

Η Στέλλα γύρισε απότομα προς το μέρος της.

«Δεν είναι ώρα -»

«Είναι ακριβώς ώρα,» είπε η Άρια χωρίς να πάρει τα μάτια της από τη Σεβαστή.

Η Σεβαστή δεν προσβλήθηκε. Αντίθετα, έμοιαζε να ανακουφίζεται από την ωμότητα της ερώτησης.

«Ναι,» είπε. «Με τον Μάνο ήμασταν μαζί. Όσο μπορεί κανείς να είναι "μαζί" μ' έναν άνθρωπο που αγαπά περισσότερο το θέατρο από τους ζωντανούς.»

Ο Λυσιμάχου δεν αντέδρασε. Κι αυτή η ακινησία του ήταν πιο εύγλωττη από άρνηση.

«Και τον Ορέστη;» ρώτησε ο Νικήτας.

Η Σεβαστή άργησε να απαντήσει.

«Τον Ορέστη τον αγάπησα διαφορετικά. Όχι με το σώμα πρώτα. Με την ελευθερία του. Ήταν από τους λίγους που έμπαιναν στη σκηνή χωρίς να παραδίδουν την ψυχή τους σε αφέντη. Αυτό ήταν αβάσταχτο για μια σχολή που είχε μάθει να ονομάζει την εξάρτηση "μέθοδο".»

Η λέξη κρεμάστηκε στον αέρα.

Η Δάφνη χαμήλωσε ελάχιστα το βλέμμα. Η Ισμήνη έμεινε ακίνητη σαν να άκουγε ιστορία πολύ παλιότερη από τον εαυτό της. Η Μήδεια είχε πάψει να παίζει με την ειρωνεία της. Μόνο άκουγε.

Ο Νικήτας κατέβηκε άλλο ένα σκαλί προς την πλατεία.

«Τι έγινε εκείνη τη νύχτα;»

Η Σεβαστή τον κοίταξε σταθερά.

«Ο πατέρας σου είχε αποφασίσει να φύγει. Όχι μόνο από τη σχολή. Να μιλήσει δημόσια. Να πάρει μαζί του κείμενα, σημειώσεις, ίσως κι ανθρώπους. Είχε ήδη συγκρουστεί με τον Μάνο. Είχαν φτάσει στα άκρα.»

 

Ο Λυσιμάχου μίλησε τότε.

«Δεν ξέρεις όλη την αλήθεια.»

Η Σεβαστή γύρισε προς εκείνον.

«Όχι. Τη μισή την έθαψες εσύ και την άλλη μισή την έθαψα εγώ.»

Η Άρια αισθάνθηκε ότι η αίθουσα είχε πάψει να είναι σχολή, πρόβα, θεατρικός χώρος. Είχε γίνει δικαστήριο χωρίς νόμο, εξομολογητήριο χωρίς άφεση.

Η Σεβαστή συνέχισε πιο αργά:

«Εκείνο το βράδυ υπήρχε κι άλλη γυναίκα εκεί. Η Ιφιγένεια Κάλφα.»

Η Ισμήνη ανασηκώθηκε απότομα.

«Η μητέρα μου;»

«Ναι. Γιατί είχε δει πράγματα που δεν έπρεπε να καταγραφούν. Και γιατί κρατούσε πάντα στα χέρια της τα κοστούμια, δηλαδή τις μεταμορφώσεις όλων μας. Ήξερε ποιος φορούσε τι και πότε.»

Η Ισμήνη χλόμιασε. Για πρώτη φορά έδειξε πραγματικά νέα.

Ο Νικήτας έσφιξε τα χέρια του.

«Και μετά;»

Η Σεβαστή πήρε μια ανάσα που έμοιαζε να της κόστιζε χρόνια.

«Μετά άκουσα φωνές. Έναν καβγά. Όταν έφτασα στο πίσω πέρασμα, ο Ορέστης ήταν ζωντανός. Θυμωμένος. Ο Μάνος επίσης. Η Ιφιγένεια ήταν εκεί. Και λίγο πιο πίσω, κρυμμένη, η Μελίνα.»

Η Μήδεια έκλεισε τα μάτια.

«Μη με πεις Μελίνα σαν να με αθωώνεις,» είπε ήσυχα. «Δεν το αξίζω.»

 

Η Σεβαστή δεν της απάντησε. Συνέχισε:

«Ο Ορέστης είπε πως θα τους καταστρέψει. Ο Μάνος του είπε πως δεν καταλάβαινε τι σημαίνει να χτίζεις έναν θεσμό. Ο Ορέστης γέλασε. Εκείνο το γέλιο το θυμάμαι ακόμα. Ήταν γέλιο ανθρώπου που προτιμά να καεί παρά να υπηρετήσει κάτι σάπιο.»

Ο Νικήτας έμοιαζε να ακούει τη φωνή ενός πατέρα που δεν είχε ζήσει.

«Και;»

Η Σεβαστή κοίταξε προς τη σκηνή, σαν να έβλεπε μπροστά της όχι τους σημερινούς καθρέφτες αλλά τους παλιούς.

«Και μετά έγινε το χειρότερο: δεν έγινε έγκλημα όπως το φαντάζεστε. Έγινε δειλία. Πολλή δειλία μαζεμένη.. Φωνή, πανικός, πτώση σε μεταλλική κατασκευή. Αίμα. Όχι πολύ. Αλλά αρκετό για να μοιάζει με τέλος.»

Η Άρια ένιωσε ανατριχίλα να τη διαπερνά.

«Πέθανε;» ρώτησε ο Νικήτας.

«Όχι εκεί.»

Η απάντηση ήρθε από τον Λυσιμάχου.

Όλοι γύρισαν.

Το πρόσωπό του είχε αλλάξει. Η αυστηρή μάσκα του δασκάλου υποχώρησε, κι από κάτω φάνηκε ένας άντρας φθαρμένος από την εμμονή του να ελέγχει το νόημα των πάντων.

«Όχι εκεί,» επανέλαβε. «Σηκώθηκε. Μόνος του. Και έφυγε.»

Σιωπή.

«Τότε γιατί τον εξαφανίσατε;» είπε η Άρια.

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε. Ίσως πρώτη φορά όχι σαν μαθήτρια, ούτε σαν απειλή, αλλά σαν δύναμη που είχε ήδη μετακινήσει το σκηνικό.

 

«Γιατί μας το ζήτησε.»

Ακόμη και η Μήδεια σάστισε.

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα μπροστά τόσο απότομα που η καρέκλα πίσω του έτριξε.

«Λες ψέματα.»

«Μακάρι,» είπε ο Λυσιμάχου.

Η Σεβαστή τον κοίταξε σαν να μαχαιρώθηκε ξανά από παλιό γνώριμο πόνο.

«Όχι όλη την αλήθεια,» ψιθύρισε.

Ο Λυσιμάχου έγνεψε αργά.

«Όχι. Όχι όλη.»

Η Άρια κατάλαβε τότε πως αυτό ήταν μόνο το πρώτο άνοιγμα. Ο Ορέστης δεν είχε πεθάνει εκείνη τη νύχτα. Είχε φύγει. Και κάποιος ήξερε πού. Ίσως ένας. Ίσως δύο.

Και ξαφνικά ο Νικήτας δεν ήταν μόνο γιος ενός φαντάσματος.

Ήταν γιος ανθρώπου που μπορεί να είχε επιλέξει την εξαφάνισή του.

Η διαφορά ήταν τρομακτική.

Γιατί η ορφάνια από βία πονά. Μα η ορφάνια από σιωπηλή επιλογή σκοτώνει αλλιώς.

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 12 - Οι ρόλοι που δεν συγχωρούν

 

Η πρόβα διαλύθηκε χωρίς να λήξει.

Κανείς δεν έδωσε το τυπικό «τέλος». Κανείς δεν μάζεψε με κανονικότητα φύλλα, κοστούμια, σημειώσεις. Οι άνθρωποι έφευγαν από τη Μικρή Σκηνή σαν να έβγαιναν από τόπο ατυχήματος, κρατώντας όμως ακόμη στα χέρια τους τα αντικείμενα της τέχνης: ένα μολύβι, μια τσάντα, ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα κομμάτι κειμένου. Σαν να ήθελαν να πιστέψουν πως ό,τι συνέβη ανήκε ακόμη στην πρόβα.

Η Άρια βγήκε τελευταία σχεδόν μαζί με τον Νικήτα.

Στον διάδρομο δεν μίλησαν αμέσως. Η μεταξύ τους σιωπή δεν ήταν αμηχανία. Ήταν το είδος της σιωπής που δημιουργείται όταν δύο άνθρωποι έχουν μόλις ακούσει κάτι ικανό να αλλάξει τον εσωτερικό σκελετό τους.

Στάθηκαν μπροστά σε έναν από τους σκεπασμένους καθρέφτες της σχολής. Το μαύρο ύφασμα έπεφτε πάνω του σαν πένθος.

«Αν ζει;» είπε τελικά ο Νικήτας.

Η Άρια δεν τον κοίταξε αμέσως.

«Το σκέφτεσαι ήδη.»

«Πώς να μη το σκέφτομαι;» Η φωνή του έσπασε για πρώτη φορά. «Τόσα χρόνια κουβαλούσα έναν νεκρό. Τώρα μου δίνουν έναν άντρα που ίσως έφυγε. Ποιο από τα δύο συγχωρείται;»

Η Άρια γύρισε προς το μέρος του.

«Κανένα δεν συγχωρείται πριν καταλάβεις τι ακριβώς έγινε.»

Εκείνος γέλασε πικρά.

«Πάλι εσύ με κρατάς στο ακριβές.»

 

«Κάποιος πρέπει.»

Ο Νικήτας έγειρε πίσω στον τοίχο. Το πρόσωπό του είχε χάσει εκείνη τη λαμπερή σκηνική του αυτοκυριαρχία. Ήταν πιο αληθινός έτσι. Και πιο επικίνδυνος για τον εαυτό του.

«Αν έφυγε μόνος του, τι κάνω;» είπε χαμηλά. «Τον ψάχνω; Τον μισώ; Τον υπερασπίζομαι;»

Η Άρια τον πλησίασε.

«Τον μαθαίνεις. Πρώτα αυτό.»

«Κι αν αυτό που μάθω με διαλύσει;»

Η Άρια κράτησε για λίγο το βλέμμα του.

«Τότε θα διαλυθεί αυτό που νόμιζες για σένα. Όχι εσύ.»

Η φράση την αιφνιδίασε και την ίδια. Ήρθε από κάπου βαθύτερα από τη σκέψη της. Ο Νικήτας την κοίταξε λες και, για μια στιγμή, της επέτρεψε να τον δει γυμνό από ρόλους, από πόζες, από τεχνικές επιβίωσης.

«Εσύ τι είσαι εδώ μέσα;» τη ρώτησε.

«Τι εννοείς;»

«Από τότε που ήρθες, όλα μετακινούνται. Δεν το βλέπεις; Οι άνθρωποι μιλούν αλλιώς. Οι παλιοί τρέμουν. Οι σιωπές ανοίγουν. Είναι σαν να μπήκες σε μια σκηνή που παιζόταν στραβά χρόνια και άλλαξες μόνο με την παρουσία σου το κέντρο βάρους.»

Η Άρια χαμήλωσε τα μάτια για μια στιγμή.

«Μην το κάνεις μύθο. Είναι επικίνδυνο.»

«Δεν το κάνω μύθο. Το φοβάμαι.»

Εκείνη σήκωσε ξανά το βλέμμα.

 

«Τότε βοήθησέ με να μη γίνω σύμβολο. Να μείνω άνθρωπος.»

Ο Νικήτας άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τον καρπό της, ελαφρά, σαν υπόσχεση που φοβόταν να βαρύνει περισσότερο.

«Αυτό μάλλον είναι αργά.»

Πριν προλάβει να απαντήσει, ακούστηκαν βήματα. Η Σεβαστή στεκόταν στο βάθος του διαδρόμου. Δεν έμοιαζε πια απόμακρη αριστοκρατική φιγούρα. Έμοιαζε κουρασμένη. Σαν να είχε μόλις βγει από εγχείρηση χωρίς αναισθησία.

«Νικήτα,» είπε.

Εκείνος τραβήχτηκε λίγο, σχεδόν αμυντικά.

«Τι άλλο υπάρχει;»

Η Σεβαστή πλησίασε αργά. Στο χέρι της κρατούσε έναν μικρό δερμάτινο φάκελο.

«Αυτό το κράτησα εγώ. Όχι η σχολή. Όχι ο Μάνος.»

Του το έδωσε.

Ο Νικήτας δεν το πήρε αμέσως.

«Τι είναι;»

«Γράμμα.»

Η καρδιά της Άριας χτύπησε πιο γρήγορα.

«Από ποιον;»

Η Σεβαστή κοίταξε τον Νικήτα μόνο.

«Από τον πατέρα σου.»

Ο χρόνος έσπασε σε μικρότερα κομμάτια.

 

Ο Νικήτας πήρε τελικά τον φάκελο με χέρι που έτρεμε σχεδόν ανεπαίσθητα. Το όνομά του ήταν γραμμένο απ' έξω με μελάνι παλιό:

΄΄Για όταν θα είσαι αρκετά μεγάλος ώστε να μη με δικαιολογήσεις εύκολα΄΄.

Ο Νικήτας έκλεισε τα μάτια.

Η Άρια δεν μίλησε. Δεν υπήρχε καμία σωστή φράση για να μπει ανάμεσα σε άνθρωπο και σε πατέρα που επιστρέφει ως χειρόγραφο.

Η Σεβαστή συνέχισε:

«Δεν στο έδωσα νωρίτερα γιατί ήμουν δειλή. Και γιατί δεν ήξερα αν σου ανήκει ένα γράμμα από άνθρωπο που επέλεξε να λείψει. Σήμερα κατάλαβα πως δεν έχω πια δικαίωμα να αποφασίζω αντί για σένα.»

Ο Νικήτας άνοιξε τα μάτια.

«Ξέρεις πού πήγε;»

Η Σεβαστή άργησε μισό δευτερόλεπτο υπερβολικά.

Η Άρια το πρόσεξε. Ο Νικήτας επίσης.

«Ξέρεις,» είπε εκείνος.

Η Σεβαστή έσφιξε τα χείλη.

«Ξέρω πού πίστευε πως θα σωθεί.»

«Πού;»

«Στο Άγιον Όρος πρώτα. Μετά ίσως στη Γαλλία. Δεν έμαθα ποτέ με βεβαιότητα τι απέγινε. Μόνο έλαβα ένα γράμμα. Μετά σιωπή.»

Ο Νικήτας κοίταξε τον φάκελο στο χέρι του σαν να έκαιγε.

«Και το κράτησες;»

«Ναι.»

 

«Γιατί;»

Η Σεβαστή σήκωσε το πρόσωπό της και για πρώτη φορά ακούστηκε γυμνή αλήθεια.

«Γιατί τον αγάπησα. Και γιατί σε φοβόμουν. Γιατί ήσουν το μόνο ζωντανό αποδεικτικό στοιχείο ότι κάποτε δεν ήμασταν μόνο τέρατα εδώ μέσα.»

Ο Νικήτας δεν απάντησε. Το πρόσωπό του έκλεισε. Όχι από ψυχρότητα. Από υπερβολικό πόνο.

Η Σεβαστή έστρεψε το βλέμμα στην Άρια.

«Εσύ τον έφερες ως εδώ.»

Η Άρια συνοφρυώθηκε.

«Εγώ;»

«Ναι. Εκείνος χρόνια έπαιζε τον γιο ενός θρύλου και ενός πένθους. Εσύ τον ανάγκασες να γίνει άνθρωπος που πρέπει να επιλέξει.»

Η φράση έμεινε μέσα της.

Ίσως αυτός να ήταν πράγματι ο ρόλος της στη σχολή. Όχι να λύσει όλα τα μυστήρια. Αλλά να σπάσει την αισθητική της αναβολής. Να υποχρεώσει τους πάντες να βγουν από την ωραία τους σκηνοθετημένη εκκρεμότητα..

 

Αργότερα το βράδυ, όταν οι διάδρομοι είχαν αδειάσει, η Άρια μπήκε μόνη στη μεγάλη σκηνή.

Τα φώτα ήταν σβηστά. Μόνο ένα φως ασφαλείας κρατούσε τις άκρες των αντικειμένων ορατές. Οι καρέκλες της πλατείας έμοιαζαν με ακίνητους θεατές που περίμεναν να συνεχιστεί μια παράσταση που δεν ολοκληρώθηκε.

«Δεν κοιμάσαι ποτέ;» ακούστηκε η φωνή του Λυσιμάχου από το βάθος.

 

Η Άρια δεν τινάχτηκε. Σχεδόν τον περίμενε.

«Όχι όταν μου κρύβουν μισές αλήθειες.»

Εκείνος βγήκε από τη σκιά αργά. Χωρίς αυθεντία τώρα. Μόνο με κούραση και εκείνη την άγρια ευφυΐα που τον έκανε επικίνδυνο ακόμη και πληγωμένο.

«Με μισείς;» τη ρώτησε.

Η Άρια το σκέφτηκε.

«Όχι ακόμα. Προς το παρόν προσπαθώ να ξεχωρίσω αν ήσουν δάσκαλος που χάθηκε μέσα στη μέθοδό του ή άνθρωπος που έχτισε μέθοδο για να καλύπτει τη βία του.»

Ο Λυσιμάχου χαμογέλασε αμυδρά. Όχι με ευχαρίστηση. Με αναγνώριση.

«Είσαι αμείλικτη.»

«Όχι. Είμαι καινούρια. Αυτό σας τρομάζει περισσότερο.»

Εκείνος κατέβασε το βλέμμα.

«Η Σεβαστή νομίζει ότι κατέστρεψα τον Ορέστη.»

«Και δεν τον κατέστρεψες;»

Ο Λυσιμάχου άφησε λίγα δευτερόλεπτα να περάσουν.

«Τον ζήλεψα.»

Η παραδοχή ακούστηκε πιο βίαιη από κάθε άρνηση.

«Γιατί;»

«Γιατί μπορούσε να υπάρχει πάνω στη σκηνή χωρίς να χρειάζεται να ελέγχει τους άλλους. Εγώ δεν ήξερα να υπάρχω έτσι. Ήξερα να φτιάχνω κόσμους και να ζητώ από τους ανθρώπους να μπουν μέσα τους. Εκείνος ερχόταν με τον δικό του κόσμο. Αυτό δεν το συγχώρησα ποτέ αληθινά.»

 

Η Άρια τον κοίταζε ακίνητη.

«Και τη Σεβαστή;»

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.

«Τη Σεβαστή την αγάπησα με τον μόνο τρόπο που ήξερα τότε. Δηλαδή λάθος. Ήθελα να μείνει κοντά μου, ακόμη κι αν, για να γίνει αυτό, έπρεπε να μικρύνει.»

Η Άρια ένιωσε τον κόμπο να δένει πιο σφιχτά. Να λοιπόν η σχέση τους: πάθος, εξάρτηση, ζήλια, καλλιτεχνική συνενοχή, και ύστερα ερείπια.

«Κι εκείνη;»..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 13 — Η Σεβαστή

 

Ο Μάνος Λυσιμάχου δεν απάντησε αμέσως στην ερώτηση της Άριας. Κοίταξε προς τη σκοτεινή πλατεία σαν να ζύγιζε αν η αλήθεια που ζητούσε ήτανε για εκείνη ή για την ίδια τη νύχτα που είχε μείνει αναρτημένη μέσα του είκοσι και πλέον χρόνια.

«Εκείνη,» είπε τελικά, «δεν άντεξε να μείνει. Ούτε να φύγει εντελώς. Αυτή είναι η κατάστασή της ακόμα και σήμερα.»

Η Άρια περίμενε.

«Όταν ο Ορέστης εξαφανίστηκε, η Σεβαστή με κατηγόρησε. Όχι δημόσια. Αυτό θα ήταν καθαρό. Μυστικά. Με κάθε σιωπή της, με κάθε γράμμα που δεν απαντούσε, με κάθε φορά που αρνιόταν να σταθεί δίπλα μου σε κάποια πρεμιέρα, σαν να μου έλεγε: εσύ τον έσπρωξες. Δεν τον σκότωσες, αλλά τον έσπρωξες. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.»

«Και είχε δίκιο;»

Ο Λυσιμάχου χαμογέλασε με μια πικρία τόσο παλιά που μύριζε ξύλο και σκόνη.

«Δεν ξέρω αν είχε δίκιο. Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορούσα να της αποδείξω το αντίθετο. Κι αυτό είναι χειρότερο.»

Η Άρια έκανε μια κίνηση να φύγει. Όχι από θυμό. Από εκείνο το ένστικτο που λέει πως ορισμένες εξομολογήσεις δεν πρέπει να έχουν μάρτυρα. Μα ο δάσκαλος μίλησε ξανά, και η φωνή του αυτή τη φορά δεν ήταν του δασκάλου.

«Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι.»

Σταμάτησε.

«Δεν μπορώ,» είπε. «Δεν υπόσχομαι πράγματα που δεν ξέρω αν μπορώ να κρατήσω.»

«Ούτε αν σου ζητήσω να προστατέψεις τον Νικήτα;»

Η Άρια γύρισε αργά.

«Από ποιον;»

Ο Λυσιμάχου δεν απάντησε. Και η σιωπή του ήτανε η απάντηση.

Από τον εαυτό του Ορέστη, σκέφτηκε η Άρια. Ή από τον μύθο του. Ή από το γράμμα που ο Νικήτας κρατούσε ακόμα στο χέρι του, κάπου εκεί έξω, στο σκοτεινό διάδρομο, σαν να περίμενε το γράμμα να του πει αν είχε δικαίωμα να μισήσει ή να συγχωρήσει — ή και τα δύο ταυτόχρονα, που είναι η πιο δύσκολη ανθρώπινη πράξη.

«Η Σεβαστή θα μείνει στη Θεσσαλονίκη;» ρώτησε.

«Δεν ρώτησα. Δεν την ρωτάω τίποτα εδώ και είκοσι χρόνια. Μόνο υπομένουμε ο ένας τον άλλον.»

Η Άρια κατάλαβε τότε ότι αυτό που συνέχιζε να ενώνει τον Λυσιμάχου και τη Σεβαστή δεν ήταν αγάπη ούτε μνησικακία. Ήταν κάτι πιο ανθεκτικό και από τα δύο: η αδυναμία να τελειώσει κάτι που δεν είχε ποτέ σωστή μορφή. Ένας έρωτας που δεν είχε ολοκληρωθεί ούτε αρνηθεί — είχε απλώς διακοπεί από ένα γεγονός που κανείς τους δεν είχε τολμήσει να ονομάσει με το αληθινό του όνομα.

Και τώρα αυτό το ανείπωτο ζητούσε ξανά σκηνή.

Η Σεβαστή δεν έφυγε από τη Σχολή εκείνο το βράδυ.

Η Άρια την είδε αργότερα, καθώς κατέβαινε προς την έξοδο, να στέκεται μπροστά στην αφίσα της Νύχτας των Μαρτύρων. Δεν την κοιτούσε. Κοιτούσε τον τίτλο. Σαν να μετρούσε γράμματα.

Η Άρια πλησίασε.

«Δεν το έγραψε ο Λυσιμάχου,» είπε χωρίς εισαγωγές.

Η Σεβαστή δεν γύρισε.

«Το ξέρω.»

«Τότε ποιος;»

Η γυναίκα σήκωσε αργά το χέρι της και ακούμπησε το δάχτυλό της πάνω στη λέξη Μαρτύρων.

«Ο Ορέστης,» είπε. «Πριν φύγει, άφησε ένα χειρόγραφο. Το βρήκαμε εγώ και ο Μάνος. Ο Μάνος ήθελε να το κάψει. Του είπα ότι αν το έκανε, θα έκαιγε κι εμένα μαζί του. Το κράτησε. Χρόνια μετά, το ξαναβρήκε και το έκανε δικό του έργο. Νομίζω για να τον εκδικηθεί με τον μόνο τρόπο που ήξερε: παίζοντάς τον.»

Η Άρια ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

«Δηλαδή η παράσταση...»

«Είναι το έργο του Ορέστη. Με το όνομα του Μάνου. Ο Μάνος έστησε επάνω του μια ζωή, παιδάκι μου. Και τώρα λέει «δημιουργία» ό,τι δεν του κολλάει καλά στον λαιμό.»

Η Άρια έκανε πίσω.

«Και ο Νικήτας; Το ξέρει;»

Η Σεβαστή γύρισε επιτέλους προς το μέρος της. Τα μάτια της ήταν ξηρά, σαν να είχαν εξαντλήσει τα δάκρυα χρόνια πριν.

«Δεν ξέρει. Ούτε θα το μάθει από εμένα. Αν πρέπει να το μάθει, θα το μάθει από το γράμμα. Ή από σένα. Ή από κανέναν.»

«Γιατί όχι από εσάς;»

Η Σεβαστή χαμογέλασε με μια θλίψη που έμοιαζε με ήττα.

«Γιατί δεν θα πίστευε ποτέ πως του λέω την αλήθεια. Θα νόμιζε πως την παραλλάσω για να σώσω τον εαυτό μου. Και ίσως να μην έχει άδικο.»

Η Άρια στάθηκε ακίνητη.

«Αν δεν του πείτε εσείς,» είπε αργά, «θα του το πει η σκηνή. Και η σκηνή είναι πιο σκληρή..»

Η Σεβαστή την κοίταξε επί πολύ. Μετά, με μια κίνηση που δεν περιμένουν οι νέοι από τους γέρους, της πήρε το χέρι και το κράτησε.

«Πρόσεξέ τον,» είπε. «Όχι επειδή τον αγαπάς. Αυτό είναι απλό. Επειδή κουβαλά πάνω του ένα όνομα που δεν διάλεξε και ένα βάρος που δεν γνώρισε ποτέ.»

«Και εγώ;» ψιθύρισε η Άρια. «Εγώ δεν κουβαλάω το ίδιο κατά κάποιον τρόπο;»

«Εσύ κουβαλάς ένα όνομα που σου δόθηκε. Αυτό είναι διαφορετικό. Το δικό σου είναι κληρονομιά. Το δικό του είναι καταδίκη.»

Έσφιξε τα δάχτυλά της μια στιγμή περισσότερο, και μετά έφυγε χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω της..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 14 — Πρόβα για ένα νεκρό έργο

 

Το πρωί ο Νικήτας δεν ήρθε στη Σχολή.

Ούτε τηλεφώνησε. Ούτε έστειλε μήνυμα. Η Άρια τον περίμενε στην πλατεία μέχρι να αρχίσει η πρόβα, με το κινητό στο χέρι, χωρίς να τολμά να χτυπήσει. Κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα σπάσεις με μια κλήση.

Η Δάφνη μπήκε στη σκηνή με τα χέρια σταυρωμένα.

«Πού είναι ο Νικήτας;» ρώτησε κοφτά.

«Δεν ξέρω.»

Η Δάφνη την κοίταξε μια στιγμή περισσότερο. Μετά γύρισε στους άλλους.

«Θα δουλέψουμε τη σκηνή της Λυδίας και της Ιοκάστης. Μήδεια, έλα.»

Η Μήδεια ανασήκωσε φρύδι.

«Χωρίς τον Αλέξανδρο;»

«Χωρίς κανέναν άνδρα. Αυτή η σκηνή είναι ανάμεσα σε δύο γυναίκες που ξέρουν κάτι που δεν θα έπρεπε. Και οι δύο την ίδια στιγμή.»

Η Μήδεια χαμογέλασε.

«Επιτέλους κάτι ενδιαφέρον.»

Η σκηνή ήταν από εκείνες που δεν τις ξεχωρίζεις στο χαρτί. Απαιτούν μονάχα σεβασμό. Δύο γυναίκες στο καμαρίνι. Η μία μόλις έχει καταλάβει ποιος είναι ο άνθρωπος που αγαπά. Η άλλη το ήξερε από πάντα. Και καμία τους δεν μπορεί να πει την αλήθεια χωρίς να καταστρέψει την άλλη.

Η Άρια στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Η Μήδεια πίσω της, στο ημίφως.

Η πρώτη ατάκα ήταν της Λυδίας, που την υποδύονταν η Άρια.

«Θα μπορούσες να μου είχες πει.»

Η Μήδεια απάντησε ως Ιοκάστη, με μια φωνή που η Άρια δεν την είχε ξανακούσει. Χαμηλή, κομμένη, με μέσα της μια κούραση που δεν προλάβαινε πια να γίνει ειρωνεία.

«Θα μπορούσα. Αλλά τότε δεν θα ήθελες να μάθεις. Και τώρα θα ήθελες να μην έχεις μάθει.»

Η Δάφνη δεν τις διόρθωσε. Παρατηρούσε.

Η σκηνή προχωρούσε. Οι ατάκες ήταν κοφτές, σχεδόν χειρουργικές. Κάποια στιγμή η Λυδία στρέφεται στην Ιοκάστη και τη ρωτά:

«Τον αγαπούσες;»

Η Ιοκάστη δεν απαντά αμέσως. Πλησιάζει τον καθρέφτη. Αγγίζει το γυαλί σαν να ψάχνει πρόσωπο.

«Τον αγαπούσα όπως αγαπά κανείς το φως στο καμαρίνι πριν από την είσοδο. Υπερβολικά. Για να τον χάσω αργότερα πιο καθαρά.»

Η Άρια ένιωσε τα χείλη της να τρέμουν. Όχι από τον ρόλο. Από τη φωνή της Μήδειας που ξαφνικά δεν ήταν πια της Μήδειας. Ήταν κάποιας άλλης. Κάποιας που είχε μείνει πολλά χρόνια σε ένα καμαρίνι, περιμένοντας μια πρεμιέρα που δεν ήρθε ποτέ.

Η Δάφνη τις σταμάτησε.

«Εκεί. Αυτό το σημείο. Το κρατάμε ατάραχο.»

Η Μήδεια δεν βγήκε αμέσως από τον ρόλο. Κοίταξε την Άρια με ένα βλέμμα που δεν είχε ειρωνεία.

«Καλά,» της είπε χαμηλά. «Δεν το έπαιξα.»

«Ούτε εγώ,» είπε η Άρια.

Για μια στιγμή κάτι μεταξύ τους ήταν αληθινό. Όχι φιλία. Ούτε συμμαχία. Αναγνώριση. Η σπάνια στιγμή που δύο γυναίκες καταλαβαίνουν ότι έχουν χωρέσει γύρω από τον ίδιο άνθρωπο χωρίς να το ξέρουν, και ότι αυτό δεν τις κάνει εχθρούς — τις κάνει μάρτυρες.

Το απόγευμα ο Νικήτας εμφανίστηκε.

Ήρθε απευθείας στη Μικρή Σκηνή. Έβραζε από κάτι που δεν ήταν θυμός. Ήταν πιο πολύ σαν ποτάμι που κρατιέται χρόνια πίσω από φράγμα και τώρα είχε βρει ρωγμή.

Η Άρια τον είδε πρώτη.

Τα μάτια του ήταν κόκκινα. Όχι από κλάμα. Από αγρύπνια. Στο χέρι του κρατούσε τον δερμάτινο φάκελο. Ανοιγμένο.

«Το διάβασες,» είπε.

«Το διάβασα.»

«Και;»

Ο Νικήτας κοίταξε γύρω. Η Μήδεια είχε φύγει. Η Δάφνη είχε φύγει. Η Ισμήνη στεκόταν σε μια γωνία, με το μπλοκ στο στήθος σαν ασπίδα.

«Ισμήνη,» είπε. «Μπορείς να φύγεις;»

Εκείνη δίστασε.

«Νικήτα...»

«Σε παρακαλώ.»

Η Ισμήνη έβγαλε ένα χαρτί από το μπλοκ και το ακούμπησε κάτω.

«Βρήκα κάτι στα σχέδια που ίσως σε νοιάζει. Αλλά τώρα δεν είναι η στιγμή.»

Έφυγε αθόρυβα.

Ο Νικήτας γύρισε στην Άρια.

«Ο πατέρας μου,» είπε, «δεν έφυγε επειδή τον κυνήγησαν. Έφυγε επειδή δεν άντεχε να γίνει αυτό που έβλεπε γύρω του.»

Η Άρια περίμενε.

«Στο γράμμα γράφει: «Δεν φοβάμαι τη σκηνή. Φοβάμαι να γίνω η σκηνή τους. Να μπαίνω πάνω σε σανίδες που άλλοι ποτίσανε με την υποταγή τους, και να λέω ατάκες που μου δόθηκαν σαν αλήθειες αλλά είναι ήδη συμβιβασμένες.»»

Η φωνή του έσπασε στο τέλος.

«Και καταλήγει: «Αν δεν έρθω ποτέ πίσω, να ξέρεις ότι δεν σε εγκατέλειψα. Σε άφησα για να μην γίνω ο άνθρωπος που θα σε έπαιζε σαν ρόλο στη δική του ζωή.»»

Σιωπή.

Η Άρια έκανε ένα βήμα. Μετά άλλο ένα. Τον αγκάλιασε. Όχι σαν ερωμένη. Σαν τον άνθρωπο που είχε απομείνει για να κρατήσει κάποιον, όταν όλοι οι άλλοι τον είχαν αφήσει να πέσει μέσα σε ένα όνομα.

Ο Νικήτας την άφησε για λίγο. Μετά τραβήχτηκε.

«Δεν τελειώνει εδώ,» είπε.

«Το ξέρω.»

«Υπάρχει κάτι που δεν ξέρω ακόμα. Κάτι που ούτε η Σεβαστή λέει. Ούτε ο Λυσιμάχου. Κάτι που το έργο κρύβει σαν φράση μέσα σε φράση.»

«Μη βιάζεσαι.»

«Δεν βιάζομαι. Πνίγομαι.»

Η Ισμήνη περίμενε έξω. Όταν βγήκαν, τους έδωσε το χαρτί.

«Πίσω από το κρυφό καμαρίνι,» είπε, «όχι μόνο διάδρομος υπάρχει. Υπάρχει και μια πόρτα. Κλειδωμένη. Στα παλιά σχέδια γράφει «αποθήκη σκηνικών». Στα νεότερα δεν υπάρχει καν.»

Ο Νικήτας κοίταξε το χαρτί.

«Πού βγάζει;»

«Δεν ξέρω. Μα το κλειδί δεν είναι στα κλειδιά της σχολής. Το ψάχνω καιρό.»

Η Άρια κοίταξε τη σκηνογράφο.

«Γιατί το ψάχνεις;»

Η Ισμήνη χαμογέλασε με μια κούραση που δεν της ταίριαζε.

«Επειδή η μητέρα μου, η Ιφιγένεια, μετά από εκείνο το βράδυ, δεν κρατούσε πια κοστούμια. Κρατούσε κλειδιά. Μου τα άφησε όλα όταν πέθανε. Ένα λείπει.»..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 15 — Η τελευταία ανάγνωση

 

Την παραμονή της πρεμιέρας, η Σχολή είχε σταματήσει να μοιάζει με σχολή. Έμοιαζε με καμαρίνι λίγο πριν βγει η αυλαία, όταν όλοι ξέρουν ότι από δω και πέρα τίποτα δεν θα είναι πρόβα.

Ο Λυσιμάχου κάλεσε όλους στη μεγάλη σκηνή. Όλους. Άρια, Νικήτα, Μήδεια, Αντρέα, Λένα, Ισμήνη, Δάφνη. Ακόμα και τη Στέλλα. Ακόμα και τη Σεβαστή.

«Αύριο,» είπε, «δεν θα παίξουμε το Νύχτα των Μαρτύρων

Σιωπή.

«Θα παίξουμε το έργο που θα έπρεπε να είχε παιχτεί είκοσι χρόνια πριν.»

Η Σεβαστή δεν κουνήθηκε.

Η Δάφνη πλησίασε.

«Τι εννοείς, Μάνο;»

Ο Λυσιμάχου έβγαλε από την τσέπη του έναν φάκελο. Παλιό. Φθαρμένο. Με γραφή που η Άρια αναγνώρισε αμέσως: η ίδια με το γράμμα του Ορέστη.

«Αυτό είναι το χειρόγραφο του Ορέστη. Πρωτότυπο. Δεν το έκαψα. Δεν το παρέλαβα ποτέ μου. Το έκρυψα. Πίσω από μια πόρτα που όλοι νομίζουν ότι οδηγεί σε αποθήκη σκηνικών.»

Η Ισμήνη δεν ανέπνεε.

Ο Νικήτας έκανε μπροστά.

«Ξέρεις την πόρτα.»

«Την έφτιαξα εγώ,» είπε ο Λυσιμάχου. «Για να κρύψω κάτι που δεν μπορούσα να κρατήσω αλλά δεν μπόρεσα ούτε και να καταστρέψω.»

Η Σεβαστή μίλησε πρώτη.

«Τον φύλαξες.»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε.

«Το έργο του. Όχι τον ίδιο.»

«Δεν μπορούσες να φυλάξεις τον ίδιο,» είπε εκείνη. «Ήταν πιο εύκολο να κρατήσεις το χειρόγραφο παρά τον άνθρωπο.»

Η φράση τον χτύπησε. Η Άρια το είδε. Για πρώτη φορά ο Λυσιμάχου δεν είχε μάσκα. Ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που κρατούσε ένα φάκελο σαν να κρατούσε φέρετρο.

«Αύριο,» συνέχισε, «θα παίξουμε το έργο του Ορέστη. Τον τίτλο που έδωσε αυτός. Με τους ρόλους που έγραψε αυτός. Στον χώρο που του ανήκε. Και θα παίξει ο γιος του.»

Ο Νικήτας δεν μίλησε.

«Δεν είναι δώρο,» είπε ο Λυσιμάχου. «Είναι οφειλή.»

Η ανάγνωση άρχισε αργά. Ο Λυσιμάχου μοίρασε αντίτυπα. Στο πάνω μέρος, ο τίτλος:

«Οι Τρεις Χτύποι» Συνέχεια: Ορέστης Βαλμάς (Μη ολοκληρωμένο. Δεύτερη πράξη ατελής.)

Η Άρια κοίταξε τον Νικήτα. Εκείνος την κοίταξε πίσω. Το όνομα του πατέρα του ήταν γραμμένο πάνω σε έργο που δεν είχε τελειώσει ποτέ. Κάπου, σε κάποιο καμαρίνι, σε κάποια αποθήκη σκηνικών, σε κάποια ζωή που δεν είχε ζήσει, ο Ορέστης Βαλμάς είχε σταματήσει να γράφει.

Ή είχε σταματήσει να ζει ώστε να μπορέσει, ένας γιος που δεν γνώρισε ποτέ, να ολοκληρώσει αυτό που άφησε μισό.

Ο Νικήτας διάβαζε τον ρόλο του σαν να τον άκουγε να του μιλάει κάποιος από πολύ μακριά.

Η πρώτη ατάκα του έργου:

«Δεν μπαίνω στη σκηνή για να πω αυτό που ξέρω. Μπαίνω για να μάθω αν μπορώ να το αντέξω.»

Στην τρίτη σειρά, η Σεβαστή Βαλμά έκλεισε τα μάτια.

Στην πλατεία, ο Λυσιμάχου δεν σκηνοθετούσε. Παρακολουθούσε.

Και κάπου πίσω, από τη μικρή πόρτα που οδηγούσε στην αποθήκη των σκηνικών, ακούστηκαν — αργά, σαν ανάσα που ξυπνά μετά από χρόνια σιωπής — οι τρεις χτύποι.

Δεν ήταν πια σήμα έναρξης.

Ήταν η τελευταία ανάγνωση ενός έργου που περίμενε είκοσι χρόνια να βρει φωνή.

Και η φωνή αυτή ήταν ο γιος ενός ανθρώπου που είχε προτιμήσει να φύγει παρά να γίνει ψέμα.

Στο τέλος της ανάγνωσης, ο Νικήτας στάθηκε στο κέντρο της σκηνής. Μόνος.

Τα φώτα τον κάρφωσαν.

Δεν είπε τίποτα.

Για πρώτη φορά στη ζωή του, δεν χρειαζόταν να πει κάτι για να είναι αληθινός.

Η σιωπή του ήταν ο τελευταίος χτύπος..

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 16 — Η μέρα που δεν ήταν πρόβα

 

Η μέρα της πρεμιέρας ξημέρωσε με έναν ήλιο ψεύτικο, σαν προβολέας που ανάβει πριν σεβαστείς το σκοτάδι. Η Άρια ξύπνησε στις πέντε χωρίς ξυπνητήρι, με το στόμα γεμάτο λέξεις που δεν είχε πει ακόμα. Μισοκοιμήθηκε. Στα όνειρά της, ο καθρέφτης του καμαρινιού δεν έδειχνε πια το πρόσωπό της. Έδειχνε πρόσωπο νεότερο, μαύρα μαλλιά, ένα ζευγάρι μάτια που δεν γνώριζε — και μετά, σαν σαβανωμένο ρούχο, το δικό της ξαναγέμιζε το γυαλί.

Σηκώθηκε. Ήπιε νερό. Πήρε στα χέρια της την ασημένια καρφίτσα με το προσωπείο. Την έστριψε στο φως. Κάπου μέσα στην τροχισμένη της σκάλα, κρυμμένη, ήταν μια λέξη: «Αλήθεια». Δεν την είχε προσέξει ποτέ. Ή δεν είχε τολμήσει να την προσέξει.

Στο μισοσκόταδο της κουζίνας, η Εύα στεκόταν πλάι στο νεροχύτη, ακίνητη.

 

«Δεν σε περίμενα,» είπε η Άρια.

 

«Ούτε εγώ τον εαυτό μου,» απάντησε η μητέρα της.

 

Σιωπή.

 

«Θέλεις να έρθω;»

 

Η Άρια δίστασε. Ήξερε ότι αν η μητέρα της ερχόταν, κάτι θα κλείσει. Ή θα ανοίξει για πάντα.

 

«Έλα,» είπε. «Αλλά μην καθίσεις στην πλατεία. Στάσου πίσω. Στο παρασκήνιο. Όπως τότε.»

 

Η Εύα δεν ρώτησε «Όπως τότε.. Πότε;». Ήξερε.

 

Στη Σχολή, οι φοιτητές μετακινούνταν σαν σώμα που περιμένει νάρκωση. Κάποιος κουβαλούσε κουστούμια, κάποιος άλλος έλεγχε φώτα, η Λένα έραβε κάτι στο μανίκι ενός κοστουμιού, ο Αντρέας στεκόταν με έναν κατάλογο που δεν διάβαζε. Η Δάφνη, ξυπόλητη, περπατούσε ανάμεσα στα τελάρα σαν να μετρούσε παλμούς σκηνής. Η Ισμήνη είχε στήσει για τελευταία φορά τους καθρέφτες, σε γωνία που αν τους κοίταζες δεν έβλεπες εαυτό — έβλεπες κάποιον να σε βλέπει.

 

Ο Λυσιμάχου στεκόταν στην πλατεία με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από την πλάτη. Δεν έδωσε οδηγίες. Δεν κούνησε βέργα. Μόνο κοιτούσε. Σαν άνθρωπος που ξέρει ότι η τελευταία σκηνή της δικής του ζωής πλησίαζε.

 

Η Σεβαστή είχε έρθει. Φορούσε μαύρο. Δεν ήταν πένθος. Ήταν στάση.

 

Ο Νικήτας βγήκε από το καμαρίνι πρώτος. Φορούσε το κοστούμι του Αλέξανδρου — αλλά το έργο δεν ήταν πια η Νύχτα των Μαρτύρων. Ήταν Οι Τρεις Χτύποι του Ορέστη Βαλμά. Και ο ρόλος του ήταν ο ρόλος ενός νέου ηθοποιού που μπαίνει σε θίασο για να παίξει τον πατέρα του. Ένα έργο μέσα σε έργο, σαν καθρέφτης στραμμένος σε καθρέφτη.

 

Η Άρια τον είδε και ένιωσε ένα ρίγος που δεν ήταν φόβος. Ήταν εκείνη η σπάνια στιγμή που καταλαβαίνεις πως αυτό που παίζεται δεν είναι πια μυθοπλασία — είναι ανατομία.

 

Η πρώτη πράξη ήταν η πιο καθαρή πρόβα που είχε δώσει η Άρια στη ζωή της. Κάθε λέξη του έργου του Ορέστη ήταν χτισμένη με ακρίβεια παλαιών ελληνικών τραγωδιών — όχι στο μέτρο, στην οπτική. Ο ήρωας δεν υποφέρει από αλήθεια. Υποφέρει από την «απόκρυψη». Και η απόκρυψη είναι ο μοναδικός πόνος που δεν υποχωρεί ποτέ.

Ο Νικήτας, στον ρόλο του γιου, διάβαζε την πρώτη του μεγάλη σκηνή με μια φωνή που δεν του ανήκε — ανήκε σε κάποιον που δεν είχε ξαναντικρύσει. Σε κάποιον που ίσως να μην ήταν πια ζωντανός.

 

Η κεντρική ατάκα της πρώτης πράξης:

 

«Ποτέ δεν ρώτησα πού πήγες. Γιατί δεν ήθελα να ακούσω μια απάντηση που θα με έκανε να μισήσω τον εαυτό μου που περίμενε.»

 

Στο κοινό — στο κλειστό κοινό της πρεμιέρας, σπουδαστές, συνεργάτες, λίγοι προσκεκλημένοι — έπεσε μια από εκείνες τις σιωπές που δεν κόβονται με χειροκρότημα. Με χειροκρότημα δεν κόβονται. Με ανάσα κόβονται.

 

Η Άρια, στον ρόλο της Λυδίας, στεκότανε στην πλαϊνή γωνία του σκηνικού και άκουγε. Η Λυδία ήταν μια νέα ηθοποιός που μπαίνει στον θίασο χωρίς να ξέρει ότι ο ρόλος που της έδωσαν είναι μεταμφιεσμένη εξομολόγηση για μια ζωή που δεν έζησε. Η Άρια έπαιζε τον εαυτό της — και αυτή η αλήθεια ήταν πιο αδιάφορη για το κοινό από κάθε ατάκα.

 

Κάπου στο βάθος, η Εύα στεκόταν πίσω από μια κολώνα. Δεν την είδε κανείς. Δεν έπρεπε.

 

Στο διάλειμμα, ο Νικήτας βρέθηκε στο καμαρίνι. Μόνος. Η Άρια τον βρήκε εκεί, μπροστά στον καθρέφτη, με το πρόσωπο μισοβαμμένο, μισό δικό του, μισό του ρόλου.

 

«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε.

 

«Ακούω,» είπε.

 

«Τι;»

 

«Κάποιος μού μιλάει από μέσα. Κάθε φορά που λέω τις ατάκες, νιώθω σαν να μην τις λέω εγώ. Σαν να τις λέει κάποιος που δεν είχε ποτέ τον χρόνο να τις πει.»

 

Η Άρια τον πλησίασε. Στο φως του καμαρινιού, οι λάμπες ήταν αναμμένες σαν εξομολογητήριο. Δεν τον άγγιξε. Δεν τον φίλησε. Μόνο στάθηκε πίσω του και τον κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη.

 

«Δεν είσαι ο πατέρας σου,» είπε.

 

«Δεν είμαι. Αλλά είμαι η μόνη θέση που μπορεί να πει αυτά που εκείνος δεν είπε.»

 

Στο είδωλο, τα πρόσωπά τους ήρθαν τόσο κοντά ώστε τα χείλη σχεδόν ακούμπησαν. Στο γυαλί. Σαν ο καθρέφτης να έπαιζε τον δικό του ρόλο, αυτόν του φαντάσματος που θέλει να φιλήσει αλλά δεν μπορεί γιατί δεν έχει σώμα.

 

«Σε θέλω,» είπε η Άρια.

 

«Σε θέλω κι εγώ.»

 

«Τώρα;»

 

«Τώρα θα ήταν λάθος.»

 

«Γιατί;»

 

«Γιατί αν σε φιλήσω τώρα, θα φιλήσω και τη Λυδία. Και θα φιλήσω και τον πατέρα μου. Δεν μπορώ να μπερδέψω τόσους νεκρούς σε ένα φιλί.»

 

Η Άρια ένιωσε τα δικά της μάτια να καίγονται.

 

«Τότε μετά,» ψιθύρισε.

 

«Μετά.»

 

Ο Νικήτας γύρισε απότομα. Την έπιασε από τους καρπούς. Δεν την τράβηξε κοντά. Την κράτησε εκεί, σε εκείνο το απόλυτο όριο ανάμεσα σε υποχώρηση και πτώση.

 

«Υπόσχομαι,» είπε, «ότι μετά την πρεμιέρα, θα σου πω κάτι που δεν είναι ατάκα.»

 

«Και αν είναι ατάκα;»

 

«Τότε θα στο ξαναπώ. Ξανά και ξανά. Μέχρι να γίνει αλήθεια.»

 

Την άφησε. Βγήκε. Η πόρτα έκλεισε. Η Άρια έμεινε μπροστά στον καθρέφτη, με τον σφυγμό της να χτυπάει ανελέητα..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 17 — Η ανατροπή

 

Η δεύτερη πράξη ξεκίνησε με κάτι που δεν ήταν στο χειρόγραφο.

 

Ο Λυσιμάχου, που δεν είχε πάει στο καμαρίνι, δεν είχε δώσει οδηγίες, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν — στεκόταν στην πλατεία, όρθιος, και όταν η αυλαία της πρώτης πράξης είχε πέσει, είχε μείνει ακίνητος. Τώρα, πριν σηκωθεί η αυλαία της δεύτερης, ανέβηκε στη σκηνή.

 

Όλοι πάγωσαν.

 

Δεν ήταν σκηνοθεσία. Ήταν διόρθωση.

 

«Πριν συνεχίσουμε,» είπε, «θέλω να διαβάσω κάτι.»

 

Έβγαλε από το εσωτερικό του πανωφόρι ένα χαρτί παλιό, διπλωμένο στα τέσσερα. Το άνοιξε αργά, σαν να το σεβόταν.

 

Η Άρια κοίταξε τον Νικήτα. Ο Νικήτας κοίταξε εκείνη.

 

«Αυτό,» είπε ο Λυσιμάχου, «είναι η τελευταία σελίδα του χειρογράφου. Εκείνη που ο Ορέστης Βαλμάς δεν έγραψε ποτέ. Ούτε εγώ. Ούτε κανείς. Είναι η σελίδα που περίμενε.» Διέκοψε. «Μέχρι τώρα.»

 

Γύρισε προς το κοινό.

 

«Θα τη γράψουμε απόψε. Όχι με μελάνι. Με σώματα.»

 

Η Δάφνη, από πίσω, έσφιξε τα χέρια της.

 

Η Σεβαστή δεν κουνήθηκε.

 

Ο Λυσιμάχου κατέβηκε. Η αυλαία σηκώθηκε.

 

Η δεύτερη πράξη ήταν το μεγάλο άνοιγμα. Μέχρι τώρα, ο θεατής δεν ήξερε. Τώρα, στο φως, στο αληθινό φως, όλα ξεβράζονταν.

 

Η σκηνή ήταν χτισμένη πάνω σε ένα στοιχείο που δεν υπήρχε στο πρωτότυπο κείμενο αλλά που ο Λυσιμάχου είχε προσθέσει σαν σκηνοθεσία μέσα στο έργο: ένα γράμμα, στημένο πάνω σε τραπέζι καμαρινιού. Ανοιγμένο. Διαβασμένο. Όμως ποτέ δεν ειπώθηκε ποιος το έγραψε.

 

Η Λυδία (Άρια) μπαίνει. Βρίσκει το γράμμα. Το διαβάζει. Και για πρώτη φορά στο έργο, η φωνή της δεν είναι πια η φωνή της Λυδίας. Είναι η φωνή μιας γυναίκας που μόλις κατάλαβε ότι ο άνθρωπος που αγαπά δεν της ανήκει — ανήκει σε μια ιστορία. Και η ιστορία δεν τον αφήνει να γίνει δικός της.

 

Ο Αλέξανδρος (Νικήτας) μπαίνει. Τη βρίσκει μπροστά στο γράμμα.

 

«Δεν έπρεπε να το διαβάσεις.»

 

«Δεν έπρεπε να υπάρχει.»

 

«Αλλά υπάρχει.»

 

«Και τώρα;»

 

«Και τώρα πρέπει να αποφασίσεις αν θα μισήσεις τον άνθρωπο που το έγραψε ή αν θα μισήσεις εμένα που το κουβαλάω.»

 

Η Άρια έπαιξε τη σκηνή με μια ένταση που δεν είχε δώσει σε καμία πρόβα. Δεν φώναξε. Δεν έκλαψε. Μόνο στεκόταν και κοιτούσε τον Νικήτα με το βλέμμα μιας γυναίκας που ξέρει ότι αυτό που νιώθει δεν είναι πια θέληση — είναι μοίρα.

 

«Δεν θα μισήσω κανέναν,» είπε. «Θα καταλάβω.»

 

«Να καταλάβεις τι;»

 

«Ποιος ήταν. Ποιος είσαι. Και ποιος θα μπορούσε να γίνει, αν δεν φοβόμασταν και οι δύο μας.»

 

Ο Νικήτας πλησίασε. Τη στιγμή που οι ατάκες του έργου έλεγαν «μην την αγγίξεις», εκείνος την άγγιξε. Όχι σαν εραστής. Σαν άνθρωπος που θέλει να βεβαιωθεί ότι η γυναίκα μπροστά του δεν είναι εφιάλτης.

 

Την πήρε από τους ώμους. Την κοίταξε. Μετά, με μια κίνηση αργή που μύριζε εξομολόγηση, ακούμπησε τα χείλη του στο μέτωπό της.

 

Το κοινό δεν ανέπνεε.

 

Η Άρια ένιωσε τη στάλα από εκείνο το σχεδόν-φιλί να τρέχει ως τη ραχοκοκαλιά της. Δεν ήταν ερωτισμός. Ήταν λατρεία. Και η λατρεία είναι ο πιο επικίνδυνος ερωτισμός, γιατί δεν ξέρεις πού σταματά.

 

Και τότε ήρθε η ανατροπή.

 

Από την πλατεία, μια φωνή. Όχι ηθοποιού. Όχι σκηνής. Μια φωνή γυναικεία, σταθερή, με εκείνο το βάρος που έχουν μόνο οι φωνές που κρατιούνται χρόνια.

 

«Στοπ.»

 

Όλοι γύρισαν.

 

Η Σεβαστή Βαλμά είχε σηκωθεί. Δεν στεκόταν πια στην τρίτη σειρά. Στεκόταν στον διάδρομο ανάμεσα στις σειρές, με το σώμα της ίσιο σαν κοντάρι.

 

«Δεν έγραψε αυτό το γράμμα,» είπε.

 

Σιωπή.

 

«Ο Ορέστης. Δεν έγραψε αυτό το γράμμα.» Γύρισε στον Λυσιμάχου. «Εσύ το έγραψες.»

 

Η αίθουσα πάγωσε.

 

Ο Λυσιμάχου δεν κουνήθηκε.

 

«Δεν μπορούσες να τον αφήσεις να λείπει,» συνέχισε η Σεβαστή. «Ούτε ζωντανό, ούτε νεκρό. Ούτε ήρωα, ούτε δειλό. Έπρεπε να τον μεταποιήσεις. Να τον κάνεις δικό σου. Να του δώσεις το τέλος που δεν είχε.» Η φωνή της δεν υψώθηκε. Δεν χρειαζόταν. «Έγραψες το γράμμα εσύ, Μάνο. Έγραψες και τη σελίδα που έλειπε. Έγραψες ακόμα και το τέλος που ο Ορέστης δεν είχε τολμήσει να γράψει.»

 

«Σεβαστή-»

 

«Μη.» Η λέξη έπεσε σαν τσεκούρι. «Δεν θα σκηνοθετήσεις κι αυτή τη στιγμή.»

 

Η Άρια κοίταξε τον Νικήτα. Ο Νικήτας κοίταξε τον Λυσιμάχου. Ο Λυσιμάχου κοίταξε τη Σεβαστή.

 

Και για πρώτη φορά, ο δάσκαλος δεν είχε βέργα. Δεν είχε μάσκα. Δεν είχε, ούτε καν, λέξη.

 

«Είναι αλήθεια;» ρώτησε ο Νικήτας.

 

Η φωνή του Λυσιμάχου ήρθε χαμηλά, φθαρμένη, σαν από στενή πόρτα.

 

«Ναι.»

 

«Γιατί;»

 

«Γιατί,» είπε ο Λυσιμάχου, «δεν άντεχα να ζήσω σε κόσμο που τον είχε εκείνος, χωρίς εμένα.»

 

Η Σεβαστή ανέβηκε στη σκηνή. Όχι σαν θεατής. Σαν ιερόσυλος. Πήρε το γράμμα από το τραπέζι. Το κοίταξε σαν να μύριζε πτώμα.

 

«Αυτό,» είπε, «δεν είναι το χέρι του Ορέστη. Αυτό είναι το δικό σου χέρι, Μάνο. Κάθε γράμμα, κάθε λέξη, κάθε υποτιθέμενη ατάκα του — η δική σου φωνή μεταμφιεσμένη είναι.»

 

Την κοίταξε.

 

«Θέλεις να τον καταστρέψεις. Τώρα. Δημόσια.»

 

«Δεν τον καταστρέφω. Τον ξαναδίνω.»

 

Και τότε η Σεβαστή έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε. Δεν έσκισε το γράμμα. Δεν το πέταξε. Το ακούμπησε κάτω. Ατάραχο. Σαν να το ξαναέδινε στον γιο του Ορέστη— στον Νικήτα.

 

«Διάβασέ το,» είπε. «Αλλά με τη δική σου φωνή. Όχι με τη δική του.»

 

Η Άρια δεν μπορούσε να κουνηθεί. Στεκόταν εκεί, με τη «Λυδία» επάνω της, σαν ρούχο που δεν μπορούσε να βγάλει. Κατάλαβε τότε γιατί ο Λυσιμάχου την είχε διαλέξει. Όχι επειδή ήταν καλή ηθοποιός. Επειδή μπορούσε να κρατήσει ένα μυστικό, χωρίς να το φθείρει. Μέχρι τώρα.

 

Ο Νικήτας πήρε το γράμμα. Δεν το διάβασε αμέσως. Το κράτησε. Μετά σήκωσε το βλέμμα.

 

«Δεν θα το διαβάσω,» είπε.

 

Σιωπή.

 

«Δεν θα το διαβάσω γιατί δεν το χρειάζομαι. Ο πατέρας μου δεν μου μιλάει μέσα από αυτό το χαρτί. Μου μιλάει μέσα από αυτό που δεν γράφτηκε ποτέ.»

 

Κοίταξε τον Λυσιμάχου.

 

«Τον σκότωσες, Μάνο. Όχι το σώμα του. Το έργο του. Του πήρες τη φωνή και του έδωσες τη δική σου.»

 

Ο Λυσιμάχου δεν απάντησε.

 

Η Δάφνη, από την πλατεία, ψιθύρισε:

 

«Αυτό δεν είναι θέατρο. Αυτό είναι νεκρομαντεία.»..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 18 — Τρεις χτύποι μετά

 

Η πρεμιέρα δεν τελείωσε. Δεν μπορούσε. Το έργο είχε ξεσπάσει από μέσα του. Ο Λυσιμάχου, για πρώτη φορά, δεν μπορούσε να το σκηνοθετήσει. Κανείς δεν μπορούσε.

 

Η Σεβαστή κατέβηκε από τη σκηνή. Η Στέλλα την πλησίασε. Δύο γυναίκες που δεν είχαν μιλήσει ποτέ, που δεν είχαν αγκαλιάσει ποτέ η μία την άλλη, στεκόταν τώρα η μία απέναντι στην άλλη, σαν δύο καμάρες της ίδιας γέφυρας..

 

«Γνώριζες,» είπε η Σεβαστή.

 

«Γνώριζα,» απάντησε η Στέλλα. «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.»

 

«Δεν θα μπορούσες.»

 

«Όχι.»

 

Η Σεβαστή δεν την ρώτησε «γιατί». Ήξερε. Η Στέλλα ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν ψεύδονται — απλώς σιωπούν. Και η σιωπή δεν είναι ψέμα. Έχει διακριτικότητα με ρέουσα ενοχή.

 

Ο Νικήτας βρέθηκε μόνος στη Μικρή Σκηνή. Η Άρια τον βρήκε εκεί. Δεν μιλούσε. Στεκόταν στο κέντρο, με το κεφάλι σκυφτό, σαν να περίμενε κάτι να τον χτυπήσει. Ή να τον σώσει. Δεν ήταν σίγουρη ποιο από τα δύο.

 

«Νικήτα.»

 

Δεν γύρισε.

 

«Νικήτα.»

 

Γύρισε αργά.

 

«Δεν ξέρω ποιος είμαι,» είπε.

 

«Δεν χρειάζεται να ξέρεις τώρα.»

 

«Ποτέ δεν ήξερα.»

 

«Αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρεις ποιος δεν θέλεις να γίνεις. Αυτό αρκεί.»

 

Την κοίταξε. Και σε εκείνο το βλέμμα, η Άρια είδε κάτι που δεν είχε δει ποτέ: έναν άνθρωπο που δεν φορούσε ρόλο. Ούτε τον γιο, ούτε τον εραστή, ούτε τον Αλέξανδρο.. Μόνο τον εαυτό του, γυμνό, σαν ρούχο που κρέμεται σε κρεμάστρα καμαρινιού.

 

«Θέλω να σε φιλήσω,» είπε.

 

«Δεν είναι η στιγμή.»

 

«Δεν είναι ποτέ η στιγμή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει.»

 

Η Άρια πήγε κοντά. Τον πήρε από το πρόσωπο. Με τις δύο παλάμες. Με μια κίνηση που δεν είχε τίποτα από σκηνή. Ήταν η κίνηση μιας γυναίκας που ξέρει ότι αυτό που κάνει μπορεί να είναι λάθος — αλλά είναι δικό της λάθος, κι αυτό αρκεί.

 

Τον φίλησε.

 

Όχι σαν Λυδία. Όχι σαν Αριάδνη που κρατάει μίτο. Σαν Άρια. Απλή, κομμένη, άβγαλτη από μύθο.

 

Ο Νικήτας την άφησε. Μετά ανταπέδωσε. Όχι με πάθος. Με «παράδοση». Με εκείνη τη σπάνια κίνηση που κάνει ένας άνθρωπος, όταν ξέρει ότι από δω και πέρα δεν είναι πια μόνος.

 

Στο φως του προβολέα που είχε αφήσει αναμμένο ο Γιώργος ο ηλεκτρολόγος (που δεν είχε φύγει, που δεν φεύγει ποτέ, που είναι ο μόνος σιωπηλός μάρτυρας του θεάτρου), το φιλί δεν ήταν σκηνικό. Ήταν η μοναδική αληθινή πράξη μέσα σε μια νύχτα γεμάτη μεταμφιέσεις.

 

Και τότε ακούστηκαν.

 

Τρεις χτύποι.

 

Αργοί.

 

Από πίσω από το σκηνικό. Από πίσω από το ψεύτικο καμαρίνι. Από κει που η Ισμήνη είχε υποδείξει ότι υπάρχει κλειδωμένη πόρτα.

 

Δεν ήταν φαντασία. Δεν ήταν μύθος.

 

Ήταν αληθινοί χτύποι. Από αληθινό χέρι. Από αληθινή πόρτα.

 

Ο Νικήτας τραβήχτηκε. Η Άρια πάγωσε.

 

«Κάποιος είναι εκεί πίσω,» ψιθύρισε.

 

Ο Νικήτας δεν απάντησε. Πήγε. Δίπλα από τον καθρέφτη, δίπλα από το τραπέζι με τα κειμήλια, δίπλα από το ψεύτικο φως του ψεύτικου καμαρινιού — πήγε προς την πόρτα που δεν έπρεπε να υπάρχει.

 

Η Ισμήνη τον ακολούθησε. Και η Δάφνη. Και η Μήδεια.

 

Στάθηκαν όλοι μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα παλιά, σκαλισμένη με ανάγλυφο προσωπείο, μισοσβησμένο.

 

«Το κλειδί,» είπε ο Νικήτας.

 

Η Ισμήνη έβγαλε από την τσέπη του σακακιού της ένα κλειδί. Σιδερένιο. Παλιό. Με λαβή σε σχήμα προσωπείου.

 

«Δεν το βρήκα ποτέ,» ψιθύρισε. «Μου δόθηκε.»

 

«Από ποιον;»

 

Η Ισμήνη δίστασε.

 

«Από τη μητέρα μου. Πριν πεθάνει. Με μια λέξη: «Όταν ακούσεις τους τρεις χτύπους, άνοιξε.»»

 

Ο Νικήτας πήρε το κλειδί.

 

Δεν το έβαλε αμέσως στην κλειδαριά. Κοίταξε την πόρτα σαν να ζύγιζε αν αυτό που υπήρχε πίσω του θα τον σκότωνε ή θα τον γέμιζε. Δεν υπήρχε τρίτη επιλογή.

 

Η Άρια έβαλε το χέρι της στον ώμο του.

 

«Δεν χρειάζεται να μπεις μόνος,» είπε.

 

«Δεν είμαι μόνος.»

 

«Τότε μπες.»

 

Γύρισε το κλειδί. Η πόρτα άνοιξε αργά, σαν σάρκα, σαν ανάσα που βγαίνει από χρόνια..

 

Μέσα δεν υπήρχε αποθήκη σκηνικών.

 

Υπήρχε καμαρίνι. Αληθινό. Με καθρέφτη. Με κρεμάστρα. Με ένα ζευγάρι παπούτσια σκονισμένα. Με ένα πρόγραμμα παράστασης τυλιγμένο με κορδέλα. Με ένα μπουκάλι κρασί μισοάδειο. Με ένα ασημένιο κουτί.

 

Και σε μια καρέκλα, ακίνητος, με τα χέρια σταυρωμένα στα γόνατα, σαν να περίμενε από χρόνια — όχι φάντασμα. Ένας άνθρωπος.

 

Η Σεβαστή Βαλμά, που είχε ακολουθήσει σιωπηλά, δεν είπε τίποτα. Μόνο έβαλε το χέρι στο στόμα.

 

Η Άρια κοίταξε το πρόσωπο.

 

Ήταν πιο γερασμένο απ’ ό,τι στις φωτογραφίες. Με μαλλιά άσπρα. Με ρυτίδες που δεν υπήρχαν στα φωτογραφικά είδωλα. Με μάτια όμως — τα ίδια μάτια. Τα μάτια του Νικήτα.

 

Ο Νικήτας δεν κουνήθηκε.

 

«Πατέρα,» είπε.

 

Η λέξη έπεσε στο κενό.

 

Ο άνθρωπος στην καρέκλα σήκωσε αργά το κεφάλι.

 

«Δεν σου ζήτησα να με βρεις,» είπε.

 

«Δεν σε βρήκα. Με βρήκαν.»

 

Ο Ορέστης Βαλμάς κοίταξε τον γιο του, σαν να τον έβλεπε μέσα από νερό. Μετά γύρισε προς τη Σεβαστή.

 

«Ήξερες,» είπε.

 

«Δεν ήξερα,» ψιθύρισε εκείνη. «Μόνο πίστευα.»

 

«Ποτέ δεν είναι αρκετό το ΄΄πιστεύω΄΄.»

 

«Αυτή τη φορά ήταν.»

 

Σιωπή.

 

Ο Ορέστης σηκώθηκε αργά. Το σώμα του δεν είχε πια την κοινή ευλυγισία των παλιών φωτογραφιών. Ήταν σώμα ανθρώπου που είχε ζήσει χρόνια σε μια αποθήκη σκηνικών — όχι στη φτώχεια, αλλά στην αυτοτιμωρία. Σαν να είχε φυλακίσει ο ίδιος τον εαυτό του πίσω από μια πόρτα που δεν μπορούσε να ανοιχτεί χωρίς να χαθεί η μισή ζωή.

 

«Δεν ήρθα ποτέ πίσω,» είπε, «γιατί δεν ήξερα αν θα ήθελα να με δείτε όπως είμαι τώρα.»

 

«Δεν μας ενδιαφέρει πώς είσαι,» είπε ο Νικήτας. «Μας ενδιαφέρει ότι.. είσαι.»

 

Η Άρια έκανε ένα βήμα πίσω. Αυτή η σκηνή δεν ανήκε σε εκείνη. Ανήκε σε μια οικογένεια που δεν είχε υπάρξει ποτέ πραγματικά — και που τώρα, για πρώτη φορά, είχε την ευκαιρία να γίνει.

 

Η Σεβαστή πλησίασε. Δεν τον αγκάλιασε. Δεν τον φίλησε. Απλώς στάθηκε μπροστά του, με τα χέρια κατά μήκος, και τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που μόνο οι γυναίκες που έχουν αγαπήσει πολύ και που έχουν χάσει πολλά μπορούν να σηκώσουν..

 

«Δεν σε μισώ,» είπε.

 

«Θα έπρεπε.»

 

«Θα έπρεπε. Αλλά η ζωή δεν ζητά τη γνώμη μου.»

 

Και τότε ακούστηκε άλλος ένας χτύπος.

 

Όλοι γύρισαν.

 

Στην πόρτα, ο Λυσιμάχου.

 

Δεν μπήκε. Στεκόταν στο κατώφλι σαν κάποιος που ξέρει ότι δεν έχει πια δικαίωμα εισόδου.

 

Ο Ορέστης τον κοίταξε.

 

«Δεν σκότωσες,» είπε. «Αλλά έγραψες. Κι αυτό ήταν χειρότερο.»

 

«Γράφοντας,» είπε ο Λυσιμάχου, «δεν μπορούσα να σε κρατήσω. Μπορούσα μόνο να σε διατηρήσω.»

 

«Δεν ήθελα να διατηρηθώ. Ήθελα να ζήσω.»

 

Ο Λυσιμάχου κατέβασε το κεφάλι.

 

«Γι’ αυτό δεν μπορώ να ζητήσω συγγνώμη. Μόνο να παραδοθώ.»

 

Ο Ορέστης τον κοίταξε για αρκετά λεπτά..

 

«Δεν μπορώ να σε συγχωρήσω τώρα.»

 

«Δεν το ζητάω.»

 

«Τότε τι ζητάς;»

 

«Να τελειώσει.»..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 19 — Η αυλαία δεν πέφτει

 

Η πρεμιέρα δεν τελείωσε με χειροκρότημα.

 

Οι θεατές — εκείνοι που είχαν μείνει, εκείνοι που δεν είχαν καταλάβει ότι αυτό που έβλεπαν δεν ήταν πια θέατρο — στάθηκαν κι αυτοί σιωπηλοί.

 

Ο Νικήτας βγήκε στη σκηνή. Μόνος. Δεν είχε πια ρόλο. Δεν είχε πια κείμενο. Στεκόταν εκεί, με τον φωτισμό να τον καίει, με το πρόσωπό του μισοβρεγμένο από ιδρώτα, και κοίταζε την πλατεία.

 

Η Άρια στεκόταν πίσω από τη σκηνική κολώνα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Δεν μπήκε. Δεν έπρεπε. Αυτό που ειπώθηκε δεν ήταν πια δικό της.

 

Ο Νικήτας μίλησε.

 

«Δεν υπάρχει τέλος σε αυτό το έργο.»

 

Σιωπή.

 

«Δεν υπάρχει γιατί δεν υπήρξε ποτέ ένας συγγραφέας που να το τελειώσει. Ο πατέρας μου δεν το έγραψε. Ο δάσκαλός μου δεν το έγραψε. Κανείς.»

 

Κοίταξε τον Λυσίμαχο, που είχε καθίσει ξανά στην πλατεία, με το κεφάλι σκυφτό.

 

«Αυτό που ειπώθηκε απόψε δεν ήταν έργο. Ήταν ενοχή. Και η ενοχή δεν χειροκροτείται.»

 

Η Μήδεια, από τη γωνία, ψιθύρισε:

 

«Μάλλον και γίνεται, αν την πεις με σωστή αναπνοή.»

 

Ο Αντρέας γέλασε. Η Λένα τού έριξε ένα βλέμμα. Κάπου, για μια στιγμή, η σχολή ξαναέγινε σχολή. Όχι γιατί ξέχασε — αλλά γιατί θυμήθηκε ότι ο λόγος που υπήρχε ήταν ώστε κανένας να μην πνίγεται στην αλήθεια.

 

Η Σεβαστή πήρε τον Ορέστη από το χέρι. Δεν τον τράβηξε. Τον οδήγησε. Έξω από το φως. Έξω από τη σκηνή. Προς την πίσω πόρτα — εκείνη που η Εύα είχε ανοίξει εκείνο το μακρινό βράδυ και βρήκε άδεια. Τώρα ήταν ανοιχτή. Και έβγαζε στο αληθινό βράδυ.

 

Η Σεβαστή δεν γύρισε.

Ο Ορέστης, όμως, γύρισε..

Και κοίταξε τον Νικήτα.

 

«Δεν σε εγκατέλειψα,» είπε. «Σε άφησα για να μη γίνω ο λόγος να σέβονται όλοι οι γιοι τους πατεράδες τους.»

 

«Δεν είμαστε οι πατέρες μας,» είπε ο Νικήτας.

 

«Ναι. Δεν είμαστε.»

 

Έφυγαν.

 

Η Άρια βγήκε από την κολώνα. Ο Νικήτας την είδε. Δεν πήγε προς το μέρος της. Περίμενε. Δεν ήταν πια η στιγμή για να την πλησιάσει. Ήταν η στιγμή για να την αφήσει να αποφασίσει.

 

Η Άρια πήγε. Αργά. Με κάθε βήμα, ένιωθε κάτι μέσα της να ξεδιπλώνεται. Όχι ο έρωτας. Όχι η έλξη. Κάτι πιο παλιό. Η αίσθηση ότι ο μύθος που κουβαλούσε από τη γέννησή της — το όνομα, η κληρονομιά, η κλίση — δεν ήταν πια δικά της. Υπήρχε ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ, από τον έρωτα της μητέρας της για τον Ορέστη. Και τώρα, επιτέλους, μπορούσε να το αφήσει αυτό το «παιδί» πίσω..

 

«Δεν είμαι αυτό το παιδί,» είπε.

 

«Δεν ήσουν ποτέ,» απάντησε ο Νικήτας.

 

«Ήμουν. Μέχρι πριν από λίγο.»

 

«Τώρα;»

 

«Τώρα είμαι.. η Άρια.»

 

Ο Νικήτας χαμογέλασε. Με ένα χαμόγελο που δεν είχε δώσει ποτέ στη σκηνή. Αληθινό, στραβό, λίγο κουρασμένο, λίγο γεμάτο.

 

«Η Άρια,» επανέλαβε. «Ωραίο όνομα.»

 

«Δεν μου δόθηκε. Το διάλεξα.»

 

Η Δάφνη πλησίασε. Έβαλε το ένα χέρι της στον ώμο του Νικήτα και το άλλο στην Άρια.

 

«Αύριο,» είπε, «θα ξαναρχίσετε. Όχι το έργο. Τον εαυτό σας. Αυτή είναι η μόνη πρόβα που δεν τελειώνει ποτέ.»

 

Η Ισμήνη στεκόταν πίσω, με το κλειδί στο χέρι. Δεν το κράτησε. Το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι του ψεύτικου καμαρινιού. Δίπλα στο πρόγραμμα της παλιάς παράστασης. Δίπλα στην ασημένια καρφίτσα με το προσωπείο.

 

«Δεν χρειάζεται πια,» είπε.

 

Ο Λυσιμάχου σηκώθηκε. Πήγε στη σκηνή. Στάθηκε στο κέντρο, εκεί που ο Νικήτας στεκόταν πριν. Δεν είχε βέργα. Δεν είχε φωνή. Μόνο κούραση.

 

«Η σχολή,» είπε, «δεν θα κλείσει.»

 

Σιωπή.

 

«Αλλά δεν θα είναι πια η ίδια. Δεν μπορεί να είναι. Αυτό που χτίστηκε πάνω σε μια απουσία δεν μπορεί να συνεχιστεί σαν η απουσία να μην υπήρξε.. Να μην υπάρχει»

Κοίταξε τον Νικήτα.

 

«Θέλω να πάρεις εσύ τη σκηνή. Όχι σαν δάσκαλος. Σαν άνθρωπος που ξέρει τι κοστίζει.»

 

«Δεν είμαι δάσκαλος.»

 

«Δεν χρειάζεται να είσαι. Χρειάζεται μόνο να μην ξανακάνεις αυτό που έκανα εγώ.»

 

Ο Νικήτας δίστασε.

 

«Δεν μπορώ να δεχτώ,» είπε. «Δεν μπορώ.. Τώρα.»

 

«Τότε αργότερα.»

 

«Ίσως.»..

 

 


Κεφάλαιο 20 — Ένα φιλί στο σκοτάδι

 

Η αυλαία δεν έπεσε.

Δεν υπήρχε αυλαία. Η σκηνή της Νύχτας των Μαρτύρων είχε αποδομηθεί. Οι καθρέφτες της Ισμήνης είχαν στραφεί αλλιώς. Τα φώτα είχαν σβήσει, εκτός από ένα. Ένα μοναχικό φως. Σαν κερί.

Η Άρια και ο Νικήτας στεκόταν πλάι-πλάι. Δεν μιλούσαν. Δεν χρειαζόταν.

Στο βάθος, η Εύα στεκόταν. Δεν είχε μπει ποτέ στο θέατρο. Δεν είχε δει ποτέ την κόρη της πάνω σε σκηνή. Τώρα, με το πρόσωπό της μισοκρυμμένο πίσω από την κολώνα, κοίταζε την Άρια με εκείνο το βλέμμα που δεν έχουν παρά μόνο οι μητέρες που ξέρουν ότι η κόρη τους δεν τους ανήκει πια — ότι δεν τους ανήκε ποτέ, ότι το όνομα που της έδωσαν ήταν δάνειο από ένα παιδί που δεν ήρθε, και ότι τώρα, επιτέλους, το δάνειο είχε επιστραφεί.

Η Άρια δεν την είδε αμέσως.

Την είδε ο Νικήτας. Γύρισε αργά το κεφάλι, ακολούθησε τη γραμμή του φωτός, και αντίκρισε τη σιλουέτα της Εύας. Δεν τη γνώριζε. Δεν την είχε συναντήσει ποτέ. Όμως κατάλαβε. Κατάλαβε γιατί η Άρια είχε μπει στη Σχολή σαν κάποιος που ψάχνει όχι ένα επάγγελμα αλλά μια εξήγηση. Κατάλαβε ότι η γυναίκα στην κολώνα ήταν η σπουδάστρια από τον φάκελο, η γυναίκα πίσω από τη Μικρή Σκηνή, το σώμα που είχε βρεθεί σε κατάσταση σοκ είκοσι χρόνια πριν — και ότι στεκόταν τώρα στην ίδια σχολή, στην ίδια σκηνή, σαν να μην είχε φύγει ποτέ..

«Η μητέρα σου,» ψιθύρισε στην Άρια.

Εκείνη γύρισε. Και τα πόδια της κόπηκαν.

«Μαμά.»

Η Εύα δεν κουνήθηκε. Δεν μπορούσε. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που το σώμα ξέρει ότι αν κάνει ένα βήμα, θα σπάσει κάτι που κρατιέται χρόνια — και δεν ξέρει αν αυτό που θα σπάσει είναι η λύπη ή η λύτρωση..

Η Άρια πήγε προς το μέρος της. Όχι τρέχοντας. Όχι σαν θεατρική κίνηση. Πήγε σαν κόρη. Με τη βραδύτητα εκείνων που ξέρουν ότι η επαφή που περιμένουν δεν είναι πια φυσική αλλά υπαρξιακή.

Στάθηκε μπροστά στη μητέρα της.

«Δεν μου είπες ότι θα έρθεις.»

«Ούτε εγώ στον εαυτό μου.»

«Και όμως είσαι εδώ.»

«Είμαι εδώ γιατί δεν μπόρεσα να μην είμαι.»

Η Άρια δεν την αγκάλιασε. Δεν αγκάλιασε ούτε η Εύα. Στεκόταν η μία απέναντι στην άλλη, με το μοναχικό φως να τις βαφτίζει αμφότερες, και κάπου ανάμεσά τους — όχι ανάμεσα στις σάρκες, ανάμεσα στις ηλικίες, ανάμεσα στις πληγές — κάτι μεταδιδόταν που δεν είχε λέξη. Ίσως.. συγγνώμη. Ίσως.. αναγνώριση. Ίσως απλώς εκείνη η σιωπηλή συναίνεση δύο γυναικών που ξέρουν ότι κουβαλούν τον ίδιο άνθρωπο μέσα τους, όχι σαν αγάπη αλλά σαν ουλή.

Η Εύα σήκωσε αργά το χέρι. Ακούμπησε τα δάχτυλά της στο μάγουλο της κόρης της. Με κίνηση που μύριζε χρόνια αποχής.

«Δεν σε αναγνώρισα στην αρχή,» ψιθύρισε. «Έμοιαζες με κάποια άλλη.»

«Με ποια;»

«Με εμένα, όταν ήμουν νέα και δεν ήξερα ακόμα τι μου γινόταν.»

Η Άρια ένιωσε κάτι να λύνεται μέσα στο στήθος της. Όχι με ανακωχή. Με εκείνο το ήρεμο ΄΄τσικ΄΄ που έχουν τα παλιά κλειδιά, όταν επιτέλους βρίσκουν την κλειδαριά τους.

«Μαμά,» είπε. «Δεν χρειάζεται πια να φοβάμαι αυτό το όνομα.»

«Όχι, παιδί μου. Δεν χρειάζεται.»

«Ούτε εσύ.»

Η Εύα έκλεισε τα μάτια. Δεν έκλαψε. Είχε εξαντλήσει τα δάκρυα χρόνια πριν, σε μια κουζίνα, σε μια νύχτα που δεν ήταν πια νύχτα αλλά αιώνια αναμονή. Τώρα απλώς αναστέναξε — και ο αναστεναγμός ήτανε ο βαρύτερος ήχος της βραδιάς.

Στο βάθος της σκηνής, ο Νικήτας περίμενε. Δεν πλησίασε. Δεν του ανήκε εκείνη η σκηνή. Ανήκε σε δύο γυναίκες που είχαν ζήσει με το ίδιο κενό σε δύο διαφορετικές γενιές.

Κάπου, η Δάφνη στεκόταν με σταυρωμένα χέρια και κοίταζε. Δεν μιλούσε. Ήξερε ότι κάποιες στιγμές δεν σκηνοθετούνται. Συνέχιζαν να υπάρχουν μόνο αν δεν τις αγγίξεις.

Όταν η Άρια γύρισε επιτέλους πίσω στο φως, ο Νικήτας την κοίταξε.

«Είναι καλά;» ρώτησε.

«Δεν ξέρω. Αλλά είναι εδώ.»

«Αυτό αρκεί.»

«Αρκεί;»

«Απόψε, ναι. Αύριο θα δούμε.»

Πέρα από μια κλειδωμένη πόρτα που μόλις είχε ανοιχτεί, από κάπου στον άδειο διάδρομο, ο Γιώργος ο ηλεκτρολόγος — ο σιωπηλός μάρτυρας — έκλεισε τον τελευταίο προβολέα. Το θέατρο σκοτείνιασε.

Μόνο που αυτή τη φορά το σκοτάδι δεν ήταν κενό. Ήταν γεμάτο.

Στο σκοτάδι, ο Νικήτας βρήκε το χέρι της Άριας. Όχι σαν τυχαία κίνηση. Σαν απόφαση. Η παλάμη της ήταν ζεστή και λίγο υγρή. Δεν τράβηξε. Δεν έσφιξε. Μόνο κράτησε.

«Θέλω να σου πω κάτι,» ψιθύρισε.

«Μη μου πεις ατάκα.»

«Δεν είναι ατάκα.»

«Τότε πες.»

Στο απόλυτο σκοτάδι, χωρίς φως, χωρίς θεατή, χωρίς καθρέφτη, χωρίς σκηνικό — χωρίς τίποτα που να μπορεί να μεταμφιεστεί σε τέχνη — ο Νικήτας μίλησε.

«Από τότε που σε είδα, δεν ήξερα αν σε θέλω ή σε φοβάμαι. Τώρα ξέρω. Σε φοβάμαι, γιατί σε θέλω. Και σε θέλω, γιατί σε φοβάμαι. Αυτό δεν είναι έρωτας. Είναι κάτι που δεν έχει ακόμα όνομα. Και ίσως να μην χρειάζεται να βρει ένα..όνομα»

Η Άρια δεν απάντησε αμέσως. Στο σκοτάδι, τα χείλη της τρεμούλιασαν αλλά δεν σχημάτισαν λέξη.

Μετά πήρε το πρόσωπό του στα χέρια της. Όχι σαν ερωτική κίνηση. Σαν κίνηση ανθρώπου που ψηλαφεί στο σκοτάδι για να βεβαιωθεί ότι αυτό που αγγίζει δεν είναι όνειρο.

Τον φίλησε.

Δεν ήταν σαν το πρώτο τους φιλί, εκείνο έξω από τη Σχολή, με τη βροχή να έχει σταματήσει και τη γυναικεία σκιά να τους παρακολουθεί από τον πάνω όροφο. Δεν ήταν σαν το σχεδόν-φιλί της πρόβας, που το κράτησαν ΄΄αταίριαστο΄΄, γιατί η τέχνη το ήθελε έτσι. Δεν ήταν καν σαν το φιλί της πρεμιέρας, που είχε χρωματιστεί από εξομολόγηση και παράδοση.

Αυτό το φιλί ήταν καθαρό.

Σαν νερό που βγαίνει από πηγή μετά από χρόνια ξηρασίας. Σαν ανάσα που δεν έχει πια λόγο να κρατιέται. Σαν λέξη που δεν χρωστάει σε κανένα κείμενο.

Ο Νικήτας την τράβηξε κοντά του. Όχι απελπισμένα. Σαν κάποιος που ξέρει επιτέλους ότι δεν χρειάζεται να κρατιέται από κάτι για να μην πέσει — γιατί έχει πια κάτι να πέσει επάνω του.

Στο σκοτάδι, τα σώματά τους βρήκαν το ένα το άλλο με εκείνη την αργή, σχεδόν ιερή ακρίβεια που έχουν οι κινήσεις, όταν δεν υπογράφονται από επιθυμία μόνο αλλά από ανάγκη. Η Άρια ένιωσε τα χέρια του στην πλάτη της — όχι σαν αρπαγή, σαν στήριγμα. Ο Νικήτας ένιωσε τα δάχτυλά της στον σβέρκο του — όχι σαν κράτημα, σαν χαρτογράφηση.

Στο σκοτάδι, δεν υπήρχε ρόλος. Δεν υπήρχε Αλέξανδρος. Δεν υπήρχε Λυδία. Δεν υπήρχε Ορέστης, ούτε Αριάδνη, ούτε κανένα φάντασμα. Μόνο δύο σώματα που είχαν κουβαλήσει για πολύ καιρό το βάρος άλλων ζωών, και που τώρα — επιτέλους — αποφάσιζαν να κουβαλήσουν μόνο το δικό τους.

Δεν βιάστηκαν. Δεν υπάρχει λόγος να βιάζεσαι, όταν ξέρεις ότι αυτό που ζεις δεν είναι πια πρόβα. Είναι η μοναδική παράσταση που δεν έχει ΄΄διπλή΄΄. Και η μοναδική που δεν χρειάζεται κοινό.

Κάπου στον τοίχο, ένα ρολόι χτύπησε δώδεκα. Η νύχτα είχε περάσει στο αύριο χωρίς να το πάρει είδηση κανείς.

Η Άρια απομακρύνθηκε ελάχιστα. Όχι για να φύγει. Για να δει.

Στο μισοσκόταδο, το πρόσωπο του Νικήτα δεν είχε πια καμία από τις πόζες που ήξερε να φοράει. Ήταν απλό. Κουρασμένο. Αληθινό.

«Τώρα τι;» ρώτησε.

«Τώρα ζούμε,» είπε εκείνος.

«Έτσι απλά;»

«Έτσι απλά. Μετά από όλα τα υπόλοιπα, έτσι απλά.»

Η Άρια χαμογέλασε. Με ένα χαμόγελο που δεν είχε δώσει ποτέ στη σκηνή — γιατί στη σκηνή τα χαμόγελα είναι εργαλεία, και αυτό δεν ήταν εργαλείο. Ήταν η πρώτη αληθινή κίνηση ενός προσώπου που είχε πια αφήσει πίσω του κάθε μεταμφίεση.

«Θέλω να φύγω από δω,» είπε.

«Πού;»

«Έξω. Στην πόλη. Στο αληθινό φως.»

Ο Νικήτας πήρε το παλτό του από την κρεμάστρα. Ήταν απλό παλτό. Δεν ανήκε σε ρόλο. Της έδωσε το δικό της.

Βγήκαν..

 

 


Κεφάλαιο 21 — Ανατομία της αυλαίας

 

Η Θεσσαλονίκη κοιμόταν ακόμα. Ο δρόμος μπροστά στη Σχολή ήταν άδειος, εκτός από ένα αδέσποτο που τους κοίταξε και συνέχισε. Η βροχή είχε σταματήσει ώρες πριν, αλλά το πεζοδρόμιο μύριζε ακόμα βρεγμένο χώμα.

Περπάτησαν δίχως προορισμό. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που περπατούσαν μαζί χωρίς σκηνή, χωρίς πρόβα, χωρίς κείμενο, χωρίς κάποιον να τους παρακολουθεί. Και ήταν — και οι δύο το κατάλαβαν — η πιο δύσκολη βόλτα που είχαν κάνει.

«Θα γυρίσει ο πατέρας σου;» ρώτησε η Άρια.

«Δεν ξέρω. Δεν νομίζω. Δεν νομίζω ότι ήρθε για να μείνει. Νομίζω ότι ήρθε για να τελειώσει.»

«Τι να τελειώσει;»

«Τον εαυτό του που δεν είχε τελειώσει ποτέ.»

Πέρασαν μπροστά από ένα κλειστό ζαχαροπλαστείο. Στο τζάμι, η αντανάκλασή τους έμοιαζε με δύο αγνώστους. Η Άρια κοίταξε τον καθρέφτη του τζαμιού.

«Πώς με βλέπεις;» ρώτησε.

«Σε βλέπω,» είπε ο Νικήτας. «Αυτό αρκεί.»

«Δεν αρκεί. Ποτέ δεν αρκεί.»

«Τότε θα μάθω να σε βλέπω καλύτερα.»

Σταμάτησαν σε ένα στενό μπροστά στην Άνω Πόλη. Τα σκαλιά ανέβαιναν στο σκοτάδι. Πάνω, από κάπου, έφτανε μυρωδιά γιασεμιού και παλιού τοίχου.

«Θέλεις να ανεβούμε;» ρώτησε.

«Ναι.»

Ανέβηκαν. Στο τέλος, ένα μικρό σημείο, με θέα τη Θεσσαλονίκη να απλώνεται κάτω σαν ζεστό πλήθος σπιτιών. Ο κόλπος δεν φαινόταν, αλλά τον μύριζαν..

Η Άρια κάθισε σε ένα πεζούλι. Ο Νικήτας δίπλα της.

«Θα ξαναπάμε στη σχολή;» ρώτησε.

«Θα πάμε.»

«Θα ξαναπαίξουμε;»

«Θα ξαναπαίξουμε. Όχι το ίδιο έργο.»

«Τότε τι;»

«Θα βρούμε. Ή θα γράψουμε. Ή θα αφήσουμε να γραφτεί κάτι άλλο, από μόνο του.»

Κάπου από κάτω, από τη Σχολή που είχαν αφήσει πίσω, θα μπορούσε ίσως να ακουστεί — αν ήταν κάποιος εκεί για να ακούσει — ένας μοναχικός ήχος. Όχι τρεις χτύποι. Ένας. Σαν η τελευταία ανάσα ενός κτιρίου που είχε κρατήσει την αναπνοή του για χρόνια.

Ίσως ήταν ο Γιώργος ο ηλεκτρολόγος που έκλεινε τον γενικό διακόπτη. Ίσως η Στέλλα που κλείδωνε την πόρτα. Ίσως η Δάφνη που, ξυπόλητη ακόμα, έκανε μια τελευταία κίνηση στο κενό σκηνικό.

Ίσως ήταν το θέατρο που — επιτέλους — είχε σταματήσει να μιλάει για να ξαναρχίσει να ακούει.

Ο Νικήτας κοίταξε την Άρια. Στο μισοσκόταδο, το πρόσωπό της δεν είχε πια καμία από τις εκφράσεις που ήξερε να φοράει. Ήταν ηρεμία. Όχι η ηρεμία αυτών που δεν έχουν τίποτα, αλλά η ηρεμία αυτών που έχουν κουβαλήσει πολλά και τώρα τα έχουν αφήσει κάπου — όχι ξεχασμένα, αλλά τοποθετημένα.

«Θέλω να σου πω κάτι ακόμα,» είπε.

«Τι;»

«Το όνομά σου.»

«Τι με το όνομά μου;»

«Δεν είναι πια του παιδιού που δεν γεννήθηκε. Δεν είναι πια της μητέρας σου. Δεν είναι πια του Ορέστη. Είναι δικό σου.»

Η Άρια δεν μίλησε. Μόνο ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Όχι σαν υποχώρηση. Σαν ανάπαυση.

Πάνω από τη Θεσσαλονίκη, ο ουρανός άρχισε — αργά, πολύ αργά — να γίνεται γκρι. Όχι ακόμα ξημέρωμα. Αλλά η υπόσχεσή του. Το πρώτο χρώμα που δεν είναι νύχτα, αλλά ούτε και μέρα. Αυτό το χρώμα που στα θέατρα ονομάζουν «φως της αυλαίας» — αλλά που στην αληθινή ζωή είναι απλώς η ανάσα του κόσμου πριν ξαναρχίσει..

Η Άρια σήκωσε το πρόσωπό της.

«Νικήτα.»

«Πες.»

«Πιστεύεις ότι θα γίνουμε καλοί; Ηθοποιοί, εννοώ»

«Δεν ξέρω αν θα γίνουμε καλοί ηθοποιοί. Αλλά θα είμαστε αληθινοί. Αυτό μετράει περισσότερο.»

«Ποιος στο δίδαξε αυτό;»

«Κανείς. Ή ο πατέρας μου, μέσα από αυτό που δεν έγραψε ποτέ. Ή η μητέρα σου, μέσα από αυτό που δεν είπε ποτέ. Ή η Σεβαστή, μέσα από αυτό που δεν μπόρεσε να συγχωρήσει. Ή ο Λυσιμάχου, μέσα από αυτό που μετάνιωσε πολύ αργά.»

«Ή η Άρια,» ψιθύρισε. «Μέσα από αυτό που δεν ήξερε ότι μπορούσε να γίνει.»

«Ή η Άρια.»

Στο πρώτο φως της μέρας, σαν να είχε πέσει η αυλαία μιας παράστασης που δεν είχε ποτέ τίτλο, δύο άνθρωποι καθόταν σε ένα πεζούλι πάνω από μια πόλη. Δεν ήταν πια ήρωες. Δεν ήταν πια θύματα. Δεν ήταν πια παιδιά των γονιών τους. Ήταν απλώς — επιτέλους — άνθρωποι.

Κάπου πίσω, στο θέατρο, η Ισμήνη θα έβρισκε την αυλαία χαμηλωμένη. Η Δάφνη θα έβρισκε το σανίδι ακόμα ζεστό από την τελευταία ανάσα. Η Μήδεια θα έβρισκε — ίσως για πρώτη φορά — κάτι που δεν μπορούσε να το παίξει με ειρωνεία: την απουσία τους.

Και ο Λυσιμάχου;

Ο Λυσιμάχου θα έβρισκε τον εαυτό του μόνο, στην πλατεία, με ένα αντίτυπο στα χέρια. Δεν θα το διάβαζε. Θα το ακουμπούσε στην καρέκλα δίπλα του, σαν να είχε έρθει κάποιος να τον δει, κάποιος που δεν θα ερχόταν ποτέ, αλλά που άφηνε πάντα — πάντα — τη σκιά του στην κενή καρέκλα.

Θα καθόταν εκεί. Δεν θα έκλαιγε. Δεν θα μετάνιωνε — ή ίσως θα μετάνιωνε, αλλά σιωπηλά, όπως μετανιώνουν πάντα οι άνθρωποι που έχουν χτίσει ζωές πάνω σε απουσίες.

Στο κεντρικό φως, ένα κείμενο θα έμενε ανοιχτό. Ο τίτλος του — ο τίτλος που είχε δώσει ο Λυσιμάχου, που είχε κλέψει ο Λυσιμάχου, που είχε σκηνοθετήσει ο Λυσιμάχου — θα έμενε εκεί, μόνος, χωρίς κανέναν να τον διαβάζει:

«Οι Τρεις Χτύποι» του Ορέστη Βαλμά (Ανολοκλήρωτο)

Και κάτω, με μαρκαδόρο, με χειρόγραφο που δεν ταίριαζε με της μηχανής, με τα χέρια ενός γέροντα που δεν είχε πια βέργα, θα είχε προστεθεί:

«Τελειώνει εκεί που αρχίζει η αλήθεια.»

Η αυλαία δεν έπεσε.

Δεν υπήρχε αυλαία.

Μόνο η μέρα που ανέτειλε, σιγά-σιγά, πάνω από μια πόλη που είχε κρατήσει ένα μυστικό είκοσι χρόνια — και που τώρα, επιτέλους, το άφηνε να διαλυθεί στο φως.

Κάπου, κάπου, από μακριά, τρεις χτύποι.

Όχι σαν σήμα έναρξης.

Όχι σαν απειλή.

Όχι σαν μνήμη.

Σαν αναπνοή.

Η πρώτη αναπνοή ενός θεάτρου που ξαναγεννιόταν..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 22 — Η τέταρτη φωτογραφία

 

Τρεις μέρες μετά την πρεμιέρα, η Σχολή άνοιξε ξανά τις πόρτες της. Όχι πραγματικά. Οι πόρτες ξεκλειδώθηκαν, τα φώτα άναψαν, οι καθαρίστριες έσυραν τους κουβάδες στους διαδρόμους και κάποιος άφησε καφέ να καεί στην κουζίνα του προσωπικού. Όμως το κτίριο παρέμενε κλειστό με έναν άλλον τρόπο — όπως κλείνει ένα στόμα αφού έχει πει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε.

Η Άρια μπήκε από την πλαϊνή είσοδο λίγο πριν από τις εννέα. Δεν είχε κοιμηθεί καλά. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της, έβλεπε ξανά το πρόσωπο του Ορέστη στις παλιές φωτογραφίες και τον Νικήτα στη σκηνή, ακίνητο κάτω από το φως, σαν να περίμενε από έναν νεκρό να του δώσει άδεια να συνεχίσει να ζει.

Η πρεμιέρα είχε τελειώσει. Η ιστορία όχι. Στον διάδρομο προς τα καμαρίνια, τα ίχνη της παράστασης υπήρχαν ακόμη: ένα κομμένο κομμάτι μαύρου νήματος, πούδρα πάνω σε μια καρέκλα, ένα ποτήρι με ξεραμένο κρασί. Η Άρια στάθηκε μπροστά στο ντουλάπι της. Δεν περίμενε τίποτα. Ίσως γι’ αυτό τρόμαξε περισσότερο όταν το άνοιξε. Μέσα βρισκόταν ένας λευκός φάκελος. Χωρίς όνομα. Χωρίς σφραγίδα. Τον πήρε και τον άνοιξε αργά. Περιείχε μία φωτογραφία. Ήταν η ίδια σκηνή που είχε δει στις προηγούμενες εικόνες: ο Ορέστης μόνος κάτω από σκληρό φως. Μόνο που αυτή τη φορά η φωτογραφία είχε τραβηχτεί από μεγαλύτερη απόσταση. Στο βάθος, πίσω από μια μισάνοιχτη κουίντα, διακρίνονταν τρεις άντρες. Ο πρώτος ήταν ο Λυσιμάχου, νεότερος, με το σώμα γερμένο προς τα εμπρός σαν να διαφωνούσε. Ο δεύτερος φορούσε κοστούμι και κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα. Ο τρίτος δεν φαινόταν καθαρά. Μόνο το χέρι του, ακουμπισμένο στον ώμο του Ορέστη. Στο μικρό του δάχτυλο φορούσε ένα δαχτυλίδι με μαύρη πέτρα. Η Άρια γύρισε τη φωτογραφία. Στην πίσω πλευρά υπήρχε μία ημερομηνία, γραμμένη με μπλε μελάνι. 17 Νοεμβρίου. Και από κάτω: **Δεν χάθηκε μετά την πρεμιέρα. Χάθηκε πριν προλάβει να καταθέσει.** Η Άρια διάβασε τη φράση δεύτερη φορά. Ύστερα τρίτη. Ένιωσε το σώμα της να κρυώνει πριν ακόμη καταλάβει γιατί. «Τι είναι αυτό;» Ο Νικήτας στεκόταν πίσω της. Δεν τον είχε ακούσει να πλησιάζει. Η Άρια τού έδωσε τη φωτογραφία χωρίς να μιλήσει. Εκείνος την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Το πρόσωπό του άλλαξε ανεπαίσθητα όταν είδε το χέρι πάνω στον ώμο του πατέρα του. «Το δαχτυλίδι,» είπε. «Το αναγνωρίζεις;» Ο Νικήτας δεν απάντησε αμέσως. Έφερε τη φωτογραφία πιο κοντά στο φως. «Η μητέρα μου είχε ένα απόκομμα εφημερίδας. Σε μια φωτογραφία από μια τελετή βράβευσης, κάποιος φορούσε το ίδιο.» «Ποιος;» «Δεν θυμάμαι το όνομα. Ήταν πολιτικός. Ή άνθρωπος που ήθελε όλοι να τον θεωρούν κάτι περισσότερο από πολιτικό.» Η Άρια έκλεισε το ντουλάπι. «Πρέπει να πάμε στη μητέρα σου.» Ο Νικήτας δίπλωσε προσεκτικά τη φωτογραφία μέσα στον φάκελο. «Δεν θα μιλήσει εύκολα.» «Τότε δεν θα τη ρωτήσουμε εύκολα.» Την κοίταξε. Για πρώτη φορά μετά την πρεμιέρα, κάτι σαν παλιό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό του. Δεν έμεινε. Καθώς έφευγαν από τον διάδρομο, ακούστηκε πίσω τους ένα μεταλλικό τρίξιμο. Το ντουλάπι της Άριας είχε ανοίξει μόνο του. Μέσα, κολλημένο στην εσωτερική πλευρά της πόρτας, υπήρχε ένα μικρό κίτρινο χαρτί που πριν δεν ήταν εκεί. Πάνω του, τρεις λέξεις: **Ρώτησε για τη Λίστα.** Η Άρια πλησίασε. Κάτω από τις λέξεις είχε σχεδιαστεί πρόχειρα ένα σύμβολο: τρεις κάθετες γραμμές ενωμένες στην κορυφή, σαν αυλαία που δεν είχε ανοίξει ακόμη. Ο Νικήτας το κοίταξε και ψιθύρισε: «Το έχω ξαναδεί.» «Πού;» «Στον φάκελο του πατέρα μου.» Η Άρια γύρισε προς το μέρος του. «Νόμιζα ότι ο φάκελος είχε χαθεί.» «Είχε.» Ο Νικήτας έσκυψε και ξεκόλλησε το χαρτί. «Αλλά κάποιος θέλει να τον ξαναφτιάξουμε.»..

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 23 — Η γυναίκα που περίμενε

 

Η μητέρα του Νικήτα ζούσε σ’ ένα διαμέρισμα πάνω από την παλιά παραλία, σε πολυκατοικία που είχε μάθει να αντέχει τον αέρα. Το ασανσέρ σταμάτησε ανάμεσα σε δύο ορόφους πριν συνεχίσει, σαν να δίσταζε κι εκείνο αν έπρεπε να τους οδηγήσει ως εκεί. Η Ειρήνη Βαλμά άνοιξε την πόρτα πριν χτυπήσουν δεύτερη φορά. Ήταν μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, λεπτή, με γκρίζα μαλλιά κομμένα στο ύψος του σαγονιού και πρόσωπο που δεν είχε παραδοθεί στον χρόνο, αλλά είχε διαπραγματευτεί σκληρά μαζί του. Κοίταξε πρώτα τον γιο της. Ύστερα την Άρια. «Εσύ είσαι,» είπε. Δεν ήταν ερώτηση. Η Άρια ένιωσε για μια στιγμή ότι είχε μπει σε σκηνή της οποίας όλοι γνώριζαν το κείμενο εκτός από εκείνη. Το σαλόνι ήταν γεμάτο βιβλία, δίσκους και φυτά που έγερναν προς τα παράθυρα. Πάνω από τον καναπέ υπήρχε ένας πίνακας χωρίς ανθρώπινη μορφή — μόνο μια σκοτεινή σκηνή κι ένα κενό κάθισμα στην πρώτη σειρά. Η Ειρήνη έφτιαξε καφέ, παρότι κανείς δεν ζήτησε. «Άνοιξε πάλι το θέατρο το στόμα του;» είπε. Ο Νικήτας ακούμπησε τη φωτογραφία στο τραπέζι. Η μητέρα του δεν την πήρε αμέσως. Το βλέμμα της έμεινε στο δαχτυλίδι. Το χέρι της σταμάτησε πάνω από το φλιτζάνι. «Από πού τη βρήκατε;» «Στο ντουλάπι της Άριας.» Η Ειρήνη σήκωσε το βλέμμα προς εκείνη. «Σου αφήνουν πράγματα.» «Ναι.» «Τότε πρόσεχε. Όσοι αφήνουν στοιχεία δεν θέλουν πάντα να βρεις την αλήθεια. Μερικές φορές θέλουν απλώς να περπατήσεις στον δρόμο που διάλεξαν για σένα.» Η Άρια έδειξε το κίτρινο χαρτί. «Τι είναι η Λίστα;» Η Ειρήνη δεν απάντησε. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τη θάλασσα. Για λίγη ώρα ακούγονταν μόνο τα αυτοκίνητα από τον δρόμο και το μικρό κουτάλι που ο Νικήτας γύριζε μέσα στον καφέ χωρίς να πίνει. «Ο Ορέστης δεν ανακάλυψε έναν φόνο,» είπε τελικά. «Ανακάλυψε έναν μηχανισμό.» Η Άρια ένιωσε τον Νικήτα να σφίγγεται δίπλα της. «Τι μηχανισμό;» «Η Σχολή έπαιρνε επιχορηγήσεις για παραστάσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, περιοδείες, υποτροφίες. Πολλά από αυτά υπήρχαν μόνο στα χαρτιά. Εικονικά τιμολόγια, εταιρείες παραγωγής που άνοιγαν και έκλειναν, ποσά που περνούσαν από πολιτιστικούς φορείς και κατέληγαν σε προεκλογικά ταμεία.» «Και ο πατέρας μου πώς το έμαθε;» ρώτησε ο Νικήτας. Η Ειρήνη γύρισε αργά. «Επειδή δούλευε βράδια στο αρχείο. Δεν είχε χρήματα. Ο Λυσιμάχου τού είχε βρει λίγες ώρες εργασίας για να μπορεί να πληρώνει το νοίκι του. Ο πατέρας σου άρχισε να βλέπει τα ίδια ονόματα σε διαφορετικές καταστάσεις. Φοιτητές που υποτίθεται ότι είχαν λάβει υποτροφίες και δεν είχαν πάρει ποτέ ούτε ένα ευρώ. Παραστάσεις που δήλωναν εκατόν είκοσι συντελεστές ενώ είχαν δεκαπέντε. Αίθουσες που χρεώνονταν ως ανακαινισμένες και έσταζαν νερό.» «Η Λίστα;» επέμεινε η Άρια. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια. «Ονόματα. Πληρωμές. Ημερομηνίες. Άνθρωποι που συμμετείχαν και άνθρωποι που εξαγοράστηκαν για να σωπάσουν. Ο Ορέστης την αντέγραψε. Δεν εμπιστευόταν το πρωτότυπο.» «Πού είναι;» «Δεν ξέρω.» Ο Νικήτας σηκώθηκε απότομα. «Τόσα χρόνια μού έλεγες ότι ο πατέρας μου είχε μπλέξει σε κάτι που δεν καταλάβαινε. Τώρα λες ότι είχε αποδείξεις.» «Είχε.» «Και δεν μου το είπες ποτέ;» Η Ειρήνη τον κοίταξε με μια ηρεμία τόσο βαθιά, που έμοιαζε με παλιό τραύμα. «Όταν ήσουν έξι ετών, ένας άντρας με περίμενε έξω από το σχολείο σου. Μου είπε τι χρώμα φορούσες, ποια δασκάλα σε κρατούσε από το χέρι και σε ποια παιδική χαρά πήγαινες τα απογεύματα. Ύστερα με ρώτησε αν ήθελα να μεγαλώσεις.» Ο Νικήτας έμεινε ακίνητος. Η οργή του δεν έσβησε. Άλλαξε μόνο θερμοκρασία. Η Ειρήνη άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα παλιό απόκομμα εφημερίδας. Στη φωτογραφία, μια ομάδα επισήμων στεκόταν στα εγκαίνια πολιτιστικού κέντρου. Ανάμεσά τους, ένας άντρας με πλατύ μέτωπο, διακριτικό χαμόγελο και το χέρι σηκωμένο σε χαιρετισμό. Στο μικρό του δάχτυλο υπήρχε το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα. Η λεζάντα έγραφε: **Ο υφυπουργός Πολιτισμού Αλέξανδρος Κεραμεύς εγκαινιάζει τη νέα εποχή της καλλιτεχνικής παιδείας.** «Αυτός είναι;» ρώτησε η Άρια. «Ήταν τότε υφυπουργός,» είπε η Ειρήνη. «Μετά έγινε υπουργός. Μετά πρόεδρος του Ιδρύματος Νέα Σκηνή. Τώρα εμφανίζεται ως εθνικός ευεργέτης.» «Και σήμερα;» «Σήμερα χρηματοδοτεί τη Σχολή.» Η Άρια κοίταξε ξανά τη φωτογραφία. Το χέρι στον ώμο του Ορέστη δεν έμοιαζε πια με χειρονομία οικειότητας. Έμοιαζε με ιδιοκτησία. Η Ειρήνη πήγε στη βιβλιοθήκη και τράβηξε έναν λεπτό τόμο. Από μέσα έβγαλε ένα κλειδί. «Ο Ορέστης μού το έδωσε δύο μέρες πριν χαθεί. Μου είπε πως, αν δεν επιστρέψει, κάποτε θα έρθει κάποιος που δεν θα φοβάται τόσο όσο εμείς.» Το ακούμπησε μπροστά στην Άρια. «Δεν ξέρω αν είσαι εσύ.» Η Άρια πήρε το κλειδί. Πάνω στο μεταλλικό του κεφάλι ήταν χαραγμένος ο αριθμός 17. «Τι ανοίγει;» «Ένα ντουλαπάκι στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό.» Ο Νικήτας κοίταξε τη μητέρα του. «Γιατί δεν πήγες ποτέ;» «Πήγα.» Η Ειρήνη χαμογέλασε πικρά. «Ήταν άδειο.» Η Άρια έκλεισε το κλειδί μέσα στην παλάμη της. «Ίσως άνοιξες το λάθος πράγμα.»..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 24 — Το αρχείο των απόντων

 

Ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός μύριζε βρεγμένο μέταλλο, καμένο καφέ και αναχωρήσεις που είχαν μείνει χωρίς ανθρώπους. Οι θυρίδες φύλαξης βρίσκονταν σε έναν παράδρομο της κεντρικής αίθουσας, πίσω από ένα κατάστημα που πουλούσε περιοδικά και φτηνά ακουστικά. Η θυρίδα 17 υπήρχε ακόμη. Το κλειδί μπήκε στην κλειδαριά, αλλά δεν γύρισε. Ο Νικήτας δοκίμασε δεύτερη φορά. «Είχε δίκιο. Δεν ανοίγει.» Η Άρια κοίταξε το κλειδί. Ο αριθμός 17 ήταν χαραγμένος πρόχειρα, όχι εργοστασιακά. Έστρεψε το κεφάλι του μετάλλου προς το φως και διέκρινε κάτι ακόμη: τρεις μικρές χαρακιές στη μία πλευρά. Τρεις χτύποι. «Δεν είναι αριθμός θυρίδας,» είπε. «Τότε τι είναι;» Η Άρια κοίταξε γύρω της. Στην απέναντι πλευρά υπήρχαν παλιά μεταλλικά ντουλάπια προσωπικού, απομεινάρια άλλης εποχής. Πάνω από μία πόρτα, σχεδόν σβησμένη, φαινόταν η επιγραφή: **ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΠΡΟΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ — ΑΡΧΕΙΟ 17** Το κλειδί άνοιξε εκεί. Πίσω από την πόρτα υπήρχε ένα στενό δωμάτιο γεμάτο σκονισμένα ράφια. Παλιές βαλίτσες, δέματα, κουτιά με ονόματα που είχαν ξεθωριάσει. Στη γωνία βρισκόταν ένα μαύρο μεταλλικό κουτί θεατρικού εξοπλισμού. Ο Νικήτας γονάτισε μπροστά του. Δεν ήταν κλειδωμένο. Μέσα υπήρχαν τρεις κασέτες, ένας λεπτός φάκελος και ένα βιβλίο ταμείου με πράσινο εξώφυλλο. Η Άρια άνοιξε τον φάκελο. Περιείχε φωτοτυπίες τραπεζικών κινήσεων, τιμολόγια, χειρόγραφες σημειώσεις και μια σειρά ονομάτων. Δίπλα σε καθένα υπήρχε ένα γράμμα. Μ. Σ. Π. Α. Σε ορισμένες γραμμές υπήρχαν ποσά. Σε άλλες ημερομηνίες παραστάσεων. Σε μία, κυκλωμένη με κόκκινο, διάβασαν: **Νέα Σκηνή — Πρόγραμμα Περιφερειακής Πρόσβασης: 480.000 ευρώ.** Από κάτω: **Πραγματικό κόστος: 73.500 ευρώ. Υπόλοιπο σε τρεις διαδρομές.** Ο Νικήτας γύριζε τις σελίδες γρήγορα. «Αυτό είναι ολόκληρο λογιστήριο.» «Όχι,» είπε η Άρια. «Είναι χάρτης.» Στο τέλος του βιβλίου υπήρχε ένας κατάλογος με δεκατρία ονόματα νέων ηθοποιών. Δίπλα σε τέσσερα ήταν γραμμένη η λέξη **ΑΠΟΣΥΡΘΗΚΕ**. Δίπλα σε δύο, **ΜΕΤΑΚΙΝΗΘΗΚΕ**. Δίπλα στο όνομα του Ορέστη: **ΑΝΕΛΑΒΕ Ο Μ.Λ.** Ο Νικήτας πάγωσε. «Μάνος Λυσιμάχου.» Η Άρια δεν μίλησε. Η φράση μπορούσε να σημαίνει προστασία. Μπορούσε να σημαίνει επίβλεψη. Μπορούσε να σημαίνει καταδίκη. Πήραν το κουτί και βγήκαν από το αρχείο. Δεν πρόλαβαν να φτάσουν στην κεντρική αίθουσα. Ένας άντρας με γκρι μπουφάν στεκόταν κοντά στις κυλιόμενες σκάλες. Δεν τους κοιτούσε. Κρατούσε κινητό στο αυτί, αλλά δεν μιλούσε. Η Άρια τον είχε δει ξανά. Στην πρεμιέρα. Καθόταν στην τελευταία σειρά και δεν είχε χειροκροτήσει. «Μη γυρίσεις,» ψιθύρισε στον Νικήτα. «Μας ακολουθούν.» Προχώρησαν προς την αποβάθρα. Ο κόσμος πύκνωνε γύρω τους, αλλά ο άντρας διατηρούσε σταθερή απόσταση. Όταν το τρένο προς την Αθήνα ανακοινώθηκε από τα μεγάφωνα, η Άρια άρπαξε τον Νικήτα από το χέρι και μπήκαν στο πλήθος των επιβατών. Την τελευταία στιγμή, αντί να ανεβούν στο τρένο, πέρασαν από την άλλη πόρτα και κατέβηκαν στην υπόγεια διάβαση. Ο άντρας το κατάλαβε αργά. Έτρεξε. Ο Νικήτας και η Άρια βγήκαν στην πίσω πλευρά του σταθμού. Η βροχή είχε δυναμώσει. Πέρασαν τον δρόμο ανάμεσα σε κορναρίσματα, μπήκαν σ’ ένα ταξί και έκλεισαν τις πόρτες. «Πού πάμε;» ρώτησε ο οδηγός. Η Άρια κοίταξε πίσω. Ο άντρας είχε σταματήσει στο πεζοδρόμιο και τους φωτογράφιζε. «Οπουδήποτε έχει κόσμο,» είπε. Στο ταξί, ο Νικήτας άνοιξε το μεταλλικό κουτί για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν μέσα. Οι κασέτες έλειπαν. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον. Ο φάκελος ήταν εκεί. Το βιβλίο επίσης. Κάποιος είχε καταφέρει να πάρει μόνο τις ηχογραφήσεις. Κάτω από το κουτί, όμως, είχε μείνει ένα μικρό χαρτί. Η Άρια το τράβηξε. Ήταν απόδειξη επισκευής κασετοφώνου, με ημερομηνία δύο εβδομάδες πριν από την εξαφάνιση του Ορέστη. Στο πίσω μέρος υπήρχε γραμμένο: **Υπάρχουν πάντα δύο αντίγραφα. Το ένα για την αλήθεια. Το άλλο για να επιβιώσει η αλήθεια.** Και από κάτω ένα όνομα: **Στέλλα.**..

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 25 — Το Ίδρυμα της σιωπής

 

Η Στέλλα τούς δέχτηκε στο γραφείο της χωρίς να δείξει έκπληξη. Άκουσε όσα της είπαν όρθια, με τα χέρια ακουμπισμένα στην πλάτη της καρέκλας. Μόνο όταν η Άρια άφησε πάνω στο γραφείο την απόδειξη με το όνομά της, κάθισε. «Πού τη βρήκατε;» «Στο κουτί του Ορέστη.» Η Στέλλα κοίταξε πρώτα τον Νικήτα. «Η μητέρα σου σού μίλησε.» «Όχι αρκετά.» «Κανείς δεν μίλησε αρκετά τότε.» Το γραφείο της ήταν αυστηρό, σχεδόν απρόσωπο. Φάκελοι σε ίσες στοίβες, ένα μεταλλικό φωτιστικό, κανένα οικογενειακό αντικείμενο. Η μόνη παραφωνία ήταν ένα μικρό κεραμικό πουλί πάνω στο περβάζι, με σπασμένο το ένα φτερό. «Είχα το δεύτερο αντίγραφο,» είπε. Ο Νικήτας σηκώθηκε. «Είχες τις κασέτες του πατέρα μου και δεν έκανες τίποτα;» «Έκανα το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω τότε. Τις έκρυψα.» «Και μετά;» «Μετά ο άνθρωπος που θα τις παραλάμβανε βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του. Επίσημα, ανακοπή. Ήταν τριάντα εννέα ετών.» Η Άρια ένιωσε τον χώρο να στενεύει. «Ποιος ήταν;» «Εισαγγελέας. Ο Ορέστης είχε αποφασίσει να καταθέσει. Ο Λυσιμάχου προσπάθησε να τον σταματήσει, όχι επειδή ήθελε να συγκαλύψει την υπόθεση, αλλά επειδή ήξερε ότι η έρευνα είχε ήδη διαρρεύσει.» Ο Νικήτας κάθισε ξανά. «Τι υπήρχε στις κασέτες;» «Συζητήσεις. Ονόματα. Ο Κεραμεύς, ο τότε πρόεδρος της Σχολής, δύο επιχειρηματίες, ένας εκδότης. Μιλούσαν για τον πολιτισμό όπως άλλοι μιλούν για χωράφια. Ποιος θα πάρει ποιο θέατρο. Ποια παράσταση θα χρηματοδοτηθεί. Ποιος καλλιτέχνης θα υπογράψει δημόσια δήλωση. Ποιος θα εμφανιστεί σε προεκλογική συγκέντρωση.» Η Άρια άνοιξε το πράσινο βιβλίο. «Τα ποσά περνούσαν από τη Σχολή;» «Από τη Σχολή, από φεστιβάλ, από πολιτιστικούς συλλόγους, από δήμους. Η τέχνη ήταν το τέλειο πλυντήριο. Κανείς δεν ρωτά πόσο ακριβώς κοστίζει ένα σκηνικό, μια περιοδεία ή ένα εκπαιδευτικό εργαστήριο σε απομακρυσμένα χωριά. Κι όταν ρωτήσει, του λένε ότι δεν καταλαβαίνει από πολιτισμό.» «Πού είναι οι κασέτες τώρα;» ρώτησε ο Νικήτας. Η Στέλλα κοίταξε την κλειστή πόρτα. «Δεν τις έχω πια.» «Ποιος τις πήρε;» «Τις παρέδωσα πριν από χρόνια σε κάποιον που πίστευα ότι μπορούσε να τις προστατεύσει.» Η Άρια κατάλαβε πριν ακουστεί το όνομα. «Στον Λυσιμάχου.» Η Στέλλα έγνεψε. «Ο Μάνος είχε ήδη πληρώσει ακριβά. Του αφαίρεσαν παραστάσεις, τον απέκλεισαν από επιχορηγήσεις, τον παρουσίασαν ως δύσκολο, ασταθή, επικίνδυνο. Έμεινε στη Σχολή επειδή ο Κεραμεύς προτιμούσε να τον έχει κοντά. Υπό έλεγχο.» «Και η Νύχτα των Μαρτύρων;» ρώτησε η Άρια. «Ήταν κείμενο του Ορέστη. Ο Λυσιμάχου το ξανάγραψε όλα αυτά τα χρόνια. Έβαζε μέσα ό,τι δεν μπορούσε να πει δημόσια.» Ο Νικήτας έγειρε πίσω, σαν να είχε δεχτεί χτύπημα. «Με χρησιμοποίησε.» «Ναι,» είπε η Στέλλα. «Αλλά ίσως όχι με τον τρόπο που νομίζεις.» Το τηλέφωνο του γραφείου χτύπησε. Η Στέλλα το κοίταξε, χωρίς να απαντήσει. Χτύπησε δεύτερη φορά. Τρίτη. Τότε σήκωσε το ακουστικό. Δεν μίλησε. Άκουσε μόνο. Το πρόσωπό της άδειασε. «Καταλαβαίνω,» είπε τελικά και έκλεισε. «Ποιος ήταν;» ρώτησε η Άρια. Η Στέλλα σηκώθηκε και πήγε προς το παράθυρο. Έξω, ένα μαύρο αυτοκίνητο είχε σταματήσει απέναντι από την είσοδο της Σχολής. «Το Ίδρυμα,» είπε. «Τι θέλει;» «Να μας ενημερώσει ότι, λόγω οικονομικού ελέγχου, η Σχολή περνά από αύριο σε προσωρινή διοίκηση.» Η Άρια κοίταξε το αυτοκίνητο. Η πίσω πόρτα άνοιξε. Ένας άντρας βγήκε αργά. Φορούσε σκούρο παλτό και στο μικρό του δάχτυλο γυάλιζε μια μαύρη πέτρα. Ο Αλέξανδρος Κεραμεύς είχε έρθει ο ίδιος..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 26 — Ο ευεργέτης

 

Ο Κεραμεύς μπήκε στη Σχολή σαν άνθρωπος που επιστρέφει σε ιδιοκτησία του. Δεν συνοδευόταν από αστυνομικούς ούτε από εμφανείς φρουρούς. Μόνο από μια νεαρή γυναίκα με τάμπλετ και έναν άντρα με γκρι γραβάτα, που κρατούσε δύο φακέλους και δεν κοίταζε ποτέ κανέναν στα μάτια. Στο φουαγιέ είχαν συγκεντρωθεί καθηγητές, σπουδαστές και τεχνικοί. Κανείς δεν τους είχε καλέσει. Η είδηση είχε ταξιδέψει με τον τρόπο που ταξιδεύουν οι απειλές: χωρίς ανακοινώσεις. Ο Κεραμεύς στάθηκε κάτω από την παλιά αφίσα της ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ. «Αγαπητοί φίλοι,» είπε, «η Σχολή περνά μια δύσκολη στιγμή. Και στις δύσκολες στιγμές, οι θεσμοί χρειάζονται ψυχραιμία.» Η φωνή του ήταν ζεστή, σχεδόν πατρική. Είχε μάθει να χρησιμοποιεί τις παύσεις όπως ο Λυσιμάχου, μόνο που εκείνος δεν άφηνε χώρο για αλήθεια. Άφηνε χώρο για συμφωνία. «Το Ίδρυμα Νέα Σκηνή θα εξασφαλίσει τη λειτουργία της Σχολής, τους μισθούς του προσωπικού και τη συνέχιση των σπουδών. Θα υπάρξει ένας σύντομος έλεγχος και κατόπιν θα προχωρήσουμε σε ένα νέο, σύγχρονο μοντέλο διοίκησης.» Η Μήδεια, στην άκρη του πλήθους, ψιθύρισε: «Όταν κάποιος λέει “σύγχρονο μοντέλο”, συνήθως εννοεί ότι θα απολύσει ανθρώπους με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.» Η Άρια δεν γέλασε. Ο Λυσιμάχου στεκόταν κοντά στη σκηνή. Το πρόσωπό του ήταν ατάραχο, αλλά τα χέρια του είχαν σφιχτεί πίσω από την πλάτη. Ο Κεραμεύς τον είδε. «Μάνο. Πόσα χρόνια;» «Αρκετά για να θυμάμαι.» Το χαμόγελο του Κεραμεύς δεν άλλαξε. «Η μνήμη είναι μεγάλη αρετή. Αρκεί να μη συγχέεται με την εμμονή.» «Και η γενναιοδωρία μεγάλη αρετή,» απάντησε ο Λυσιμάχου. «Αρκεί να μη συγχέεται με την αγορά.» Μια αμηχανία πέρασε από το πλήθος. Ο Κεραμεύς γύρισε προς τους φοιτητές. «Η τέχνη δεν πρέπει να γίνεται όμηρος προσωπικών διαφορών.» Η Άρια έκανε ένα βήμα μπροστά. «Ούτε πολιτικών λογαριασμών.» Ο Νικήτας άγγιξε τον αγκώνα της, αλλά δεν την τράβηξε πίσω. Ο Κεραμεύς την κοίταξε. Τα μάτια του παρέμειναν ήρεμα. Αυτό ήταν το πιο δυσάρεστο. «Εσείς πρέπει να είστε η Άρια.» Η φράση πάγωσε τον χώρο περισσότερο από φωνή. «Με γνωρίζετε;» «Η παράστασή σας συζητήθηκε πολύ.» «Δεν σας είδα στην πρεμιέρα.» «Δεν χρειάζεται να είσαι στο θέατρο για να ξέρεις τι παίζεται.» Η Άρια ένιωσε το βλέμμα του Νικήτα πάνω της. Ο Κεραμεύς πλησίασε. «Έχετε ταλέντο. Θα ήταν κρίμα να αφήσετε μια νεανική περιέργεια να το δυσκολέψει.» «Η περιέργεια δυσκολεύει κυρίως εκείνους που έχουν κάτι να κρύψουν.» Για μια στιγμή, το χαμόγελό του έσβησε. Μόνο για μια στιγμή. Ύστερα γύρισε προς τη συνεργάτιδά του. «Να φροντίσουμε να συνεχίσει η δεσποινίς Άρια την υποτροφία της.» Η Άρια τον κοίταξε κατάματα. «Δεν έχω υποτροφία.» Ο άντρας με τη γκρι γραβάτα άνοιξε έναν φάκελο. «Από σήμερα έχετε.» Μέσα υπήρχε σύμβαση. Δίδακτρα, στέγαση, μηνιαίο βοήθημα και υπόσχεση συμμετοχής σε επαγγελματική παραγωγή. Ο Κεραμεύς πήρε το έγγραφο και της το έδωσε. «Η κοινωνία χρειάζεται να στηρίζει τα παιδιά από την περιφέρεια.» Η λέξη περιφέρεια ακούστηκε στο στόμα του σαν υπενθύμιση της θέσης της. Η Άρια πήρε τη σύμβαση. Την έσκισε στη μέση. Ο ήχος του χαρτιού ακούστηκε περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Η Μήδεια χαμογέλασε. Ο Κεραμεύς κοίταξε τα δύο κομμάτια στο πάτωμα. «Ο παρορμητισμός είναι θεατρικός,» είπε. «Η φτώχεια, δυστυχώς, είναι πραγματική.» Γύρισε να φύγει. Καθώς περνούσε δίπλα από τον Νικήτα, σταμάτησε. «Μοιάζεις στη μητέρα σου,» είπε. Ο Νικήτας δεν κουνήθηκε. Ο Κεραμεύς συνέχισε πιο χαμηλά: «Ευτυχώς.» Έφυγε χωρίς να χαιρετήσει. Το μαύρο αυτοκίνητο απομακρύνθηκε λίγα λεπτά αργότερα. Μόνο τότε η Άρια είδε ότι η μία κάμερα ασφαλείας πάνω από την είσοδο είχε στραφεί προς τον τοίχο. Κάποιος δεν ήθελε να καταγραφεί η επίσκεψη. Ήθελε όμως όλοι να τη θυμούνται..

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 27 — Η τιμή ενός ονόματος

 

Το ίδιο βράδυ, μια μεγάλη ενημερωτική ιστοσελίδα δημοσίευσε άρθρο για τη Σχολή. Ο τίτλος έγραφε: **ΣΚΙΕΣ ΚΑΚΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ — ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ** Το άρθρο ανέφερε ανώνυμες καταγγελίες, ανεξόφλητα τιμολόγια, προβληματικές συμβάσεις και «ιδιόρρυθμες εκπαιδευτικές μεθόδους». Το όνομα του Λυσιμάχου εμφανιζόταν δεκαεπτά φορές. Το όνομα του Ιδρύματος ούτε μία. Μέχρι το πρωί, τηλεοπτικά συνεργεία είχαν στηθεί έξω από τη Σχολή. Δημοσιογράφοι ρωτούσαν σπουδαστές αν είχαν υποστεί «ψυχολογική πίεση», αν γνώριζαν για οικονομικά σκάνδαλα, αν υπήρχαν «τελετουργίες» στη Μικρή Σκηνή. Η πραγματικότητα είχε γίνει θέαμα πριν προλάβει να γίνει είδηση. Η Δάφνη έκλεισε τις κουρτίνες του φουαγιέ. «Θα τους δώσουμε εικόνες μόνο όταν αποφασίσουμε εμείς τι σημαίνουν.» Η Μήδεια καθόταν στο πάτωμα και διάβαζε τα σχόλια στο κινητό της. «Ένας κύριος με φωτογραφία σκύλου λέει ότι είμαστε σατανιστές. Έχει σαράντα επτά επιδοκιμασίες.» Η Ισμήνη τής πήρε το τηλέφωνο. «Μην ταΐζεις τον εαυτό σου σκουπίδια πριν το μεσημέρι.» Στο γραφείο του Λυσιμάχου, η Άρια, ο Νικήτας και η Στέλλα άνοιξαν το πράσινο βιβλίο πάνω στο μεγάλο τραπέζι. Ο Λυσιμάχου στεκόταν στο παράθυρο. «Πρέπει να μας πείτε τα πάντα,» είπε ο Νικήτας. «Δεν υπάρχουν “τα πάντα”. Υπάρχουν κομμάτια που άντεξαν.» «Τότε δώστε μας τα κομμάτια.» Ο Λυσιμάχου γύρισε. Για πρώτη φορά έμοιαζε ηλικιωμένος. Όχι αδύναμος. Απλώς άνθρωπος που είχε μεταφέρει για πολύ καιρό βάρος φτιαγμένο για περισσότερους. «Ο Ορέστης ήρθε σ’ εμένα δύο εβδομάδες πριν χαθεί. Μου έδειξε τις πρώτες σελίδες. Ήθελε να πάει στην Αστυνομία. Του είπα ότι η Αστυνομία δεν είναι κτίριο. Είναι άνθρωποι. Κι οι άνθρωποι έχουν προϊσταμένους, χρέη, φόβους και παιδιά.» «Τον αποτρέψατε,» είπε ο Νικήτας. «Προσπάθησα να τον κρατήσω ζωντανό.» «Απέτυχες.» Ο ενικός έπεσε ανάμεσά τους σαν ράγισμα. Ο Λυσιμάχου τον δέχτηκε χωρίς αντίδραση. «Ναι.» Η Άρια ακούμπησε το δάχτυλό της σε μία από τις καταχωρίσεις. «Τι σημαίνουν τα γράμματα δίπλα στα ονόματα;» Ο Λυσιμάχου πλησίασε. «Μάρτυρας. Συνεργάτης. Πληρωμένος. Απειλούμενος.» Η Άρια κοίταξε ξανά τη λίστα των δεκατριών ηθοποιών. «Και το “αποσύρθηκε”;» «Εγκατέλειψε τη Σχολή. Ή το επάγγελμα. Ή τη χώρα.» «Όλοι οικειοθελώς;» Ο Λυσιμάχου δεν απάντησε. Η Στέλλα άνοιξε ένα δεύτερο αρχείο στον υπολογιστή της. Είχε διασταυρώσει τα ονόματα με δημόσιες ανακοινώσεις επιχορηγήσεων. Οι ίδιες εταιρείες εμφανίζονταν ξανά και ξανά: παραγωγές χωρίς παραστάσεις, πολιτιστικοί σύλλογοι χωρίς μέλη, εταιρείες συμβούλων με κοινές διευθύνσεις. «Το Ίδρυμα δεν χρηματοδοτούσε απλώς πολιτιστικά έργα,» είπε. «Χρηματοδοτούσε πολιτικές διαδρομές. Τρία πρόσωπα που εμφανίζονται εδώ εξελέγησαν αργότερα βουλευτές. Δύο έγιναν δήμαρχοι. Ένας διορίστηκε σε ανεξάρτητη αρχή.» Η Άρια έσκυψε πάνω από μια σελίδα. «Εδώ υπάρχει πληρωμή δύο μέρες μετά την εξαφάνιση του Ορέστη.» Ο Νικήτας κοίταξε το ποσό. **120.000 ευρώ — Εταιρεία ΘΕΣΙΣ Πολιτιστική Διαχείριση.** «Σε ποιον ανήκε;» Η Στέλλα πληκτρολόγησε το όνομα. Η εταιρεία είχε διαλυθεί πριν από έντεκα χρόνια. Ο μοναδικός διαχειριστής της ήταν ένας λογιστής που είχε πεθάνει. Όμως η διεύθυνση της έδρας ήταν γνωστή. Ήταν το παλιό σπίτι του Γιώργου, του ηλεκτρολόγου της Σχολής. Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε. Ο Γιώργος. Ο άνθρωπος που κατέβαζε τις μπάρες των φώτων. Ο άνθρωπος που είχε πρόσβαση παντού χωρίς να τον προσέχει κανείς. Ο άνθρωπος που βρισκόταν στη Σχολή από πριν χαθεί ο Ορέστης. Ο Λυσιμάχου πήρε το παλτό του. «Μην τον ειδοποιήσει κανείς.» Βγήκαν από το γραφείο. Στη σκηνή, ένα μόνο φως ήταν αναμμένο. Κάτω από αυτό βρισκόταν η εργαλειοθήκη του Γιώργου. Ανοιχτή. Άδεια. Πάνω στο καπάκι είχε γραφτεί με λευκή κιμωλία: **Κάθε παράσταση χρειάζεται κάποιον να ρίξει το σκοτάδι.**.. 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 28 — Ο άνθρωπος στα φώτα

 

Το σπίτι του Γιώργου βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, σε δρόμο γεμάτο συνεργεία, αποθήκες και μικρές πολυκατοικίες που είχαν χτιστεί χωρίς να περιμένουν να τις αγαπήσει κανείς. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Ο Λυσιμάχου τούς έκανε νόημα να μείνουν πίσω, αλλά ο Νικήτας μπήκε πρώτος. Στο εσωτερικό επικρατούσε τάξη. Υπερβολική τάξη. Τα ποτήρια ήταν στοιχισμένα, τα εργαλεία κρεμασμένα κατά μέγεθος, τα παπούτσια τοποθετημένα παράλληλα στον τοίχο. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ένα πιάτο με μισό μήλο που είχε αρχίσει να μαυρίζει. Ο Γιώργος δεν ήταν εκεί. Στο υπνοδωμάτιο βρήκαν παλιές αφίσες παραστάσεων. Σε όλες είχε σημειώσει με μολύβι τις θέσεις των προβολέων, τις ώρες δοκιμών, τις βλάβες. Η Άρια άνοιξε ένα συρτάρι. Μέσα υπήρχαν δεκάδες φωτογραφίες. Ο Ορέστης στο φουαγιέ. Ο Ορέστης στην αυλή. Ο Ορέστης έξω από ένα καφέ. Η Ειρήνη με τον μικρό Νικήτα. Ο Λυσιμάχου να μπαίνει στη Σχολή. Η Στέλλα να παραδίδει έναν φάκελο σε άγνωστο άντρα. Και, πιο πρόσφατα, η Άρια. Στον σταθμό. Στο σπίτι της Ειρήνης. Μπροστά στη Σχολή. Ο Νικήτας πήρε τη φωτογραφία από τα χέρια της. «Μας παρακολουθούσε.» «Ή κατέγραφε ποιος μας παρακολουθούσε,» είπε ο Λυσιμάχου. Στο πίσω μέρος ορισμένων φωτογραφιών υπήρχαν αριθμοί κυκλοφορίας, ώρες και αρχικά. Δεν ήταν συλλογή εμμονικού. Ήταν αρχείο παρακολούθησης. Η Στέλλα βρήκε ένα μικρό χρηματοκιβώτιο μέσα στη ντουλάπα. Ο Λυσιμάχου δοκίμασε την ημερομηνία της πρεμιέρας. Δεν άνοιξε. Η Άρια θυμήθηκε τους τρεις χτύπους. Έβαλε τον αριθμό 3-3-3. Η κλειδαριά έκανε κλικ. Μέσα υπήρχε μία κασέτα και ένα γράμμα. Ο Νικήτας άνοιξε πρώτος το γράμμα..

΄΄Μάνο, αν διαβάζεις αυτό, σημαίνει ότι είτε άργησα είτε με πρόλαβαν. Δεν πήρα εγώ τα χρήματα. Η εταιρεία γράφτηκε στο σπίτι μου επειδή ήθελαν έναν άνθρωπο που κανείς δεν θα υπερασπιζόταν. Υπέγραψα. Ναι. Από φόβο. Μου είπαν ότι θα χάσω τη δουλειά μου. Μετά μου είπαν ότι θα χάσει ο αδελφός μου τη θέση του στο νοσοκομείο. Μετά σταμάτησαν να μου λένε. Είχα ήδη καταλάβει. Τη νύχτα που χάθηκε ο Ορέστης, ήμουν στα φώτα. Είδα ποιος μπήκε στο κρυφό καμαρίνι. Δεν ήταν ο Κεραμεύς. Εκείνος περίμενε στο αυτοκίνητο. Ήταν ο άνθρωπος που όλοι θεωρούσαμε φίλο του Ορέστη.΄΄ Η επόμενη γραμμή είχε μουτζουρωθεί. Στο τέλος:

΄΄Η κασέτα έχει τη φωνή του. Μην την ακούσετε μέσα στη Σχολή. Τα καλώδια έχουν πάντα δύο άκρες.΄΄ Ο Νικήτας κράτησε την κασέτα. «Πρέπει να βρούμε κασετόφωνο.» Η Άρια κοίταξε τις φωτογραφίες στον τοίχο. Σε μία απ’ αυτές ο Ορέστης στεκόταν δίπλα σε έναν νεαρό άντρα με μακριά μαλλιά, γελώντας. Η εικόνα ήταν τσακισμένη στη μέση. «Ποιος είναι αυτός;» Ο Λυσιμάχου πλησίασε. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Ο Πέτρος Δελήμπασης.» «Ποιος ήταν;» «Συμφοιτητής του Ορέστη. Ο πιο στενός του φίλος.» Η Στέλλα τον κοίταξε. «Και σήμερα γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Νέα Σκηνή.» Από τον δρόμο ακούστηκε απότομο φρενάρισμα. Η Άρια πήγε στο παράθυρο. Ένα ασθενοφόρο σταμάτησε στην απέναντι γωνία. Δύο διασώστες έτρεξαν προς ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Στη θέση του οδηγού βρισκόταν ο Γιώργος. Το κεφάλι του είχε πέσει στο πλάι. Ο Λυσιμάχου βγήκε τρέχοντας. Όταν έφτασαν κοντά, ένας διασώστης έκλεινε ήδη την πόρτα. «Ζει;» ρώτησε η Άρια. Ο άντρας δεν απάντησε. Το ασθενοφόρο ξεκίνησε. Στο πεζοδρόμιο, εκεί όπου πριν βρισκόταν το αυτοκίνητο, έμεινε μόνο ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο. Ένα κουμπί από σακάκι. Μαύρο, με χαραγμένα τρία ενωμένα γράμματα: **Ν.Σ.Ι.** Νέα Σκηνή — Ίδρυμα..

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 29 — Η φωνή της κασέτας

 

Άκουσαν την κασέτα στο εργαστήριο της Ισμήνης. Ήταν ο μόνος χώρος που δεν συνδεόταν με το κεντρικό δίκτυο της Σχολής. Η Ισμήνη είχε βρει ένα παλιό κασετόφωνο ανάμεσα σε αντικείμενα παράστασης. Το καθάρισε, άλλαξε τον ιμάντα και έκλεισε όλες τις συσκευές που μπορούσαν να καταγράψουν ή να μεταδώσουν ήχο. Η κασέτα γύρισε με ένα ξερό τρίξιμο. Στην αρχή ακούστηκαν παράσιτα. Ύστερα η φωνή του Ορέστη. Νεανική. Γρήγορη. Ζωντανή. Ο Νικήτας χαμήλωσε το κεφάλι. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που άκουγε τον πατέρα του να μιλά. «Δεν θέλω άλλα χρήματα,» έλεγε ο Ορέστης. «Θέλω να σταματήσει.» Μια δεύτερη φωνή απάντησε. «Δεν κατάλαβες τίποτα. Τα χρήματα δεν είναι για σένα. Είναι για να μπορείς αύριο να πεις ότι πληρώθηκες.» Η Άρια κοίταξε τον Λυσιμάχου. Εκείνος είχε κλείσει τα μάτια. Η φωνή ανήκε στον Πέτρο Δελήμπαση. «Θα καταθέσω,» είπε ο Ορέστης. «Σε ποιον; Στον εισαγγελέα που τρώει με τον Κεραμεύς; Στον δημοσιογράφο που πήρε διαφήμιση από το Ίδρυμα; Στον διευθυντή σου, που φοβάται περισσότερο απ’ όλους;» Ακούστηκε κρότος. Ίσως καρέκλα που μετακινήθηκε. «Ο Μάνος δεν είναι σαν εσάς.» «Ο Μάνος είναι ακριβώς σαν εμάς. Απλώς θέλει να υποφέρει γι’ αυτό.» Η φωνή του Ορέστη πλησίασε. «Εσύ μου έδειξες τα αρχεία.» Σιωπή. «Εσύ με έβαλες μέσα.» «Σε έβαλα για να με βοηθήσεις, όχι για να γίνεις ήρωας.» «Νόμιζα ότι ήθελες να τους ξεσκεπάσουμε.» Ο Πέτρος γέλασε χαμηλά. «Ήθελα να έχω κάτι εναντίον τους. Άλλο πράγμα.» Η κασέτα έτριξε. Ύστερα η φωνή του Πέτρου έγινε πιο χαμηλή. «Δώσε μου τη λίστα.» «Όχι.» «Ορέστη, άκουσέ με. Αν τη δώσεις, θα φύγεις απόψε. Θα σου βρούμε θέση στο εξωτερικό. Θα πάρεις την Ειρήνη μαζί σου.» «Και οι άλλοι;» «Ποιοι άλλοι;» «Τα παιδιά που πλήρωσαν για υποτροφίες που δεν υπήρχαν. Οι ηθοποιοί που έδιωξαν. Η κοπέλα που—» Η φράση κόπηκε από δυνατό χτύπο. Μετά ακούστηκαν ανάσες. Ένα σώμα έπεσε ή ακούμπησε στον τοίχο. Ο Νικήτας σηκώθηκε απότομα. «Σταμάτα το.» Κανείς δεν κινήθηκε. Στην κασέτα, ο Ορέστης είπε: «Αν με αγγίξεις, τελείωσες.» Η απάντηση του Πέτρου ακούστηκε καθαρά. «Όχι. Αν μιλήσεις, τελείωσαν όλοι.» Ακολούθησε θόρυβος πάλης. Ένα γυάλινο αντικείμενο έσπασε. Και μετά τρεις χτύποι. Ένας. Δύο. Τρεις. Η εγγραφή σταμάτησε. Ο Νικήτας χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Η Άρια κοίταξε την κασέτα που είχε πάψει να γυρίζει. «Αποδεικνύει ότι πάλεψαν.» «Τι άλλο χρειάζεσαι;» «Να μάθουμε τι έγινε μετά.» Ο Λυσιμάχου μίλησε για πρώτη φορά. «Μετά μπήκα εγώ.» Όλοι γύρισαν προς το μέρος του. «Ο Ορέστης ήταν στο πάτωμα. Είχε χτυπήσει στο κεφάλι. Ανέπνεε ακόμη.» Ο Νικήτας τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τις λέξεις. «Και δεν κάλεσες ασθενοφόρο;» Ο Λυσιμάχου έσφιξε τα χείλη. «Ο Πέτρος μού είπε ότι είχε ήδη καλέσει. Ύστερα εμφανίστηκε ο Κεραμεύς. Μου είπε ότι θα το αναλάμβαναν. Ότι, αν γινόταν γνωστό πως ο Ορέστης είχε εισβάλει στο αρχείο και είχε επιτεθεί σε συμφοιτητή του, θα κατέστρεφαν το όνομά του. Της Ειρήνης. Του αγέννητου παιδιού τους.» Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Και τους πίστεψες;» «Όχι.» «Τότε γιατί έφυγες;» «Επειδή με κράτησαν έξω. Δύο άντρες. Όταν κατάφερα να επιστρέψω, το δωμάτιο ήταν καθαρό.» «Και ο πατέρας μου;» Η φωνή του Νικήτα έσπασε για πρώτη φορά. Ο Λυσιμάχου τον κοίταξε. «Δεν ήταν εκεί.» Η Μήδεια, που ως τότε στεκόταν στη γωνία αμίλητη, πλησίασε το κασετόφωνο. «Η ταινία δεν τελείωσε.» Γύρισε την κασέτα από την άλλη πλευρά. Πάτησε το κουμπί. Για αρκετά δευτερόλεπτα ακούστηκε μόνο σιωπή. Ύστερα μια αντρική φωνή, πιο μακρινή: «Πέτρο, το παράκανες.» Ήταν ο Κεραμεύς. Ο Πέτρος απάντησε: «Ζει.» «Τότε φρόντισε να μη θυμάται.» Μια τρίτη φωνή παρενέβη. Άγνωστη. «Και το σώμα;» Ο Κεραμεύς είπε: «Δεν υπάρχει ακόμη σώμα.» Η κασέτα κόπηκε. Κανείς δεν μίλησε. Η Άρια κοίταξε τον Νικήτα..

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 30 — Ο σκηνοθέτης του εγκλήματος

 

Ο Πέτρος Δελήμπασης εμφανίστηκε στη Σχολή το επόμενο απόγευμα. Δεν ήρθε κρυφά. Ήρθε με επίσημη απόφαση του Ιδρύματος, συνοδευόμενος από δικηγόρο και δύο υπαλλήλους ασφαλείας. Φορούσε σκούρο μπλε κοστούμι, λευκό πουκάμισο χωρίς γραβάτα και το ύφος ανθρώπου που θεωρεί την ψυχραιμία απόδειξη αθωότητας. Συγκέντρωσε τους πάντες στη μεγάλη σκηνή. «Από σήμερα αναλαμβάνω προσωρινά τη διοικητική εποπτεία της Σχολής,» ανακοίνωσε. «Ο κύριος Λυσιμάχου τίθεται σε άδεια μέχρι να ολοκληρωθεί ο οικονομικός έλεγχος.» Ο Λυσιμάχου στεκόταν στην πλατεία. «Ο έλεγχος άρχισε πριν φτάσεις,» είπε. Ο Πέτρος χαμογέλασε. «Πάντα σου άρεσαν οι ατάκες, Μάνο.» Η Άρια παρατηρούσε τα χέρια του. Δεν φορούσε δαχτυλίδι. Στο μανίκι του, όμως, ένα κουμπί έλειπε. Το ίδιο είδος κουμπιού που είχαν βρει κοντά στο αυτοκίνητο του Γιώργου. «Πού είναι ο Γιώργος;» ρώτησε. Ο Πέτρος γύρισε προς το μέρος της. «Ποιος Γιώργος;» «Ο ηλεκτρολόγος που δούλευε εδώ περισσότερο καιρό απ’ όσο εσείς παριστάνετε τον ευεργέτη.» Ένα ελαφρύ γέλιο πέρασε από το πλήθος. Ο Πέτρος δεν αντέδρασε. «Έμαθα ότι υπέστη καρδιακό επεισόδιο. Ευχόμαστε όλοι να αναρρώσει.» «Δηλητηριάστηκε,» είπε η Στέλλα. Η φράση πάγωσε τη σκηνή. Ο Πέτρος την κοίταξε. «Έχετε ιατρική γνωμάτευση;» «Έχω άνθρωπο στο νοσοκομείο.» «Τότε θα πρέπει να είστε πιο προσεκτική με τις κατηγορίες σας.» Η Άρια κατέβηκε από τη σκηνή και στάθηκε απέναντί του. «Τη νύχτα που χάθηκε ο Ορέστης, ήσασταν μαζί του.» Για πρώτη φορά, ένα ίχνος φόβου πέρασε από τα μάτια του. Όχι επειδή αναφέρθηκε το όνομα. Επειδή ειπώθηκε μπροστά σε όλους. «Ήμασταν συμφοιτητές.» «Ήσασταν ο τελευταίος που καταγράφηκε να του μιλά.» «Καταγράφηκε;» Η λέξη βγήκε πολύ γρήγορα. Η Άρια το είδε. Και κατάλαβε πως εκείνος δεν ήξερε ποια κασέτα είχαν βρει. «Σε ημερολόγιο,» είπε. Ο Πέτρος χαλάρωσε ελάχιστα. «Ο Ορέστης ήταν ταραγμένος. Είχε εμμονές. Πίστευε ότι είχε αποκαλύψει μια συνωμοσία.» «Και εσείς προσπαθήσατε να τον προστατεύσετε;» «Προσπάθησα να τον ηρεμήσω.» «Χτυπώντας τον;» Ο Πέτρος δεν απάντησε. Οι δύο υπάλληλοι ασφαλείας κινήθηκαν προς την Άρια. Ο Νικήτας μπήκε μπροστά της. «Μην την αγγίξετε.» Ο Πέτρος κοίταξε τον Νικήτα για ώρα. «Έχεις τα μάτια του. «Ο πατέρας σου έκανε επιλογές.» «Αυτό δεν είναι απάντηση.» «Είναι η μόνη απάντηση που δίνει η ζωή στους ανθρώπους που θέλουν να είναι ήρωες.» Ο Νικήτας όρμησε προς το μέρος του. Ο Λυσιμάχου τον συγκράτησε πριν τον φτάσει. Το πρόσωπο του Πέτρου έμεινε ήρεμο. «Βλέπεις;» είπε. «Η ίδια παρόρμηση. Η ίδια ανάγκη να μετατρέπετε την αποτυχία σε ηθικό μεγαλείο.» Η Άρια κοίταξε το κοστούμι του. «Σας λείπει ένα κουμπί.» Το βλέμμα του κατέβηκε ασυναίσθητα στο μανίκι. Η κίνηση ήταν μικρή. Αρκετή. «Βρέθηκε κοντά στον Γιώργο,» συνέχισε. Ο Πέτρος σήκωσε ξανά τα μάτια. «Τα ίδια κουμπιά φορούν εκατοντάδες υπάλληλοι του Ιδρύματος.» «Άρα ξέρετε ποιο κουμπί βρέθηκε.» Η σκηνή σώπασε. Ο Πέτρος κατάλαβε το λάθος του. Το χαμόγελό του επέστρεψε, αλλά αυτή τη φορά δυσκολεύτηκε να σταθεί. «Η παράστασή σας τελείωσε, δεσποινίς Άρια.» «Όχι,» είπε εκείνη. «Τώρα αρχίζει.» Ο Πέτρος έδωσε εντολή να σφραγιστούν το αρχείο, η Μικρή Σκηνή και τα γραφεία. Όλοι έπρεπε να εγκαταλείψουν το κτίριο ως το βράδυ. Καθώς έφευγε, πλησίασε την Άρια τόσο ώστε μόνο εκείνη να τον ακούσει. «Ο Ορέστης νόμιζε ότι η αλήθεια αρκεί. Εσύ φαίνεσαι πιο έξυπνη.» «Είμαι.» «Τότε θα ξέρεις ότι οι νεκροί δεν δικαιώνονται. Απλώς χρησιμοποιούνται από τους ζωντανούς.» Η Άρια κράτησε το βλέμμα του. «Μόνο όταν οι ζωντανοί φοβούνται να τους δώσουν φωνή.» Ο Πέτρος απομακρύνθηκε. Το ίδιο βράδυ ανακοινώθηκε ότι η προγραμματισμένη δεύτερη παράσταση της Νύχτας των Μαρτύρων ακυρωνόταν. Η επίσημη αιτιολογία ήταν λόγοι ασφαλείας. Όμως η Άρια ήξερε πλέον κάτι που ο Πέτρος δεν είχε καταλάβει. Στο θέατρο, όταν σου απαγορεύουν να παίξεις μια παράσταση, δεν τη σκοτώνουν. Τη μετατρέπουν σε γεγονός..

 

 

 

 


Κεφάλαιο 31 — Η παράσταση που απαγορεύτηκε

 

Μέχρι το μεσημέρι, η είδηση της ακύρωσης είχε προκαλέσει περισσότερη δημοσιότητα από όση θα κέρδιζε η παράσταση αν παιζόταν κανονικά. Φοιτητικοί σύλλογοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες και άνθρωποι που δεν είχαν περάσει ποτέ το κατώφλι της Σχολής δημοσίευαν το ίδιο ερώτημα: **Γιατί απαγορεύτηκε η Νύχτα των Μαρτύρων;** Το Ίδρυμα απάντησε με ανακοίνωση περί «διοικητικής υπευθυνότητας». Η ανακοίνωση εξαγρίωσε ακόμη περισσότερους. Η Άρια, ο Νικήτας, η Μήδεια, η Ισμήνη, η Δάφνη και οι υπόλοιποι συγκεντρώθηκαν στο υπόγειο εργαστήριο. Ο Λυσιμάχου ήρθε τελευταίος. «Θα την παίξουμε,» είπε η Άρια. Η Στέλλα την κοίταξε. «Η Σχολή είναι σφραγισμένη.» «Τότε θα τη ξεσφραγίσουμε.» «Υπάρχει ιδιωτική ασφάλεια.» Η Μήδεια ανασήκωσε τους ώμους. «Επιτέλους, μια παραγωγή με σωστό προϋπολογισμό.» Ο Λυσιμάχου δεν χαμογέλασε. «Δεν αρκεί να παίξουμε. Πρέπει να τον κάνουμε να έρθει.» «Τον Πέτρο;» ρώτησε ο Νικήτας. «Και τον Κεραμεύς.» Η Άρια άνοιξε πάνω στο τραπέζι τη φωτοτυπία της Λίστας. «Θα πιστέψουν ότι έχουμε το πρωτότυπο.» Η Στέλλα κατάλαβε πρώτη. «Θα ανακοινώσουμε ότι η παράσταση περιλαμβάνει δημόσια ανάγνωση των ονομάτων.» «Όχι όλων,» είπε η Άρια. «Μόνο των αρχικών. Αρκετά ώστε να φοβηθούν ότι ξέρουμε περισσότερα.» Η Ισμήνη ξεδίπλωσε την κάτοψη του θεάτρου. «Μπορούμε να μπούμε από το παλιό πέρασμα πίσω από τη Μικρή Σκηνή. Η κεντρική ασφάλεια δεν το γνωρίζει. Θα συνδέσω τις κάμερες της παράστασης σε ανεξάρτητο δίκτυο.» Η Δάφνη κοίταξε την Άρια. «Και τι ακριβώς θέλεις να συμβεί πάνω στη σκηνή;» Η Άρια πήρε το κείμενο της Νύχτας των Μαρτύρων. «Να μην ξέρουν πότε σταματά το έργο και πότε αρχίζει η κατάθεση.» Ο Λυσιμάχου περπάτησε αργά γύρω από το τραπέζι. «Ο Πέτρος δεν θα ομολογήσει επειδή θα τον στριμώξουμε.» «Όχι,» είπε η Άρια. «Θα ομολογήσει επειδή θα νομίσει ότι μπορεί ακόμη να σκηνοθετήσει το τέλος.» Το σχέδιο ήταν παράλογο. Γι’ αυτό είχε πιθανότητες να πετύχει. Η παράσταση θα μεταδιδόταν ζωντανά από τρεις ανεξάρτητες κάμερες. Η Στέλλα είχε ήδη επικοινωνήσει με δημοσιογράφο που δεν συνδεόταν με το Ίδρυμα. Εκείνος θα παραλάμβανε τα οικονομικά στοιχεία την ώρα που θα άρχιζε η παράσταση. Η κασέτα θα ακουγόταν στην τελευταία πράξη. Όμως μόνο ένα μέρος της. Θα άφηναν τον Πέτρο να πιστέψει ότι υπήρχε και δεύτερη εγγραφή — μία που κατέγραφε όσα έγιναν μετά. «Και αν δεν έρθει;» ρώτησε η Λένα. Η Άρια κοίταξε τον Νικήτα. «Θα έρθει.» «Πώς είσαι τόσο σίγουρη;» «Γιατί άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν φοβούνται την Αστυνομία όσο φοβούνται έναν θεατή που δεν μπορούν να ελέγξουν.» Το βράδυ, η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε:

**Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΑΥΡΙΟ, ΣΤΗΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΩΡΑ.** **Η παράσταση θα περιλαμβάνει αυθεντικό αρχειακό υλικό από την υπόθεση Ορέστη Βαλμά.** **Η είσοδος θα είναι ελεύθερη.**

Μέσα σε μία ώρα, ο δρόμος έξω από τη Σχολή γέμισε κόσμο. Μέσα σε δύο ώρες, το Ίδρυμα απείλησε με μηνύσεις. Μέσα σε τρεις, ο Κεραμεύς ανακοίνωσε ότι θα παραστεί «για την προστασία της ιστορικής αλήθειας». Ο Πέτρος δεν έκανε καμία δήλωση. Στις έντεκα και σαράντα επτά το βράδυ, το τηλέφωνο της Άριας δέχτηκε ένα μήνυμα από άγνωστο αριθμό: **Η δεύτερη κασέτα δεν υπάρχει.** Η Άρια απάντησε: **Τότε δεν έχετε τίποτα να φοβάστε.** Η απάντηση ήρθε αμέσως. **Όλοι έχουμε.**..

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 32 — Τρεις χτύποι για έναν ένοχο

 

Η βραδιά της παράστασης έφτασε με βροχή. Ο κόσμος είχε κλείσει τον δρόμο μπροστά στη Σχολή. Δημοσιογράφοι, φοιτητές, ηθοποιοί, περίεργοι, παλιοί απόφοιτοι. Αστυνομικές δυνάμεις παρακολουθούσαν από απόσταση, χωρίς να είναι σαφές αν είχαν έρθει για να προστατεύσουν το κοινό ή το Ίδρυμα. Ο Κεραμεύς έφτασε λίγο πριν από τις οκτώ. Μπήκε από την κεντρική είσοδο ανάμεσα σε κάμερες, μιλώντας για διαφάνεια και θεσμική ευθύνη. Ο Πέτρος μπήκε από την πίσω πόρτα. Ακριβώς όπως περίμενε η Άρια. Στα παρασκήνια, κανείς δεν μιλούσε. Η Δάφνη άγγιζε διαδοχικά τους ώμους των ηθοποιών, μεταδίδοντάς τους ρυθμό. Η Ισμήνη έλεγχε τα σήματα από τις κάμερες. Η Στέλλα είχε το πράσινο βιβλίο μέσα σε σφραγισμένο φάκελο. Ο Νικήτας στάθηκε απέναντι στην Άρια. «Αν κάτι πάει στραβά—» «Θα πάει.» «Άρια.» «Δεν υπάρχει παράσταση που να πηγαίνει όπως σχεδιάστηκε.» Της έπιασε το πρόσωπο με τα δύο χέρια. Για μια στιγμή δεν υπήρχε Σχολή, ούτε Ορέστης, ούτε Κεραμεύς, ούτε κοινό. Μόνο δύο άνθρωποι που είχαν μάθει να πλησιάζονται μέσα από φόβο. Τη φίλησε. Όχι σαν υπόσχεση. Σαν συμφωνία ότι θα επιστρέψουν. Ύστερα ακούστηκαν οι τρεις χτύποι. Η αυλαία άνοιξε. Η παράσταση άρχισε όπως την πρώτη φορά, αλλά οι λέξεις είχαν άλλο βάρος. Το κοινό ήξερε πια ότι κάτω από κάθε ατάκα υπήρχε πραγματικό όνομα. Στην τρίτη πράξη, η Άρια —ως Λυδία— στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. «Υπάρχουν θέατρα όπου οι νεκροί ζητούν δικαιοσύνη,» είπε. «Και θέατρα όπου οι ζωντανοί ζητούν απλώς καλύτερη θέση.» Η Μήδεια μπήκε από το πλάι κρατώντας τη φωτογραφία του Ορέστη. «Κι εσύ τι ζητάς;» Η Άρια γύρισε προς το κοινό. «Να ανάψουν όλα τα φώτα.» Σήκωσε το χέρι. Ο Γιώργος, από το νοσοκομείο, δεν μπορούσε να βρίσκεται εκεί. Στη θέση του, η Ισμήνη ενεργοποίησε τον μηχανισμό. Τα φώτα της πλατείας άναψαν. Ο Κεραμεύς βρέθηκε εκτεθειμένος στην πρώτη σειρά. Το κοινό στράφηκε προς το μέρος του. Στη σκηνή εμφανίστηκαν οι πρώτες σελίδες της Λίστας, μεγεθυμένες πάνω στους καθρέφτες. Ονόματα εταιρειών. Ποσά. Ημερομηνίες. Η Στέλλα βγήκε στη σκηνή χωρίς κοστούμι. «Αυτά δεν αποτελούν μέρος του έργου,» είπε. Το κοινό σώπασε. «Αποτελούν μέρος της ιστορίας της Σχολής.» Ο Κεραμεύς σηκώθηκε. «Αυτό είναι παράνομο.» Η φωνή του μεταδόθηκε από τα μικρόφωνα. Η Άρια τον κοίταξε από τη σκηνή. «Όπως και οι πληρωμές;» Οι κάμερες στράφηκαν πάνω του. Ο Κεραμεύς έμεινε όρθιος, παγιδευμένος ανάμεσα στην έξοδο και στην εικόνα του. Τότε ακούστηκε η κασέτα. Η φωνή του Ορέστη γέμισε το θέατρο. **Δεν θέλω άλλα χρήματα. Θέλω να σταματήσει.** Ο Νικήτας στεκόταν στο κέντρο της σκηνής. Δεν έπαιζε πια. Άκουγε. Η φωνή του Πέτρου ακολούθησε. **Δώσε μου τη λίστα.** Από τα παρασκήνια ακούστηκε μεταλλικός θόρυβος. Η Άρια γύρισε. Στο άνοιγμα της δυτικής κουίντας στεκόταν ο Πέτρος. Κρατούσε στο ένα χέρι ένα μπιτόνι με διαλυτικό σκηνικών. Στο άλλο, αναπτήρα. «Σταματήστε την προβολή,» είπε. Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Ο Πέτρος κοίταξε το κοινό, τα φώτα, τις κάμερες. Για πρώτη φορά δεν είχε έτοιμο ρόλο. «Δεν καταλαβαίνετε,» είπε. «Κανείς σας δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργούν αυτά τα πράγματα.» Η Άρια πλησίασε αργά. «Τότε εξήγησέ μας.» «Ο Κεραμεύς δεν θα άφηνε κανέναν να φύγει. Ο Ορέστης είχε ήδη τελειώσει.» Ο Κεραμεύς φώναξε από την πλατεία: «Μην πεις τίποτε άλλο.» Ο Πέτρος γύρισε προς το μέρος του. Και εκεί, μέσα σε μία μόνο ματιά, φάνηκαν δώδεκα χρόνια υπακοής και μίσους. «Εσύ μου είπες να τον πάω στην κλινική.» Το κοινό αναστέναξε σαν ένα σώμα. Ο Κεραμεύς προχώρησε προς τη σκηνή. «Είναι ταραγμένος. Κλείστε τις κάμερες.» Η Ισμήνη κλείδωσε τη μετάδοση. «Δεν κλείνουν.» Ο Πέτρος γέλασε απότομα. «Πάντα αυτό έκανες. Έμπαινες μετά και μιλούσες σαν να μην είχες δώσει εσύ την εντολή.» «Πέτρο,» είπε ο Κεραμεύς, «άφησε τον αναπτήρα.» «Τον άφησα τότε.» Η φωνή του έσπασε. «Αυτό ήταν το λάθος.» Πάτησε τον μηχανισμό. Η μικρή φλόγα άναψε..

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 33 — Η τελευταία πράξη

 

Ο χρόνος πάνω στη σκηνή δεν σταμάτησε. Έσπασε. Ο Νικήτας κινήθηκε πρώτος. Όρμησε προς τον Πέτρο την ίδια στιγμή που εκείνος πέταξε το διαλυτικό πάνω στις κουίντες. Η Άρια άκουσε τη Μήδεια να φωνάζει. Η Δάφνη τράβηξε δύο φοιτητές μακριά από τη σκηνή. Η Ισμήνη κατέβασε το πυράντοχο παραπέτασμα του πίσω χώρου. Ο αναπτήρας έπεσε. Η φλόγα άγγιξε το πάτωμα, αλλά δεν βρήκε το υγρό. Ο Νικήτας είχε χτυπήσει το μπιτόνι την τελευταία στιγμή και το περισσότερο διαλυτικό είχε χυθεί πάνω στο μεταλλικό σκηνικό. Ο Πέτρος έπεσε στα γόνατα. Ο Νικήτας τον άρπαξε από το σακάκι. «Πού τον πήγατε;» «Νικήτα!» φώναξε η Άρια. Εκείνος δεν την άκουγε. «Πού είναι ο πατέρας μου;» Ο Πέτρος σήκωσε το πρόσωπο. Αίμα έτρεχε από το χείλος του. «Σε ιδιωτική κλινική έξω από την πόλη.» «Πέθανε εκεί;» Ο Πέτρος κοίταξε τον Κεραμεύς. Η κάμερα κατέγραφε και τους δύο. «Όταν τον παραδώσαμε, ζούσε.» Ο Νικήτας χαλάρωσε ασυναίσθητα τα χέρια. «Και μετά;» «Την άλλη μέρα μού είπαν ότι μεταφέρθηκε.» «Πού;» «Δεν ξέρω.» Ο Κεραμεύς ανέβηκε τα σκαλιά της σκηνής. «Αυτός ο άνθρωπος ψεύδεται για να σωθεί.» Η Άρια στάθηκε ανάμεσά τους. «Εσείς πότε λέτε αλήθεια; Όταν αγοράζετε κάποιον ή όταν τον εγκαταλείπετε;» Ο Κεραμεύς την αγνόησε. «Κύριε Δελήμπαση, σας συμβουλεύω να μη συνεχίσετε.» Ο Πέτρος γέλασε. Ήταν ένα γέλιο κουρασμένο, άσχημο, ελεύθερο για πρώτη φορά. «Αυτό μου έλεγες πάντα.» Αστυνομικοί εμφανίστηκαν στις εισόδους της πλατείας. Κάποιος τούς είχε ειδοποιήσει πριν αρχίσει η παράσταση. Ίσως η Στέλλα. Ίσως ο δημοσιογράφος. Ίσως ένας άνθρωπος του Κεραμεύς που είχε αποφασίσει ότι το πλοίο βυθιζόταν. Ο Πέτρος άφησε τον αναπτήρα στο πάτωμα. «Ο Ορέστης βρήκε όχι μόνο τη Λίστα. Βρήκε το αρχείο των δωρητών. Επιχειρηματίες που έδιναν χρήματα στο Ίδρυμα και έπαιρναν δημόσια έργα. Μέσα ενημέρωσης που πληρώνονταν μέσω παραστάσεων. Πολιτικοί που λάμβαναν “χορηγίες επικοινωνίας”.» Ο Κεραμεύς έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Δύο αστυνομικοί ανέβηκαν στη σκηνή. «Και εσύ;» ρώτησε η Άρια. «Τι πήρες;» Ο Πέτρος την κοίταξε. «Θέση. Ασφάλεια. Την ψευδαίσθηση ότι, επειδή ήξερα τα μυστικά τους, δεν ήμουν υπηρέτης τους.» «Σκότωσες τον Ορέστη;» ρώτησε ο Νικήτας. Η σιωπή απλώθηκε σε όλο το θέατρο. Ο Πέτρος έκλεισε τα μάτια. «Τον χτύπησα.» Ο Νικήτας άρχισε να τρέμει. «Αλλά δεν τον σκότωσα εκεί.» «Ποιος τον σκότωσε;» Ο Πέτρος άνοιξε τα μάτια. «Δεν ξέρω αν πέθανε.» Η φράση πέρασε πάνω από το κοινό σαν ψυχρό ρεύμα. «Λες ψέματα,» είπε ο Νικήτας. «Επί δώδεκα χρόνια πίστευα ότι πέθανε. Πριν από τρεις μήνες, έλαβα έναν φάκελο. Είχε μέσα μια φωτογραφία του τραβηγμένη πριν από δύο χρόνια.» Η Άρια ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. «Πού είναι η φωτογραφία;» «Την πήρε ο Κεραμεύς.» Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς εκείνον. Ο Κεραμεύς χαμογέλασε σχεδόν θλιμμένα. «Ένας πανικόβλητος άνθρωπος κατασκευάζει ιστορίες.» «Η φωτογραφία είχε σφραγίδα ιδρύματος αποκατάστασης στη Βόρεια Ιταλία,» είπε ο Πέτρος. «Και πίσω ήταν γραμμένο: “Ο μάρτυρας θυμάται”.» Ο Κεραμεύς γύρισε να φύγει. Ένας αστυνομικός τού έκλεισε τον δρόμο. «Θα χρειαστεί να μας ακολουθήσετε.» «Γνωρίζετε ποιος είμαι;» Ο αστυνομικός τον κοίταξε ήρεμα. «Απόψε σας γνώρισαν όλοι.» Στην πλατεία, κανείς δεν χειροκροτούσε. Κανείς δεν μιλούσε. Η μετάδοση συνεχιζόταν. Η Άρια κοίταξε την κόκκινη λυχνία της κάμερας. Έπειτα τον Νικήτα. Το πρόσωπό του είχε αδειάσει από οργή και είχε γεμίσει κάτι δυσκολότερο. Ελπίδα. Μια ελπίδα άγρια, σχεδόν ανεπιθύμητη. Ο Λυσιμάχου ανέβηκε στη σκηνή. Πλησίασε τον Νικήτα, αλλά δεν τον άγγιξε. «Δεν ξέρουμε ακόμη,» είπε. Ο Νικήτας κοίταξε προς την άδεια θέση στο κέντρο της πρώτης σειράς. «Όχι.» Ύστερα γύρισε προς την Άρια. «Αλλά τώρα θα ψάξουμε.» Πίσω τους, η αυλαία άρχισε να κλείνει αργά. Σταμάτησε στη μέση. Σαν το θέατρο να αρνιόταν να δώσει τέλος..

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 34 — Όσα μένουν μετά το φως

 

Έξι μήνες αργότερα, η Σχολή είχε ξανά μυρωδιά από μπογιά. Όχι από εκείνη τη βαριά μπογιά που σκεπάζει τους λεκέδες. Από φρέσκο χρώμα, δουλεμένο με ανοιχτά παράθυρα. Το Ίδρυμα Νέα Σκηνή είχε τεθεί υπό οικονομικό και εισαγγελικό έλεγχο. Οι λογαριασμοί του είχαν δεσμευθεί. Τρεις εταιρείες παραγωγής ερευνώνταν για ξέπλυμα χρήματος και παράνομη χρηματοδότηση. Ο Πέτρος είχε προφυλακιστεί για την επίθεση στον Ορέστη, την απόπειρα καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων και τη δηλητηρίαση του Γιώργου. Ο Κεραμεύς δεν είχε προφυλακιστεί. Οι δικηγόροι του μιλούσαν για πολιτική σκευωρία, επιλεκτικές διαρροές και «επικίνδυνη ποινικοποίηση της πολιτιστικής προσφοράς». Εμφανιζόταν στις κάμερες με σκούρα κοστούμια και κουρασμένο βλέμμα. Πίσω του υπήρχαν πάντα σημαίες και βιβλιοθήκες. Κανείς δεν είχε ακόμη αποδείξει ποιος έδωσε την τελική εντολή για τον Ορέστη. Κανείς δεν είχε βρει το πλήρες αρχείο των δωρητών. Και κανείς δεν είχε επιβεβαιώσει αν η φωτογραφία από την Ιταλία ήταν αληθινή. Ο Γιώργος επέστρεψε στη Σχολή με μπαστούνι και λιγότερα μαλλιά. Την πρώτη μέρα δεν είπε τίποτα. Ανέβηκε μόνο στη γέφυρα των φωτισμών και έλεγξε έναν έναν τους προβολείς. Η Στέλλα ανέλαβε προσωρινά τη διοίκηση. Διαμαρτυρόταν ότι δεν ήθελε τη θέση και δούλευε δεκατέσσερις ώρες την ημέρα για να την κρατήσει. Η Μήδεια είχε πάρει τον πρώτο της επαγγελματικό ρόλο. Έλεγε σε όλους ότι επρόκειτο για καλλιτεχνική επιλογή και όχι για συνέπεια της δημοσιότητας. Κανείς δεν τολμούσε να διαφωνήσει. Η Ισμήνη είχε αφήσει έναν από τους σπασμένους καθρέφτες στη μεγάλη σκηνή. «Για να θυμόμαστε ότι η αποκατάσταση δεν σημαίνει εξαφάνιση της ρωγμής,» έλεγε. Η Δάφνη ετοίμαζε μια νέα χορογραφία με τίτλο: Οι απόντες. Στο τέλος, όλοι οι χορευτές εγκατέλειπαν τη σκηνή και έμενε μόνο η αναπνοή τους από τα ηχεία. Ο Λυσιμάχου επέστρεψε στη διδασκαλία, αλλά όχι στη διεύθυνση. Το πρώτο μάθημα άρχισε με σιωπή. Όπως πάντα. Μόνο που αυτή τη φορά, όταν κάποιος τον ρώτησε τι πρέπει να κάνει ένας ηθοποιός όταν φοβάται την αλήθεια, εκείνος απάντησε: «Να μην την κάνει παράσταση πριν την κάνει ευθύνη.» Η Άρια και ο Νικήτας ταξίδεψαν δύο φορές στην Ιταλία. Στο ίδρυμα αποκατάστασης που αναφερόταν στη φωτογραφία δεν υπήρχε καταχωρισμένος ασθενής με το όνομα Ορέστης Βαλμάς. Υπήρχε όμως ένας άντρας χωρίς πλήρη στοιχεία, ο οποίος είχε νοσηλευτεί για χρόνια με σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και διαταραχές μνήμης. Είχε φύγει πριν από δεκαοκτώ μήνες. Μόνος. Άφησε πίσω του ένα τετράδιο γεμάτο σχέδια θεάτρων. Στην τελευταία σελίδα υπήρχε ζωγραφισμένο ένα άδειο καμαρίνι με τρεις σβηστές λάμπες. Και μια ελληνική φράση: **Η πρεμιέρα δεν έγινε ακόμη.** Το τετράδιο βρισκόταν τώρα στο διαμέρισμα της Ειρήνης. Εκείνη δεν έκλαψε όταν το είδε. Το χάιδεψε μόνο με τα δύο χέρια και είπε: «Αυτός σχεδίαζε πάντα πόρτες όταν δεν ήξερε πού να πάει.»

Ήταν αρχές άνοιξης όταν η Άρια επέστρεψε μόνη στη Μικρή Σκηνή. Το κρυφό καμαρίνι είχε καθαριστεί, αλλά δεν είχε ανακαινιστεί. Ο σπασμένος καθρέφτης έμενε στη θέση του. Το παλιό άρωμα είχε σχεδόν χαθεί. Πάνω στο τραπεζάκι υπήρχε μια καινούρια φωτογραφία. Η Άρια σταμάτησε. Δεν την είχε αφήσει κανείς από τους ανθρώπους της Σχολής. Το ήξερε πριν ακόμη την αγγίξει. Στη φωτογραφία φαινόταν μια μικρή πλατεία ευρωπαϊκής πόλης. Άνθρωποι περπατούσαν κάτω από βροχή. Στο βάθος, ένας άντρας στεκόταν μπροστά σε αφίσα θεάτρου. Το πρόσωπό του δεν φαινόταν. Μόνο το χέρι του, σηκωμένο προς την αφίσα. Στο μικρό του δάχτυλο δεν υπήρχε δαχτυλίδι. Στον καρπό του υπήρχε ένα παλιό σημάδι, το ίδιο που είχε ο Ορέστης στις νεανικές του φωτογραφίες. Η Άρια γύρισε την εικόνα. Στην πίσω πλευρά ήταν γραμμένη μία μόνο λέξη: **Αργήσατε.**

Ο Νικήτας μπήκε στο καμαρίνι λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Την είδε να κρατά τη φωτογραφία και κατάλαβε. Δεν τη ρώτησε αν πίστευε πως ήταν εκείνος. Στάθηκε δίπλα της. «Πού τραβήχτηκε;» Η Άρια κοίταξε ξανά την πλατεία, τα κτίρια, την αφίσα στο βάθος. Κάτω από τον τίτλο της παράστασης διακρινόταν μια ημερομηνία. Σε δύο μήνες. «Δεν ξέρω ακόμη.» Ο Νικήτας πήρε τη φωτογραφία. Για ώρα δεν μίλησε. Ύστερα χαμογέλασε — όχι από χαρά, αλλά από εκείνη τη λεπτή, οδυνηρή ανακούφιση που γεννιέται όταν η απώλεια παύει να είναι βεβαιότητα και γίνεται ξανά ερώτηση. Η Άρια ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Έξω, στη μεγάλη σκηνή, ο Γιώργος δοκίμαζε τα φώτα. Ένας προβολέας άναψε. Μετά δεύτερος. Μετά τρίτος. Και για πρώτη φορά οι τρεις χτύποι που ακούστηκαν από τη σκηνή δεν έμοιαζαν με προειδοποίηση. Έμοιαζαν με κάλεσμα. Η Άρια και ο Νικήτας βγήκαν από το κρυφό καμαρίνι. Δεν έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Στο θέατρο, η αλήθεια δεν είχε νικήσει. Είχε απλώς καταφέρει να μείνει ζωντανή αρκετά, ώστε να ζητήσει την επόμενη σκηνή..

 

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]






Δεν υπάρχουν σχόλια: