Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ: ΄΄ΤΡΕΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ΄΄

 





ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

«ΤΡΕΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΙΙ

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΜΠΑΝΑ»

Θεσσαλονίκη, 2034

 

"Υπάρχουν θέατρα που στοιχειώνονται από τους νεκρούς.

Και υπάρχουν θέατρα που στοιχειώνονται από όσους επέζησαν."

 

Κεφάλαιο 1

Η τέταρτη καμπάνα

 

Επτά χρόνια είναι αρκετά για να αλλάξει μια πόλη.

Όχι όμως ένα θέατρο.

 

Το παλιό κτίριο της Δραματικής Σχολής στεκόταν ακόμη στην ίδια γωνία της Θεσσαλονίκης, με την ίδια πέτρινη πρόσοψη, τα ίδια ψηλά παράθυρα και την ίδια αδιόρατη μυρωδιά από ξύλο, μπογιά και σκόνη που δεν ανήκε στον χρόνο αλλά στις πρόβες.

 

Μόνο που τώρα έμοιαζε μικρότερο.

Ή ίσως ήταν οι άνθρωποι που είχαν μεγαλώσει.

 

Η βροχή έπεφτε ψιλή από το ξημέρωμα. Δεν έκανε θόρυβο. Έσβηνε τους ήχους.

 

Η αυλόπορτα άνοιξε αργά.

Μια γυναίκα στάθηκε για λίγο στο κατώφλι.

 

Μαύρο παλτό.

Δερμάτινη τσάντα.

Τα μαλλιά της πιο μακριά από παλιά, δεμένα πρόχειρα στον αυχένα.

Το βλέμμα της ίδιο.

 

Η Άρια.

Δεν μπήκε αμέσως.

Ακούμπησε το χέρι της στο κρύο μέταλλο της πόρτας.

 

«Γύρισα...» ψιθύρισε, περισσότερο προς το κτίριο παρά προς τον εαυτό της.

 

Το θέατρο δεν απάντησε.

Ποτέ δεν απαντούσε αμέσως.

 

Στο φουαγιέ τίποτα δεν ήταν όπως το θυμόταν.

Και ταυτόχρονα όλα ήταν ίδια.

Οι αφίσες είχαν αλλάξει.

Τα πρόσωπα επίσης.

Η παλιά καφετιέρα είχε αντικατασταθεί από καινούργια.

 

Τα ξύλινα πατώματα όμως συνέχιζαν να τρίζουν στα ίδια σημεία.

Η Μούσα στην είσοδο είχε ακόμη τη μικρή γαλάζια κορδέλα δεμένη στον καρπό της.

Κανείς δεν την είχε αφαιρέσει.

Ή κανείς δεν είχε τολμήσει.

 

Η Άρια χαμογέλασε αχνά.

 

«Κάποια πράγματα ξέρουν καλύτερα από εμάς πώς να επιμένουν.»

 

«Εγώ θα έλεγα ότι κάποια πράγματα αρνούνται να πεθάνουν.»

 

Η φωνή ακούστηκε πίσω της.

 

Η Άρια γύρισε.

 

Ο Νικήτας.

 

Για μια στιγμή ο χρόνος ξέχασε να κυλήσει.

 

Τα χαρακτηριστικά του είχαν ωριμάσει.

Οι γωνίες του προσώπου του είχαν σκληρύνει.

Στους κροτάφους του διακρίνονταν οι πρώτες ασημένιες τρίχες.

 

Όμως το βλέμμα…

Το ίδιο βλέμμα.

Εκείνο που πάντα έμοιαζε να γνωρίζει μια αλήθεια περισσότερη απ' όσες ήταν διατεθειμένος να πει.

 

Έμειναν αντικριστά.

Χωρίς αγκαλιά.

Χωρίς βιασύνη.

Σαν δύο άνθρωποι που είχαν μάθει πως οι σημαντικές συναντήσεις δεν χρειάζονται θεατρικές κινήσεις.

 

«Άργησες.»

 

«Εσύ ήρθες νωρίς.»

 

«Ήρθα χθες.»

 

«Το φαντάστηκα.»

 

Χαμογέλασαν και οι δύο.

Ήταν αρκετό.

 

«Πώς είναι;» ρώτησε η Άρια.

 

Ο Νικήτας κοίταξε προς τη μεγάλη σκηνή.

 

«Διαφορετικός.»

 

«Ο Λυσιμάχου;»

 

«Όχι.»

 

Μικρή παύση.

 

«Ο χώρος.»

 

Η Άρια κατάλαβε.

 

Οι άνθρωποι άλλαζαν.

Τα κτίρια θυμούνταν.

 

Είχαν επιστρέψει ύστερα από πρόσκληση της Σχολής.

Η Δραματική Ακαδημία έκλεινε πενήντα χρόνια λειτουργίας.

Η επέτειος θα γιορταζόταν με μια μεγάλη παράσταση, όπου θα συμμετείχαν παλιοί απόφοιτοι μαζί με τους καινούργιους σπουδαστές.

Το σχέδιο ανήκε στον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή.

Ο Μάνος Λυσιμάχου είχε αποσυρθεί εδώ και δύο χρόνια.

 

Κανείς δεν ήξερε αν θα εμφανιζόταν.

Κανείς δεν τολμούσε να ρωτήσει.

 

«Έχουμε καινούργιους μαθητές;»

 

«Είκοσι τέσσερις.»

 

«Φιλόδοξοι;»

 

«Όπως ήμασταν κι εμείς.»

 

«Επικίνδυνο.»

 

«Πολύ.»

 

Περπάτησαν προς τη σκηνή.

Η μεγάλη αυλαία ήταν σηκωμένη.

Οι προβολείς κρεμασμένοι.

Τα σκηνικά ακόμη άδεια.

Μια παράσταση που περίμενε την πρώτη της ανάσα.

 

Η Άρια ανέβηκε στο σανίδι.

 

Έκλεισε τα μάτια.

Έκανε μία εισπνοή.

Έπειτα δεύτερη.

Στην τρίτη…

Άκουσε έναν ήχο.

Όχι τους τρεις χτύπους.

Όχι ακόμη.

Μια καμπάνα.

Βαθιά.

Μεταλλική.

Αργή.

Δεν ερχόταν από έξω.

Ερχόταν από μέσα στο κτίριο.

Μία φορά.

Ύστερα δεύτερη.

Τρίτη.

 

Και τότε...

μια τέταρτη.

 

Η Άρια άνοιξε απότομα τα μάτια.

Ο Νικήτας την κοιτούσε χλομός.

 

«Την άκουσες;»

 

Εκείνος δεν απάντησε αμέσως.

Έγνεψε μόνο.

Αργά.

 

«Δεν υπήρχε τέταρτη καμπάνα.»

 

Η Άρια ένιωσε έναν παλιό φόβο να σηκώνεται μέσα της σαν σκηνικό που είχε αποθηκευτεί χρόνια και περίμενε υπομονετικά τη στιγμή να ξαναστηθεί.

Τότε ακούστηκε βιαστικό τρέξιμο στον διάδρομο.

Ένας νεαρός σπουδαστής εμφανίστηκε λαχανιασμένος.

Δεν ήταν πάνω από είκοσι χρονών.

 

«Συγγνώμη...»

 

Προσπαθούσε να πάρει ανάσα.

 

«Στο υπόγειο...»

 

Κανείς δεν μίλησε.

 

Ο νεαρός κατάφερε επιτέλους να ολοκληρώσει τη φράση.

 

«...βρήκαμε έναν καθρέφτη.»

 

Ο Νικήτας συνοφρυώθηκε.

 

«Και;»

 

Ο σπουδαστής τους κοίταξε έναν έναν.

 

Σαν να φοβόταν περισσότερο αυτό που θα έλεγε παρά αυτό που είχε δει.

 

«Δεν αντανακλά όσους στέκονται μπροστά του.»

 

Η σιωπή που ακολούθησε δεν έμοιαζε με τις παλιές.

 

Ήταν βαρύτερη.

Γιατί όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί γνώριζαν πλέον ότι τα θέατρα δεν δημιουργούν μύθους.

Τους περιμένουν.

Και κάπου, πολύ βαθιά μέσα στο κτίριο, η τέταρτη καμπάνα αντήχησε ξανά.

Αυτή τη φορά, σαν να καλούσε κάποιον με το όνομά του..

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ο καθρέφτης που δεν έλεγε ψέματα

 

Το υπόγειο δεν υπήρχε στα σχέδια της Σχολής.

Τουλάχιστον όχι με αυτή τη μορφή.

Ο Νικήτας το θυμόταν διαφορετικό. Παλιότερα φιλοξενούσε φθαρμένα σκηνικά, σπασμένες καρέκλες, προβολείς που είχαν πάψει προ πολλού να φωτίζουν και δεκάδες κιβώτια γεμάτα κοστούμια, των οποίων οι ηθοποιοί είχαν γεράσει ή πεθάνει.

Τώρα έμοιαζε σαν να είχε καθαριστεί βιαστικά.

Όχι για να χρησιμοποιηθεί.

Αλλά για να αποκαλυφθεί.

Η υγρασία είχε ποτίσει τις πέτρες.

Οι σωλήνες έσταζαν με έναν σταθερό ρυθμό.

Σταγόνα.

Παύση.

Άλλη μία.

Η Άρια πρόσεξε πως οι ήχοι δεν αντηχούσαν φυσιολογικά. Το υπόγειο απορροφούσε τις φωνές σαν να μην ήθελε τίποτε να επιστρέψει πίσω.

Ο Πάρης σταμάτησε μπροστά σε μια μεταλλική πόρτα.

«Εδώ.»

Η πόρτα ήταν ανοιχτή.

Κανείς δεν τη φύλαγε.

Κανείς δεν έδειχνε να γνωρίζει γιατί βρισκόταν εκεί.


Το δωμάτιο δεν ξεπερνούσε τα είκοσι τετραγωνικά.

Δεν υπήρχαν παράθυρα.

Μόνο ένας γυμνός λαμπτήρας που τρεμόπαιζε πάνω από ένα παλιό ξύλινο τραπέζι.

Στον απέναντι τοίχο στεκόταν ο καθρέφτης.

Ήταν σχεδόν δύο μέτρα ψηλός.

Παλιά κορνίζα από καρυδιά.

Σκαλισμένα φύλλα δάφνης στις γωνίες.

Στο επάνω μέρος διακρινόταν μια μικρή επιγραφή που μόλις φαινόταν κάτω από τη σκόνη.

SPECULUM MEMORIAE

Η Άρια διάβασε ψιθυριστά.

«Καθρέφτης της μνήμης...»

Ο Νικήτας συνοφρυώθηκε.

«Λατινικά.»

«Δεν θυμάμαι να υπήρχε τέτοιος εξοπλισμός στη Σχολή.»

«Δεν υπήρχε.»


Δίπλα στον καθρέφτη στεκόταν μια κοπέλα.

Περίπου είκοσι ετών.

Ψηλή.

Με κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά.

Φορούσε μαύρο φούτερ και είχε ακόμη στα χέρια της σκόνη από ξύλα.

Δεν έδειχνε φοβισμένη.

Έδειχνε θυμωμένη.

«Εσύ πρέπει να είσαι η Νεφέλη.»

Η κοπέλα γύρισε.

«Κι εσείς είστε η Άρια.»

Δεν ήταν ερώτηση.

«Πώς το ξέρεις;»

Η Νεφέλη χαμογέλασε ελάχιστα.

«Στη Σχολή υπάρχουν δύο ειδών θρύλοι.

Οι πεθαμένοι.

Και όσοι επέστρεψαν.»


Ο Νικήτας πλησίασε τον καθρέφτη.

Η επιφάνειά του έμοιαζε φυσιολογική.

Καθαρή.

Σχεδόν καινούργια.

Μόνο που...

Δεν έδειχνε τίποτα.

Εκεί όπου θα έπρεπε να αντανακλάται το πρόσωπό του υπήρχε μόνο μια θαμπή γκρίζα επιφάνεια.

Σαν πυκνή ομίχλη.

Η Άρια στάθηκε δίπλα του.

Ούτε εκείνη εμφανίστηκε.

Ούτε ο Πάρης.

Ούτε η Νεφέλη.

Ο καθρέφτης δεν ήταν άδειος.

Ήταν γεμάτος απουσίες.


«Τον βρήκα πίσω από έναν ψεύτικο τοίχο.»

είπε η Νεφέλη.

«Ποιος άνοιξε τον τοίχο;»

«Δεν τον άνοιξε κανείς.»

«Τότε;»

Η κοπέλα ανασήκωσε τους ώμους.

«Ήταν ήδη ανοιχτός σήμερα το πρωί.»


Η Άρια άγγιξε απαλά το ξύλο της κορνίζας.

Ήταν παγωμένο.

Υπερβολικά παγωμένο.

Σχεδόν σαν μέταλλο.

Τότε πρόσεξε κάτι ακόμη.

Στο κάτω μέρος υπήρχαν χαραγμένα τέσσερα μικρά καμπανάκια.

Τα τρία ήταν σκουρόχρωμα.

Το τέταρτο γυάλιζε.

Σαν να είχε σκαλιστεί πολύ αργότερα.


«Νικήτα...»

«Το βλέπω.»

«Δεν υπήρχε τέταρτη καμπάνα.»

«Όχι.»

Η φωνή του βγήκε χαμηλή.

«Κάποιος την πρόσθεσε.»


Πριν προλάβουν να πουν οτιδήποτε άλλο, ακούστηκε βήμα πίσω τους.

«Μη τον αγγίζετε.»

Η φωνή ήταν ήρεμη.

Σχεδόν κουρασμένη.

Ένας ηλικιωμένος άντρας στεκόταν στην πόρτα.

Γύρω στα εβδομήντα πέντε.

Λευκά μαλλιά.

Γκρίζο κασκόλ.

Παλτό παλιού κοψίματος.

Κανείς δεν τον είχε ακούσει να πλησιάζει.

«Ποιος είστε;»

ρώτησε η Άρια.

Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε λυπημένα.

«Κάποτε ήμουν φροντιστής αυτής της σκηνής.»

Κοίταξε τον καθρέφτη σαν να έβλεπε παλιό φίλο.

«Τώρα είμαι μόνο ένας άνθρωπος που έμεινε περισσότερο απ' όσο έπρεπε.»


«Ξέρετε τι είναι αυτό;»

Η ερώτηση βγήκε αυθόρμητα από τον Πάρη.

Ο ηλικιωμένος δεν απάντησε αμέσως.

Πλησίασε.

Έβγαλε από την τσέπη του ένα λευκό μαντήλι.

Καθάρισε αργά τη σκόνη από την επιγραφή.

Ύστερα είπε σχεδόν ψιθυριστά:

«Αυτός δεν είναι καθρέφτης.

Είναι δοκιμασία.»

Η Άρια τον κοίταζε χωρίς να ανασαίνει.

«Τι εννοείτε;»

Ο άντρας ακούμπησε το χέρι του πάνω στο ξύλο.

Για πρώτη φορά η γυάλινη επιφάνεια άρχισε να κυματίζει.

Όχι πολύ.

Μόλις όσο χρειάζεται για να καταλάβει κανείς ότι το γυαλί δεν ήταν πια γυαλί.

Ήταν κάτι ζωντανό.

Μέσα στην ασημένια επιφάνεια εμφανίστηκε για μια στιγμή μια σκηνή.

Ένας νεαρός ηθοποιός.

Φορούσε κοστούμι εποχής.

Στεκόταν κάτω από έναν μοναδικό προβολέα.

Γύρισε αργά το κεφάλι του.

Η Άρια ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

Τον είχε δει μόνο σε παλιές φωτογραφίες.

Ορέστης Βαλμάς.

Η εικόνα κράτησε λιγότερο από μία ανάσα.

Ύστερα χάθηκε.

Ο καθρέφτης έγινε πάλι γκρίζος.


Ο ηλικιωμένος έκλεισε τα μάτια.

«Άρχισε πάλι...»

«Τι άρχισε;»

ρώτησε ο Νικήτας.

Ο γέρος τον κοίταξε προσεκτικά.

Έμεινε αρκετή ώρα σιωπηλός.

Ύστερα ψιθύρισε:

«Έχεις τα μάτια του πατέρα σου.»

Η Άρια ένιωσε τον Νικήτα να παγώνει δίπλα της.

«Τον γνωρίζατε;»

«Όχι.»

Μικρή παύση.

«Τον είδα να περνά αυτή την πόρτα.»

«Και μετά;»

Ο ηλικιωμένος χαμήλωσε το βλέμμα.

Η απάντησή του έπεσε μέσα στο υπόγειο σαν πέτρα σε πηγάδι.

«Μετά...

τον είδα να βγαίνει.

Αλλά δεν ήταν πια μόνος.»..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η Πρόβα των Σκιών

 

Ο ηλικιωμένος δεν είπε αμέσως το όνομά του.

Σαν να ήξερε πως τα ονόματα, μέσα σε εκείνο το υπόγειο, δεν λειτουργούσαν μόνο ως συστάσεις. Ήταν κλειδιά. Και κάθε κλειδί είχε το τίμημά του.

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Ποιος βγήκε μαζί του;»

Ο άντρας δεν απάντησε.

Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στον καθρέφτη, εκεί όπου πριν από λίγες στιγμές είχε εμφανιστεί το πρόσωπο του Ορέστη Βαλμά. Η γκρίζα επιφάνεια είχε ακινητοποιηθεί ξανά, αλλά όχι εντελώς. Κάτω από το γυαλί έμοιαζε να κινείται κάτι πολύ αργά, σαν σκιά που ανέπνεε σε άλλο δωμάτιο.

«Σας ρώτησα ποιος βγήκε μαζί του.»

Η φωνή του Νικήτα είχε σκληρύνει.

Η Άρια τον κοίταξε. Αναγνώρισε εκείνη τη λεπτή ένταση στη γνάθο του, εκείνον τον τρόπο που είχε να στέκεται όταν ο φόβος μεταμφιεζόταν σε θυμό. Επτά χρόνια πριν θα τον άγγιζε. Τώρα δεν το έκανε. Ήξερε πως κάποιες αλήθειες πρέπει πρώτα να βρουν χώρο για να πέσουν.

Ο ηλικιωμένος σήκωσε επιτέλους τα μάτια.

«Δεν ξέρω ποιος ήταν.»

«Τότε τι είδατε;»

«Μια δεύτερη σκιά.»

Ο Πάρης γέλασε νευρικά.

«Συγγνώμη, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα.»

Ο άντρας γύρισε προς το μέρος του.

«Στο θέατρο, αγόρι μου, οι σκιές σημαίνουν πάντα περισσότερα απ’ όσα επιτρέπουν οι άνθρωποι.»

Η Νεφέλη σταύρωσε τα χέρια.

«Και ποιος σας έδωσε δικαίωμα να κατεβείτε εδώ;»

Ο ηλικιωμένος την κοίταξε για λίγο με ένα παράξενο μείγμα τρυφερότητας και ανησυχίας.

«Εγώ είχα το κλειδί πριν γεννηθείς.»

«Δεν είναι απάντηση.»

«Οι σωστές απαντήσεις σπάνια μοιάζουν με απαντήσεις στην αρχή.»

Η Νεφέλη έκανε να μιλήσει, αλλά η Άρια την πρόλαβε.

«Το όνομά σας.»

Η ερώτηση ειπώθηκε ήρεμα.

Γι’ αυτό ακούστηκε περισσότερο.

Ο ηλικιωμένος πήρε μια αργή ανάσα.

«Αλέκος Ναρλής.»

Το όνομα δεν προκάλεσε καμία αντίδραση στους νέους. Ο Νικήτας, όμως, ακινητοποιήθηκε.

Η Άρια το πρόσεξε.

«Τον ξέρεις;»

«Όχι.» Η απάντησή του ήρθε πολύ γρήγορα. «Το έχω ακούσει.»

Ο Αλέκος χαμογέλασε χωρίς χαρά.

«Από τον Λυσιμάχου, φαντάζομαι.»

Ο Νικήτας δεν απάντησε.

Η σιωπή πήρε τη θέση της μέσα στο δωμάτιο.


Ο Αλέκος Ναρλής είχε υπάρξει φροντιστής σκηνής, τεχνικός, υποβολέας, φύλακας και, όπως είπε ο ίδιος, «ο άνθρωπος που έμενε όταν όλοι οι άλλοι έφευγαν».

Είχε υπηρετήσει τη Σχολή τριάντα οκτώ χρόνια.

Ήξερε ποια σανίδια έτριζαν με την υγρασία, ποιοι προβολείς έπεφταν αν τους άγγιζες στη λάθος βίδα, ποια καμαρίνια δεν έπρεπε να κλειδώνουν και ποια δεν έπρεπε να ανοίγουν μετά τα μεσάνυχτα.

Ήξερε και τον Μάνο Λυσιμάχου πριν γίνει θρύλος.

«Ήταν άλλος άνθρωπος τότε,» είπε.

«Καλύτερος;» ρώτησε η Άρια.

Ο Αλέκος έσκυψε το κεφάλι.

«Πιο πεινασμένος.»

«Δεν είναι το ίδιο;»

«Όχι. Ο καλύτερος άνθρωπος θέλει να φτιάξει κάτι. Ο πεινασμένος θέλει να αποδείξει ότι μόνο αυτός μπορεί να το φτιάξει.»

Ο Νικήτας πλησίασε ξανά τον καθρέφτη.

«Τι σχέση είχε ο πατέρας μου μαζί σας;»

Ο Αλέκος δεν απάντησε αμέσως.

Πέρασε το χέρι του πάνω από την ξύλινη κορνίζα χωρίς να την αγγίξει.

«Ο Ορέστης ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι ο καθρέφτης δεν έδειχνε πρόσωπα.»

«Τι έδειχνε;»

«Αυτό που μένει από έναν άνθρωπο όταν σταματήσει να παίζει.»

Η φράση έμεινε ανάμεσά τους.

Η Νεφέλη κοίταξε ξανά το γκρίζο γυαλί.

«Δηλαδή μνήμες;»

«Όχι ακριβώς.»

«Φόβους;»

«Ούτε.»

Ο Αλέκος γύρισε προς όλους.

«Δείχνει τη σκιά του ρόλου που δεν έζησες.»

Ο Πάρης έκανε μια μικρή γκριμάτσα.

«Αυτό ακούγεται σαν κάτι που θα έλεγε δάσκαλος υποκριτικής για να μας κάνει να νιώσουμε άσχημα.»

«Οι δάσκαλοι υποκριτικής δανείζονται συχνά τις αλήθειες των φαντασμάτων.»

Ο Νικήτας έχασε την υπομονή του.

«Και ο πατέρας μου;»

Ο Αλέκος τον κοίταξε ευθεία.

«Ο πατέρας σου στάθηκε μπροστά του τη νύχτα πριν από την πρεμιέρα.»

«Και;»

«Ο καθρέφτης τού έδειξε ότι θα έβγαινε στη σκηνή.»

Ο Νικήτας συνοφρυώθηκε.

«Αυτό δεν είναι παράξενο.»

«Ναι. Μόνο που του έδειξε ότι θα έβγαινε χωρίς σκιά.»

Κανείς δεν μίλησε.

Η Άρια ένιωσε το δέρμα της να ανατριχιάζει.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Τότε δεν ήξερα. Ούτε εκείνος. Τώρα πιστεύω πως του έδειξε ότι θα έμενε ο ρόλος, αλλά όχι ο άνθρωπος.»

Ο Νικήτας γύρισε απότομα.

«Ο πατέρας μου δεν εξαφανίστηκε μέσα σε καθρέφτη.»

«Δεν είπα αυτό.»

«Τότε τι λέτε;»

«Λέω ότι η εξαφάνισή του άρχισε πριν φύγει.»

Η φράση χτύπησε τον Νικήτα πιο δυνατά απ’ όσο θα μπορούσε οποιαδήποτε κατηγορία.

Η Άρια το είδε στο πρόσωπό του.

Η Νεφέλη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή στεκόταν σαν να μην την άγγιζε τίποτα, χαμήλωσε το βλέμμα. Ο Πάρης πήγε λίγο πιο κοντά της, όχι αρκετά για να φανεί χειρονομία προστασίας, αρκετά όμως για να μην είναι τυχαίο.

Τότε ακούστηκε ένας ήχος από τον διάδρομο.

Όχι καμπάνα.

Βήματα.

Σταθερά.

Αργά.

Με τον ρυθμό ανθρώπου που δεν βιαζόταν, επειδή ήξερε ότι όλοι τον περίμεναν.

Ο Αλέκος χλόμιασε.

«Κλείστε τον καθρέφτη.»

Η Άρια γύρισε.

«Πώς;»

«Με το ύφασμα.»

Στη γωνία του δωματίου υπήρχε ένα βαρύ μαύρο πανί διπλωμένο πάνω σε ξύλινο κιβώτιο. Ο Πάρης το άρπαξε πρώτος. Η Νεφέλη τον βοήθησε. Μαζί το σήκωσαν και το πέρασαν πάνω από την κορνίζα.

Για μια στιγμή όλα ησύχασαν.

Ύστερα η πόρτα άνοιξε.


Ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Σχολής λεγόταν Αχιλλέας Μόσχος.

Ήταν γύρω στα πενήντα, ψηλός, αδύνατος, με πρόσωπο που είχε μάθει να χαμογελά χωρίς να αποκαλύπτει τίποτα. Φορούσε μαύρο πουκάμισο χωρίς γραβάτα και κρατούσε ένα παλιό δερμάτινο σημειωματάριο.

Δεν φάνηκε να εκπλήσσεται που τους βρήκε εκεί.

Ούτε που είδε τον Αλέκο.

«Ήρθες νωρίτερα απ’ όσο περίμενα,» είπε.

Ο Αλέκος τον κοίταξε με δυσπιστία.

«Εσύ τον έβγαλες;»

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε.

Το βλέμμα του μετακινήθηκε στο μαύρο ύφασμα.

«Υποθέτω ότι τον είδατε.»

«Ποιος είστε ακριβώς;» ρώτησε ο Νικήτας.

Ο Αχιλλέας στράφηκε προς το μέρος του.

«Ο άνθρωπος που σας κάλεσε πίσω.»

«Γιατί;»

«Επειδή η επέτειος χρειάζεται παράσταση.»

«Αυτό δεν είναι απάντηση.»

«Είναι η επίσημη.»

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.

Η Άρια μίλησε πριν η ένταση αποκτήσει σώμα.

«Και η ανεπίσημη;»

Ο Αχιλλέας την κοίταξε.

Το βλέμμα του κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια.

«Η ανεπίσημη είναι ότι η Σχολή δεν κλείνει πενήντα χρόνια.»

Η Άρια περίμενε.

«Κλείνει έναν κύκλο.»

Το υπόγειο έμοιασε να μικραίνει.

«Τι κύκλο;» ρώτησε η Νεφέλη.

Ο Αχιλλέας άνοιξε το σημειωματάριό του.

Στις σελίδες υπήρχαν σχέδια, ημερομηνίες, ονόματα, σημάδια που έμοιαζαν με θέσεις ηθοποιών πάνω σε κάτοψη.

«Κάθε επτά χρόνια,» είπε, «το κτίριο παρουσιάζει το ίδιο φαινόμενο.»

Ο Πάρης γέλασε αμήχανα.

«Τι εννοείτε, “το κτίριο παρουσιάζει”; Σαν να έχει πυρετό;»

Ο Αχιλλέας τον κοίταξε σοβαρά.

«Ακριβώς έτσι.»

Ξεφύλλισε το σημειωματάριο.

«Τρεις χτύποι. Μετατόπιση φωτισμού χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Ανεξήγητες ηχογραφήσεις. Αντικείμενα που εμφανίζονται σε κλειδωμένους χώρους. Πρόσωπα σε καθρέφτες που δεν βρίσκονται μπροστά τους.»

Σταμάτησε.

«Και στο τέλος, μια πρεμιέρα.»

Η Άρια ένιωσε την παλιά αίσθηση να επιστρέφει. Εκείνη που είχε γνωρίσει στα πρώτα της χρόνια στη Σχολή. Το συναίσθημα ότι η ζωή τους δεν κινείτο γύρω από την παράσταση, αλλά μέσα σε αυτήν.

«Και τώρα;»

Ο Αχιλλέας έκλεισε το σημειωματάριο.

«Τώρα εμφανίστηκε η τέταρτη καμπάνα.»

Ο Αλέκος έκανε τον σταυρό του ασυναίσθητα.

Η Νεφέλη το πρόσεξε.

«Τι σημαίνει;»

Ο ηλικιωμένος δεν απάντησε.

Ο Αχιλλέας απάντησε για εκείνον.

«Ότι αυτή τη φορά το κτίριο δεν ζητά μόνο να θυμηθεί.»

«Τι ζητά;» ρώτησε η Άρια.

Ο Αχιλλέας χαμήλωσε τη φωνή.

«Να ολοκληρώσει.»


Η πρώτη επίσημη συνάντηση της επετειακής παράστασης έγινε δύο ώρες αργότερα στη μεγάλη σκηνή.

Κανείς δεν αναφέρθηκε στον καθρέφτη.

Κανείς δεν μίλησε για τον Αλέκο.

Κανείς δεν ρώτησε τι ακριβώς θα ολοκλήρωνε το κτίριο.

Οι σπουδαστές είχαν καθίσει σε ημικύκλιο πάνω στη σκηνή. Είκοσι τέσσερις νέοι άνθρωποι, με τετράδια στα γόνατα, μπουκάλια νερό, κινητά κρυμμένα κάτω από παλτά και βλέμματα που προσπαθούσαν να δείχνουν αδιάφορα ενώ διψούσαν για διανομή.

Η Άρια και ο Νικήτας κάθισαν στο πλάι.

Οι παλιοί ανάμεσα στους καινούργιους.

Οι μάρτυρες ανάμεσα στους υποψήφιους.

Η Άρια αναγνώρισε αμέσως τη Νεφέλη και τον Πάρη. Δίπλα τους κάθονταν δύο ακόμη πρόσωπα που τράβηξαν την προσοχή της.

Μια κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά, πολύ χλωμή, που κρατούσε τα χέρια της διπλωμένα σαν να προστάτευε κάτι.

Κι ένας νεαρός με ξυρισμένο κεφάλι, αθλητικό σώμα και βλέμμα που δεν σταματούσε πουθενά περισσότερο από δύο δευτερόλεπτα.

Ο Αχιλλέας στάθηκε στο κέντρο.

«Η επετειακή παράσταση δεν θα είναι αναδρομή,» είπε. «Δεν θα τιμήσουμε τη Σχολή με φωτογραφίες, αποσπάσματα και συγκίνηση ασφαλείας.»

Μερικοί γέλασαν.

«Θα δουλέψουμε πάνω σε καινούργιο κείμενο.»

Έδωσε σήμα σε μια βοηθό, η οποία μοίρασε δεμένα αντίτυπα.

Το εξώφυλλο ήταν γκρίζο.

Χωρίς εικόνα.

Χωρίς συγγραφέα.

Μόνο ένας τίτλος:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η ΠΡΟΒΑ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ (2)

 

Η Άρια ένιωσε τον Νικήτα να σκληραίνει δίπλα της.

«Το ήξερες;» ψιθύρισε.

«Όχι.»

Άνοιξαν τα αντίτυπα.

Η πρώτη σελίδα δεν είχε κατάλογο προσώπων.

Είχε μόνο μια φράση:

Κάθε ηθοποιός εισέρχεται στη σκηνή μαζί με τη σκιά εκείνου που θα μπορούσε να είχε γίνει.

 

Η Άρια σήκωσε το βλέμμα προς τον Αχιλλέα.

«Ποιος το έγραψε;»

«Δεν γνωρίζουμε.»

Ένα χαμηλό μουρμουρητό πέρασε από τον κύκλο.

Η Νεφέλη μίλησε χωρίς να σηκώσει το χέρι.

«Δηλαδή βρήκατε ένα ανώνυμο έργο και αποφασίσατε να το ανεβάσετε;»

«Το έργο δεν βρέθηκε.»

«Τότε;»

«Παραδόθηκε.»

«Από ποιον;»

«Δεν υπήρχε αποστολέας.»

Ο Πάρης κοίταξε τη Νεφέλη.

Εκείνη δεν χαμογέλασε.

Ο Αχιλλέας συνέχισε.

«Το χειρόγραφο εμφανίστηκε πριν από τρεις μήνες πάνω στη σκηνή. Το κτίριο ήταν κλειδωμένο. Οι κάμερες δεν κατέγραψαν κανέναν.»

Η χλωμή κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά άφησε το αντίτυπό της να πέσει.

Ο ήχος του χαρτιού ακούστηκε υπερβολικά καθαρά.

Όλοι γύρισαν προς το μέρος της.

«Δανάη;» είπε ο Αχιλλέας.

Η κοπέλα δεν απάντησε.

Κοίταζε την πρώτη σελίδα.

«Αυτό το κείμενο...» ψιθύρισε.

«Τι;»

«Το έχω ξαναδεί.»

Η Άρια έσκυψε μπροστά.

«Πού;»

Η Δανάη σήκωσε αργά τα μάτια.

«Στον ύπνο μου.»

Κανείς δεν γέλασε.


Η ανάγνωση άρχισε χωρίς διανομή.

Ο Αχιλλέας ζήτησε από τους σπουδαστές να αλλάζουν ρόλους κάθε λίγες σελίδες. Κανείς δεν θα κρατούσε ένα πρόσωπο. Όλοι θα δοκίμαζαν όλους.

«Δεν θέλω χαρακτήρες,» είπε. «Θέλω ρωγμές.»

Το έργο δεν είχε συμβατική πλοκή.

Μια ομάδα ηθοποιών έμπαινε σε ένα εγκαταλειμμένο θέατρο για να ολοκληρώσει μια παράσταση που είχε διακοπεί χρόνια πριν. Κάθε σκηνή τούς ανάγκαζε να αναμετρηθούν με μια εκδοχή του εαυτού τους που είχαν εγκαταλείψει: τον γενναίο που δεν έγιναν, τον προδότη που ίσως υπήρξαν, τον εραστή που άφησαν να φύγει, το παιδί που έμαθε να χειροκροτεί πριν μάθει να ζητά βοήθεια.

Η γλώσσα ήταν κοφτή.

Ποιητική χωρίς στολίδια.

Και παράξενα οικεία.

Η Άρια ένιωθε ότι κάποιες φράσεις είχαν γραφτεί για εκείνη.

Όχι γενικά.

Για εκείνη.

Σε μια από τις σκηνές, μια γυναίκα έπρεπε να πει:

«Γύρισα επειδή νόμιζα ότι είχα συγχωρήσει. Μα η συγχώρεση είναι απλώς μνήμη που έμαθε να στέκεται όρθια.»

Η Άρια σταμάτησε να αναπνέει.

Ο Νικήτας γύρισε προς το μέρος της.

Κανείς άλλος δεν κατάλαβε.

Ο Αχιλλέας όμως τους είδε.

«Άρια,» είπε. «Πάνω.»

Εκείνη σήκωσε το κεφάλι.

«Δεν είμαι στη διανομή.»

«Ακόμα.»

«Είμαι εδώ ως προσκεκλημένη.»

«Στο θέατρο δεν υπάρχουν προσκεκλημένοι. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν παραδεχτεί ακόμη ότι έχουν ρόλο.»

Η φράση προκάλεσε μερικά νευρικά χαμόγελα.

Η Άρια δεν χαμογέλασε.

Σηκώθηκε.

Ανέβηκε στο κέντρο.

Ο Αχιλλέας έδειξε τον νεαρό με το ξυρισμένο κεφάλι.

«Μάρκο, μαζί της.»

Ο Μάρκος σηκώθηκε με προθυμία που έμοιαζε περισσότερο με πρόκληση παρά με πειθαρχία.

Στάθηκε απέναντι από την Άρια.

Το απόσπασμα ήταν απλό.

Δύο άνθρωποι συναντιούνται ύστερα από χρόνια.

Ο ένας θυμάται.

Ο άλλος αρνείται.

«Από την αρχή,» είπε ο Αχιλλέας.

Η Άρια κοίταξε το κείμενο.

Ο Μάρκος δεν το κοίταξε καθόλου.

«Άργησες,» είπε.

Η λέξη πέρασε μέσα της σαν παλιός ήχος.

Ίδια αρχή.

Ίδια σχεδόν στιγμή.

Όπως με τον Νικήτα στο φουαγιέ.

Η Άρια σήκωσε τα μάτια.

«Εσύ με περίμενες.»

«Όχι.»

«Τότε γιατί είσαι ακόμη εδώ;»

Ο Μάρκος χαμογέλασε.

«Για να δω αν γύρισες μόνη.»

Η Άρια ένιωσε κάτι να μετακινείται στον χώρο.

Όχι ανάμεσά τους.

Πίσω της.

Σαν τρίτος ηθοποιός που είχε μπει στη σκηνή χωρίς να τον καλέσουν.

Ο Αχιλλέας δεν τους σταμάτησε.

«Συνέχισε,» είπε.

Η Άρια γύρισε ελάχιστα το κεφάλι.

Στο πάτωμα, κάτω από το φως, υπήρχε η σκιά της.

Υπήρχε και η σκιά του Μάρκου.

Και ανάμεσά τους...

μια τρίτη.

Ψηλότερη.

Ακίνητη.

Χωρίς σώμα.

Η Άρια πάγωσε.

Ο Μάρκος ακολούθησε το βλέμμα της και χλόμιασε.

Οι σπουδαστές άρχισαν να ψιθυρίζουν.

Ο Πάρης σηκώθηκε από τη θέση του.

«Το βλέπετε;»

Η Νεφέλη τού άρπαξε τον καρπό.

«Μη σηκωθείς.»

Η τρίτη σκιά έγειρε αργά το κεφάλι.

Η Άρια έκανε ένα βήμα πίσω.

Η σκιά δεν μετακινήθηκε.

Ο Νικήτας σηκώθηκε όρθιος.

«Σβήστε το φως.»

Κανείς δεν κινήθηκε.

«Σβήστε το φως!»

Ο τεχνικός πάτησε τον διακόπτη.

Η σκηνή βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Για δύο δευτερόλεπτα δεν υπήρχε τίποτα.

Ύστερα ακούστηκε η καμπάνα.

Μία φορά.

Δεύτερη.

Τρίτη.

Η Άρια έκλεισε τα μάτια.

Περίμενε.

Η τέταρτη ήρθε πιο βαριά.

Και μαζί της μια φωνή.

Όχι δυνατή.

Όχι κοντινή.

Μα αρκετά καθαρή ώστε να την ακούσουν όλοι.

«Ο ρόλος θυμάται ποιος τον εγκατέλειψε.»

Τα φώτα άναψαν.

Η τρίτη σκιά είχε εξαφανιστεί.

Ο Μάρκος στεκόταν απέναντι από την Άρια, ιδρωμένος, με το πρόσωπο άδειο.

Στο πάτωμα ανάμεσά τους υπήρχε ένα διπλωμένο χαρτί.

Η Άρια έσκυψε.

Ο Νικήτας έφτασε κοντά της την ίδια στιγμή.

«Μην το αγγίξεις.»

Εκείνη τον κοίταξε.

«Το έχω ξανακούσει αυτό.»

Άπλωσε το χέρι.

Το χαρτί ήταν ζεστό.

Το άνοιξε.

Πάνω του υπήρχε μόνο μία γραμμή, γραμμένη με μαύρη μελάνη:

Η πρώτη σκιά ανήκει στον νεκρό.
Η δεύτερη στον ένοχο.
Η τρίτη στον μάρτυρα.
Η τέταρτη δεν έχει ακόμη διαλέξει σώμα.

Ο Νικήτας διάβασε πάνω από τον ώμο της.

Η Άρια ένιωσε την ανάσα του να σταματά.

Ο Αχιλλέας πλησίασε.

Για πρώτη φορά από τότε που είχε εμφανιστεί, η ψυχραιμία του έμοιαζε ραγισμένη.

«Δώσ’ το μου.»

Η Άρια δίπλωσε το χαρτί.

«Όχι.»

«Δεν είναι δικό σου.»

«Τότε τίνος είναι;»

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε.

Στο πίσω μέρος της σκηνής ακούστηκε ξαφνικά ένας βήχας.

Όλοι γύρισαν.

Ένας άντρας στεκόταν στη σκιά της πλαϊνής εισόδου.

Λευκά μαλλιά.

Μάλλινο σακάκι.

Το σώμα λίγο πιο σκυφτό από παλιά, το βλέμμα όμως ίδιο: κοφτερό, διεισδυτικό, επικίνδυνα ήρεμο.

Ο Μάνος Λυσιμάχου.

Η Άρια ένιωσε κάτι μέσα της να επιστρέφει στη θέση του και ταυτόχρονα να σπάει.

Ο Νικήτας έμεινε ακίνητος.

Ο Αχιλλέας γύρισε αργά προς τον παλιό δάσκαλο.

«Δεν σε καλέσαμε.»

Ο Λυσιμάχου μπήκε στο φως.

«Τα θέατρα δεν καλούν. Ανακαλούν.»

Το βλέμμα του πέρασε από τους σπουδαστές, στάθηκε για λίγο στη Νεφέλη, στον Πάρη, στη Δανάη, στον Μάρκο.

Ύστερα στην Άρια.

Τέλος στον Νικήτα.

«Έπρεπε να έχετε κάψει το κείμενο,» είπε.

Ο Αχιλλέας έκλεισε το σημειωματάριό του.

«Και να αφήσουμε την ιστορία να ξαναρχίσει μόνη της;»

Ο Λυσιμάχου χαμογέλασε πικρά.

«Η ιστορία δεν ξαναρχίζει ποτέ μόνη της. Πάντα κάποιος τη σκηνοθετεί.»

Η Άρια σήκωσε το χαρτί.

«Ποιος έγραψε αυτό;»

Ο Λυσιμάχου το κοίταξε.

Για μια στιγμή το πρόσωπό του έχασε κάθε άμυνα.

Όχι φόβος.

Αναγνώριση.

«Αυτή η γραφή...» ψιθύρισε.

Ο Νικήτας πλησίασε.

«Τίνος είναι;»

Ο Λυσιμάχου σήκωσε τα μάτια.

«Του Ορέστη.»

Η λέξη άνοιξε τον χώρο σαν μαχαίρι.

Ο Νικήτας χλόμιασε.

«Ο πατέρας μου πέθανε.»

Ο Λυσιμάχου τον κοίταξε με εκείνη την ανελέητη τρυφερότητα που έχουν μερικές αλήθειες.

«Το σώμα του, ίσως.»

Κανείς δεν κινήθηκε.

Η Άρια ένιωσε τη Σχολή να κρατά την αναπνοή της.

Και τότε, από το υπόγειο, κάτω από τα πόδια τους, ακούστηκε ένας βαθύς μεταλλικός κρότος.

Σαν κάτι βαρύ να είχε πέσει.

Ή σαν κάποιος να είχε χτυπήσει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη.

Ο Λυσιμάχου έκλεισε τα μάτια.

«Αργήσαμε,» είπε.

Η τέταρτη καμπάνα ήχησε ξανά.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ακούστηκε από το κτίριο.

Ακούστηκε μέσα από το αντίτυπο της Άριας.

Οι σελίδες άρχισαν να γυρίζουν μόνες τους.

Σταμάτησαν σε ένα κεφάλαιο που κανείς δεν είχε διαβάσει.

Στην κορυφή υπήρχε ένας τίτλος:

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ — Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΥΓΕ ΠΟΤΕ

Και από κάτω, τέσσερα ονόματα:

Άρια.
Νικήτας.
Μάνος.
Ορέστης.

Η Άρια κοίταξε τον Νικήτα.

Εκείνος δεν κοιτούσε το βιβλίο.

Κοιτούσε τη σκοτεινή είσοδο της σκηνής.

Κάποιος στεκόταν εκεί.

Όχι ο Αλέκος.

Όχι κάποιος από τους σπουδαστές.

Μια ανδρική μορφή, μισή στο σκοτάδι και μισή κάτω από το φως ασφαλείας.

Το πρόσωπό της δεν φαινόταν.

Μόνο η στάση.

Το ελαφρώς σκυμμένο κεφάλι.

Τα χέρια χαλαρά στο πλάι.

Ακριβώς όπως στην παλιά φωτογραφία.

Ο Νικήτας ψιθύρισε μία μόνο λέξη.

«Πατέρα;»

Η μορφή σήκωσε αργά το κεφάλι.

Και όλα τα φώτα έσβησαν..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Το πρόσωπο πίσω από το γυαλί

 

Το σκοτάδι δεν έπεσε πάνω στη σκηνή.

Αναδύθηκε από μέσα της.

Για μερικά δευτερόλεπτα κανείς δεν ήξερε πού τελείωνε το σώμα του και πού άρχιζε ο χώρος. Οι ανάσες ακούγονταν κοντά και ταυτόχρονα απελπιστικά μακριά. Κάποιος ψιθύρισε ένα όνομα. Κάποιος άλλος έριξε μια καρέκλα. Από την πλατεία ήρθε ο πνιχτός ήχος ενός ανθρώπου που προσπαθούσε να μη φωνάξει.

Η Άρια άπλωσε το χέρι της.

Βρήκε τον Νικήτα από τον καρπό.

Το δέρμα του ήταν παγωμένο.

«Είμαι εδώ,» είπε.

Δεν ήξερε αν μιλούσε σ’ εκείνον ή στον εαυτό της.

Ο Νικήτας δεν απάντησε.

Το χέρι του έσφιξε το δικό της τόσο δυνατά, που για μια στιγμή πόνεσε. Ήταν ο μόνος τρόπος που είχε να αποδείξει πως δεν είχε χαθεί μέσα στο σκοτάδι.

Τότε ακούστηκε μια ανάσα.

Όχι ανάμεσά τους.

Από τη σκηνή.

Από το σημείο όπου στεκόταν η μορφή.

Βαθιά.

Κουρασμένη.

Ανθρώπινη.

«Νικήτα.»

Η φωνή δεν ήταν δυνατή.

Ήταν όμως αρκετή για να κόψει τον χρόνο στα δύο.

Ο Νικήτας έμεινε ακίνητος.

Η Άρια ένιωσε το σώμα του να αδειάζει από κάθε άμυνα.

«Πατέρα;»

Η λέξη βγήκε χαμηλή.

Όχι σαν ερώτηση.

Σαν παιδική μνήμη.

Σαν κάτι που είχε περιμένει χρόνια πίσω από τα δόντια.

Η μορφή δεν απάντησε.

Από τον διάδρομο ακούστηκαν γρήγορα βήματα και μια σειρά από μεταλλικά κλικ. Τα φώτα ασφαλείας άναψαν ένα ένα, πρώτα στα πλαϊνά, ύστερα στο πίσω μέρος της σκηνής.

Το αχνό πράσινο φως φανέρωσε μόνο άδειο χώρο.

Η μορφή είχε εξαφανιστεί.


Ο Νικήτας έτρεξε προς την είσοδο.

Η Άρια τον ακολούθησε.

Πίσω τους ξέσπασαν φωνές. Οι σπουδαστές σηκώνονταν, κάποιοι κοιτούσαν γύρω τους, άλλοι έψαχναν τα κινητά τους. Ο Αχιλλέας φώναζε οδηγίες στους τεχνικούς. Ο Μάρκος έβριζε χαμηλά. Η Δανάη είχε μείνει καθισμένη, κοιτάζοντας το αντίτυπό της σαν να περίμενε να της μιλήσει.

Ο Λυσιμάχου δεν κινήθηκε.

Στεκόταν στο κέντρο της σκηνής, με τα μάτια καρφωμένα στο σημείο όπου είχε φανεί η μορφή.

Σαν να είχε ήδη δει αυτή τη σκηνή.

Σαν να είχε φοβηθεί ότι κάποτε θα ξαναπαιζόταν.

Η Άρια και ο Νικήτας βγήκαν στον πλαϊνό διάδρομο.

Άδειος.

Στο τέρμα, μια πυράντοχη πόρτα αιωρούνταν ακόμη ελάχιστα, σαν κάποιος να την είχε μόλις περάσει.

Ο Νικήτας την άνοιξε απότομα.

Πίσω της δεν υπήρχε κανείς.

Μόνο η στενή σκάλα προς το υπόγειο.

Και στη μέση του πρώτου σκαλοπατιού, ένα ζευγάρι γυαλιά.

Παλιού τύπου.

Με λεπτό μεταλλικό σκελετό.

Ο Νικήτας έσκυψε και τα πήρε.

Τα κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλά.

Η Άρια κατάλαβε πριν τον ακούσει.

«Ήταν δικά του;»

Ο Νικήτας έγνεψε.

Το πρόσωπό του είχε χάσει το χρώμα του.

«Τα φορούσε μόνο όταν διάβαζε.»

«Είσαι σίγουρος;»

Ο Νικήτας στράφηκε προς το μέρος της.

«Τα θυμάμαι από μια φωτογραφία.»

Η φωνή του έσπασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

«Υπήρχε στο σπίτι μας. Η μητέρα μου την είχε κρυμμένη μέσα σ’ ένα βιβλίο.»

Η Άρια κοίταξε τα γυαλιά.

Στον δεξί βραχίονα υπήρχε μια μικρή χαραγή.

Τρία κάθετα σημάδια.

Και δίπλα τους, πιο αχνά, ένα τέταρτο.


Ο Αχιλλέας εμφανίστηκε πίσω τους.

«Δώσ’ τα μου.»

Ο Νικήτας έκλεισε τα γυαλιά μέσα στη γροθιά του.

«Όχι.»

«Ανήκουν στο αρχείο της Σχολής.»

«Ανήκουν στον πατέρα μου.»

Ο Αχιλλέας έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Δεν ξέρεις ακόμη σε ποιον ανήκουν.»

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.

«Πρόσεχε.»

Η Άρια στάθηκε ανάμεσά τους πριν το σώμα του θυμού πάρει αποφάσεις.

«Αχιλλέα, ξέρατε ότι υπήρχαν;»

Εκείνος την κοίταξε.

«Όχι.»

«Και ξέρατε ότι θα εμφανιζόταν εκείνος;»

«Δεν ξέρω αν εμφανίστηκε εκείνος.»

«Τον είδαμε όλοι.»

«Είδατε μια μορφή.»

«Μίλησε στον Νικήτα.»

Ο Αχιλλέας χαμήλωσε τη φωνή.

«Οι χώροι σαν αυτόν ξέρουν πώς να μιμούνται τις ανάγκες μας.»

Η Άρια ένιωσε κάτι να σκληραίνει μέσα της.

«Και οι άνθρωποι σαν εσάς ξέρουν πώς να κρύβονται πίσω από γενικές φράσεις.»

Ο Αχιλλέας την κοίταξε χωρίς να θυμώσει.

Αυτό ήταν χειρότερο.

«Θα μάθετε όσα χρειάζεται.»

«Αυτό το αποφασίσαμε χρόνια πριν,» είπε ο Νικήτας. «Δεν θα ξαναδεχτούμε άλλον άνθρωπο να μας δίνει την αλήθεια σε δόσεις.»

Από πίσω τους ακούστηκε η φωνή του Λυσιμάχου.

«Και όμως, αυτό ακριβώς κάνετε κι εσείς.»

Οι τρεις γύρισαν.

Ο παλιός δάσκαλος στεκόταν λίγα βήματα πιο πάνω στη σκάλα.

Το βλέμμα του πήγε στα γυαλιά.

Για πρώτη φορά φάνηκε πραγματικά ταραγμένος.

«Από πού τα βρήκες;»

«Εδώ.»

Ο Λυσιμάχου κατέβηκε αργά.

Άπλωσε το χέρι, αλλά ο Νικήτας δεν του τα έδωσε.

«Τα αναγνωρίζεις;»

Ο Λυσιμάχου δεν απάντησε.

«Τα αναγνωρίζεις;»

«Ναι.»

«Ήταν του πατέρα μου;»

Ο Λυσιμάχου έκλεισε για λίγο τα μάτια.

«Ναι.»

Η σιωπή έγινε βαριά.

Ο Νικήτας κοίταξε τα γυαλιά ξανά, λες και περίμενε να εμφανιστεί πάνω τους ένα πρόσωπο.

«Τότε ήταν αυτός.»

Ο Λυσιμάχου σήκωσε το βλέμμα.

«Όχι απαραίτητα.»

«Μη μου το κάνεις αυτό.»

«Δεν προσπαθώ να σε πληγώσω.»

«Επτά χρόνια πριν έλεγες το ίδιο.»

Η φωνή του Νικήτα ακούστηκε πολύ δυνατά στη σκάλα.

«Και πάντα ήξερες περισσότερα.»

Ο Λυσιμάχου δέχτηκε τα λόγια χωρίς να αμυνθεί.

«Ναι.»

Η παραδοχή απογύμνωσε τον θυμό.

Ο Νικήτας έμεινε για λίγο χωρίς επόμενη φράση.

Ο Λυσιμάχου κοίταξε την Άρια.

«Πρέπει να πάμε στον καθρέφτη.»


Το υπόγειο είχε αλλάξει.

Δεν ήταν αλλαγή που μπορούσε να μετρηθεί.

Οι τοίχοι παρέμεναν στη θέση τους. Ο γυμνός λαμπτήρας συνέχιζε να τρεμοπαίζει. Το ξύλινο τραπέζι ήταν εκεί. Το μαύρο ύφασμα κάλυπτε τον καθρέφτη.

Κι όμως ο χώρος έμοιαζε βαθύτερος.

Σαν να είχε προστεθεί πίσω του ένα δωμάτιο που δεν υπήρχε πριν.

Ο Αλέκος στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη.

Δίπλα του η Νεφέλη και ο Πάρης.

Η Νεφέλη κρατούσε έναν μεταλλικό φακό. Ο Πάρης είχε στο χέρι το δερμάτινο σημειωματάριο του Αχιλλέα.

Ο Αχιλλέας σταμάτησε απότομα.

«Πού το βρήκες αυτό;»

Ο Πάρης ανασήκωσε το πηγούνι.

«Έπεσε στη σκηνή.»

«Δώσ’ το μου.»

«Πρώτα πείτε μας γιατί υπάρχουν τα ονόματά μας μέσα.»

Η Νεφέλη άνοιξε το σημειωματάριο σε μια σελίδα.

Τέσσερα ονόματα ήταν γραμμένα κάθετα.

Νεφέλη Καρρά.

Πάρης Ζωγράφος.

Δανάη Σερέτη.

Μάρκος Φωκάς.

Δίπλα σε κάθε όνομα υπήρχε μία λέξη.

Σώμα.

Φωνή.

Μνήμη.

Σκιά.

Ο Πάρης κοίταξε τον Αχιλλέα.

«Τι είναι αυτά; Διανομή;»

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε.

Ο Αλέκος μίλησε χαμηλά.

«Όχι. Θέσεις.»

Η Άρια γύρισε προς το μέρος του.

«Τι θέσεις;»

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον καθρέφτη.

«Για την τέταρτη καμπάνα.»

Ο Νικήτας έσφιξε τα γυαλιά μέσα στο χέρι του.

«Μίλα καθαρά.»

Ο Αλέκος πήρε μια ανάσα.

«Οι τρεις πρώτοι χτύποι ήταν πάντα προειδοποίηση. Ο πρώτος καλούσε τη μνήμη. Ο δεύτερος τον μάρτυρα. Ο τρίτος τον ένοχο.»

«Και ο τέταρτος;» ρώτησε η Άρια.

«Ο τέταρτος καλεί σώμα.»

Η λέξη έμεινε στον αέρα.

Ο Πάρης γέλασε αμήχανα.

«Σώμα για ποιον;»

Ο Αλέκος δεν απάντησε.

Δεν χρειαζόταν.

Όλοι κοίταξαν τον καθρέφτη.


Ο Λυσιμάχου πλησίασε το μαύρο ύφασμα.

Ο Αλέκος τον σταμάτησε.

«Μην το κάνεις.»

«Πρέπει.»

«Δεν είμαστε έτοιμοι.»

«Δεν ήμασταν ποτέ.»

Η Άρια παρακολούθησε τα δύο γερασμένα πρόσωπα.

Υπήρχε ανάμεσά τους κάτι περισσότερο από φόβος.

Κοινή ενοχή.

«Τι έγινε τότε;» ρώτησε.

Ο Λυσιμάχου κράτησε το βλέμμα του στο ύφασμα.

«Τη νύχτα που χάθηκε ο Ορέστης, κάναμε πρόβα εδώ κάτω.»

Ο Νικήτας ακινητοποιήθηκε.

«Μου είχες πει ότι εξαφανίστηκε πριν από την πρεμιέρα.»

«Αλήθεια ήταν.»

«Όχι όλη.»

«Όχι.»

Ο Λυσιμάχου γύρισε.

Τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν ξαφνικά πολύ πιο γερασμένα.

«Ο Ορέστης είχε βρει το χειρόγραφο της Πρόβας των Σκιών.»

Ο Αχιλλέας έκλεισε τα μάτια.

Ο Αλέκος χαμήλωσε το κεφάλι.

«Πίστευε ότι ήταν παλιό κείμενο,» συνέχισε ο Λυσιμάχου. «Ένα έργο που είχε γραφτεί από τον πρώτο διευθυντή της Σχολής και δεν είχε ποτέ παρουσιαστεί.»

«Και δεν ήταν;»

«Ήταν περισσότερο από έργο.»

Η Νεφέλη γέλασε ξερά.

«Πάλι γρίφοι.»

Ο Λυσιμάχου στράφηκε προς το μέρος της.

«Ήταν ένας μηχανισμός.»

«Θεατρικός;»

«Μνημονικός.»

Η Άρια συνοφρυώθηκε.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Ότι οι σκηνές του δεν έπαιζαν μόνο με τους ηθοποιούς. Τους κατέγραφαν.»

Ο Πάρης κοίταξε τον καθρέφτη.

«Πώς γίνεται ένα έργο να καταγράφει άνθρωπο;»

«Με τον ίδιο τρόπο που μια μεγάλη παράσταση μένει μέσα σου για πάντα,» είπε ο Λυσιμάχου. «Μόνο που εδώ η διαδικασία είχε αντιστραφεί. Δεν έμενε το έργο μέσα στον ηθοποιό. Έμενε ο ηθοποιός μέσα στο έργο.»

Η Άρια ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

«Ο Ορέστης μπήκε μέσα;»

Ο Λυσιμάχου δίστασε.

«Ένα μέρος του.»

Ο Νικήτας τον κοίταζε σαν να μην τον αναγνώριζε.

«Κι εσύ το άφησες να συμβεί.»

«Προσπάθησα να το σταματήσω.»

«Αφού πρώτα το δοκίμασες πάνω του.»

Ο Λυσιμάχου δεν απάντησε.

Η σιωπή του ήταν ομολογία.

Ο Νικήτας έκανε να κινηθεί προς το μέρος του.

Η Άρια τον κράτησε.

«Όχι εδώ.»

«Πού τότε;»

Η φωνή του έτρεμε.

«Πότε θα είναι το σωστό μέρος; Πότε θα είναι η σωστή στιγμή; Όλοι σας μου ζητάτε να περιμένω από τότε που ήμουν παιδί.»

Ο Λυσιμάχου έμεινε ακίνητος.

«Έχεις δικαίωμα να με μισείς.»

«Δεν θέλω δικαίωμα.»

Ο Νικήτας σήκωσε τα γυαλιά.

«Θέλω τον πατέρα μου.»


Ο καθρέφτης χτύπησε από μέσα.

Μία φορά.

Όχι σαν γυαλί.

Σαν πόρτα.

Όλοι σώπασαν.

Δεύτερος χτύπος.

Το μαύρο ύφασμα ανασηκώθηκε ελάχιστα στη βάση.

Τρίτος.

Ο λαμπτήρας έσβησε.

Ο φακός της Νεφέλης έμεινε η μόνη πηγή φωτός.

Η δέσμη έπεφτε πάνω στο ύφασμα.

Και τότε ήρθε ο τέταρτος χτύπος.

Το μαύρο πανί έπεσε μόνο του.

Ο καθρέφτης δεν ήταν πια γκρίζος.

Αντανακλούσε το δωμάτιο.

Όλους.

Την Άρια.

Τον Νικήτα.

Τον Λυσιμάχου.

Τον Αχιλλέα.

Τον Αλέκο.

Τη Νεφέλη.

Τον Πάρη.

Όμως οι αντανακλάσεις δεν κινούνταν μαζί τους.

Στέκονταν ακίνητες.

Σαν ηθοποιοί που περίμεναν οδηγία.

Η Άρια σήκωσε αργά το χέρι.

Η αντανάκλασή της δεν την ακολούθησε.

Αντίθετα, γύρισε το κεφάλι προς τον Νικήτα.

Η αντανάκλαση του Νικήτα είχε τα μάτια κλειστά.

Η αντανάκλαση του Λυσιμάχου ήταν γονατισμένη.

Η αντανάκλαση του Αχιλλέα κρατούσε ένα μαχαίρι.

Κανείς δεν μίλησε.

Ο Πάρης έκανε ένα βήμα πίσω.

Η δική του αντανάκλαση προχώρησε μπροστά.

Κόλλησε το πρόσωπό της στην εσωτερική πλευρά του γυαλιού.

Το στόμα της άνοιξε.

Η φωνή που ακούστηκε δεν ήταν του Πάρη.

«Τέσσερις θέσεις.»

Η Νεφέλη έστρεψε τον φακό στον καθρέφτη.

Η αντανάκλασή της χαμογέλασε.

Εκείνη δεν χαμογελούσε.

«Τέσσερα σώματα,» συνέχισε η φωνή.

«Για ποιον;» ρώτησε η Άρια.

Όλες οι αντανακλάσεις γύρισαν μαζί προς το μέρος της.

«Για εκείνον που έμεινε χωρίς χρόνο.»

Ο Νικήτας πλησίασε το γυαλί.

«Πατέρα;»

Η αντανάκλασή του άνοιξε τα μάτια.

Δεν είχε το δικό του πρόσωπο.

Είχε το πρόσωπο του Ορέστη.

Μεγαλύτερο απ’ ό,τι στις φωτογραφίες.

Κουρασμένο.

Με μάτια που είχαν δει πάρα πολλές παραστάσεις χωρίς να μπορέσουν να φύγουν από καμία.

Ο Νικήτας ακούμπησε τα δάχτυλά του στο γυαλί.

Από την άλλη πλευρά, ο Ορέστης έκανε το ίδιο.

Πατέρας και γιος χωρισμένοι από μια επιφάνεια τόσο λεπτή, ώστε η απόσταση γινόταν σχεδόν προσβολή.

«Είσαι ζωντανός;»

Τα χείλη του Ορέστη κινήθηκαν.

Στην αρχή δεν ακούστηκε τίποτα.

Ύστερα μια φωνή κύλησε μέσα στο δωμάτιο.

«Όχι όπως θυμάσαι.»

Ο Νικήτας έκλεισε τα μάτια.

Η Άρια στάθηκε δίπλα του.

Δεν τον άγγιξε.

Ήξερε πως εκείνη η στιγμή δεν ανήκε σε κανέναν άλλο.

«Τι σου έκαναν;» ρώτησε.

Ο Ορέστης κοίταξε πίσω από τον γιο του.

Στον Λυσιμάχου.

«Με άφησαν να τελειώσω τη σκηνή.»

Ο Λυσιμάχου χαμήλωσε το βλέμμα.

«Συγχώρεσέ με.»

Ο Ορέστης χαμογέλασε θλιμμένα.

«Η συγχώρεση είναι πολυτέλεια των ανθρώπων που βγαίνουν από τη σκηνή.»

Η αντανάκλαση άρχισε να τρεμοπαίζει.

Ο Νικήτας πίεσε το χέρι του πάνω στο γυαλί.

«Πώς σε βγάζουμε;»

Ο Ορέστης στράφηκε ξανά προς εκείνον.

«Δεν πρέπει.»

«Δεν σε ρώτησα αυτό.»

«Αν με βγάλετε, κάτι άλλο θα μείνει μέσα.»

Η Άρια κοίταξε τα τέσσερα ονόματα στο σημειωματάριο.

Σώμα.

Φωνή.

Μνήμη.

Σκιά.

«Τα παιδιά,» είπε.

Ο Ορέστης την κοίταξε.

«Δεν είναι παιδιά για το έργο.»

Η Νεφέλη έσφιξε τον φακό.

«Δεν θα γίνουμε τίποτα για κανέναν.»

Η αντανάκλασή της γέλασε.

Ο ήχος ήταν δικός της και ταυτόχρονα ξένος.

«Έχεις ήδη πάρει θέση.»

Η Νεφέλη έκανε πίσω.

Ο Πάρης την έπιασε από τον αγκώνα.

Ο Ορέστης μίλησε πιο γρήγορα.

«Ακούστε με. Η τέταρτη καμπάνα δεν ήρθε για μένα.»

Ο Αχιλλέας χλόμιασε.

«Τότε για ποιον;»

Ο Ορέστης γύρισε αργά το πρόσωπο.

Κοίταξε την Άρια.

«Για εκείνη.»

Ο Νικήτας στράφηκε αμέσως προς το μέρος της.

«Τι εννοεί;»

Η Άρια δεν απάντησε.

Ο καθρέφτης άρχισε να μαυρίζει στις άκρες.

Η μορφή του Ορέστη ξεθώριαζε.

«Περίμενε!» φώναξε ο Νικήτας.

Ο Ορέστης ακούμπησε για τελευταία φορά το χέρι του στο γυαλί.

«Η Άρια δεν γύρισε επειδή την κάλεσε η Σχολή.»

Η φωνή του έσβηνε.

«Γύρισε επειδή το έργο τη θυμήθηκε.»

Το γυαλί σκοτείνιασε.

Η αντανάκλαση χάθηκε.

Ο λαμπτήρας άναψε ξανά.

Στο δωμάτιο δεν ακουγόταν τίποτα.

Μόνο η αναπνοή της Άριας.

Ο Νικήτας την κοίταζε.

«Τι δεν μου έχεις πει;»

Η Άρια άνοιξε το στόμα.

Δεν βγήκε λέξη.

Γιατί εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε.

Όχι κάτι που είχε συμβεί.

Κάτι που είχε ονειρευτεί.

Επί επτά χρόνια.

Το ίδιο όνειρο.

Μια άδεια σκηνή.

Τέσσερις καμπάνες.

Και μια φωνή που της έλεγε:

Όταν γυρίσεις, μην αφήσεις κανέναν να τελειώσει την τελευταία σκηνή.

 

Η Άρια κοίταξε τον καθρέφτη.

Στην επιφάνειά του είχε εμφανιστεί μια λεπτή ρωγμή.

Κατέβαινε από την κορυφή ως το κέντρο.

Και μέσα στη ρωγμή φαινόταν ένα μάτι.

Το δικό της.

Μόνο που δεν ανοιγόκλεινε, όταν ανοιγόκλεινε εκείνη..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Το γράμμα που δεν παρηγορούσε εδώ και χρόνια

 

Ο Νικήτας εμφανίστηκε, πάλι, στη Σχολή λίγο πριν πέσει το μεσημέρι, όχι σαν άνθρωπος που είχε αργήσει, αλλά σαν άνθρωπος που είχε περάσει μέσα από νύχτα μεγαλύτερη από τις ώρες της. Τα μάτια του ήταν καθαρά με έναν σχεδόν επικίνδυνο τρόπο, σαν να είχε κλάψει όχι με δάκρυα αλλά με απόφαση. Κρατούσε τον δερμάτινο φάκελο που του είχε δώσει κάποτε η Σεβαστή, τσακισμένο στις άκρες από το σφίξιμο.

Η Άρια τον είδε από το πάνω πλατύσκαλο και κατάλαβε αμέσως πως κάτι είχε ήδη αλλάξει. Όχι γύρω του. Μέσα του.

Κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά.

«Το διαβάζεις ξανά και ξανά.. Ακόμη»

Ο Νικήτας την κοίταξε σαν να χρειαζόταν μισό δευτερόλεπτο για να επιστρέψει από αλλού.

«Ναι.»

«Και;»

Ένα πικρό χαμόγελο πέρασε για λίγο από τα χείλη του.

«Και θα προτιμούσα, κάθε φορά που το διαβάζω, να ήταν ψέμα.»

Στάθηκαν δίπλα στον σκεπασμένο καθρέφτη του διαδρόμου. Ο νέος κόσμος της σχολής κυκλοφορούσε γύρω τους, αλλά χωρίς να τους ακουμπά στ’ αλήθεια. Μερικές αλήθειες δημιουργούν δικό τους ακουστικό κενό.

Ο Νικήτας άνοιξε τον φάκελο αργά, σαν να ξανάνοιγε πληγή μετά από χρόνια.

«Δεν ήταν γράμμα πατέρα προς παιδί,» είπε. «Ήταν απολογία ανθρώπου που ήθελε να προλάβει τη μελλοντική μου απέχθεια. Αυτό και μόνο δεν μ’ αφήνει να συμβιβαστώ»

Η Άρια δεν μίλησε.

Ο Νικήτας συνέχισε:

«Έγραφε πως έφυγε γιατί, αν έμενε, θα γινόταν είτε συνένοχος είτε νεκρός σε ψυχή. Πως ο Λυσιμάχου δεν ήταν απλώς δάσκαλος με εμμονές, αλλά άνθρωπος που είχε μάθει να βαφτίζει την καταστροφή “αφοσίωση”. Πως η σχολή έτρωγε τα πιο λαμπερά της παιδιά και μετά τα έδειχνε σαν τρόπαια. Και πως εκείνος δεν άντεχε να γίνει μάρτυρας του ίδιου του ευτελισμού του.»

Η Άρια ένιωσε το δέρμα της να κρυώνει.

«Και για σένα;»

Ο Νικήτας κατέβασε το βλέμμα.

«Για μένα έγραφε το χειρότερο.»

«Τι;»

Η φωνή του βγήκε χαμηλή, σπασμένη μόνο στο βάθος.

«Ότι δεν ήθελε να με γνωρίσει πριν μάθει αν άξιζε να επιστρέψει ως άνθρωπος και όχι ως ερείπιο. Και ότι όσο δεν το ήξερε, διάλεγε τη σιωπή.»

Η Άρια έκλεισε για λίγο τα μάτια. Δεν υπήρχε τίποτε παρηγορητικό σ’ αυτό. Καμιά ωραιοποίηση. Καμιά εύκολη συγγνώμη.

«Δεν σε προστάτευσε,» είπε τελικά.

«Όχι,» απάντησε ο Νικήτας. «Προστάτευσε την εικόνα του για τον εαυτό του. Αυτό πονάει πιο πολύ γιατί είναι σχεδόν αξιοπρεπές στη διατύπωση και εντελώς άνανδρο στην πράξη.»

Η Άρια τον κοίταξε με εκείνη τη βαθιά προσοχή που δεν ζητά εξήγηση, μόνο αλήθεια.

«Υπάρχει κάτι άλλο;»

Ο Νικήτας της έδωσε τότε το τελευταίο φύλλο.

Στο κάτω μέρος, κάτω από το κυρίως κείμενο, υπήρχε μια δεύτερη σημείωση, πιο βιαστική, σαν να είχε γραφτεί αργότερα:

Αν κάποτε γυρίσεις εκεί, μη ζητήσεις πρώτα ποιος με έδιωξε. Ζήτησε ποιος κράτησε το έργο μου και γιατί το ανέβασε χωρίς το όνομά μου.

Η Άρια σήκωσε απότομα το βλέμμα.

«Το ήξερε.»

«Ναι,» είπε ο Νικήτας. «Το ήξερε.»

Σιωπή.

Από τη μεγάλη σκηνή ακούστηκε ένα μακρινό χτύπημα ξύλου. Όχι οι τρεις χτύποι. Μόνο ένας. Σαν προειδοποιητική παύση.

«Τι θα κάνεις από δω και πέρα;» τον ρώτησε η Άρια.

Ο Νικήτας πήρε τον φάκελο πίσω.

«Μέχρι χθες ήθελα να μάθω αν ο πατέρας μου ζει. Σήμερα θέλω πρώτα να μάθω ποιος έζησε εις βάρος του.»

Η Άρια έκανε ένα βήμα πιο κοντά.

«Τότε δεν ψάχνουμε πια μόνο άνθρωπο. Ψάχνουμε απόδειξη.»

Ο Νικήτας την κοίταξε με σκοτεινή ευγνωμοσύνη.

«Όχι. Ψάχνουμε τη στιγμή που το έργο έγινε κλοπή.»

 

Και οι δύο γύρισαν ασυναίσθητα προς τη Μικρή Σκηνή.

Εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, κάτι τους περίμενε ήδη..

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Η σκηνή που διαλέγει

 

Η πόρτα της Μικρής Σκηνής δεν ήταν κλειδωμένη όπως παλιά.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που παρατήρησε η Άρια.
Το δεύτερο ήταν πως, ενώ η υπόλοιπη Σχολή βούιζε από χαμηλές φωνές, βήματα, συνεννοήσεις και εκείνη τη νευρική κινητικότητα που ακολουθεί πάντα μια ταραχή, από μέσα δεν ερχόταν κανένας ήχος.

Ούτε πρόβα.
Ούτε ανάσα.
Ούτε ξύλο που τρίζει.

Ο Νικήτας στάθηκε δίπλα της.

«Μπαίνουμε;»

Η Άρια δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε το χερούλι σαν να περίμενε να θυμηθεί μόνο του ποιοι το είχαν αγγίξει πριν από εκείνους.

«Ήδη είμαστε μέσα,» είπε τελικά.

Έσπρωξε την πόρτα.

Η Μικρή Σκηνή ήταν άδεια. Ή σχεδόν άδεια.

Δεν υπήρχαν σπουδαστές, δεν υπήρχαν σημειώσεις, δεν υπήρχαν μπουκάλια νερού, τσάντες, πεταμένα κείμενα, τίποτα από εκείνη τη μικρή ακαταστασία που αφήνει πίσω της η ανθρώπινη παρουσία. Ο χώρος έμοιαζε τακτοποιημένος με τρόπο σχεδόν προσβλητικό. Σαν να είχε ετοιμαστεί όχι για πρόβα, αλλά για τελετή.

Στο κέντρο της σκηνής υπήρχε μία μόνο καρέκλα.

Ξύλινη.
Παλιά.
Ίδια σχεδόν με εκείνες που χρησιμοποιούσαν στις ασκήσεις πρώτου έτους.

Πάνω στο κάθισμα βρισκόταν ένα δεμένο αντίτυπο της Πρόβας των Σκιών.

Η Άρια πλησίασε αργά.

Ο Νικήτας την ακολούθησε χωρίς να μιλά.

Στο εξώφυλλο δεν υπήρχε πια μόνο ο τίτλος. Κάτω από τα γκρίζα γράμματα είχε εμφανιστεί, με μαύρη μελάνη που έμοιαζε ακόμη νωπή, μια δεύτερη φράση:

Η διανομή δεν θα γίνει από τον σκηνοθέτη.
Θα γίνει από το έργο.

Ο Νικήτας έβρισε χαμηλά.

«Αχιλλέας;»

Η Άρια κούνησε αργά το κεφάλι.

«Όχι.»

«Πώς είσαι τόσο σίγουρη;»

«Γιατί ο Αχιλλέας, όσο κι αν ξέρει περισσότερα απ’ όσα λέει, εξακολουθεί να σκηνοθετεί σαν άνθρωπος. Αυτό…» ακούμπησε με το δάχτυλο τη φράση, «…θέλει να μοιάζει αναπόφευκτο.»

Ο Νικήτας κοίταξε γύρω του.

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή δεν ζητά συναίνεση. Ζητά υποταγή.»

Η λέξη έμεινε ανάμεσά τους με παλιό βάρος.

Ο Νικήτας πήρε το αντίτυπο και το άνοιξε απότομα. Οι σελίδες κύλησαν γρήγορα, σαν να τις σήκωσε αέρας, και σταμάτησαν μόνες τους στη μέση. Η σκηνή που φανερώθηκε δεν είχε αριθμό, μόνο τίτλο:

ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ

Κάτω από αυτόν, τέσσερις θέσεις:

  • Εκείνη που θυμάται χωρίς να της ανήκει η μνήμη.
  • Εκείνος που κληρονόμησε όνομα χωρίς βιογραφία.
  • Εκείνος που δίδαξε τον ρόλο πριν πληρώσει το τίμημα.
  • Εκείνος που άνοιξε την πόρτα και έκανε πως δεν είδε.

Η Άρια ένιωσε το σώμα της να παγώνει.

«Εμείς.»

Ο Νικήτας δεν χρειάστηκε να ρωτήσει ποιοι.

Η καρέκλα έτριξε.

Κανείς τους δεν την είχε αγγίξει.

Πίσω από τη σκηνή, από το σημείο όπου παλιά ξεκινούσε το στενό πέρασμα προς το κρυφό καμαρίνι, ακούστηκε βήμα. Ύστερα άλλο ένα. Αργά, σχεδόν τελετουργικά.

Ο Νικήτας γύρισε απότομα.

«Ποιος είναι εκεί;»

Η φωνή που απάντησε ήταν γυναικεία.

Νέα.

«Εγώ.»

Από τη σκιά βγήκε η Δανάη.

Το πρόσωπό της ήταν πιο λευκό από πριν, αλλά τα μάτια της είχαν αλλάξει. Δεν έδειχναν πια φοβισμένα. Έδειχναν σαν να είχαν μείνει ξύπνια μέσα σε κάτι που οι άλλοι μόλις είχαν αντικρίσει.

Η Άρια την κοίταξε προσεκτικά.

«Πόση ώρα είσαι εδώ;»

«Από χθες το βράδυ.»

«Μόνη;»

Η Δανάη δίστασε.

«Όχι ακριβώς.»

Ο Νικήτας έκλεισε το αντίτυπο.

«Μη μας μιλάς σαν να βγήκες κι εσύ από τον καθρέφτη. Ήσουν εδώ; Τι είδες;»

Η Δανάη τον κοίταξε χωρίς προσβολή, μόνο με κούραση.

«Είδα ότι το έργο δεν περιμένει πια να το ανεβάσουν. Στήνεται μόνο του.»

Η Άρια δεν έπαιρνε τα μάτια της πάνω απ’ τη Δανάη..

«Και γιατί εσύ; Γιατί εμφανίζεσαι συνέχεια τη σωστή στιγμή;»

Η Δανάη χαμογέλασε αχνά. Όχι ειρωνικά. Σχεδόν λυπημένα.

«Γιατί εγώ το άκουγα πριν το ακούσετε εσείς.»

Σιωπή.

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.

«Στον ύπνο σου;»

«Στην αρχή ναι. Μετά όχι μόνο εκεί.»

«Τι σημαίνει αυτό;»

Η Δανάη έστρεψε το βλέμμα προς την άδεια πλατεία.

«Σημαίνει πως κάποιες νύχτες, όταν μένω τελευταία στη Σχολή, ακούω φωνές να κάνουν ανάγνωση. Όχι σαν φαντάσματα. Σαν ηθοποιοί που δεν ανέχονται να χαθεί η πρόβα τους. Και μία από αυτές τις φωνές…» σταμάτησε, «…δεν είναι ξένη πια για μένα.»

Η Άρια το κατάλαβε πριν το πει.

«Ορέστης.»

Η Δανάη έγνεψε.

«Όχι πάντα καθαρά. Όχι πάντα με όνομα. Αλλά ναι. Κι όταν μιλάει, δεν ζητά να τον ελευθερώσουμε. Ζητά να μην τον αφήσουμε να χρησιμοποιηθεί ξανά.»

Ο Νικήτας χαμήλωσε το κεφάλι.

Η Άρια είδε τη φράση να τον βρίσκει ακριβώς εκεί που πονούσε περισσότερο. Όχι στη λαχτάρα να ξαναβρεί τον πατέρα του, αλλά στον φόβο μήπως ακόμη και τώρα, ακόμη και μισός, ακόμη και φυλακισμένος μέσα σε έργο ή μνήμη, ο Ορέστης γινόταν πάλι υλικό στα χέρια άλλων.

«Ποιος προσπαθεί να το κάνει;» ρώτησε.

Η Δανάη γύρισε προς το μέρος της.

«Δεν ξέρω αν είναι ένας.»

Κι ακριβώς τότε ακούστηκαν από την πλατεία τέσσερα αργά χτυπήματα.

Όχι καμπάνα.

Παλαμάκια.

Οι τρεις τους γύρισαν ταυτόχρονα.

Στην τελευταία σειρά, μισοκρυμμένος στο σκοτάδι, στεκόταν ο Αχιλλέας Μόσχος.

Και χαμογελούσε σαν άνθρωπος που μόλις επιβεβαίωσε ότι η σκηνή είχε αρχίσει χωρίς αυτόν - αλλά όχι εναντίον του..

 

 

 

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Ο άνθρωπος που ήξερε τη σειρά

 

Ο Αχιλλέας δεν κατέβηκε αμέσως από την πλατεία.

Έμεινε εκεί, στις πίσω σειρές, με τα χέρια στις τσέπες του παλτού του, σαν θεατής που είχε πληρώσει ακριβά για να δει επιτέλους να συμβαίνει αυτό που περίμενε χρόνια.

«Ωραία,» είπε ο Νικήτας, και η φωνή του είχε πια χάσει κάθε υπομονή. «Αυτή τη φορά θα μιλήσεις πριν αρχίσουν πάλι τα ημίφωτα και τα αποφθέγματα;»

Ο Αχιλλέας κατέβηκε αργά τα σκαλιά.

«Αν μιλήσω καθαρά, δεν θα σας αρέσει.»

«Δεν χρειάζεται να μας αρέσει,» είπε η Άρια.

Εκείνος στάθηκε μπροστά στη σκηνή και τους κοίταξε έναν έναν. Την Άρια. Τον Νικήτα. Τη Δανάη. Το αντίτυπο πάνω στην καρέκλα. Τον άδειο χώρο γύρω τους.

«Το έργο δεν είναι ανώνυμο,» είπε τελικά.

Η Άρια σταύρωσε τα χέρια.

«Αυτό το ξέρουμε ήδη. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς είναι.»

Ο Αχιλλέας πήρε μια ανάσα.

«Η Πρόβα των Σκιών δεν γράφτηκε από έναν μόνο άνθρωπο.»

Ο Νικήτας γέλασε χωρίς χαρά.

«Μη μου πεις τώρα ότι είναι συλλογικό τραύμα σε θεατρική μορφή!»

Ο Αχιλλέας δεν αντέδρασε.

«Γράφτηκε σε στρώματα. Ο πρώτος πυρήνας ανήκει στον ιδρυτή της Σχολής. Ύστερα προστέθηκαν αποσπάσματα, σημειώσεις, διορθώσεις, σκηνές που δεν καταγράφηκαν ποτέ επίσημα. Ορέστης. Λυσιμάχου. Και άλλοι. Όσοι πέρασαν από την ίδια νύχτα και δεν βγήκαν από αυτήν αλώβητοι.»

Η Δανάη μίλησε πρώτη.

«Δηλαδή το έργο είναι αρχείο;»

«Όχι,» είπε ο Αχιλλέας. «Ένα αρχείο φυλάσσει. Αυτό μεταμορφώνει.»

Η Άρια τον κοίταξε με ψυχρή προσοχή.

«Κι εσείς από πού τα ξέρετε όλα αυτά;»

Ο Αχιλλέας σιώπησε για λίγο. Ύστερα απάντησε απλά:

«Γιατί ο πατέρας μου ήταν ο τελευταίος γραμματέας του ιδρυτή. Και γιατί πέθανε χωρίς να καταστρέψει το κουτί που μου άφησε.»

Ο Νικήτας συνοφρυώθηκε.

«Τι κουτί;»

«Το κουτί με τα αντίγραφα, τις ιδιωτικές σημειώσεις, τις καταγραφές δοκιμών, και μία οδηγία: “Αν το κτίριο ξαναζητήσει τέταρτο χτύπο, να μη λείπουν οι μάρτυρες.”»

Η Άρια ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Γι’ αυτό μας καλέσατε πίσω;»

«Ναι.»

«Χωρίς να μας πείτε τίποτα.»

«Αν σας τα έλεγα, δεν θα ερχόσασταν ως εαυτοί σας. Θα ερχόσασταν ως άμυνα.»

Ο Νικήτας κατέβηκε ένα σκαλί από τη σκηνή προς το μέρος του.

«Και ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να αποφασίζετε σε ποια κατάσταση θα έρθουμε εμείς;»

Ο Αχιλλέας τον κοίταξε ίσια.

«Κανείς. Το πήρα μόνος μου.»

Η ειλικρίνεια της παραδοχής σταμάτησε τον θυμό για μια στιγμή - όχι γιατί τον έσβησε, αλλά γιατί τον έκανε να αλλάξει σχήμα.

Η Άρια μίλησε χαμηλά:

«Τι θέλει τώρα το έργο;»

Ο Αχιλλέας στράφηκε προς εκείνη.

«Να τελειώσει εκεί που διακόπηκε.»

«Με ποιον τρόπο;»

«Με αληθινή διανομή.»

Ο Νικήτας κοίταξε τη Δανάη.

«Νεφέλη, Πάρης, Δανάη, Μάρκος. Οι τέσσερις θέσεις.»

«Ναι,» είπε ο Αχιλλέας. «Αλλά όχι όπως το φαντάζεστε. Δεν πρόκειται για θυσία. Τουλάχιστον όχι με τη φτηνή μεταφυσική έννοια.»

Η Άρια έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Μη δοκιμάσετε να μαλακώσετε τις λέξεις. Όταν ένα έργο ζητά σώμα, μνήμη, φωνή και σκιά, δεν μιλάμε για αισθητική άσκηση.»

Ο Αχιλλέας την κοίταξε για λίγο με σχεδόν απρόθυμο σεβασμό.

«Όχι. Μιλάμε για ενσάρκωση.»

Η λέξη έπεσε μέσα στη Μικρή Σκηνή σαν σήμα εκκίνησης.

Η Δανάη άσπρισε.

Ο Νικήτας στράφηκε αμέσως προς εκείνη.

«Τι σημαίνει αυτό για σας;»

Πριν απαντήσει ο Αχιλλέας, μίλησε η ίδια.

«Σημαίνει ότι, αν το αφήσουμε, το έργο θα αρχίσει να μπαίνει μέσα από τους ρόλους. Όχι σαν τρέλα. Σαν υποκατάσταση. Θα πάρει από κάποιον το σώμα, από άλλον τη φωνή, από άλλον τη μνήμη, από άλλον τη σκιά. Και θα συνθέσει πρόσωπο.»

Ο Νικήτας την κοίταξε αποσβολωμένος.

«Πώς το ξέρεις αυτό;»

Η Δανάη έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο.

«Γιατί το είδα.»

«Πού;»

«Στον καθρέφτη. Όχι χθες. Πριν από δύο εβδομάδες.»

Η Άρια πάγωσε.

«Ήσουν μόνη;»

«Ναι.»

«Και δεν το είπες σε κανέναν;»

Η Δανάη σήκωσε το βλέμμα.

«Το είπα στον Αχιλλέα.»

Η σιωπή που ακολούθησε είχε μέσα της προδοσία.

Ο Νικήτας γύρισε τόσο απότομα προς τον Αχιλλέα, που η καρέκλα στο κέντρο της σκηνής έτριξε ξανά.

«Το ήξερες. Το ήξερες όλο αυτόν τον καιρό και συνέχισες την πρόβα.»

«Γιατί αν σταματούσα τις πρόβες, το έργο δεν θα σταματούσε. Θα δούλευε στο σκοτάδι. Και στο σκοτάδι έχει πάντα πλεονέκτημα.»

Η Άρια τον πλησίασε μέχρι που σχεδόν ακούμπησε τη γραμμή ανάμεσά τους.

«Άρα η ιδέα σου ήταν να του δώσεις σκηνή;»

«Η ιδέα μου ήταν να το αναγκάσω να φανεί.»

Ο Νικήτας μίλησε μέσα από τα δόντια του:

«Κι αν στο μεταξύ πάρει ένα από τα παιδιά;»

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε αμέσως.

Κι αυτή η παύση ήταν η πιο επικίνδυνη απάντηση απ’ όλες.

Η Άρια ένιωσε το αίμα της να κρυώνει.

«Είσαι διατεθειμένος να ρισκάρεις τέσσερις ζωές για να φανεί μια παλιά αλήθεια;»

Ο Αχιλλέας χαμήλωσε τη φωνή του.

«Αν δεν φανεί τώρα, δεν θα μείνουν τέσσερις. Θα μείνει ένας. Και δεν ξέρουμε ποιος.»

Η Δανάη έκανε πίσω ασυναίσθητα.

Η Άρια το είδε.

Το έργο είχε πάψει πια να είναι μνήμη. Είχε γίνει επιλογή.

Και κάποιος - ή κάτι - είχε ήδη αρχίσει να διαλέγει..

 

 

 

 

 

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Η μνήμη που φορούσε το πρόσωπό της

 

Το ίδιο βράδυ η Άρια δεν γύρισε σπίτι.

Έμεινε στη Σχολή.

Όχι από ηρωισμό. Ούτε από περιέργεια. Έμεινε επειδή κατάλαβε πως το κτίριο είχε περάσει σε άλλη φάση. Δεν αρκούσε πια να το παρακολουθούν. Έπρεπε να προλάβουν ποιον θα αγγίξει πρώτο.

Η Νεφέλη και ο Πάρης είχαν απομονωθεί στην αίθουσα κίνησης μαζί με τη Δάφνη, που δεν δεχόταν να τους αφήσει μόνους ούτε για ένα λεπτό. Ο Μάρκος είχε εξαφανιστεί για μία ώρα και ξαναβρέθηκε στην ταράτσα, βρεγμένος από τη βροχή, χωρίς να θυμάται πώς ανέβηκε εκεί. Η Δανάη είχε κλειστεί στη βιβλιοθήκη με την Ισμήνη, που έψαχνε παλιά κατάστιχα της Σχολής σαν να μπορούσε η λογιστική της μνήμης να νικήσει την άλλη.

Ο Νικήτας βρισκόταν στο γραφείο του Αχιλλέα, απαιτώντας επιτέλους πρόσβαση σε όλο το υλικό του κουτιού.

Η Άρια ήταν μόνη στη Μικρή Σκηνή.

Ή έτσι πίστευε.

Κρατούσε στα χέρια της το αντίτυπο της Πρόβας των Σκιών. Δεν το διάβαζε πια όπως οι άλλοι. Το ξεφύλλιζε όπως ξεφυλλίζει κανείς ιατρικό φάκελο με δικό του όνομα κρυμμένο κάπου μέσα. Κάθε λίγες σελίδες έβρισκε φράσεις που δεν θυμόταν να είχαν διαβαστεί στη σημερινή συνάντηση.

Η γυναίκα που επιστρέφει φέρει πάντα διπλή μνήμη: εκείνη που έζησε και εκείνη που της ανατέθηκε.
Μην την αφήσετε μόνη στο κέντρο. Αναγνωρίζεται εύκολα.
Όταν η τέταρτη καμπάνα ζητήσει μορφή, θα κοιτάξει πρώτα εκείνη που έμαθε να επιβιώνει μέσα από ξένες αφηγήσεις.

Η Άρια κατέβασε αργά το κείμενο.

Ένα ρίγος ανέβηκε στη ραχοκοκαλιά της.

«Δεν μ’ αρέσει καθόλου αυτό.»

Η φωνή δεν ήταν δική της.

Ήρθε από τα παρασκήνια.

Η Άρια στράφηκε απότομα.

Μια γυναίκα στεκόταν στο άνοιγμα της κουίντας.

Για ένα δευτερόλεπτο η Άρια νόμισε πως έβλεπε τη μητέρα της νεότερη.

Ύστερα κατάλαβε ότι δεν ήταν ακριβώς αυτό.

Η γυναίκα φορούσε σκούρο φόρεμα παλιού κοψίματος. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα χαμηλά. Το πρόσωπό της είχε εκείνη τη θολή καθαρότητα των πραγμάτων που δεν ανήκουν πια στον ίδιο φωτισμό με σένα.

«Ποια είσαι;»

Η γυναίκα χαμογέλασε κουρασμένα.

«Αυτό εξαρτάται από το ποια σκηνή διαβάζεις.»

Η Άρια σηκώθηκε αργά.

«Δεν έχω διάθεση για αινίγματα.»

«Κι όμως ζεις μέσα τους από τότε που ήρθες εδώ πρώτη φορά.»

Η φωνή της δεν ήταν απειλητική. Ήταν χειρότερο: ήταν οικεία.

Η Άρια έκανε ένα βήμα.

«Σε ξέρω;»

Η γυναίκα την κοίταξε σαν να ζύγιζε αν είχε έρθει όντως η ώρα.

«Όχι προσωπικά. Αλλά κουβαλάς το βλέμμα μιας γυναίκας που με είδε να φεύγω και δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτό.»

Το χέρι της Άριας έσφιξε το αντίτυπο.

«Η μητέρα μου.»

Η γυναίκα δεν απάντησε. Αυτό ήταν απάντηση.

«Είσαι η γυναίκα της τέταρτης φωτογραφίας;»

Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο τίναγμα πέρασε από το πρόσωπό της.

«Άρα η φωτογραφία βγήκε τελικά από το κουτί.»

Η Άρια δεν ανάσαινε σχεδόν.

«Ποια είσαι;»

Η γυναίκα βγήκε μισό βήμα περισσότερο στο φως.

«Με λέγανε Λυδία Μακρή.»

Το όνομα δεν είπε τίποτα αμέσως. Κι όμως κάτι αντήχησε μέσα της. Όχι ως ανάμνηση. Ως λανθάνουσα παρουσία. Σαν λέξη που είχε ακούσει μικρή στον ύπνο της και δεν την είχε κρατήσει.

«Ήσουν ηθοποιός;»

«Ήμουν πολλά πράγματα όσο χρειαζόταν η σκηνή. Μετά έγινα αυτό που βολεύει τα ιδρύματα να ξεχνούν: η γυναίκα που ήξερε πάρα πολλά και δεν είχε τίτλο να τα προστατεύσει.»

Η Άρια ένιωσε τον θυμό της να ξυπνά μαζί με τον φόβο.

«Εσύ έγραψες την Πρόβα των Σκιών;»

Η Λυδία χαμογέλασε πικρά.

«Όχι μόνη. Αλλά χωρίς εμένα δεν θα είχε πρόσωπο. Ο ιδρυτής έδωσε τη σύλληψη. Οι άντρες έδωσαν τις θεωρίες. Εγώ έδωσα τη σκηνική αρχή: ότι κανένα έργο δεν μπορεί να αγγίξει άνθρωπο αν πρώτα δεν τον αναγνωρίσει.»

Η Άρια κατάλαβε κάτι τότε. Κάτι που την έκανε να νιώσει πιο γυμνή απ’ όσο της επέτρεπε η ίδια της η ζωή.

Όχι επειδή η γυναίκα απέναντί της ήταν φάντασμα - αυτό, μέσα στη Σχολή, είχε πάψει πια να είναι το πιο αδιανόητο.
Αλλά επειδή μιλούσε με τον τόνο ανθρώπου που δεν ζητούσε να τη θυμηθούν. Ζητούσε να τη διορθώσουν.

Η Άρια έσφιξε το αντίτυπο στα χέρια της.

«Εσύ είσαι αυτή που έλειπε.»

Η Λυδία δεν χαμογέλασε.

«Όχι. Είμαι αυτή που αφαιρέθηκε.»

Η φράση την χτύπησε πιο δυνατά απ’ όσο θα την χτυπούσε μια εξομολόγηση πόνου. Γιατί δεν είχε μέσα της θρήνο. Είχε αρχείο. Απόφαση. Χειρουργική ακρίβεια.

Η Άρια έκανε άλλο ένα βήμα.

«Από ποιον; Τον ιδρυτή; Τον Λυσιμάχου; Τον Ορέστη; Ποιος σε έβγαλε από το έργο;»

Η Λυδία γύρισε λίγο το κεφάλι, σαν να άκουγε τις λέξεις να έρχονται από παλιό διάδρομο.

«Οι άντρες δεν αφαιρούν πάντα με τα χέρια τους. Μερικές φορές αφαιρούν με τη σειρά που μιλάνε. Με το ποιος υπογράφει. Με το ποια φωνή παρουσιάζεται ως κέντρο και ποια ως παραφωνία.»

Η Άρια ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Άρα δεν ήσουν μόνο η γυναίκα της φωτογραφίας.»

«Όχι.» Η φωνή της μαλάκωσε ελάχιστα. «Ήμουν η πρώτη που κατάλαβε ότι το έργο δεν ήταν έργο. Ήταν μηχανή αναγνώρισης. Και η πρώτη που είπε ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί πάνω σε νέους ανθρώπους.»

Η Άρια δεν την έχασε ούτε στιγμή από τα μάτια.

«Και δεν σε άκουσαν.»

Η Λυδία γέλασε χαμηλά. Χωρίς χαρά. Σχεδόν με κόπωση αιώνων.

«Με άκουσαν πολύ καλά. Γι’ αυτό ακριβώς με έβγαλαν απ’ έξω.»

Σιωπή.

Από το βάθος της Σχολής ακούστηκε κάτι να πέφτει. Ξύλο ίσως. Ή σίδερο. Ή η αρχή ενός ήχου που δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα γίνει συμβάν ή προειδοποίηση.

Η Άρια δεν γύρισε.

«Γιατί εμφανίζεσαι τώρα;»

Η Λυδία την κοίταξε κατευθείαν.

«Επειδή τώρα το έργο σε θέλει.»

Η Άρια ένιωσε το σώμα της να αντιδρά πριν από τη σκέψη της.

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει ότι στα πρώτα του χρόνια το έργο έψαχνε ταλαντούχους. Μετά έψαχνε τραυματισμένους. Τώρα ψάχνει κάποιον που μπορεί να θυμηθεί χωρίς να παραδοθεί.»

Η Άρια πήρε μια κοφτή ανάσα.

«Κι αυτός είμαι εγώ;»

Η Λυδία έμεινε για λίγο σιωπηλή.

«Αυτό φοβάμαι.»

Η λέξη φοβάμαι, ειπωμένη έτσι από μια γυναίκα που είχε ήδη περάσει στην άλλη όχθη του χρόνου, ακούστηκε πιο αληθινή από κάθε προφητεία.

Η Άρια κατέβασε το βλέμμα στο κείμενο που κρατούσε. Οι φράσεις πάνω στη σελίδα είχαν αρχίσει να μοιάζουν αλλιώτικες. Όχι επειδή άλλαζαν μπροστά της. Επειδή ξαφνικά έβλεπε τι έκρυβαν.

Η γυναίκα που επιστρέφει φέρει πάντα διπλή μνήμη.

Η γυναίκα που επιστρέφει.

Όχι μία οποιαδήποτε.

Εκείνη.

«Με περίμενε;» ψιθύρισε.

Η Λυδία δεν ρώτησε ποιος.

«Ναι.»

Η Άρια σήκωσε απότομα το βλέμμα.

«Από πότε;»

«Από την πρώτη φορά που ανέβηκες στη μεγάλη σκηνή και άκουσες τους τρεις χτύπους σαν να σου ανήκαν.»

Η Άρια ένιωσε το δέρμα της να κρυώνει.

«Ήμουν παιδί.»

«Γι’ αυτό ακριβώς σε αναγνώρισε.»

«Τι είμαι για αυτό;»

Η Λυδία την κοίταξε με βλέμμα που δεν είχε σκληρότητα, αλλά είχε κάτι πιο δύσκολο: λύπηση χωρίς συγκατάβαση.

«Πιθανή έξοδος.»

Η φράση έμεινε στο κέντρο της Μικρής Σκηνής σαν κομμένη ανάσα.

«Έξοδος για ποιον;»

Η Λυδία πλησίασε τώρα τόσο, ώστε η Άρια μπόρεσε να δει πως το πρόσωπό της δεν ήταν ακριβώς αδιαφανές. Σαν να την συγκρατούσε όχι σάρκα αλλά επιμονή.

«Για ό,τι έμεινε ημιτελές μέσα του. Για όσους καταγράφηκαν χωρίς να ολοκληρωθούν. Για τον Ορέστη. Για μένα. Ίσως και για άλλους που δεν είδα ποτέ.»

Η Άρια κούνησε αργά το κεφάλι.

«Όχι. Αυτό δεν είναι έξοδος. Είναι μεταφορά. Θέλει να περάσει από μένα.»

Η Λυδία δεν απάντησε αμέσως.

Αυτό ήταν η απάντηση.

Η Άρια έκανε πίσω.

«Και γι’ αυτό μου έστελνε όνειρα.»

«Ναι.»

«Και γι’ αυτό ο Ορέστης είπε πως το έργο με θυμήθηκε.»

«Ναι.»

«Και τώρα τι; Να του επιτρέψω να μπει; Να παίξω εγώ το τέλος; Να γίνω το τελευταίο σώμα που του λείπει;»

Για πρώτη φορά η μορφή της Λυδίας ταράχτηκε. Όχι από φόβο. Από οργή.

«Όχι.»

Η λέξη ακούστηκε τόσο καθαρά, που η Άρια ακινητοποιήθηκε.

«Άκουσέ με καλά. Ό,τι κι αν σου πουν ο καθρέφτης, οι φωνές, οι καμπάνες, ο Αχιλλέας, ακόμη κι ο Ορέστης αν απελπιστεί αρκετά - δεν πρέπει να το αφήσεις να τελειώσει με τον τρόπο που θέλει.»

Η Άρια ένιωσε την καρδιά της να ανεβαίνει στον λαιμό.

«Τότε πώς τελειώνει;»

Η Λυδία άνοιξε το στόμα να μιλήσει.

Η πόρτα της Μικρής Σκηνής άνοιξε απότομα.

Ο Νικήτας μπήκε πρώτος, με τη Δανάη πίσω του και τον Αχιλλέα αμέσως μετά. Σταμάτησαν όταν είδαν την Άρια να στέκεται στο κέντρο, με το αντίτυπο ανοιχτό, χλωμή σαν να είχε μόλις βγει από πυρετό.

Ο Νικήτας γύρισε αμέσως το βλέμμα του προς το σημείο όπου στεκόταν η Λυδία.

Δεν υπήρχε κανείς.

Η Άρια δεν γύρισε καν να κοιτάξει. Το ήξερε ήδη.

«Με ποιον μιλούσες;» ρώτησε ο Νικήτας.

Η Άρια πήρε λίγο χρόνο προτού απαντήσει.

«Με μια γυναίκα που δεν της επέτρεψαν ποτέ να μείνει στο έργο με το όνομά της.»

Ο Αχιλλέας συνοφρυώθηκε.

«Ποιο όνομα;»

Η Άρια τον κοίταξε ευθεία.

«Λυδία Μακρή.»

Κάτι άλλαξε ακαριαία στο πρόσωπό του. Μικρό. Αλλά πραγματικό.

Η Δανάη το είδε κι εκείνη.

«Την ξέρεις.»

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε.

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.

«Ξεκίνα να τελειώνεις με τα μισά.»

Ο Αχιλλέας έβγαλε αργά το σημειωματάριο από την τσέπη του. Δεν το άνοιξε. Το κράτησε απλώς σαν κάτι που είχε πάψει πια να είναι δικό του.

«Η Λυδία Μακρή ήταν βοηθός δραματουργίας στα πρώτα χρόνια της Σχολής. Επισήμως. Ανεπισήμως ήταν εκείνη που έδωσε μορφή στην Πρόβα των Σκιών. Όχι στο θεωρητικό της μέρος. Στο σκηνικό. Στη λογική του πώς αναγνωρίζει πρόσωπο, πώς χαρτογραφεί μνήμη, πώς δένει παρουσία με ρόλο.»

Η Άρια δεν τον άφησε να προχωρήσει μόνος του.

«Και μετά την έσβησαν.»

Ο Αχιλλέας χαμήλωσε το βλέμμα.

«Ναι.»

«Ποιος;»

«Πρώτα ο ιδρυτής. Μετά όσοι ήρθαν αργότερα. Είναι εύκολο να αφαιρέσεις μια γυναίκα από την ιστορία όταν έχεις κρατήσει το αρχείο και τις υπογραφές.»

Ο Νικήτας μίλησε κοφτά:

«Και πού πήγε;»

Η Δανάη απάντησε πριν προλάβει ο Αχιλλέας.

«Δεν πήγε πουθενά.»

Όλοι γύρισαν προς το μέρος της.

Η νεαρή κοπέλα στεκόταν με το πρόσωπο παράξενα ήσυχο.

«Την είδα κι εγώ,» είπε. «Όχι καθαρά όπως ίσως η Άρια. Αλλά την είδα στον καθρέφτη. Δεν είναι απλώς μνήμη. Είναι δεμένη με το έργο όπως και ο Ορέστης. Μόνο που εκείνη δεν παγιδεύτηκε από αδυναμία. Έμεινε για να το ανακόψει.»

Η Άρια την κοίταξε απότομα.

«Μου είπε ότι δεν πρέπει να το αφήσουμε να τελειώσει όπως θέλει.»

Ο Αχιλλέας άσπρισε.

«Αυτό σημαίνει ότι είναι ήδη αργά.»

Ο Νικήτας στράφηκε προς εκείνον με έκδηλη απειλή.

«Αν ξαναπείς κάτι μισό, θα σε ταρακουνήσω μέχρι να μιλήσεις σαν άνθρωπος και όχι σαν επιμελητής καταστροφής!»

Ο Αχιλλέας σήκωσε τα μάτια. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε άμυνα εκεί. Μόνο καθαρός φόβος.

«Σημαίνει πως το έργο έχει περάσει στο τελευταίο του στάδιο. Όταν εμφανίζεται η Λυδία, σημαίνει ότι ο πυρήνας αντιστέκεται. Ότι μέσα στο ίδιο το κείμενο υπάρχουν δύο βουλήσεις πια. Η μία θέλει ενσάρκωση. Η άλλη διακοπή.»

Η Άρια ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

«Και εγώ; Σε ποια από τις δύο ανήκω;»

Κανείς δεν απάντησε αμέσως.

Τελικά μίλησε ο Νικήτας.

Όχι στον Αχιλλέα. Σ’ εκείνη.

«Σε καμία, αν δεν το θελήσεις εσύ.»

Η Άρια γύρισε και τον κοίταξε.

Η απάντησή του ήταν απλή. Γι’ αυτό ακριβώς την έκοψε βαθιά. Μέσα σε ένα κτίριο γεμάτο μηχανισμούς, μνήμες, χειραγωγήσεις, παγίδες, κληρονομιές και φωνές νεκρών, εκείνος της έδινε το μόνο πράγμα που όλοι οι άλλοι προσπαθούσαν να της αφαιρέσουν: Τη βούληση!

Πριν προλάβει να του απαντήσει, τα φώτα της Μικρής Σκηνής έσβησαν.

Όχι όλα μαζί.
Ένα ένα.

Σαν να έκλειναν θέσεις σε σειρά.

Πρώτο το πλάι.
Μετά το πίσω.
Μετά το φως του διαδρόμου.

Έμεινε μόνο ο χαμηλός προβολέας του κέντρου.

Πάνω στην καρέκλα.

Πάνω στο ανοιχτό κείμενο.

Και τότε η φωνή ακούστηκε από παντού.

Όχι του Ορέστη.
Όχι της Λυδίας.
Όχι καν ανθρώπινη με τον συνηθισμένο τρόπο.

Ήταν η φωνή του ίδιου του έργου όταν παύει να ζητά και αρχίζει να αποφασίζει.

«Οι θέσεις έκλεισαν.»

Η Δανάη έπνιξε μια ανάσα.

Ο Νικήτας στάθηκε μπροστά στην Άρια χωρίς να το σκεφτεί.

Η φωνή συνέχισε:

«Το σώμα αρνείται.
Η φωνή διστάζει.
Η μνήμη επέστρεψε.
Η σκιά αναγνωρίζει.»

Η Άρια κατάλαβε πριν ακουστεί το επόμενο.

Κι όμως, όταν ήρθε, ένιωσε το πάτωμα να φεύγει ελάχιστα κάτω από τα πόδια της.

«Η τελευταία σκηνή θα αρχίσει με εκείνη που θυμήθηκε πριν ζήσει.»

Το αντίτυπο πάνω στην καρέκλα άνοιξε μόνο του στην τελευταία σελίδα.

Η Άρια δεν το πλησίασε.

Δεν χρειάστηκε.

Γιατί είδε από μακριά τη μία και μόνη φράση που είχε γραφτεί εκεί, με μελάνι που έμοιαζε φρέσκο σαν αίμα:

Η είσοδος της Άριας δεν σημειώνεται.
Είναι ήδη επάνω στη σκηνή.

Και πίσω τους, από το βάθος του κτιρίου, άρχισε να χτυπά ξανά η καμπάνα.

Μία.
Δύο.
Τρεις.

Η τέταρτη άργησε μισή ανάσα παραπάνω.

Σαν να περίμενε να δει αν θα φοβηθούν.

Ύστερα ήρθε.

Και αυτή τη φορά δεν ακούστηκε σαν κάλεσμα.

Ακούστηκε σαν έναρξη..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 

Η τέταρτη καμπάνα

 

Η τέταρτη καμπάνα δεν έσβησε.

Έμεινε στον αέρα.

Όχι σαν ήχος. Σαν κάτι που είχε ειπωθεί και δεν μπορούσε πια να ανακληθεί.

Η Άρια δεν κουνήθηκε.

Ο Νικήτας στεκόταν ακόμη μπροστά της, σχεδόν προστατευτικά, όμως τώρα η στάση του έμοιαζε παράλογη. Από τι μπορούσε να την προστατεύσει; Από ένα κτίριο; Από ένα κείμενο; Από μια μνήμη που είχε αποφασίσει ότι το σώμα της ήταν πόρτα;

Στην καρέκλα, το αντίτυπο της Πρόβας των Σκιών παρέμενε ανοιχτό.

Η είσοδος της Άριας δεν σημειώνεται.
Είναι ήδη επάνω στη σκηνή.

Κανείς δεν πλησίαζε.

Ο Αχιλλέας ήταν ο πρώτος που κατάλαβε.

«Μην αγγίξει κανείς το κείμενο.»

Ο Νικήτας γύρισε προς το μέρος του.

«Τώρα το θυμήθηκες;»

«Δεν αστειεύομαι.»

«Ούτε εγώ.»

Η Δανάη είχε απομακρυνθεί προς την κουίντα. Κοίταζε όχι το βιβλίο, αλλά το πάτωμα.

«Άρια.»

Η φωνή της ήταν παράξενη.

«Τι;»

«Μην κουνηθείς.»

Η Άρια χαμήλωσε τα μάτια.

Στην αρχή δεν είδε τίποτα.

Ύστερα το είδε.

Η σκιά της δεν ακολουθούσε το σώμα της.

Το φως έπεφτε από δεξιά. Η σκιά της θα έπρεπε να απλώνεται λοξά προς τα αριστερά.

Όμως βρισκόταν μπροστά της.

Και στεκόταν όρθια.

Σαν δεύτερη Άρια.

Ο Νικήτας έκανε να πλησιάσει.

«Όχι!» φώναξε η Δανάη.

Σταμάτησε.

Η σκιά σήκωσε το κεφάλι.

Η Άρια όχι.

Για μια στιγμή κανείς δεν ανέπνευσε.

Και τότε η σκιά μίλησε.

Δεν ακούστηκε φωνή.

Η φράση ακούστηκε μέσα τους.

Δεν χρειάζομαι το σώμα σου.
Χρειάζομαι τη συγκατάθεσή σου.

Η Άρια έκλεισε τα μάτια.

Παράξενο.

Δεν φοβήθηκε.

Ίσως επειδή ο φόβος έχει όριο, κι όταν το περάσεις γίνεται κάτι άλλο. Θυμός. Διαύγεια. Ή εκείνη η παγερή ηρεμία που προηγείται μιας απόφασης.

Άνοιξε τα μάτια.

«Όχι.»

Η σκιά δεν κινήθηκε.

«Είπα όχι.»

Τότε ο προβολέας έσβησε.

Το σκοτάδι έπεσε ολόκληρο.

Κάποιος άρπαξε το χέρι της.

Ήξερε πως ήταν ο Νικήτας πριν νιώσει τα δάχτυλά του.

Και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι συνέβη κάτι που αργότερα κανείς τους δεν μπόρεσε να εξηγήσει με τον ίδιο τρόπο.

Η Άρια άκουσε χειροκρότημα.

Ο Νικήτας άκουσε κλάμα.

Η Δανάη άκουσε μια γυναίκα να γελά.

Ο Αχιλλέας άκουσε τον πατέρα του να λέει το όνομά του.

Και από το βάθος της σκηνής ακούστηκε η φωνή της Λυδίας:

«Τώρα αρχίζει η παράσταση που δεν γράφτηκε.»

Τα φώτα άναψαν.

Η σκιά είχε επιστρέψει στη θέση της.

Μόνο που στην καρέκλα δεν υπήρχε πια το αντίτυπο.


Το επόμενο πρωί η Σχολή λειτουργούσε κανονικά.

Αυτό ήταν ίσως το πιο τρομακτικό.

Σπουδαστές έπιναν καφέ. Κάποιος επαναλάμβανε έναν μονόλογο στον διάδρομο. Από την αίθουσα κίνησης ακουγόταν πιάνο. Μια κοπέλα γελούσε δυνατά επειδή κάποιος είχε ξεχάσει τα παπούτσια του μέσα στο ασανσέρ.

Η κανονικότητα έχει κάτι πρόστυχο όταν γνωρίζεις τι συνέβη τη νύχτα.

Η Άρια περπατούσε ανάμεσά τους και είχε την αίσθηση πως επέστρεψε από κηδεία που δεν είχε ακόμη συμβεί.

Βρήκε τον Νικήτα στο καμαρίνι.

Καθόταν μπροστά στον καθρέφτη.

«Κοιμήθηκες;»

«Όχι.»

«Ούτε εγώ.»

Στον καθρέφτη έμοιαζαν περισσότερο κουρασμένοι απ’ όσο ήταν.

Η Άρια στάθηκε πίσω του.

«Χθες μου έδωσε επιλογή.»

«Δεν ξέρουμε αν ήταν επιλογή.»

«Μου ζήτησε συγκατάθεση.»

Ο Νικήτας γύρισε.

«Αυτό ακριβώς με φοβίζει.»

«Γιατί;»

«Επειδή ό,τι ζητά συγκατάθεση ξέρει ότι δεν μπορεί να πάρει κάτι με τη βία.»

Η Άρια τον κοίταξε.

«Άρα μπορώ να το σταματήσω.»

«Ή να το ελευθερώσεις.»

Δεν μίλησαν.

Κάπου στον διάδρομο πέρασε η Μήδεια.

Η Άρια γύρισε απότομα.

«Την είδες;»

«Ναι.»

«Πότε επέστρεψε;»

Ο Νικήτας σηκώθηκε.

Η Μήδεια είχε εξαφανιστεί από τη Σχολή τις τελευταίες μέρες σχεδόν χωρίς εξήγηση. Ένα μήνυμα στη Στέλλα. Κάτι για προσωπικούς λόγους. Κάτι για μια συνεργασία. Κάτι αρκετά ασαφές ώστε όλοι να προσποιηθούν πως το πίστεψαν.

Βγήκαν στον διάδρομο.

«Μήδεια!»

Εκείνη σταμάτησε.

Γύρισε.

Ήταν η ίδια.

Και δεν ήταν.

Τα μαλλιά της ήταν πιο κοντά. Τα χείλη άβαφα. Φορούσε μαύρο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και ένα παλιό ανδρικό σακάκι υπερβολικά μεγάλο για τους ώμους της.

Χαμογέλασε.

«Μου λείψατε;»

Η Άρια την αγκάλιασε αυθόρμητα.

Η Μήδεια δεν ανταπέδωσε αμέσως.

Μετά την έσφιξε.

«Πρόσεχε,» της ψιθύρισε.

«Τι;»

«Μερικές αγκαλιές είναι πρόβες αποχαιρετισμού.»

Η Άρια τραβήχτηκε.

«Τι έπαθες;»

Η Μήδεια χαμογέλασε ξανά.

Το παλιό της χαμόγελο αυτή τη φορά.

Εκείνο που μπορούσε να σημαίνει επιθυμία, ειρωνεία ή καταστροφή.

«Ερωτεύτηκα.»

Ο Νικήτας γέλασε.

«Αυτό εξηγεί το πένθος;»

«Δεν ξέρεις τίποτα από έρωτα, Νικήτα.»

«Πιθανόν.»

Η Μήδεια κοίταξε την Άρια.

«Εσύ όμως αρχίζεις να μαθαίνεις.»

Και έφυγε.

Η Άρια την παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε στη σκάλα.

«Δεν μου αρέσει.»

Ο Νικήτας έβαλε τα χέρια στις τσέπες.

«Εμένα ποτέ δεν μου άρεσε.»

«Δεν εννοώ αυτό.»

«Το ξέρω.»


Το μεσημέρι εμφανίστηκε ο Λυσιμάχου.

Κανείς δεν ήξερε ποιος τον ειδοποίησε.

Ίσως κανείς.

Μπήκε στη μεγάλη σκηνή ενώ η Δάφνη δούλευε με τη Νεφέλη και τον Πάρη.

Δεν είπε καλημέρα.

Κοίταξε μόνο τα φώτα.

Μετά τις κουίντες.

Μετά το πάτωμα.

«Χτύπησε τέσσερις φορές;»

Η Άρια πάγωσε.

Ο Αχιλλέας στεκόταν πίσω του.

«Ναι.»

Ο Λυσιμάχου έκλεισε τα μάτια.

Όχι από φόβο.

Σαν άνθρωπος που ακούει επιτέλους μια διάγνωση την οποία γνώριζε χρόνια.

«Τότε δεν έχουμε πολύ χρόνο.»

Η Άρια πλησίασε.

«Για ποιο πράγμα;»

Εκείνος την κοίταξε.

«Για να αποφασίσουμε ποιος θα γράψει το τέλος.»

«Κανείς δεν θα γράψει το τέλος μου.»

«Δεν μίλησα για σένα.»

Η Άρια ένιωσε κάτι να αλλάζει.

«Τότε για ποιον;»

Ο Λυσιμάχου κοίταξε προς τα καμαρίνια.

«Για εκείνον που θα πεθάνει.»

Κανείς δεν μίλησε.

Η Δάφνη άφησε αργά το μολύβι της.

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα.

«Τι είπες;»

Ο Λυσιμάχου δεν πήρε πίσω τη λέξη.

«Κάθε φορά που εμφανίστηκε ο τέταρτος χτύπος στην ιστορία αυτού του κτιρίου, ακολούθησε μια απώλεια.»

«Ορέστης;»

«Όχι.»

Η απάντηση ήρθε αμέσως.

«Ο Ορέστης ήταν το αποτέλεσμα. Όχι η απώλεια.»

Η Άρια ένιωσε τα χέρια της να κρυώνουν.

«Ποιος ήταν τότε;»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε.

«Μια γυναίκα που δεν υπάρχει στα αρχεία.»

Η Άρια ψιθύρισε:

«Λυδία.»

«Όχι.»

Αυτή τη φορά ακόμη και ο Αχιλλέας γύρισε προς το μέρος του.

Ο Λυσιμάχου συνέχισε:

«Η Λυδία ήταν η πρώτη που επέζησε.»

Η φράση έκοψε τον χώρο στα δύο.

«Τότε ποια;» ρώτησε η Άρια.

Ο Λυσιμάχου πήγε να απαντήσει.

Αλλά η μεγάλη πόρτα της σκηνής άνοιξε.

Η Μήδεια στεκόταν εκεί.

Μόνη.

«Εγώ ξέρω,» είπε.

Όλοι γύρισαν.

Η Μήδεια μπήκε στη σκηνή.

«Το όνομά της ήταν Αλεξάνδρα Φωκά.»

Ο Λυσιμάχου χλόμιασε.

Και τότε η Άρια κατάλαβε.

Η Μήδεια δεν είχε επιστρέψει επειδή ερωτεύτηκε.

Είχε επιστρέψει επειδή είχε βρει κάποιον.

Ή επειδή κάποιος είχε βρει εκείνη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Η γυναίκα χωρίς φωτογραφία

 

Δεν υπήρχε φωτογραφία της Αλεξάνδρας Φωκά.

Υπήρχαν όμως τα περιγράμματά της.

Αυτό είπε η Μήδεια.

Τους οδήγησε στο παλιό αρχείο κοστουμιών, έναν χώρο όπου ο χρόνος δεν είχε γεράσει αλλά είχε μουχλιάσει.

Άνοιξε πάνω σε ένα τραπέζι τρεις φωτογραφίες.

Στην πρώτη, μια ομάδα σπουδαστών μπροστά στη Σχολή.

Στη δεύτερη, πρόβα.

Στην τρίτη, δεξίωση μετά από παράσταση.

«Κοιτάξτε.»

Η Άρια έσκυψε.

Δεν είδε τίποτα.

«Τι;»

«Τα κενά.»

Και τότε τα είδε.

Στην πρώτη φωτογραφία υπήρχε ανάμεσα σε δύο γυναίκες ένα παράξενο διάστημα. Υπερβολικά μεγάλο για να είναι τυχαίο.

Στη δεύτερη, ένα χέρι ακουμπούσε στον αέρα.

Στην τρίτη, ένας άντρας κρατούσε ποτήρι και κοιτούσε χαμογελώντας προς κάποιον που δεν υπήρχε.

«Την αφαίρεσαν από τις φωτογραφίες,» είπε η Ισμήνη.

Η Μήδεια κούνησε το κεφάλι.

«Όχι.»

Έβαλε το δάχτυλό της πάνω στο κενό.

«Αφαιρέθηκε μόνη της.»

Ο Αχιλλέας την κοίταξε.

«Αυτό είναι αδύνατον.»

«Εδώ μέσα;»

Κανείς δεν απάντησε.

Η Μήδεια τράβηξε μια καρέκλα.

«Η Αλεξάνδρα ήταν ηθοποιός. Ερωμένη του ιδρυτή. Μετά ερωμένη ενός άλλου άντρα του θιάσου. Ίσως ταυτόχρονα. Ίσως όχι. Τα αρχεία λατρεύουν να κάνουν τις γυναίκες ανήθικες όταν δεν μπορούν να τις κάνουν ασήμαντες.»

Η Άρια θυμήθηκε τη Λυδία.

Οι άντρες δεν αφαιρούν πάντα με τα χέρια τους.

«Και τι συνέβη;»

Η Μήδεια σήκωσε τα μάτια.

«Πέθανε εδώ.»

Ο Νικήτας πλησίασε.

«Πώς;»

«Αυτό είναι το περίεργο.»

Η Μήδεια χαμογέλασε χωρίς χαρά.

«Επισήμως δεν πέθανε ποτέ.»


Εκείνο το βράδυ η Άρια είδε για πρώτη φορά το όνειρο με το κόκκινο καμαρίνι.

Μια γυναίκα στεκόταν γυμνή μπροστά στον καθρέφτη.

Όχι ερωτικά.

Σαν άνθρωπος που είχε βγάλει από πάνω του όλες τις εκδοχές του.

Πίσω της στεκόταν κάποιος.

Δεν φαινόταν το πρόσωπό του.

Την αγκάλιαζε.

Εκείνη έγερνε πίσω.

Το στόμα της ανοιχτό.

Από ηδονή;

Από φόβο;

Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει.

Ο καθρέφτης άρχισε να θολώνει.

Ένα χέρι γλίστρησε πάνω στο γυαλί.

Έγραψε:

Η επιθυμία είναι ο μόνος ρόλος που ξεχνά ότι παίζεται.

Η γυναίκα γύρισε προς την Άρια.

Δεν είχε πρόσωπο.

«Ποιος σε σκότωσε;» ρώτησε η Άρια.

Η γυναίκα γέλασε.

«Αυτό είναι το λάθος ερώτημα.»

«Ποιο είναι το σωστό;»

Το γέλιο σταμάτησε.

«Ποιος από τους δύο ήθελε να τελειώσει πρώτος;»

Η Άρια ξύπνησε.

Το δωμάτιό της ήταν σκοτεινό.

Το κινητό έδειχνε 03:17.

Υπήρχε ένα μήνυμα.

Από τη Μήδεια.

Μόνο τέσσερις λέξεις:

Έλα αύριο. Βρήκα το δωμάτιο.

Και από κάτω:

Μην πεις σε κανέναν.


Το επόμενο απόγευμα η Μήδεια δεν εμφανίστηκε.

Η Άρια περίμενε.

Πέντε.

Πέντε και μισή.

Έξι.

Τηλεφώνησε.

Κλειστό.

Στις έξι και είκοσι εμφανίστηκε ο Νικήτας.

«Τι κάνεις εδώ;»

Η Άρια δίστασε.

«Περιμένω.»

«Ποιον;»

Δεν πρόλαβε να απαντήσει.

Από τη Μικρή Σκηνή ακούστηκε μουσική.

Ένα παλιό βαλς.

Πολύ χαμηλά.

Η Άρια και ο Νικήτας κοιτάχτηκαν.

«Το ακούς;»

«Ναι.»

Προχώρησαν.

Η Μικρή Σκηνή ήταν άδεια.

Το βαλς ερχόταν από πίσω.

Από τον παλιό διάδρομο.

Πέρασαν την κουίντα.

Το φως γινόταν ολοένα πιο αδύναμο.

Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε μια πόρτα.

Η Άρια σταμάτησε.

Δεν θυμόταν αυτή την πόρτα.

Κι όμως πάνω της ήταν γραμμένο με μολύβι:

ΚΑΜΑΡΙΝΙ 4

Ο Νικήτας άπλωσε το χέρι.

«Μην.»

«Γιατί;»

Η Άρια δεν ήξερε.

Το χερούλι γύρισε μόνο του.

Η πόρτα άνοιξε.

Μέσα υπήρχε κόκκινο φως.

Ο καθρέφτης.

Η πολυθρόνα.

Το μικρό τραπέζι.

Ακριβώς όπως στο όνειρο.

Μόνο που τώρα πάνω στον καθρέφτη δεν υπήρχε η φράση που είχε δει στον ύπνο της.

Υπήρχε άλλη.

Ο φόνος δεν έχει συμβεί ακόμη.

Ο Νικήτας διάβασε.

Η Άρια ένιωσε την καρδιά της να σταματά για μία στιγμή.

Και τότε, πίσω τους, ακούστηκε η φωνή της Μήδειας.

«Άρα προλαβαίνουμε.»

Γύρισαν.

Η Μήδεια στεκόταν στην πόρτα.

Χαμογελούσε.

Όμως δεν κοιτούσε εκείνους.

Κοιτούσε τον καθρέφτη.

Και μέσα στον καθρέφτη, πίσω από τη Μήδεια, στεκόταν ένας άντρας.

Η Άρια γύρισε αμέσως.

Δεν υπήρχε κανείς.

Ξανακοίταξε τον καθρέφτη.

Ο άντρας είχε εξαφανιστεί.

Στη θέση του υπήρχε τώρα μόνο η Μήδεια.

Και το είδωλό της χαμογελούσε.

Η Μήδεια όχι..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Το είδωλο που ερωτεύτηκε πρώτο

 

Η Μήδεια δεν είχε χαμογελάσει.

Το είδωλό της, όμως, ναι.

Η Άρια το είδε καθαρά.

Δεν ήταν παιχνίδι του κόκκινου φωτός ούτε εκείνη η μικρή καθυστέρηση της όρασης που κάνει κάποτε έναν καθρέφτη να μοιάζει πως κρατά για λίγο αυτό που το σώμα έχει ήδη εγκαταλείψει.

Η Μήδεια στεκόταν ακίνητη στην πόρτα του Καμαρινιού 4.

Το πρόσωπό της σοβαρό.

Τα χέρια της χαμηλά.

Το στόμα κλειστό.

Μέσα στον καθρέφτη, όμως, η άλλη Μήδεια χαμογελούσε.

Αργά.

Σχεδόν τρυφερά.

Σαν γυναίκα που μόλις είδε να μπαίνει στο δωμάτιο εκείνος που περίμενε.

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα μπροστά.

Το χαμόγελο χάθηκε.

«Το είδες;» ψιθύρισε η Άρια.

«Ναι.»

Η Μήδεια τους κοίταξε.

«Τι είδατε;»

Κανείς δεν απάντησε.

Εκείνη μπήκε στο καμαρίνι και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Το κλικ της κλειδαριάς ακούστηκε υπερβολικά δυνατό.

Η Άρια στράφηκε.

«Γιατί την κλείδωσες;»

«Δεν την κλείδωσα.»

Η Μήδεια έδειξε τα χέρια της.

Η κλειδαριά είχε γυρίσει μόνη της.

Ο Νικήτας πήγε στην πόρτα και δοκίμασε το χερούλι.

Δεν άνοιγε.

«Υπέροχα.»

«Μην προσπαθείς,» είπε η Μήδεια.

«Γιατί;»

«Επειδή ανοίγει όταν τελειώσει η σκηνή.»

Ο Νικήτας γύρισε.

«Ποια σκηνή;»

Η Μήδεια πλησίασε τον καθρέφτη.

«Αυτή για την οποία κατασκευάστηκε το δωμάτιο.»

Η Άρια ένιωσε ξανά εκείνη τη δυσάρεστη αίσθηση ότι όλοι γύρω της γνώριζαν μία πρόταση περισσότερη από εκείνη.

«Μήδεια, ποιος σου είπε για το Καμαρίνι 4;»

Εκείνη δεν απάντησε αμέσως.

Πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από το τραπέζι. Η σκόνη είχε καθαριστεί πρόσφατα σε ένα μόνο σημείο.

Ένα ορθογώνιο.

Σαν να είχε μείνει εκεί κάποιο αντικείμενο.

«Ένας άντρας.»

Ο Νικήτας γέλασε κοφτά.

«Ο μυστηριώδης έρωτας;»

Η Μήδεια τον κοίταξε.

«Ζηλεύεις;»

«Εσένα; Ποτέ.»

«Δεν είπα εμένα.»

Η σιωπή που ακολούθησε άλλαξε θερμοκρασία.

Η Άρια κοίταξε πρώτα τη Μήδεια.

Μετά τον Νικήτα.

Κάτι υπήρχε ανάμεσά τους.

Ή είχε υπάρξει.

Όχι απαραίτητα έρωτας.

Ίσως κάτι χειρότερο.

Μια δυνατότητα που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Και μερικές φορές οι ανεκπλήρωτες δυνατότητες είναι πιο πιστές από τις σχέσεις. Δεν φθείρονται από την καθημερινότητα. Δεν απογοητεύουν. Δεν γερνούν.

Περιμένουν.

«Ποιος είναι;» ρώτησε η Άρια.

Η Μήδεια γύρισε προς εκείνη.

«Δεν μπορώ να σου πω ακόμα.»

«Γιατί;»

«Γιατί δεν ξέρω αν υπάρχει.»

Ο Νικήτας έμεινε ακίνητος.

Η Άρια ένιωσε την πρώτη πραγματική ανατριχίλα.

«Τι σημαίνει δεν ξέρεις αν υπάρχει;»

Η Μήδεια κάθισε μπροστά στον καθρέφτη.

«Τον γνώρισα πριν από δεκαεπτά μέρες.»

«Πού;»

«Εδώ.»

«Στη Σχολή;»

«Στη σκηνή.»

Η Άρια πλησίασε.

«Σε πρόβα;»

«Όχι.»

Η Μήδεια κοίταξε το είδωλό της.

«Ήμουν μόνη.»


Είχε συμβεί ένα βράδυ μετά την πρόβα.

Η Μήδεια είχε επιστρέψει επειδή είχε ξεχάσει το κινητό της.

Τουλάχιστον αυτό θυμόταν.

Η Σχολή ήταν σχεδόν άδεια.

Στη μεγάλη σκηνή υπήρχε ένα μόνο φως.

Και στο κέντρο στεκόταν ένας άντρας.

Με την πλάτη γυρισμένη.

«Νόμιζα ότι ήταν ο Νικήτας,» είπε.

Ο Νικήτας συνοφρυώθηκε.

«Γιατί εγώ;»

Η Μήδεια τον κοίταξε.

«Επειδή στεκόταν όπως εσύ.»

Η Άρια αισθάνθηκε κάτι να σφίγγεται μέσα της.

«Και μετά;»

«Τον φώναξα.»

Ο άντρας γύρισε.

Δεν ήταν ο Νικήτας.

«Τον ήξερες;»

«Όχι.»

«Και τι έκανε;»

Η Μήδεια χαμογέλασε αμυδρά.

«Μου είπε: “Άργησες.”»

«Κι εσύ;»

«Τον ρώτησα ποιος είναι.»

«Τι είπε;»

Η Μήδεια κοίταξε τον καθρέφτη.

«“Αυτό εξαρτάται από ποιον θυμάσαι.”»

Η Άρια πάγωσε.

Η Λυδία είχε πει σχεδόν το ίδιο.

Αυτό εξαρτάται από το ποια σκηνή διαβάζεις.

«Πώς ήταν;»

Η Μήδεια προσπάθησε να περιγράψει το πρόσωπό του.

Δεν μπορούσε.

Θυμόταν τα μάτια.

Μετά όχι.

Θυμόταν ότι είχε σκούρα μαλλιά.

Ύστερα τα θυμόταν ανοιχτά.

Θυμόταν ένα σημάδι κοντά στο στόμα.

Όταν όμως προσπαθούσε να εντοπίσει σε ποια πλευρά βρισκόταν, το σημάδι μετακινούνταν στη μνήμη της.

Ένα μόνο πράγμα θυμόταν απόλυτα.

«Τα χέρια του.»

Ο Νικήτας την κοίταξε παράξενα.

«Τι είχαν;»

Η Μήδεια κατέβασε τα μάτια στα δικά της.

«Ήξεραν ήδη το σώμα μου.»

Κανείς δεν μίλησε.

Η φράση δεν ήταν χυδαία.

Γι’ αυτό ήταν πιο δυνατή.

Η Άρια ένιωσε σαν να είχε ανοίξει για μια στιγμή μια πόρτα σε κάτι πολύ ιδιωτικό.

«Τον είχες ξανασυναντήσει;»

«Όχι.»

«Τότε πώς—»

«Δεν ξέρω.»

Η Μήδεια σηκώθηκε.

«Αλλά όταν με άγγιξε, δεν αισθάνθηκα ότι κάποιος με άγγιζε πρώτη φορά. Αισθάνθηκα ότι το σώμα μου θυμόταν κάτι που εγώ είχα ξεχάσει.»

Η Άρια σκέφτηκε την Πρόβα των Σκιών.

Σώμα.

Φωνή.

Μνήμη.

Σκιά.

«Και κοιμήθηκες μαζί του;» ρώτησε.

Η Μήδεια την κοίταξε.

«Όχι.»

Παύση.

«Όχι τότε.»

Ο Νικήτας γύρισε προς την πόρτα.

«Αυτό είναι τρέλα.»

«Φυσικά,» είπε η Μήδεια. «Αλλά αυτό δεν την κάνει λιγότερο πραγματική.»


Συναντήθηκαν ξανά τρεις μέρες αργότερα.

Μετά ξανά.

Ποτέ εκτός Σχολής.

Ποτέ την ημέρα.

Ποτέ μπροστά σε άλλον.

Ο άντρας δεν της έδινε τηλέφωνο.

Δεν της είπε πού μένει.

Και κάθε φορά που η Μήδεια ζητούσε το όνομά του, εκείνος της έδινε διαφορετικό.

Αλέξανδρος.

Στέφανος.

Ορέστης.

Στο τελευταίο όνομα η Άρια σταμάτησε.

«Τι είπες;»

«Ορέστης.»

Ο Νικήτας γύρισε απότομα.

Το πρόσωπό του είχε αδειάσει.

«Μην ξαναπείς αυτό το όνομα έτσι.»

Η Μήδεια τον κοίταξε.

«Δεν το διάλεξα εγώ.»

«Ο πατέρας μου πέθανε.»

«Το ξέρω.»

«Και δεν είναι παιχνίδι του θεάτρου.»

Η Μήδεια σηκώθηκε.

«Δεν είπα ότι είναι ο πατέρας σου.»

«Τότε γιατί χρησιμοποιεί το όνομά του;»

«Ίσως επειδή ήξερε ότι θα σε πονέσει.»

«Ή επειδή εσύ το ήξερες.»

Η Μήδεια πάγωσε.

Η Άρια μπήκε ανάμεσά τους.

«Φτάνει.»

Αλλά ήταν αργά.

Κάτι είχε ήδη ανοίξει.

Η Μήδεια πλησίασε τον Νικήτα.

«Πιστεύεις ότι το επινόησα;»

«Πιστεύω ότι όλοι εδώ μέσα έχουμε αρχίσει να χρησιμοποιούμε το μεταφυσικό για να μην αναλαμβάνουμε ευθύνη για όσα θέλουμε.»

Η Μήδεια χαμογέλασε.

«Α, Νικήτα.»

Πλησίασε περισσότερο.

«Αυτό δεν το είπες για μένα.»

Η Άρια είδε το βλέμμα της να πέφτει πάνω της.

Και τότε κατάλαβε.

Το τρίγωνο δεν ήταν εκείνο που νόμιζε.

Ίσως δεν υπήρχε καν άντρας στο κέντρο του.


Ο καθρέφτης έτριξε.

Και οι τρεις γύρισαν.

Πάνω στο γυαλί είχε εμφανιστεί μια λεπτή γραμμή.

Σαν ράγισμα.

Κατέβαινε από την κορυφή ως το ύψος του προσώπου της Μήδειας.

Ύστερα σταμάτησε.

Από την άλλη πλευρά της γραμμής εμφανίστηκε ένα ανδρικό πρόσωπο.

Μόνο για μια στιγμή.

Η Μήδεια πετάχτηκε πίσω.

Ο Νικήτας άρπαξε την Άρια από το μπράτσο.

Το πρόσωπο χάθηκε.

Στο γυαλί εμφανίστηκαν λέξεις.

ΤΡΕΙΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ.

Η Άρια ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

Μια δεύτερη σειρά.

ΔΥΟ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ.

Η Μήδεια ψιθύρισε:

«Όχι.»

Τρίτη σειρά.

ΕΝΑΣ ΘΥΜΑΤΑΙ.

Και τελευταία:

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΙΟΝ.

Η κλειδαριά ξεκλείδωσε.


Δεν είπαν τίποτα στους άλλους.

Αυτό ήταν το πρώτο λάθος.

Το δεύτερο ήταν ότι η Άρια άρχισε να παρατηρεί τη Μήδεια.

Το τρίτο ήταν ότι άρχισε να παρατηρεί τον Νικήτα.

Και το τέταρτο — το σημαντικότερο — ήταν ότι κάποιος παρατηρούσε εκείνη.

Τις επόμενες ημέρες η Σχολή άλλαξε.

Όχι θεαματικά.

Τα κτίρια που θέλουν να σε τρομάξουν κάνουν θορύβους.

Τα κτίρια που θέλουν να σε χρησιμοποιήσουν μαθαίνουν τις συνήθειές σου.

Η Άρια άρχισε να βρίσκει αντικείμενα σε λάθος θέσεις.

Ένα κόκκινο κραγιόν στο συρτάρι της.

Δεν ήταν δικό της.

Ένα ανδρικό μανικετόκουμπο μέσα στην τσάντα της.

Μια φωτογραφία του Νικήτα κάτω από το μαξιλάρι του καμαρινιού της.

Στο πίσω μέρος:

Δεν τον θέλεις επειδή είναι αυτός.
Τον θέλεις επειδή σε κοιτάζει όταν δεν παίζεις.

Η Άρια έσκισε τη φωτογραφία.

Την επόμενη ημέρα βρέθηκε πάλι ολόκληρη.


Η σχέση της με τον Νικήτα άλλαζε χωρίς να έχει συμβεί τίποτα.

Ίσως γι’ αυτό άλλαζε τόσο πολύ.

Τα σώματα είχαν αρχίσει να προηγούνται.

Ένα χέρι που έμενε λίγο περισσότερο στον ώμο.

Μια ανάσα που άλλαζε όταν ο άλλος πλησίαζε.

Μια πρόβα όπου το κείμενο τελείωνε αλλά εκείνοι δεν απομακρύνονταν.

Ο Λυσιμάχου το παρατήρησε.

Φυσικά.

«Μην το φοβάστε.»

Η Άρια τον κοίταξε.

«Τι;»

«Αυτό που υπάρχει ανάμεσά σας.»

Ο Νικήτας γέλασε.

«Και τι υπάρχει;»

Ο Λυσιμάχου έκλεισε το κείμενο.

«Αν το ονομάσω, θα το μικρύνω.»

Η Άρια ένιωσε εκνευρισμό.

«Όλα για εσάς είναι θέατρο;»

«Όχι.»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε.

«Το θέατρο είναι όλα.»

Και έφυγε.


Εκείνο το βράδυ η Μήδεια βρήκε τον άντρα ξανά.

Στη μεγάλη σκηνή.

Δεν υπήρχε πρόβα.

Οι θέσεις της πλατείας ήταν άδειες.

Εκείνος καθόταν στην πρώτη σειρά.

«Άργησες,» είπε.

Η Μήδεια κατέβηκε από τη σκηνή.

«Ποιος είσαι;»

«Το ξέρεις.»

«Όχι.»

«Τότε γιατί ήρθες;»

Σταμάτησε μπροστά του.

Δεν ήξερε.

Αυτό ήταν το χειρότερο.

Δεν ήξερε γιατί είχε κατέβει στις έντεκα και σαράντα επτά το βράδυ από το σπίτι της, γιατί είχε περπατήσει ως τη Σχολή, γιατί η πίσω πόρτα ήταν ξεκλείδωτη.

«Μου έστειλες μήνυμα.»

Ο άντρας χαμογέλασε.

«Δεν έχω το τηλέφωνό σου.»

Η Μήδεια έβγαλε το κινητό.

Το μήνυμα δεν υπήρχε.

«Φύγε,» είπε.

«Θέλεις να φύγω;»

«Ναι.»

Εκείνος σηκώθηκε.

Πέρασε δίπλα της.

Η Μήδεια έκλεισε τα μάτια.

Το άρωμά του.

Το ήξερε.

Όχι από εκείνον.

Από κάπου αλλού.

«Περίμενε.»

Ο άντρας σταμάτησε.

Η Μήδεια άνοιξε τα μάτια.

«Γύρνα.»

Εκείνος γύρισε.

Και για πρώτη φορά το πρόσωπό του ήταν καθαρό.

Η Μήδεια έκανε πίσω.

Όχι από φόβο.

Από αναγνώριση.

«Εσύ;»

Το φως έσβησε.


Το επόμενο πρωί, η Μήδεια δεν είπε σε κανέναν ποιον είχε δει.

Αλλά σταμάτησε να κοιτάζει τον Νικήτα στα μάτια.

Και άρχισε να αποφεύγει τον Αχιλλέα.

Η Άρια το παρατήρησε.

Δεν είπε τίποτα.

Μέχρι που, δύο ημέρες αργότερα, άνοιξε κατά λάθος μια πόρτα στην παλιά πτέρυγα και είδε τη Μήδεια με τον Αχιλλέα.

Δεν φιλιούνταν.

Δεν αγγίζονταν.

Αυτό θα ήταν ευκολότερο.

Στέκονταν αντικριστά.

Πολύ κοντά.

Και η Μήδεια έκλαιγε.

«Πες μου ότι δεν ήσουν εσύ,» του έλεγε.

Ο Αχιλλέας είχε τα χέρια κατεβασμένα.

«Δεν μπορώ.»

«Πες το.»

«Δεν μπορώ να σου πω κάτι που δεν ξέρω.»

«Με άγγιξες.»

Ο Αχιλλέας έκλεισε τα μάτια.

Η Άρια κράτησε την αναπνοή της.

«Μήδεια…»

«Το σώμα σου ήταν.»

«Δεν ήμουν εγώ.»

«Τότε ποιος ήταν μέσα σ’ αυτό;»

Η Άρια έκανε ασυναίσθητα πίσω.

Το ξύλο έτριξε.

Ο Αχιλλέας γύρισε.

Την είδε.

Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.

Η Μήδεια σκούπισε τα μάτια της.

«Τώρα ξέρεις.»

Η Άρια μπήκε στο δωμάτιο.

«Όχι. Τώρα έχω περισσότερες ερωτήσεις.»

Ο Αχιλλέας έμοιαζε ξαφνικά πολύ μεγαλύτερος.

«Κι εγώ.»

«Πού ήσουν εκείνο το βράδυ;»

«Σπίτι.»

«Μόνος;»

Παύση.

«Όχι.»

Η Μήδεια σήκωσε το κεφάλι.

«Με ποιον;»

Ο Αχιλλέας δεν απάντησε.

Η Άρια κατάλαβε.

«Με κάποια γυναίκα.»

Εκείνος την κοίταξε.

«Ναι.»

«Ποια;»

«Δεν έχει σημασία.»

Η Μήδεια γέλασε πικρά.

«Σ’ αυτό το κτίριο; Όλα έχουν σημασία.»

Ο Αχιλλέας πήγε προς την πόρτα.

Η Άρια τον σταμάτησε.

«Ποια;»

Εκείνος την κοίταξε.

Και τελικά είπε:

«Τη Λένα.»

Η Μήδεια έμεινε ακίνητη.

Η Άρια θυμήθηκε τη Λένα.

Την αμηχανία της στις πρόβες.

Τα κοκκινισμένα μάγουλα.

Τον τρόπο που παρατηρούσε περισσότερο απ’ όσο μιλούσε.

Και ξαφνικά η γεωμετρία άλλαξε.

Δεν υπήρχε τρίγωνο.

Υπήρχε κύκλος.


Το ίδιο βράδυ, στο Καμαρίνι 4, εμφανίστηκε μία καινούρια φράση:

Η επιθυμία δεν δείχνει τον δολοφόνο.
Δείχνει ποιος θα ανοίξει την πόρτα.

Κάτω από αυτήν υπήρχε μια ημερομηνία.

Τρεις ημέρες αργότερα.

Και μία ώρα.

00:03

Η Άρια την κοίταζε πολλή ώρα.

Ύστερα άκουσε κάποιον πίσω της.

Δεν γύρισε.

«Νικήτα;»

Καμία απάντηση.

Ένα χέρι ακούμπησε τη μέση της.

Η Άρια πάγωσε.

Δεν ήταν το άγγιγμα του Νικήτα.

Το ήξερε χωρίς να ξέρει πώς.

Το χέρι ανέβηκε ελάχιστα.

Όχι αρκετά για να γίνει χάδι.

Αρκετά για να γίνει πρόθεση.

Η Άρια κοίταξε τον καθρέφτη.

Πίσω της δεν υπήρχε κανείς.

Όμως το χέρι παρέμενε πάνω της.

Έκλεισε τα μάτια.

«Δεν σου δίνω άδεια.»

Το άγγιγμα σταμάτησε.

Και τότε μια ανδρική φωνή ψιθύρισε στο αυτί της:

«Δεν ήρθα για σένα.»

Τα μάτια της άνοιξαν.

«Για ποιον ήρθες;»

Η ανάσα πίσω της έγινε σχεδόν γέλιο.

«Για εκείνον που θα νομίζει ότι ήρθε από έρωτα.»

Το χέρι εξαφανίστηκε.

Η Άρια γύρισε.

Κανείς.

Μόνο η πόρτα.

Ανοιχτή τώρα.

Και έξω στον διάδρομο, πολύ μακριά, περπατούσε κάποιος.

Μια ανδρική φιγούρα.

«Στάσου!»

Η φιγούρα δεν σταμάτησε.

Η Άρια βγήκε τρέχοντας.

Έστριψε στη γωνία.

Κανείς.

Στο πάτωμα υπήρχε μόνο ένα αντικείμενο.

Έσκυψε.

Ένα κουμπί.

Μαύρο.

Από ανδρικό σακάκι.

Το πήρε.

Και τότε άκουσε τους τρεις χτύπους.

Όχι από τη σκηνή.

Από μέσα της.

Μία.

Δύο.

Τρεις.

Περίμενε τον τέταρτο.

Δεν ήρθε.

Αντί γι’ αυτό ακούστηκε η φωνή της Λυδίας:

«Αυτή τη φορά, Άρια, ο τέταρτος χτύπος θα είναι άνθρωπος.»

Και για πρώτη φορά η Άρια κατάλαβε τι σήμαινε πραγματικά η προειδοποίηση.

Ο επόμενος χτύπος δεν θα ακουγόταν.

Θα έπεφτε..

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

00:03

 

Τρεις ημέρες είναι πολύς χρόνος όταν γνωρίζεις την ώρα.

Η Άρια το κατάλαβε από το πρώτο πρωί.

Αν στον καθρέφτη είχε εμφανιστεί μόνο η ημερομηνία, θα μπορούσε ίσως να την αντιμετωπίσει σαν απειλή. Σαν ακόμα ένα από εκείνα τα τεχνάσματα του κτιρίου που έτρεφαν τον φόβο μέχρι να γίνει συνεργός.

Αλλά υπήρχε και ώρα.

00:03.

Αυτό άλλαζε τα πάντα.

Η ώρα είναι χειρότερη από την προφητεία.

Η προφητεία αφήνει χώρο στη φαντασία.

Η ώρα κλείνει ραντεβού.


Την πρώτη μέρα δεν συνέβη τίποτα.

Και γι’ αυτό όλοι φοβήθηκαν περισσότερο.

Η Σχολή λειτουργούσε με μια παράξενη ευγένεια. Δεν έσβηναν φώτα. Δεν ακούγονταν χτύποι. Οι καθρέφτες έμεναν απλοί καθρέφτες. Τα πατώματα δεν έτριζαν παρά μόνο όταν κάποιος τα πατούσε.

Ακόμη και ο Λυσιμάχου φαινόταν σχεδόν ήρεμος.

Στην απογευματινή πρόβα μίλησε για την αναπνοή.

«Ο φόβος,» είπε, «κάνει δύο πράγματα στο σώμα. Ή το παγώνει ή το αναγκάζει να κινηθεί περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Ο ηθοποιός πρέπει να βρει την τρίτη κατάσταση.»

Ο Νικήτας τον κοίταξε.

«Ποια;»

Ο Λυσιμάχου χαμογέλασε.

«Να φοβάται και να μένει ελεύθερος.»

Η Άρια ένιωσε την πρόταση να την αγγίζει περισσότερο απ’ όσο ήθελε.

Ο Λυσιμάχου συνέχισε την πρόβα.

Τους έβαλε να περπατούν στον χώρο με κλειστά μάτια.

Να αγγίζουν ο ένας τον άλλον μόνο με την παλάμη.

Να απομακρύνονται χωρίς να ανοίγουν τα μάτια.

Να αναγνωρίζουν ποιος βρισκόταν απέναντί τους μόνο από την αναπνοή.

Όταν η Άρια βρέθηκε απέναντι στον Νικήτα, τον αναγνώρισε πριν ακόμη την αγγίξει.

Αυτό την τρόμαξε περισσότερο από κάθε φάντασμα.

Το χέρι του ακούμπησε το δικό της.

Μία μόνο στιγμή.

Κι όμως το σώμα της απάντησε.

Ο Λυσιμάχου το είδε.

«Μην την κρύβεις.»

Η Άρια άνοιξε τα μάτια.

«Τι;»

«Την αναγνώριση.»

«Δεν παίζω.»

«Ακριβώς.»

Ο Νικήτας απομάκρυνε το χέρι.

Στην απέναντι πλευρά της αίθουσας, η Μήδεια τους κοιτούσε.

Δεν χαμογελούσε.


Τη δεύτερη ημέρα η Λένα δεν ήρθε στην πρόβα.

Η Στέλλα είπε ότι είχε πυρετό.

Ο Αχιλλέας είπε ότι δεν ήξερε τίποτα.

Η Μήδεια τον κοίταξε όταν το είπε.

Μόνο μία στιγμή.

Αλλά η Άρια το είδε.

Μετά την πρόβα την πλησίασε.

«Τι συμβαίνει;»

«Τίποτα.»

«Αυτό το “τίποτα” έχει γίνει η πιο ύποπτη λέξη σ’ αυτή τη Σχολή.»

Η Μήδεια γέλασε.

Αυτή τη φορά αληθινά.

Ίσως για τελευταία φορά, σκέφτηκε αργότερα η Άρια.

«Θέλεις να μάθεις αν ζηλεύω τη Λένα;»

«Δεν ξέρω τι θέλω να μάθω.»

«Καλύτερα.»

Η Μήδεια πλησίασε το παράθυρο.

Έξω έβρεχε.

Η αντανάκλασή της στο τζάμι έμοιαζε πιο σκοτεινή από εκείνη.

«Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα με την επιθυμία;»

Η Άρια δεν απάντησε.

«Όλοι νομίζουν πως κατευθύνεται προς άνθρωπο.»

«Και προς τι κατευθύνεται;»

Η Μήδεια γύρισε.

«Προς την εκδοχή του εαυτού μας που μας υπόσχεται εκείνος ο άνθρωπος.»

Η Άρια την κοίταξε.

«Αυτό σου υποσχέθηκε ο Αχιλλέας;»

Η Μήδεια έμεινε σιωπηλή.

«Δεν ξέρω αν ήταν ο Αχιλλέας.»

«Το σώμα του ήταν.»

«Τα σώματα είναι τα καλύτερα κοστούμια.»

Η Άρια ένιωσε εκνευρισμό.

«Μήδεια, σταμάτα. Αν κινδυνεύεις—»

«Κινδυνεύουμε όλοι.»

«Δεν είναι το ίδιο.»

Η Μήδεια την κοίταξε με ξαφνική τρυφερότητα.

«Εσύ εξακολουθείς να πιστεύεις ότι ο κίνδυνος έρχεται απ’ έξω.»

Και έφυγε.


Το ίδιο βράδυ η Άρια βρήκε τον Νικήτα στην ταράτσα.

Κάπνιζε, αν και της είχε πει ότι είχε κόψει το κάπνισμα δύο χρόνια πριν.

«Ξανάρχισες;»

«Όχι.»

«Αυτό τι είναι;»

Κοίταξε το τσιγάρο.

«Μια προσωρινή αποτυχία χαρακτήρα.»

Η Άρια στάθηκε δίπλα του.

Η Θεσσαλονίκη απλωνόταν από κάτω τους υγρή, φωτισμένη, αδιάφορη.

Της φάνηκε παράξενο ότι κάπου υπήρχαν άνθρωποι που έτρωγαν, μάλωναν, έβλεπαν τηλεόραση, κοιμούνταν.

Χωρίς να γνωρίζουν ότι σε τριάντα περίπου ώρες ένας καθρέφτης είχε προαναγγείλει κάτι.

«Φοβάσαι;» τον ρώτησε.

«Ναι.»

Η απάντηση ήρθε τόσο εύκολα που γύρισε να τον κοιτάξει.

«Δεν θα το κρύψεις;»

«Βαρέθηκα να κρύβω πράγματα.»

Ο Νικήτας πέταξε το τσιγάρο και το έσβησε.

«Εσύ;»

«Δεν ξέρω.»

«Ψέμα.»

Η Άρια χαμογέλασε ελάχιστα.

«Φοβάμαι ότι στις 00:03 θα κοιτάζουμε το λάθος μέρος.»

«Κι εγώ.»

«Και περισσότερο φοβάμαι κάτι άλλο.»

«Τι;»

Τον κοίταξε.

«Ότι κάποιος από εμάς θα είναι ήδη εκεί επειδή θα θέλει να είναι.»

Ο Νικήτας δεν απάντησε.

Έκανε μόνο ένα βήμα πιο κοντά.

Η Άρια δεν υποχώρησε.

Για πρώτη φορά δεν υπήρχε πρόβα.

Δεν υπήρχε Λυσιμάχου.

Δεν υπήρχε Δάφνη να τους πει πώς να χρησιμοποιήσουν την απόσταση.

Ο Νικήτας άγγιξε το πρόσωπό της.

Η Άρια έκλεισε τα μάτια.

Τα χείλη τους συναντήθηκαν.

Όχι βίαια.

Όχι θεατρικά.

Χωρίς την ακρίβεια που είχαν μάθει στη σκηνή.

Ένα φιλί αδέξιο από αλήθεια.

Η Άρια τον έπιασε από το σακάκι.

Εκείνος την τράβηξε κοντά.

Για λίγες στιγμές δεν υπήρχε Σχολή.

Δεν υπήρχαν τέσσερις χτύποι.

Δεν υπήρχαν νεκροί.

Ίσως αυτή να ήταν η πραγματική απειλή της επιθυμίας.

Ότι μπορούσε για λίγο να κάνει τον κόσμο να μοιάζει απλός.

Ο Νικήτας απομακρύνθηκε πρώτος.

Το μέτωπό του έμεινε πάνω στο δικό της.

«Άρια.»

«Μη μιλήσεις.»

«Πρέπει.»

«Τότε περίμενε.»

Έμειναν έτσι.

Και από κάτω, πολύ χαμηλά, μέσα από το κτίριο, ακούστηκε ένας χτύπος.

Μόνο ένας.

Ο Νικήτας άνοιξε τα μάτια.

«Μας άκουσε.»

Η Άρια κοίταξε προς την πόρτα της ταράτσας.

«Όχι.»

«Τότε;»

«Μας μέτρησε.»


Την τρίτη ημέρα όλοι ήρθαν.

Ακόμη και η Λένα.

Ήταν χλωμή.

«Πώς είσαι;» τη ρώτησε η Άρια.

«Καλύτερα.»

Ο Αχιλλέας μπήκε αμέσως μετά.

Δεν κοιτάχτηκαν.

Αυτό ήταν πιο εμφανές από βλέμμα.

Η Μήδεια εμφανίστηκε τελευταία.

Φορούσε κόκκινο.

Όχι φόρεμα.

Ένα μακρύ, λεπτό κόκκινο πουκάμισο πάνω από μαύρο παντελόνι.

Η Άρια σκέφτηκε το κόκκινο Καμαρίνι.

«Γιατί με κοιτάς;»

«Τίποτα.»

Η Μήδεια χαμογέλασε.

«Να τη πάλι η λέξη.»

Η πρόβα άρχισε στις οκτώ.

Ο Λυσιμάχου δεν τους άφησε να φύγουν.

Κανείς δεν παραπονέθηκε.

Στις δέκα και μισή η Στέλλα κλείδωσε την κεντρική είσοδο.

Στις έντεκα παρά τέταρτο η Δάφνη έφερε καφέδες.

Στις έντεκα και είκοσι η Ισμήνη έλεγξε όλες τις βοηθητικές πόρτες.

Στις έντεκα και σαράντα η Δανάη είπε ότι ο καθρέφτης στην αίθουσα κίνησης είχε αρχίσει να θολώνει μόνος του.

Στις έντεκα και πενήντα πέντε όλοι βρίσκονταν στη μεγάλη σκηνή.

Ή έτσι νόμιζαν.

Η Άρια μέτρησε.

Νικήτας.

Λυσιμάχου.

Αχιλλέας.

Δανάη.

Λένα.

Δάφνη.

Ισμήνη.

Στέλλα.

Νεφέλη.

Πάρης.

Μάρκος.

«Πού είναι η Μήδεια;»

Κανείς δεν απάντησε.

Ο Αχιλλέας γύρισε προς την πόρτα.

Η Άρια τον είδε.

«Μην πας.»

Εκείνος σταμάτησε.

«Γιατί;»

«Γιατί αυτό θέλει.»

«Ποιο;»

«Δεν ξέρω.»

Ο Νικήτας κοίταξε το ρολόι.

23:57.

Ο Λυσιμάχου σηκώθηκε.

«Κανείς δεν φεύγει μόνος.»

«Η Μήδεια είναι ήδη μόνη,» είπε η Άρια.

23:58.

Το φως της πλατείας έσβησε.

23:59.

Από κάπου ακούστηκε μουσική.

Το βαλς.

Η Άρια χλόμιασε.

«Το Καμαρίνι 4.»

Ο Νικήτας την άρπαξε από το χέρι.

«Πάμε μαζί.»

Ο Αχιλλέας ακολούθησε.

Ο Λυσιμάχου πίσω τους.

Η Δανάη έκανε να έρθει.

«Όχι!» είπε η Άρια.

Δεν ήξερε γιατί.

Ήξερε μόνο ότι έπρεπε να υπάρχουν τέσσερις.


00:01.

Ο διάδρομος ήταν σκοτεινός.

Η μουσική δυνάμωνε.

Δεν έμοιαζε πλέον να παίζει από ηχείο.

Έμοιαζε να παίζει μέσα στους τοίχους.

00:02.

Έφτασαν έξω από το Καμαρίνι 4.

Η πόρτα ήταν κλειστή.

Από μέσα ακούστηκε ανάσα.

Μετά ένα χαμηλό γέλιο.

Γυναικείο.

Η Άρια κοίταξε τον Αχιλλέα.

Εκείνος είχε ασπρίσει.

Μέσα ακούστηκε ανδρική φωνή.

Δεν ξεχώριζαν λέξεις.

Μόνο τον τόνο.

Κοντά.

Πολύ κοντά.

Ύστερα η φωνή της Μήδειας.

«Μη σταματήσεις.»

Ο Αχιλλέας έκανε να πιάσει το χερούλι.

Η Άρια τον σταμάτησε.

Για ένα τρομακτικό δευτερόλεπτο κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς προσπαθούσαν να διακόψουν.

Έρωτα;

Πρόβα;

Παγίδα;

Ο Νικήτας κοίταξε το ρολόι.

00:02 και σαράντα δύο.

Από μέσα ακούστηκε κάτι να πέφτει.

Μετά η Μήδεια γέλασε ξανά.

Ένα γέλιο λαχανιασμένο, σχεδόν μεθυσμένο από ένταση.

Η ανδρική φωνή είπε κάτι.

Αυτή τη φορά η Άρια άκουσε:

«Κοίτα με.»

Η Μήδεια απάντησε:

«Δεν είσαι εσύ.»

Σιωπή.

Η Άρια ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

00:02 και πενήντα έξι.

«Άνοιξε!» φώναξε.

Χτύπησε την πόρτα.

00:02 και πενήντα οκτώ.

Ο Νικήτας έπεσε πάνω της με τον ώμο.

Η πόρτα δεν κουνήθηκε.

00:02 και πενήντα εννέα.

Από μέσα ακούστηκε ένα φιλί.

Ή κάτι που έμοιαζε με φιλί.

00:03.

Ένας χτύπος.

Όχι στην πόρτα.

Μέσα.

Βαρύς.

Σαν σώμα που συναντά πάτωμα.

Η μουσική σταμάτησε.


Η πόρτα άνοιξε μόνη της.

Το κόκκινο φως ήταν αναμμένο.

Ο καθρέφτης θολωμένος.

Μία καρέκλα αναποδογυρισμένη.

Ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, όχι αρκετά για να αφηγούνται τι είχε προηγηθεί, αρκετά όμως για να κάνουν τη σιωπή αδιάκριτη.

Και η Μήδεια.

Η Άρια δεν φώναξε.

Ίσως επειδή ο τρόμος δεν βρήκε χρόνο να γίνει φωνή.

Η Μήδεια βρισκόταν στο πάτωμα δίπλα στον καθρέφτη.

Το κόκκινο πουκάμισο ανοιχτό στον λαιμό.

Το ένα χέρι τεντωμένο μπροστά.

Το άλλο πάνω στο στήθος.

Το πρόσωπό της παράξενα ήρεμο.

Σαν να είχε μόλις καταλάβει κάτι που οι ζωντανοί δεν γνώριζαν.

Ο Αχιλλέας έκανε ένα βήμα.

«Μήδεια.»

Ο Λυσιμάχου τον κράτησε.

«Μην την αγγίξεις.»

Ο Αχιλλέας γύρισε έξαλλος.

«Άφησέ με!»

«Μην την αγγίξεις!»

Αυτή τη φορά ο Λυσιμάχου φώναξε.

Ο Νικήτας πήγε κοντά.

Γονάτισε χωρίς να ακουμπήσει το σώμα.

Έβαλε δύο δάχτυλα στον λαιμό.

Περίμενε.

Μετά κοίταξε την Άρια.

Δεν χρειάστηκε να μιλήσει.

Η Άρια ένιωσε το Καμαρίνι 4 να μικραίνει γύρω της.

Η Μήδεια ήταν νεκρή.


Κανείς δεν είχε προσέξει τον καθρέφτη.

Η Δανάη, που είχε τελικά ακολουθήσει ως τον διάδρομο, στάθηκε στην πόρτα.

Και ψιθύρισε:

«Άρια...»

Η Άρια γύρισε.

Στο θολωμένο γυαλί υπήρχε μία φράση.

Γραμμένη από μέσα.

Όχι πάνω στην επιφάνεια.

Σαν οι λέξεις να βρίσκονταν πίσω από το είδωλο.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ.

Ο Αχιλλέας γύρισε απότομα.

«Τι σημαίνει αυτό;»

Και τότε η Άρια είδε κάτι άλλο.

Στο κάτω μέρος του καθρέφτη.

Πέντε δαχτυλιές.

Ανδρικό χέρι.

Η μία δαχτυλιά είχε αφήσει μια λεπτή μαύρη κηλίδα.

Η Άρια κοίταξε το αντικείμενο που κρατούσε στην τσέπη της εδώ και τρεις ημέρες.

Το μαύρο κουμπί.

Το έβγαλε αργά.

Ο Αχιλλέας φορούσε μαύρο σακάκι.

Η Άρια κοίταξε τα κουμπιά του.

Ένα έλειπε.

Ο Νικήτας το είδε.

Ο Λυσιμάχου το είδε.

Ο Αχιλλέας κοίταξε πρώτα το κουμπί.

Μετά το σακάκι του.

«Όχι.»

Η φωνή του ήταν ψίθυρος.

Η Άρια δεν είπε τίποτα.

«Όχι.»

Έκανε πίσω.

«Δεν ήμουν εγώ.»

Ο Νικήτας σηκώθηκε.

«Το κουμπί είναι δικό σου;»

«Ναι.»

«Πώς βρέθηκε εδώ;»

«Δεν ξέρω.»

«Μήδεια είπε ότι το σώμα σου—»

«Δεν ήμουν εγώ!»

Η κραυγή χτύπησε τον καθρέφτη.

Και τότε η Μήδεια άνοιξε τα μάτια.

Η Άρια ούρλιαξε.

Ο Νικήτας γύρισε.

Για μία μόνο στιγμή τα μάτια της νεκρής γυναίκας ήταν ανοιχτά.

Δεν κοιτούσαν κανέναν τους.

Κοιτούσαν τον καθρέφτη.

Τα χείλη της κινήθηκαν.

Η Άρια έσκυψε χωρίς να το σκεφτεί.

Και άκουσε.

Μια φωνή μικρότερη από ανάσα.

«Δεν... ήταν... αυτός...»

Τα μάτια έκλεισαν ξανά.

Αυτή τη φορά οριστικά.

Ο Αχιλλέας λύγισε στον τοίχο.

Κανείς δεν μίλησε.

Μέχρι που η φράση στον καθρέφτη άρχισε να αλλάζει.

Τα γράμματα έσβησαν ένα ένα.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ.

Έμεινε μόνο:

Η ΑΔΕΙΑ.

Μετά:

ΑΔΕΙΑ.

Και τέλος:

ΑΔΕΙΟ.

Ο καθρέφτης καθάρισε.

Μέσα του φάνηκαν όλοι.

Η Άρια.

Ο Νικήτας.

Ο Αχιλλέας.

Ο Λυσιμάχου.

Η Δανάη.

Το σώμα της Μήδειας.

Και πίσω τους—

ένας ακόμη άντρας.

Η Άρια γύρισε.

Κανείς.

Ξανακοίταξε.

Ο άντρας ήταν ακόμη μέσα στον καθρέφτη.

Αυτή τη φορά το πρόσωπό του φαινόταν καθαρά.

Και ο Νικήτας ψιθύρισε:

«Πατέρα;»

Ο Ορέστης Βαλμάς χαμογέλασε μέσα από το γυαλί.

Όχι στον γιο του.

Στην Άρια.

Και σήκωσε αργά τέσσερα δάχτυλα.

Έπειτα ένα από αυτά λύγισε.

Έμειναν τρία.

Η Άρια κατάλαβε.

Η Μήδεια δεν ήταν το τέλος.

Ήταν ο πρώτος.

Και κάπου μέσα στο κτίριο, σαν να επιβεβαίωνε τη σκέψη της, ακούστηκαν τρεις χτύποι.

Μία.

Δύο.

Τρεις.

Ύστερα η φωνή της Λυδίας, μακρινή και απελπισμένη:

«Τώρα, Άρια, μην ψάξεις ποιος τη σκότωσε.»

Παύση.

«Ψάξε ποιος ήθελε να είναι εκεί όταν θα πέθαινε.»

Και για πρώτη φορά από τότε που είχε μπει στη Σχολή, η Άρια φοβήθηκε όχι τους νεκρούς.

Τους ζωντανούς..

 

 

 

 

 

 

 

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 

Οι ζωντανοί λένε καλύτερα ψέματα

 

Η αστυνομία έφτασε στις 00:31.

Είκοσι οκτώ λεπτά μετά τον θάνατο της Μήδειας.

Η Άρια θα θυμόταν αυτή τη διαφορά για πολύ καιρό.

Όχι επειδή τα είκοσι οκτώ λεπτά είχαν σημασία.

Αλλά επειδή από τη στιγμή που μπήκαν οι πρώτοι αστυνομικοί στη Σχολή, το Καμαρίνι 4 έπαψε — τουλάχιστον επισήμως — να είναι σκηνή.

Έγινε τόπος εγκλήματος.

Και αυτό εξόργισε το θέατρο.


Ο πρώτος αστυνομικός που μπήκε κοίταξε το σώμα, μετά τον καθρέφτη, μετά τα ρούχα στο πάτωμα.

«Κανείς δεν αγγίζει τίποτα.»

Ο Λυσιμάχου χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

Η Άρια το είδε.

«Τι;» του ψιθύρισε.

«Τίποτα.»

«Γιατί χαμογέλασες;»

Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της.

«Γιατί είπε ακριβώς την ίδια φράση που είπε ο ιδρυτής πριν από εβδομήντα χρόνια.»

Η Άρια τον κοίταξε.

«Πώς το ξέρεις;»

«Υπάρχει στο κείμενο.»

«Ποιο κείμενο;»

Ο Λυσιμάχου δεν πρόλαβε να απαντήσει.

«Κύριε Λυσιμάχου;»

Μια γυναίκα στεκόταν πίσω τους.

Γύρω στα σαράντα πέντε. Σκούρα μαλλιά τραβηγμένα πίσω. Χωρίς στολή. Κρατούσε ένα μικρό σημειωματάριο, όχι κινητό.

«Αστυνόμος Έλλη Μαρέτη.»

Ο Λυσιμάχου έτεινε το χέρι.

Εκείνη δεν το πήρε.

«Εσείς διευθύνετε τη Σχολή;»

«Κάποτε.»

Η Μαρέτη τον κοίταξε.

«Δεν σας ρώτησα πότε.»

Ο Νικήτας, παρά την κατάσταση, γύρισε αλλού για να κρύψει κάτι που έμοιαζε επικίνδυνα με χαμόγελο.

Η Άρια κατάλαβε αμέσως ότι συμπαθούσε τη γυναίκα.

Ή, τουλάχιστον, τον τρόπο που δεν εντυπωσιαζόταν από τον Λυσιμάχου.

«Ποιος βρήκε τη νεκρή;»

Σιωπή.

Η Άρια μίλησε.

«Εμείς.»

«Ποιοι εμείς;»

«Εγώ. Ο Νικήτας. Ο Αχιλλέας. Ο κύριος Λυσιμάχου.»

Η Μαρέτη σημείωσε τα ονόματα.

«Και η κοπέλα στην πόρτα;»

Η Δανάη χλόμιασε.

«Ήρθα μετά.»

«Πόσο μετά;»

«Δευτερόλεπτα.»

Η Μαρέτη σήκωσε το βλέμμα.

«Τα δευτερόλεπτα είναι χρόνος, δεσποινίς μου.»

Η Δανάη κατέβασε τα μάτια.

Η Άρια κοίταξε τον καθρέφτη.

Καθαρός.

Καμία φράση.

Καμία δαχτυλιά.

Καμία μορφή.

Τίποτα.

Και τότε κατάλαβε.

Το θέατρο είχε ήδη αρχίσει να λέει ψέματα.


Τους χώρισαν.

Η Άρια οδηγήθηκε στην αίθουσα κίνησης.

Ο Νικήτας στο γραφείο της Στέλλας.

Ο Αχιλλέας στην αίθουσα φωνητικής.

Ο Λυσιμάχου παρέμεινε στη μεγάλη σκηνή.

Οι υπόλοιποι περίμεναν.

Κανείς δεν επιτρεπόταν να φύγει.

Στις 01:12 η Μαρέτη κάθισε απέναντι από την Άρια.

«Τη γνωρίζατε καλά;»

«Ναι.»

Η απάντηση βγήκε πιο δύσκολα απ’ όσο περίμενε.

Τη γνωρίζατε.

Παρελθόν.

Τόσο γρήγορα αλλάζει ο χρόνος όταν πεθαίνει κάποιος.

«Τι σχέση είχατε;»

«Σπουδάζαμε μαζί.»

«Δεν ρώτησα αυτό.»

Η Άρια την κοίταξε.

«Ήμασταν φίλες. Ανταγωνιστικές μερικές φορές. Αλλά φίλες.»

«Είχε σχέση;»

Η Άρια δίστασε.

Η Μαρέτη το σημείωσε.

«Η σιωπή σας απάντησε.»

«Δεν ξέρω.»

«Ξέρετε κάτι.»

Η Άρια κοίταξε τα χέρια της.

Σκέφτηκε τον άγνωστο άντρα.

Τον Αχιλλέα.

Τη Λένα.

Το σώμα που ίσως ήταν σώμα άλλου.

Τον καθρέφτη.

Πώς εξηγείς έναν καθρέφτη σε αστυνομικό;

«Η Μήδεια έβλεπε κάποιον.»

«Όνομα;»

«Δεν ξέρω.»

«Περιγραφή;»

Η Άρια γέλασε άθελά της.

Η Μαρέτη δεν γέλασε.

«Γιατί σας φαίνεται αστείο;»

«Δεν μου φαίνεται.»

«Τότε;»

Η Άρια σήκωσε τα μάτια.

«Γιατί κάθε φορά που τον περιέγραφε, περιέγραφε άλλον άνθρωπο.»

Η Μαρέτη έγειρε πίσω.

«Εξηγήστε μου.»

«Δεν μπορώ.»

«Δοκιμάστε.»

«Μερικές φορές έλεγε ότι ήταν ένας άγνωστος. Μια φορά νόμιζε ότι ήταν ο Νικήτας. Μετά...»

Σταμάτησε.

«Μετά;»

«Ο Αχιλλέας.»

Η Μαρέτη δεν αντέδρασε.

Μόνο σημείωσε.

Η Άρια μετάνιωσε αμέσως.

«Δεν είπα ότι ήταν ο Αχιλλέας.»

«Είπατε ότι εκείνη νόμιζε πως ήταν.»

«Είπα ότι—»

«Καταλαβαίνω πολύ καλά τι είπατε.»

Έκλεισε το σημειωματάριο.

«Και κάτι τελευταίο. Γιατί βρισκόσασταν όλοι εδώ τα μεσάνυχτα;»

Η Άρια πάγωσε.

Αυτό ήταν το ερώτημα.

Όχι ποιος.

Όχι πώς.

Γιατί όλοι περίμεναν έναν θάνατο χωρίς να ξέρουν ποιος θα πεθάνει;

«Είχαμε πρόβα.»

Η Μαρέτη την κοίταξε για πολλή ώρα.

«Κυρία...»

«Άρια.»

«Άρια. Έχω περάσει δεκαεννέα χρόνια ακούγοντας ανθρώπους να λένε ψέματα. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι το ψέμα φαίνεται στα μάτια.»

Έσκυψε προς το μέρος της.

«Δεν φαίνεται εκεί.»

«Πού φαίνεται;»

«Στις λεπτομέρειες που περισσεύουν.»

Σηκώθηκε.

«Κι εσείς μου δώσατε πολύ λίγες.»


Στις 02:05 άρχισαν να βγάζουν τη Μήδεια από το Καμαρίνι 4.

Η Άρια στεκόταν στον διάδρομο.

Δεν ήθελε να κοιτάξει.

Κοίταξε.

Το σώμα ήταν καλυμμένο.

Για μια παράλογη στιγμή σκέφτηκε ότι η Μήδεια θα πεταγόταν από κάτω γελώντας.

Σας έπαιξα όλους.

Δεν συνέβη.

Το φορείο πέρασε δίπλα της.

Και τότε ακούστηκε.

Ένας χτύπος.

Η Άρια γύρισε.

Κανείς άλλος δεν αντέδρασε.

Δεύτερος.

«Το ακούς;» ψιθύρισε στον Νικήτα.

Εκείνος ήταν δίπλα της.

«Τι;»

Τρίτος.

Η Άρια έκλεισε τα μάτια.

Περίμενε.

Τίποτα.

Όταν τα άνοιξε, το φορείο είχε φτάσει στη σκάλα.

Και η Μήδεια στεκόταν πίσω του.

Η Άρια σταμάτησε να αναπνέει.

Όχι η Μήδεια όπως ήταν νεκρή.

Η Μήδεια όπως είχε μπει πρώτη φορά στη Σχολή.

Μαλλιά λυτά.

Κόκκινα χείλη.

Εκείνο το ενοχλητικά βέβαιο βλέμμα.

Η μορφή της γύρισε προς την Άρια.

Σήκωσε το δάχτυλο στα χείλη.

Σσσς.

Και εξαφανίστηκε.

«Άρια;»

Ο Νικήτας την κρατούσε.

«Τι είδες;»

Εκείνη κοίταξε το σημείο.

«Τίποτα.»

Και τη στιγμή που το είπε κατάλαβε κάτι φρικτό.

Είχε μόλις πει το πρώτο της ψέμα για τη Μήδεια.


Στις τρεις και είκοσι η αστυνομία επέτρεψε στους περισσότερους να φύγουν.

Όχι στον Αχιλλέα.

Το κουμπί είχε καταγραφεί.

Το σακάκι κατασχέθηκε.

Και υπήρχε κάτι ακόμη που η Άρια δεν γνώριζε.

Το έμαθε από τη Λένα.

Τη βρήκε στις τουαλέτες να πλένει τα χέρια της ξανά και ξανά.

«Λένα.»

Η κοπέλα τρόμαξε.

«Τι;»

«Σταμάτα.»

«Δεν μπορώ.»

Η Άρια έκλεισε τη βρύση.

«Τι έγινε;»

Η Λένα την κοίταξε.

«Θα τον συλλάβουν.»

«Τον Αχιλλέα;»

Έγνεψε.

«Γιατί;»

«Βρήκαν κάτι.»

Η Άρια ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Τι;»

«Κάτω από τα νύχια της.»

Η Άρια περίμενε.

«Ίνες.»

«Από το σακάκι;»

«Ναι.»

Σιωπή.

«Και δέρμα.»

Η Άρια πάγωσε.

«Τίνος;»

Η Λένα άρχισε να κλαίει.

«Δικό του.»


Ο Αχιλλέας δεν αντιστάθηκε όταν του ζήτησαν να τους ακολουθήσει.

Πέρασε μπροστά από την Άρια.

Σταμάτησε.

«Δεν τη σκότωσα.»

Η Μαρέτη γύρισε.

«Μην μιλάτε.»

Ο Αχιλλέας αγνόησε την αστυνόμο.

Κοίταζε την Άρια.

«Δεν τη σκότωσα.»

«Το ξέρω.»

Η Άρια δεν ήξερε γιατί το είπε.

Η Μαρέτη την κοίταξε.

Ο Αχιλλέας πλησίασε ελάχιστα.

«Βρες τι λείπει.»

«Από πού;»

«Από το δωμάτιο.»

«Τι λείπει;»

Η Μαρέτη τον τράβηξε πίσω.

Ο Αχιλλέας πρόλαβε μόνο να πει:

«Το δεύτερο σώμα.»

Και τον πήραν.


Η Άρια δεν έφυγε.

Ο Νικήτας επίσης.

Στις τέσσερις το πρωί κάθονταν στη μεγάλη σκηνή.

Άδειοι.

Η Άρια είχε τα παπούτσια στα χέρια.

Δεν θυμόταν πότε τα έβγαλε.

Ο Νικήτας καθόταν δίπλα της.

«Τι εννοούσε δεύτερο σώμα;»

«Δεν ξέρω.»

«Στο δωμάτιο ήταν η Μήδεια.»

«Και κάποιος άλλος.»

«Ο δολοφόνος.»

Η Άρια γύρισε.

«Όχι.»

«Τι όχι;»

«Αυτό ακριβώς θέλει να πιστέψουμε.»

«Ποιος;»

«Όλοι.»

Ο Νικήτας σηκώθηκε.

«Άρια, μια γυναίκα πέθανε. Υπάρχουν ίνες, DNA, ένα κουμπί. Κάποια στιγμή πρέπει να δεχτούμε ότι μπορεί να μην είναι το κτίριο.»

«Δεν είπα ότι είναι.»

«Τότε τι λες;»

Η Άρια σηκώθηκε κι εκείνη.

«Λέω ότι κάποιος χρησιμοποιεί το κτίριο.»

Ο Νικήτας σώπασε.

«Και ίσως το κτίριο χρησιμοποιεί εκείνον.»


Στις 04:17 μπήκαν στο Καμαρίνι 4.

Η αστυνομία είχε φύγει από τον συγκεκριμένο χώρο.

Ταινία στην πόρτα.

Ο Νικήτας την κοίταξε.

«Αυτό είναι παράνομο.»

Η Άρια την πέρασε.

«Καλώς ήρθες στο θέατρο.»

Εκείνος την κοίταξε.

Παρά την εξάντληση, χαμογέλασε.

«Αυτό ήταν δικό μου.»

«Τώρα είναι δικό μου.»

Μπήκαν.

Χωρίς το κόκκινο φως, το δωμάτιο ήταν μικρότερο.

Άσχημο.

Σχεδόν γελοίο.

Ένας καθρέφτης.

Ένα τραπέζι.

Μια πολυθρόνα.

Τίποτα μεταφυσικό.

Η πραγματικότητα είναι συχνά το καλύτερο σκηνικό για το αδιανόητο.

Η Άρια στάθηκε στο σημείο όπου είχε βρεθεί η Μήδεια.

«Δεύτερο σώμα.»

Ο Νικήτας κοίταξε γύρω.

«Ίσως εννοούσε τον άνθρωπο μαζί της.»

«Όχι.»

«Γιατί;»

«Γιατί θα έλεγε δεύτερο άνθρωπο.»

Η Άρια γονάτισε.

Κοίταξε κάτω από το τραπέζι.

Τίποτα.

Μετά την πολυθρόνα.

Τον καθρέφτη.

Σταμάτησε.

«Νικήτα.»

«Τι;»

«Πόσα είδωλα υπήρχαν όταν μπήκαμε;»

«Τι εννοείς;»

«Όταν βρήκαμε τη Μήδεια.»

Ο Νικήτας προσπάθησε να θυμηθεί.

«Όλους μας.»

«Όχι. Πριν έρθει η Δανάη.»

«Εσένα, εμένα, τον Αχιλλέα, τον Λυσιμάχου...»

«Και τη Μήδεια;»

Σιωπή.

Ο Νικήτας κοίταξε τον καθρέφτη.

«Δεν θυμάμαι.»

Η Άρια πλησίασε.

Άγγιξε το γυαλί.

Κρύο.

«Αυτό εννοούσε.»

«Τι;»

«Το δεύτερο σώμα δεν ήταν στο δωμάτιο.»

Κοίταξε το είδωλό της.

«Ήταν εδώ.»

Ο Νικήτας πλησίασε.

«Μέσα στον καθρέφτη;»

Η Άρια δεν απάντησε.

Έβγαλε από την τσέπη της το κινητό.

Άναψε τον φακό.

Τον έστρεψε λοξά στο γυαλί.

Και τότε φάνηκαν.

Γράμματα.

Χαραγμένα από την πίσω πλευρά.

Ο Νικήτας διάβασε:

ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΤΗ ΣΚΟΤΩΣΕ,
ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΜΠΗΚΕ.
ΚΟΙΤΑΞΕ ΠΟΙΟΣ ΒΓΗΚΕ.

Η Άρια αισθάνθηκε την ανάσα του Νικήτα δίπλα της.

«Δεν είδαμε κανέναν να βγαίνει.»

«Ακριβώς.»

«Τότε πώς—»

Ακούστηκε ένας ήχος.

Από πίσω.

Όχι από τον διάδρομο.

Μέσα από τον τοίχο.

Η Άρια πλησίασε.

Ακούμπησε το αυτί.

Ανάσα.

Ανθρώπινη.

Ο Νικήτας χτύπησε τον τοίχο.

Κούφιος.

Κοιτάχτηκαν.

Έσπρωξαν μαζί την πολυθρόνα.

Πίσω της υπήρχε μια πολύ λεπτή κατακόρυφη γραμμή.

Μια πόρτα.

Χωρίς χερούλι.

Ο Νικήτας πίεσε.

Άνοιξε.

Πίσω από το Καμαρίνι 4 υπήρχε ένας δεύτερος, στενός διάδρομος.

Τόσο στενός που δύο άνθρωποι δεν μπορούσαν να περπατήσουν δίπλα δίπλα.

Η μυρωδιά ήταν παράξενη.

Σκόνη.

Υγρασία.

Και άρωμα.

Το άρωμα που η Μήδεια είχε περιγράψει.

Η Άρια μπήκε πρώτη.

«Πρόσεχε.»

«Αν μου το ξαναπείς, θα αρχίσω να πιστεύω ότι νοιάζεσαι.»

Ο Νικήτας την έπιασε από το χέρι.

«Αυτό το πρόβλημα το έχουμε ήδη.»

Η Άρια γύρισε.

Μέσα στο σκοτάδι τα πρόσωπά τους βρίσκονταν πολύ κοντά.

Δεν φιλήθηκαν.

Αυτή τη φορά η επιθυμία έπρεπε να περιμένει.

Και ίσως γι’ αυτό έγινε πιο επικίνδυνη.

Προχώρησαν.

Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο.

Και μέσα—

ένα κρεβάτι.

Ένας νιπτήρας.

Μια καρέκλα.

Κεριά.

Δεκάδες φωτογραφίες στους τοίχους.

Η Άρια πλησίασε.

Μήδεια.

Σε πρόβα.

Στον διάδρομο.

Στην ταράτσα.

Να γελά.

Να κοιμάται πάνω σε έναν καναπέ.

Να αλλάζει ρούχα πίσω από ένα παραβάν.

Η Άρια ένιωσε ναυτία.

«Κάποιος την παρακολουθούσε.»

Ο Νικήτας δεν απάντησε.

Κοίταζε μία φωτογραφία.

«Άρια.»

Εκείνη πλησίασε.

Η φωτογραφία έδειχνε τη Μήδεια στο Καμαρίνι 4.

Ζωντανή.

Καθισμένη στην πολυθρόνα.

Πίσω της ένας άντρας.

Το πρόσωπό του κομμένο από το κάδρο.

Μόνο το σώμα.

Μαύρο σακάκι.

Το χέρι του στον ώμο της.

Η Άρια κοίταξε το κάτω μέρος.

Ημερομηνία.

Τρεις εβδομάδες πριν.

«Ο Αχιλλέας;»

Ο Νικήτας πήρε τη φωτογραφία.

«Ίσως.»

Η Άρια κοίταξε καλύτερα.

Κάτι δεν ταίριαζε.

Το χέρι.

«Μεγέθυνέ το.»

Ο Νικήτας άναψε περισσότερο τον φακό.

Στο μικρό δάχτυλο του άντρα υπήρχε δαχτυλίδι.

Ασημένιο.

Με ένα παράξενο σύμβολο.

Τρεις κάθετες γραμμές.

Και μία τέταρτη κομμένη στη μέση.

Η Άρια είχε ξαναδεί αυτό το δαχτυλίδι.

Ήταν βέβαιη.

Αλλά πού;

Τότε ακούστηκε χειροκρότημα.

Ένα.

Δύο.

Τρία αργά παλαμάκια.

Από την είσοδο του κρυφού δωματίου.

Η Άρια και ο Νικήτας γύρισαν.

Ο Λυσιμάχου στεκόταν εκεί.

«Επιτέλους,» είπε.

Η Άρια ένιωσε θυμό.

«Το ήξερες.»

«Ήξερα ότι υπήρχε διάδρομος.»

«Και το δωμάτιο;»

«Όχι.»

Ο Νικήτας σήκωσε τη φωτογραφία.

«Το δαχτυλίδι;»

Ο Λυσιμάχου έχασε το χρώμα του.

Η Άρια το είδε.

«Το ξέρεις.»

Εκείνος πλησίασε.

«Δώσ’ μου τη φωτογραφία.»

«Ποιος φοράει αυτό το δαχτυλίδι;»

«Άρια.»

«Ποιος;»

Ο Λυσιμάχου κοίταξε τη φωτογραφία.

Η Άρια είδε πάνω του κάτι που δεν έμοιαζε ούτε με έλεγχο ούτε με φόβο.

Ντροπή.

«Ανήκε στον ιδρυτή.»

Ο Νικήτας γέλασε νευρικά.

«Φυσικά. Και τώρα θα μας πεις ότι ο νεκρός ιδρυτής κοιμόταν με τη Μήδεια.»

«Όχι.»

Ο Λυσιμάχου σήκωσε τα μάτια.

«Το δαχτυλίδι περνούσε πάντα στον επόμενο.»

«Ποιον επόμενο;»

Ο Λυσιμάχου κοίταξε την Άρια.

«Στον άνθρωπο που αναλάμβανε να κρατήσει την Πρόβα των Σκιών ζωντανή.»

Η Άρια ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατότερα.

«Ποιος το έχει τώρα;»

Ο Λυσιμάχου δεν απάντησε.

«Ποιος;»

Και τότε ακούστηκε μια φωνή πίσω τους.

«Εγώ.»

Η Άρια γύρισε.

Στην είσοδο στεκόταν η αστυνόμος Μαρέτη.

Κρατούσε το σημειωματάριό της.

Στο δεξί της χέρι φορούσε ένα ασημένιο δαχτυλίδι.

Τρεις κάθετες γραμμές.

Η τέταρτη κομμένη.

Ο Νικήτας έκανε ένα βήμα πίσω.

Η Μαρέτη κοίταξε τη φωτογραφία.

Ύστερα τον Λυσιμάχου.

«Δεν έπρεπε να τους αφήσεις να το βρουν.»

Η Άρια ένιωσε κάτι μέσα της να καταρρέει.

«Εσείς ποια είστε;»

Η Μαρέτη χαμογέλασε.

Όχι σαν αστυνομικός.

Σαν ηθοποιός που περίμενε πολύ ώρα την ατάκα της.

«Επιτέλους η σωστή ερώτηση.»


Ο Λυσιμάχου έκλεισε τα μάτια.

«Έλλη...»

Η Άρια στράφηκε προς εκείνον.

Ο τρόπος που είπε το όνομά της δεν ήταν τρόπος γνωριμίας.

Ήταν τρόπος ανάμνησης.

«Γνωρίζεστε.»

Η Μαρέτη απάντησε:

«Πολύ πριν γίνει ο Μάνος Λυσιμάχου αυτό που νομίζετε.»

Ο Νικήτας κοίταξε και τους δύο.

«Και το δαχτυλίδι;»

Η Μαρέτη το έβγαλε.

Το ακούμπησε στο τραπέζι.

«Δεν είναι δικό μου.»

«Τότε γιατί το φοράτε;»

«Για να δω ποιος θα το αναγνωρίσει.»

Η Άρια κοίταξε τον Λυσιμάχου.

«Και το αναγνώρισε.»

«Ναι.»

Η Μαρέτη χαμογέλασε ελάχιστα.

«Αυτό φοβόμουν.»

«Πού το βρήκατε;»

Η Μαρέτη σταμάτησε.

Κοίταξε το κρεβάτι.

Τις φωτογραφίες.

Τον κρυφό διάδρομο.

Και είπε:

«Μέσα στο στόμα της Μήδειας.»

Η Άρια πάγωσε.

«Τι;»

«Όταν εξετάστηκε το σώμα.»

Η φωνή της ήταν τώρα ξανά επαγγελματική.

«Το δαχτυλίδι ήταν κρυμμένο κάτω από τη γλώσσα της.»

Ο Νικήτας ψιθύρισε:

«Άρα το έβαλε ο δολοφόνος.»

Η Μαρέτη τον κοίταξε.

«Ή το έβαλε εκείνη.»

Σιωπή.

«Γιατί;» ρώτησε η Άρια.

Η Μαρέτη πλησίασε.

«Ίσως επειδή κατάλαβε ποιος ήταν μαζί της.»

«Τότε γιατί δεν άφησε όνομα;»

«Ίσως άφησε.»

Η Άρια ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Πού;»

Η Μαρέτη έδειξε τις φωτογραφίες.

«Εδώ.»


Άρχισαν να τις κατεβάζουν μία μία.

Σαράντα τρεις φωτογραφίες.

Η Μήδεια υπήρχε σε όλες.

Σε κάθε φωτογραφία υπήρχε και κάτι κόκκινο.

Ένα μαντίλι.

Μια καρέκλα.

Ένα λουλούδι.

Ένα φως.

Ένα βιβλίο.

Στην τελευταία φωτογραφία δεν υπήρχε τίποτα κόκκινο.

Μόνο η Μήδεια.

Και πίσω της ένας καθρέφτης.

Η Άρια πλησίασε.

Μέσα στον καθρέφτη φαινόταν κάποιος.

Όχι ο άντρας με το σακάκι.

Μια γυναίκα.

Η Άρια πήρε τη φωτογραφία στα χέρια.

«Δεν μπορεί.»

Ο Νικήτας πλησίασε.

«Ποια είναι;»

Η Άρια δεν απάντησε.

Γιατί αναγνώριζε το πρόσωπο.

Το είχε δει στη Μικρή Σκηνή.

Το είχε ακούσει να μιλά για αφανισμό, μνήμη και ονόματα που σβήστηκαν.

Η γυναίκα στον καθρέφτη ήταν η Λυδία Μακρή.

Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα.

Στη φωτογραφία δεν έμοιαζε νεκρή.

Έμοιαζε νέα.

Και στο χέρι της κρατούσε μια πινακίδα.

Η Άρια έφερε τη φωτογραφία κοντά στο φως.

Πάνω στην πινακίδα υπήρχαν τρεις λέξεις:

ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΑ ΠΟΤΕ.

Κανείς δεν μίλησε.

Και τότε η Άρια πρόσεξε την ημερομηνία της φωτογραφίας.

Δεν ήταν εβδομήντα χρόνια πριν.

Δεν ήταν είκοσι.

Δεν ήταν καν πριν από έναν χρόνο.

Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί—

χθες.


Η Άρια σήκωσε αργά το κεφάλι.

«Αν η Λυδία δεν είναι νεκρή...»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε.

«Τότε κάποιος μας έμαθε να θυμόμαστε λάθος.»

Η Μαρέτη συμπλήρωσε:

«Και αν μπορείς να αλλάξεις τη μνήμη ενός θεάτρου...»

Ο Νικήτας τελείωσε τη φράση.

«...μπορείς να αλλάξεις και τους ενόχους του.»

Τότε, από τον διάδρομο, ακούστηκε γυναικείο γέλιο.

Η Άρια ήξερε αυτό το γέλιο.

Έτρεξε.

«Μήδεια!»

Βγήκε στον στενό διάδρομο.

Στο τέλος του πέρασε μια γυναικεία μορφή.

Κόκκινο πουκάμισο.

«Μήδεια!»

Έτρεξε πίσω της.

Η μορφή έστριψε.

Η Άρια ακολούθησε.

Και βρέθηκε ξανά—

στο Καμαρίνι 4.

Μόνη.

Η κρυφή πόρτα έκλεισε πίσω της.

Το κόκκινο φως άναψε.

Ο καθρέφτης θόλωσε.

«Μήδεια;»

Καμία απάντηση.

Ύστερα εμφανίστηκε μία φράση.

ΔΕΝ ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΓΙΞΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ.

Η Άρια πλησίασε.

Δεύτερη φράση.

ΜΕ ΣΚΟΤΩΣΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΗΞΕΡΕ ΤΙ ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ ΜΕΤΑ.

Η Άρια ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν.

«Ποιος;»

Ο καθρέφτης έμεινε ακίνητος.

«Πες μου ποιος!»

Τα γράμματα χάθηκαν.

Και τότε εμφανίστηκε η Μήδεια.

Μέσα στον καθρέφτη.

Όχι νεκρή.

Όμορφη.

Θυμωμένη.

Λυπημένη.

Ζωντανή με εκείνον τον αδύνατο τρόπο που μόνο οι νεκροί μπορούν να είναι μέσα στη μνήμη.

«Ποιος σε σκότωσε;»

Η Μήδεια κούνησε το κεφάλι.

«Γιατί δεν μου λες;»

Το είδωλό της πλησίασε από την άλλη πλευρά.

Σήκωσε το χέρι.

Η Άρια ακούμπησε το δικό της στο γυαλί.

Παλάμη πάνω σε παλάμη.

Η Μήδεια ψιθύρισε:

«Γιατί, αν σου πω τώρα, θα τον θυμηθείς όπως θέλει εκείνος.»

Η Άρια ένιωσε ένα δάκρυ να κατεβαίνει.

«Τότε τι πρέπει να κάνω;»

Η Μήδεια χαμογέλασε.

«Θυμήσου κάτι που δεν συνέβη.»

«Τι;»

Η Μήδεια άρχισε να χάνεται.

«Τη νύχτα που φιλήθηκες με τον Νικήτα.»

Η Άρια πάγωσε.

«Τι έχει αυτή η νύχτα;»

Η μορφή είχε σχεδόν εξαφανιστεί.

Πρόλαβε μόνο να ακούσει:

«Δεν ήσασταν δύο.»

Και χάθηκε.

Η Άρια έμεινε μόνη.

Στον καθρέφτη τώρα έβλεπε μόνο τον εαυτό της.

Ώσπου πίσω από το είδωλό της εμφανίστηκε ένας άντρας.

Η Άρια δεν γύρισε.

Τον κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη.

Εκείνος πλησίασε.

Ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της.

Και αυτή τη φορά η Άρια αναγνώρισε το πρόσωπό του.

Η καρδιά της σταμάτησε.

Γιατί δεν ήταν ο Αχιλλέας.

Δεν ήταν ο Λυσιμάχου.

Δεν ήταν ο Ορέστης.

Ήταν ο Νικήτας.

Μόνο που ο πραγματικός Νικήτας βρισκόταν ακόμη στο κρυφό δωμάτιο πίσω από τον τοίχο.

Η μορφή χαμογέλασε.

Έσκυψε στο αυτί της.

«Τώρα κατάλαβες γιατί τα σώματα είναι τα καλύτερα κοστούμια;»

Η Άρια δεν μπορούσε να κινηθεί.

«Ποιος είσαι;»

Η μορφή του Νικήτα χαμογέλασε.

«Εκείνος που η Μήδεια ερωτεύτηκε χωρίς να έχει δει ποτέ.»

«Εσύ τη σκότωσες;»

Το χαμόγελο έσβησε.

«Όχι.»

Παύση.

«Εγώ την έκανα να ανοίξει την πόρτα.»

Και τότε το κόκκινο φως έσβησε.

Μέσα στο σκοτάδι η Άρια άκουσε μόνο μία τελευταία φράση:

«Ο δολοφόνος δεν μπήκε ποτέ στο Καμαρίνι 4.»

Και κάπου, πολύ μακριά, ακούστηκε ο πρώτος χτύπος της επόμενης πράξης..