Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ: ΄΄ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ΄΄

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το χιόνι έπεφτε από το ξημέρωμα, αθόρυβο στην αρχή, σχεδόν ευγενικό, σαν να δοκίμαζε τις αντοχές του κόσμου πριν απλωθεί πάνω του. Τώρα, όμως, είχε πυκνώσει. Οι νιφάδες στριφογύριζαν μανιασμένα μπροστά στο παρμπρίζ, κολλούσαν στο τζάμι και έσβηναν αμέσως, αφήνοντας πίσω τους μια θαμπάδα που θύμιζε ανάσα νεκρού.

Η Ελένη κράτησε πιο σφιχτά το τιμόνι. Τα δάχτυλά της είχαν αρχίσει να μουδιάζουν, όχι τόσο από το κρύο όσο από την αίσθηση ότι ο δρόμος κάτω από τις ρόδες δεν ήταν πια δρόμος. Ήταν μια λευκή, άμορφη επιφάνεια, χωρίς όρια, χωρίς μνήμη. Ορεινή Αρκαδία, έλεγε ο χάρτης. Μα αυτό εδώ δεν έμοιαζε με τόπο. Έμοιαζε με παύση. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος κάπου ανάμεσα στο χωριό και στον υπόλοιπο κόσμο.

Το χωριό.

Ένα σύμπλεγμα από πέτρινα σπίτια, γαντζωμένα στο βουνό, με στέγες βαριές και παράθυρα στενά, σαν μάτια που δεν ήθελαν να βλέπουν. Εκεί έμενε η Ελένη τους τελευταίους έξι μήνες. Εκεί είχε διοριστεί. Εκεί είχε μάθει να περπατάει αργά, να μιλάει λίγο, να ακούει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε.

Το αυτοκίνητο γλίστρησε ελαφρά. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Πάτησε φρένο, το άφησε αμέσως. Είχε διαβάσει για τέτοιες καταστάσεις, είχε ακούσει οδηγίες. Όπως είχε διαβάσει τόσα και τόσα άλλα. Τα βιβλία ήταν πάντα η άμυνά της. Η καταφυγή της. Η ζωή της.

Μόνο που τα βιβλία δεν προετοιμάζουν κανέναν για το συναίσθημα ότι κάτι σε παρακολουθεί, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει τίποτα γύρω σου πέρα από χιόνι και έλατα.

Η μηχανή έβηξε. Μια φορά. Δεύτερη. Και έσβησε.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να πίστευε ότι αν δεν κινηθεί, αν δεν αναπνεύσει, ο κόσμος ίσως ξαναπάρει μπροστά. Έξω, ο αέρας ούρλιαζε ανάμεσα στα δέντρα. Το κινητό της δεν είχε σήμα. Δεν είχε ποτέ σε εκείνο το κομμάτι της διαδρομής.

Ήταν παγιδευμένη.

Και το ήξερε.


Όταν είχε φτάσει πρώτη φορά στο χωριό, την είχαν κοιτάξει με περιέργεια και καχυποψία. Όχι εχθρικά. Όχι ακόμα. Ήταν το βλέμμα ανθρώπων που έχουν δει πολλά και δεν εμπιστεύονται τίποτα καινούργιο. Μια βιβλιοθηκονόμος από την πόλη. Μια γυναίκα μόνη της. Χωρίς οικογένεια. Χωρίς παρελθόν που να τους αφορά.

Η δημοτική βιβλιοθήκη βρισκόταν στην άκρη του χωριού. Ένα παλιό νεοκλασικό, παράταιρο με τα υπόλοιπα σπίτια. Σαν να είχε ξεβραστεί εκεί από άλλη εποχή. Τα παράθυρά του ήταν ψηλά, τα τζάμια παχιά, και η ξύλινη πόρτα έτριζε κάθε φορά που άνοιγε, σαν να διαμαρτυρόταν για την ενόχληση.

«Εκεί θα δουλεύεις», της είχε πει ο πρόεδρος του χωριού, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια.

Δεν της είχε πει τίποτε άλλο.

Την πρώτη μέρα, η Ελένη είχε μείνει μόνη της ανάμεσα σε ράφια σκονισμένα, βιβλία ξεχασμένα, και μια μυρωδιά υγρασίας ανακατεμένης με κάτι άλλο. Κάτι παλιό. Κάτι που δεν ήξερε αν ήταν μούχλα ή μνήμη.

Κάποια βιβλία έφεραν σημειώσεις στα περιθώρια. Ονόματα. Ημερομηνίες. Σχόλια γραμμένα με βιασύνη, με θυμό ή με φόβο. Άλλα είχαν σελίδες κολλημένες μεταξύ τους, όχι από τον χρόνο, αλλά από κάτι πιο σκούρο.

Η Ελένη δεν ρώτησε.

Οι βιβλιοθηκονόμοι μαθαίνουν να μην ρωτούν. Μαθαίνουν να παρατηρούν.


Το κρύο είχε αρχίσει να διαπερνά το παλτό της. Άνοιξε το ντουλαπάκι και έβγαλε ένα ζευγάρι γάντια. Τα φόρεσε αργά, σαν τελετουργία. Έπειτα κοίταξε τον δρόμο μπροστά. Δεν υπήρχε δρόμος. Μόνο μια αχνή υπόσχεση ότι κάπου, κάτω από το χιόνι, υπήρχε άσφαλτος.

Σκέφτηκε τη βιβλιοθήκη.

Σκέφτηκε τις φήμες.

Την πρώτη φορά που τις είχε ακούσει, είχε γελάσει. Ψιθυριστά, για να μην την ακούσουν. Έλεγαν πως το κτίριο ήταν στοιχειωμένο. Πως τη νύχτα ακούγονταν βήματα. Πως κάποια βιβλία δεν έμεναν ποτέ στη θέση τους.

Και μετά, πιο χαμηλόφωνα, πιο προσεκτικά, έλεγαν και κάτι άλλο.

Πως η καινούργια βιβλιοθηκονόμος δεν ήταν τυχαία.

Πως είχε έρθει για να ξυπνήσει πράγματα που έπρεπε να μείνουν θαμμένα.

Πως ήταν όργανο του σατανά.

Η Ελένη είχε νιώσει τότε ένα ρίγος, όχι από φόβο, αλλά από προσβολή. Η άγνοια πάντα φοβάται τη γνώση, είχε σκεφτεί. Οι άνθρωποι πάντα χρειάζονται έναν ένοχο.

Τώρα, όμως, μόνη της μέσα στο χιόνι, με τη μηχανή νεκρή και το φως να σβήνει σιγά σιγά, η σκέψη επέστρεφε.

Όχι σαν δεισιδαιμονία.

Σαν προειδοποίηση.


Έβγαλε το κλειδί από τη μίζα και άνοιξε την πόρτα. Ο αέρας την χτύπησε στο πρόσωπο σαν χαστούκι. Το χιόνι έφτανε ήδη μέχρι τους αστραγάλους της. Κοίταξε γύρω. Κανένα φως. Κανένας ήχος ανθρώπινος.

Το χωριό απείχε λίγα χιλιόμετρα. Η βιβλιοθήκη ακόμα λιγότερο.

Αλλά η Αρκαδία δεν συγχωρεί την αλαζονεία.

Έκανε ένα βήμα μπροστά και τότε το άκουσε.

Όχι άνεμο.

Όχι ζώο.

Έναν ήχο χαμηλό, ρυθμικό, σαν σελίδες που γυρίζουν.

Η Ελένη γύρισε αργά το κεφάλι της προς το σκοτάδι.

Κάπου, μέσα στο λευκό, κάτι την περίμενε.

Και η ιστορία μόλις άρχιζε.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η πρώτη νύχτα στη βιβλιοθήκη δεν ήταν επιλογή.

Ήταν αναγκαιότητα.

Το χιόνι είχε κλείσει τους δρόμους πριν προλάβει να επιστρέψει στο χωριό. Το τηλέφωνο του προέδρου είχε χτυπήσει μία φορά, δύο, και ύστερα η γραμμή είχε γεμίσει παράσιτα, σαν ψίθυρους που μιλούσαν ο ένας πάνω στον άλλον. «Μείνε εκεί», της είχε πει. «Το πρωί θα δούμε».

Δεν είχε πει πώς.

Η βιβλιοθήκη, άδεια από ανθρώπους, έμοιαζε διαφορετική τη νύχτα. Οι σκιές δεν κρύβονταν πια πίσω από τα ράφια· απλώνονταν ελεύθερα, σκαρφάλωναν στους τοίχους, έγλειφαν το ταβάνι. Η λάμπα του γραφείου έριχνε ένα φως κιτρινωπό, άρρωστο, που έκανε τις ράχες των βιβλίων να μοιάζουν με σπονδυλικές στήλες.

Η Ελένη κλείδωσε την πόρτα.

Ο ήχος του κλειδιού αντήχησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.

Στάθηκε ακίνητη, κρατώντας ακόμα το μέταλλο στο χέρι της, και τότε το ένιωσε ξανά. Εκείνη τη γνώριμη, ανεξήγητη αίσθηση πως δεν ήταν μόνη. Όχι με τον τρόπο που λένε οι ιστορίες. Όχι με φαντάσματα και κραυγές. Αλλά με κάτι πιο ύπουλο. Με την παρουσία της μνήμης.

Οι κάτοικοι του χωριού δεν μιλούσαν ποτέ για το παρελθόν. Όχι ανοιχτά. Όμως το κουβαλούσαν πάνω τους. Στο βλέμμα που κατέβαζαν όταν περνούσε. Στις πόρτες που έκλειναν λίγο πιο γρήγορα. Στα παιδιά που την κοίταζαν σαν να ήξεραν κάτι που εκείνη αγνοούσε.

Σαν να της κρατούσαν κακία για κάτι που δεν είχε κάνει.

Ή που δεν είχε κάνει ακόμα.

Έβγαλε το παλτό της και το άφησε στην καρέκλα. Το κρύο δεν έφευγε. Η βιβλιοθήκη δεν ζεσταινόταν ποτέ πραγματικά. Σαν να αντιστεκόταν. Σαν να μην ήθελε άνεση. Μόνο εγρήγορση.

Άνοιξε ένα παλιό καλοριφέρ. Έτριξε, αναστέναξε, αλλά δεν ζωντάνεψε.

Τότε άκουσε το πρώτο βήμα.

Ήταν ανεπαίσθητο. Ένα τρίξιμο ξύλου, κάπου βαθιά μέσα στο κτίριο. Η Ελένη γύρισε αργά. Η καρδιά της δεν επιτάχυνε· βάρυνε. Σαν να είχε μάθει πια ότι ο φόβος εδώ δεν ερχόταν με κραυγές.

«Είναι το κτίριο», ψιθύρισε.

Η φωνή της χάθηκε αμέσως, ρουφήχτηκε από τα ράφια.

Περπάτησε ανάμεσα στα βιβλία. Κάθε τίτλος έμοιαζε να την κοιτά. Κάποιοι τόμοι δεν υπήρχαν στον κατάλογο. Το είχε προσέξει από τις πρώτες μέρες. Βιβλία χωρίς ISBN, χωρίς εκδότη. Μόνο χειρόγραφες ετικέτες στη ράχη. Ημερομηνίες. Μερικές φορές, μόνο ένα όνομα.

Ονόματα που επαναλαμβάνονταν.

Ονόματα που υπήρχαν ακόμα στο χωριό.

Έπιασε έναν τόμο τυχαία. Το εξώφυλλο ήταν από σκούρο δέρμα. Άνοιξε. Η γραφή ήταν σφιχτή, νευρική. Δεν ήταν λογοτεχνία. Ήταν καταγραφή. Μαρτυρία. Εξομολόγηση.

«Δεν μιλήσαμε. Κανείς μας δεν μίλησε. Κι έτσι συμφωνήσαμε».

Η Ελένη έκλεισε απότομα το βιβλίο.

Τότε τα φώτα τρεμόπαιξαν.

Για μια στιγμή, μέσα στο τζάμι του παραθύρου, είδε την αντανάκλασή της να καθυστερεί. Σαν να μην της ανήκε. Σαν κάποιος άλλος να φορούσε το πρόσωπό της.

Έκανε πίσω.

Το καλοριφέρ άναψε απότομα, καυτό, σχεδόν βίαιο.

Και μέσα στη σιωπή που ακολούθησε, η Ελένη κατάλαβε κάτι που οι κάτοικοι ήξεραν εδώ και χρόνια.

Η βιβλιοθήκη δεν ήταν στοιχειωμένη.

Ήταν φυλακή.

Και εκείνη δεν ήταν ο φύλακας.

Ήταν το κλειδί.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ξύπνησε στο πάτωμα.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού βρισκόταν. Το κρύο μάρμαρο κάτω από το μάγουλό της, η μυρωδιά παλιού χαρτιού, η γεύση σιδήρου στο στόμα της. Προσπάθησε να σηκωθεί και ένας οξύς πόνος διαπέρασε τον αυχένα της.

Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 03:17.

Η Ελένη θυμόταν καθαρά ότι είχε καθίσει στο γραφείο. Θυμόταν τη λάμπα αναμμένη. Θυμόταν το βιβλίο με τις εξομολογήσεις. Δεν θυμόταν πώς βρέθηκε στο πάτωμα, ανάμεσα στα ράφια της τοπικής ιστορίας.

Σηκώθηκε αργά. Τα πόδια της έτρεμαν, όχι από αδυναμία, αλλά από μια βαθιά, παράλογη αίσθηση ότι κάτι είχε συμβεί — και ότι το μυαλό της είχε επιλέξει να την προστατεύσει ξεχνώντας το.

Κοίταξε γύρω.

Η λάμπα ήταν σβηστή.

Όλα τα φώτα ήταν σβηστά.

Μόνο το ρολόι δούλευε. Τικ. Τακ. Σαν καρδιά που δεν της ανήκε.

Προχώρησε προς το γραφείο. Πάνω του υπήρχαν τρία βιβλία ανοιχτά. Δεν θυμόταν να τα έχει βγάλει. Το ένα ήταν ο τόμος που είχε κλείσει απότομα. Το άλλο είχε τίτλο Πρακτικά Κοινοτικού Συμβουλίου, 1986. Το τρίτο δεν είχε τίτλο.

Στις σελίδες του υπήρχε γραφή.

Όχι τυπωμένη.

Χειρόγραφη.

Και ήταν η δική της.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Αναγνώριζε τα γράμματά της. Τον τρόπο που έκοβε το «θ». Την ελαφριά κλίση στα τελικά «ς». Δεν υπήρχε αμφιβολία.

«Ήταν απαραίτητο.»

«Αν μιλούσε ένας, θα χάνονταν όλοι.»

«Η βιβλιοθήκη θυμάται.»

Έκανε πίσω απότομα. Το κεφάλι της γύρισε.

Κοίταξε το ρολόι.

03:41.

Είκοσι τέσσερα λεπτά είχαν περάσει.

Δεν θυμόταν ούτε δευτερόλεπτο.

Η αναπνοή της έγινε κοφτή. Έπιασε το μπράτσο της. Κάτω από το πουλόβερ υπήρχαν γρατζουνιές. Φρέσκες. Σαν να τις είχε κάνει η ίδια.

«Όχι», ψιθύρισε.

Η φωνή της αντήχησε διαφορετικά. Πιο βαριά. Πιο ξένη.

Τότε άκουσε τον ήχο.

Όχι βήματα.

Αναπνοές.

Πολλές.

Σαν άνθρωποι συγκεντρωμένοι σε μικρό χώρο, που προσπαθούσαν να μη γίνουν αντιληπτοί. Η Ελένη στράφηκε προς τα ράφια. Οι σκιές ανάμεσά τους είχαν πυκνώσει. Δεν έμοιαζαν πια τυχαίες. Έμοιαζαν με σχήματα.

Με πρόσωπα.

Με μάτια που απέφευγαν να τη κοιτάξουν κατάματα.

Και τότε κατάλαβε.

Δεν ήταν φαντάσματα.

Ήταν αναμνήσεις.

Ό,τι είχαν θάψει οι κάτοικοι, ό,τι είχαν συμφωνήσει να ξεχάσουν, είχε βρει καταφύγιο εκεί. Στα βιβλία. Στους τοίχους. Στο πάτωμα όπου είχε ξυπνήσει.

Η βιβλιοθήκη δεν της έδειχνε πράγματα.

Της τα παρέδιδε.

Το ρολόι χτύπησε τέσσερις φορές.

Όταν σήκωσε το βλέμμα της, βρισκόταν μπροστά στην κεντρική είσοδο.

Φορούσε το παλτό της.

Κρατούσε το κλειδί στο χέρι.

Δεν θυμόταν να είχε περπατήσει μέχρι εκεί.

Έξω, μέσα στο χιόνι, διακρίνονταν πατημασιές.

Ξεκινούσαν από την πόρτα της βιβλιοθήκης.

Και οδηγούσαν πίσω μέσα.

Η Ελένη κατάλαβε τότε ότι δεν έχανε απλώς χρόνο.

Κάποιος άλλος τον χρησιμοποιούσε.

Και ήξερε πώς να γράφει με το χέρι της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Το πρωί ήρθε χωρίς φως.

Η Ελένη το κατάλαβε από τον ήχο. Από εκείνη τη θαμπή, άτονη ησυχία που δεν ανήκει στη νύχτα, αλλά ούτε και στη μέρα. Το ρολόι έδειχνε 09:02. Το κεφάλι της πονούσε, σαν να είχε περάσει ώρες κλαίγοντας ή φωνάζοντας. Δεν θυμόταν τίποτα από τα μεσάνυχτα και μετά.

Η πόρτα της βιβλιοθήκης ήταν ξεκλείδωτη.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που την τρόμαξε πραγματικά.

Σηκώθηκε από την καρέκλα — καθόταν στην καρέκλα, όχι στο πάτωμα αυτή τη φορά — και πλησίασε την είσοδο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο δρόμος ήταν άδειος. Κανένα αυτοκίνητο. Κανένα ίχνος ζωής.

Μόνο πατημασιές.

Όχι πολλές. Μία διαδρομή. Από την πόρτα της βιβλιοθήκης μέχρι την πλατεία του χωριού και πίσω.

Τις ακολούθησε.

Στην πλατεία στεκόταν η Καλλιόπη.

Η πιο ηλικιωμένη γυναίκα του χωριού. Εκείνη που δεν είχε μπει ποτέ στη βιβλιοθήκη, αλλά ήξερε πάντα τι ώρα άνοιγε και τι ώρα έκλεινε.

«Άργησες σήμερα», είπε, χωρίς χαιρετισμό.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Δεν… δεν βγήκα», απάντησε.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε. Όχι καλοσυνάτα.

«Βγήκες», είπε. «Και μίλησες».

Ο αέρας γύρω τους έμοιαζε να βαραίνει.

«Με ποιον;» ρώτησε η Ελένη.

Η γριά έσκυψε ελαφρά μπροστά.

«Με εμάς», ψιθύρισε. «Όπως τότε».

Η λέξη τότε δεν χρειαζόταν εξήγηση. Ήταν φορτωμένη με δεκαετίες.

«Δεν θυμάμαι», είπε η Ελένη.

«Αυτό είναι το καλό με εσένα», απάντησε η Καλλιόπη. «Δεν θυμάσαι, αλλά καταγράφεις».

Η Ελένη έκανε ένα βήμα πίσω.

«Τι καταγράφω;»

Η Καλλιόπη έδειξε προς τη βιβλιοθήκη.

«Τις αλήθειες που δεν αντέχουμε να κρατήσουμε μέσα μας».

Για πρώτη φορά, η φωνή της γριάς έτρεμε.

«Εσύ μας ξεκουράζεις».

Και τότε η Ελένη κατάλαβε.

Δεν την φοβούνταν επειδή ήταν όργανο του σατανά.

Την φοβούνταν επειδή ήταν αναγκαία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Το βιβλίο δεν υπήρχε το προηγούμενο βράδυ.

Η Ελένη ήταν σίγουρη.

Βρισκόταν στο χαμηλότερο ράφι, εκεί όπου δεν έφτανε το φως. Ένα βιβλίο λεπτό, δεμένο πρόχειρα, με εξώφυλλο από χοντρό χαρτί. Πάνω του, γραμμένος με μολύβι, ο τίτλος:

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ

Το άνοιξε με προσοχή.

Η πρώτη σελίδα ήταν άδεια.

Η δεύτερη επίσης.

Στην τρίτη, υπήρχε ένα μόνο όνομα.

Το δικό της.

Η Ελένη ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Κάθισε στο πάτωμα, κρατώντας το βιβλίο σαν να μπορούσε να την κάψει.

Ξεφύλλισε βιαστικά.

Σελίδες άδειες.

Και στο τέλος, μια καταγραφή:

«Όταν τελειώσει, δεν θα χρειάζεται πια να θυμάται κανείς».

Έκλεισε το βιβλίο.

Ακούστηκε ένα βαθύ τρίξιμο, σαν να μετακινήθηκε κάτι μέσα στους τοίχους. Τα ράφια έτριξαν όλα μαζί, σαν να αναστέναξαν.

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα της.

Για πρώτη φορά, η βιβλιοθήκη δεν της φαινόταν εχθρική.

Της φαινόταν πεινασμένη.

Και εκείνη άρχισε να υποψιάζεται το χειρότερο.

Ότι στο τέλος, για να κλείσει ο κύκλος,

η βιβλιοθήκη δεν θα ζητούσε μια ακόμα αλήθεια.

Θα ζητούσε έναν άνθρωπο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Το όνομά της δεν ήταν το πρώτο.

Η Ελένη το κατάλαβε όταν βρήκε το παλιό ευρετήριο. Ήταν κρυμμένο πίσω από το αρχείο των δωρεών, δεμένο με σπάγκο, σαν κάτι που δεν έπρεπε να ανοίγεται εύκολα. Οι σελίδες του είχαν κιτρινίσει τόσο, που έμοιαζαν εύθραυστες σαν οστά.

Ξεφύλλισε.

Ονόματα.

Δίπλα τους, χρονολογίες.

Και στο τέλος κάθε γραμμής, μια μικρή κάθετος. Όχι σταυρός. Κάθετος.

Σαν παύση.

Σαν διακοπή αναπνοής.

Κατάλαβε τότε τη λογική. Η βιβλιοθήκη δεν τιμωρούσε. Δεν εκδικούνταν. Λειτουργούσε. Όπως λειτουργεί ένα όργανο. Όπως λειτουργεί η μνήμη όταν δεν αντέχει άλλο βάρος.

Οι προηγούμενοι δεν είχαν πεθάνει.

Είχαν αφαιρεθεί.

Διαβάζοντας τα ονόματα, ένιωσε κάτι να υποχωρεί μέσα της. Ένα κομμάτι αντίστασης. Ένα κομμάτι αυταπάτης. Κανείς δεν ερχόταν να τη σώσει. Κανείς δεν είχε σωθεί ποτέ.

Το σώμα της άρχισε να αντιδρά. Τα χέρια της έτρεμαν. Το στομάχι της συσπάστηκε. Έκανε εμετό στο πάτωμα, ανάμεσα στα ράφια. Δεν καθάρισε. Το πάτωμα είχε δει χειρότερα.

Τότε άκουσε φωνές.

Όχι από τους τοίχους.

Από μέσα της.

Όχι τρελές. Όχι παραληρηματικές. Ήταν ήσυχες, λογικές, σχεδόν ευγενικές. Της εξηγούσαν. Της έδιναν πλαίσιο.

«Αν θυμούνται όλοι, πεθαίνουν όλοι.»

«Αν θυμάται ένας, αντέχεται.»

Η Ελένη γέλασε.

Ήταν ένα γέλιο σπασμένο, ωμό, χωρίς χαρά.

«Και γιατί εγώ;» ρώτησε μεγαλόφωνα.

Η απάντηση δεν ήρθε σαν φωνή.

Ήρθε σαν γνώση.

Γιατί εκείνη διάβαζε.

Γιατί εκείνη άντεχε τις λέξεις.

Γιατί η μνήμη, για να μεταφερθεί, χρειάζεται κάποιον που να μην γυρίζει το βλέμμα.

Και τότε, για πρώτη φορά, η Ελένη σκέφτηκε το αδιανόητο.

Ότι ίσως η βιβλιοθήκη δεν την είχε διαλέξει.

Ίσως είχε προσφερθεί.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η τελετή δεν είχε κεριά.

Δεν είχε σύμβολα.

Δεν είχε αίμα.

Ήταν πιο ωμή απ’ όλα αυτά.

Η Ελένη κάθισε στο γραφείο. Μπροστά της, το βιβλίο με τα ονόματα. Ανοιχτό στη σελίδα της. Το μολύβι δίπλα. Το χέρι της σταθερό.

Έξω, το χωριό είχε συγκεντρωθεί.

Δεν μπήκαν μέσα.

Ποτέ δεν έμπαιναν.

Στέκονταν ακίνητοι, με σκυμμένα κεφάλια, σαν άνθρωποι που περιμένουν μια επέμβαση χωρίς αναισθησία. Κανείς δεν έκλαιγε. Κανείς δεν προσευχόταν.

Η Ελένη έγραψε.

Όχι το όνομά της.

Την ιστορία.

Όλα.

Το παιδί που χάθηκε. Το ψέμα που συμφωνήθηκε. Τη νύχτα που κανείς δεν μίλησε. Τα χρόνια που κύλησαν χωρίς λέξεις. Η γραφή της έγινε γρήγορη, σχεδόν βίαιη. Το χαρτί γέμισε. Οι σελίδες τελείωναν και συνέχιζε.

Το σώμα της άρχισε να βαραίνει.

Όχι σαν λιποθυμία.

Σαν εγκατάσταση.

Σαν κάτι να έπαιρνε θέση μέσα της.

Κατάλαβε τότε την τελική αλήθεια.

Η βιβλιοθήκη δεν ήθελε θύματα.

Ήθελε συνείδηση.

Κάποιον να θυμάται για όλους.

Κάποιον να πονάει για όλους.

Όταν τελείωσε, σήκωσε το βλέμμα της.

Οι κάτοικοι είχαν αρχίσει να φεύγουν. Ένας ένας. Ελαφρύτεροι. Με βλέμματα καθαρά. Σαν άνθρωποι που είχαν μόλις ξυπνήσει από βαθύ ύπνο.

Η πόρτα της βιβλιοθήκης έκλεισε μόνη της.

Η Ελένη δεν προσπάθησε να την ανοίξει.

Πήγε στο ράφι. Τοποθέτησε το βιβλίο στη θέση του. Στη ράχη, ο τίτλος είχε αλλάξει:

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΟΝΟΜΟΣ

Κάθισε στην καρέκλα.

Το ρολόι άρχισε ξανά.

Τικ.

Τακ.

Κάπου, μακριά, ένας δρόμος καθάριζε από το χιόνι.

Κανείς δεν θα θυμόταν γιατί.

Κανείς εκτός από εκείνη.

Και αυτό ήταν το τίμημα.

Και το καθήκον.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Δεν θυμόταν πότε ακριβώς τον είχε προσέξει.

Ίσως γιατί, όπως όλα στο χωριό, υπήρχε πάντα στο περιθώριο. Ο Ανδρέας δεν ερχόταν συχνά στη βιβλιοθήκη. Όταν ερχόταν, στεκόταν όρθιος, δεν καθόταν ποτέ. Σαν να φοβόταν πως αν ακουμπούσε, κάτι θα τον κρατούσε.

Εκείνο το απόγευμα, το φως ήταν χαμηλό και γαλακτερό. Η Ελένη ταξινομούσε βιβλία χωρίς να κοιτά τους τίτλους. Ο Ανδρέας στάθηκε κοντά στο γραφείο. Δεν μίλησε αμέσως.

«Μυρίζεις χαρτί», είπε τελικά.

Η φράση την αιφνιδίασε. Σήκωσε το βλέμμα. Ήταν κοντά. Πιο κοντά απ’ όσο επέτρεπε η συνήθεια. Στο πρόσωπό του υπήρχε κάτι ήρεμο, σχεδόν άδειο — σαν άνθρωπος που είχε αδειάσει από σκέψεις για να αντέξει.

«Δεν είναι άσχημο», πρόσθεσε.

Δεν χαμογέλασε. Ούτε εκείνη.

Η σιωπή ανάμεσά τους δεν ήταν αμήχανη. Ήταν πυκνή. Γεμάτη πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί και ίσως δεν έπρεπε.

Τον άφησε να τη βοηθήσει. Δεν ήξερε γιατί. Τον είδε να πιάνει ένα βιβλίο με τρόπο σχεδόν τρυφερό, σαν να κρατούσε κάτι ζωντανό. Τα δάχτυλά τους ακούμπησαν για μια στιγμή. Η επαφή ήταν σύντομη, αλλά άφησε πίσω της ένα ίχνος, σαν θερμότητα που δεν έσβηνε.

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να αντιδρά πριν προλάβει να σκεφτεί. Όχι με επιθυμία καθαρή. Με ανάγκη.

Τον κοίταξε.

«Ξέρεις τι κάνουν αυτά τα βιβλία;» τον ρώτησε.

«Ξέρω τι δεν κάνουν», απάντησε. «Δεν ξεχνάνε».

Κάτι ράγισε μέσα της.

Βρέθηκαν ανάμεσα στα ράφια. Δεν θυμόταν ποιος έκανε το πρώτο βήμα. Το φιλί δεν ήταν βιαστικό. Ήταν προσεκτικό, σαν να δοκίμαζαν μια αλήθεια. Τα χείλη τους άγγιξαν, απομακρύνθηκαν, ξαναβρήκαν το ένα το άλλο. Η ανάσα του μύριζε κρύο και καπνό. Η δική της μύριζε σκόνη και μελάνι.

Τα χέρια του γλίστρησαν στους ώμους της, στην πλάτη της, χωρίς βιασύνη. Σαν να διάβαζε το σώμα της όπως διάβαζε ένα δύσκολο κείμενο. Εκείνη ακούμπησε το μέτωπό της στο στήθος του. Άκουσε την καρδιά του. Χτυπούσε κανονικά.

Για μια στιγμή, σκέφτηκε πως ίσως αυτό να ήταν το μόνο πραγματικό πράγμα στο χωριό.

«Δεν πρέπει», ψιθύρισε.

«Το ξέρω», είπε εκείνος.

Δεν σταμάτησαν.

Η βιβλιοθήκη έτριξε. Όχι προειδοποιητικά. Σαν αναστεναγμός. Το φως χαμήλωσε κι άλλο. Η Ελένη ένιωσε μια ζάλη, σαν να μετατοπιζόταν ελαφρά εκτός του σώματός της. Κράτησε το μπράτσο του για να σταθεί.

Όταν σήκωσε το βλέμμα, ο Ανδρέας την κοιτούσε με κάτι που έμοιαζε με λύπη.

«Αν αύριο δεν με θυμάσαι», είπε ήσυχα, «θα σημαίνει ότι πήγε καλά».

Η φράση την πάγωσε.

«Τι εννοείς;»

Δεν απάντησε.

Όταν απομακρύνθηκε, το έκανε αθόρυβα. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ εκεί. Η Ελένη έμεινε μόνη ανάμεσα στα ράφια, με το σώμα της ακόμα ζεστό και το μυαλό της να βουίζει.

Βρήκε αργότερα ένα βιβλίο ανοιχτό στο γραφείο.

Δεν θυμόταν να το είχε αφήσει έτσι.

Στη σελίδα, με γραφή που έμοιαζε δική της αλλά δεν θυμόταν να έχει κάνει, υπήρχε μία μόνο πρόταση:

«Κάποιες επιθυμίες δεν είναι δικές μας. Μας περνούν για να αντέξει ο κόσμος».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Το όνομά του δεν απαντούσε πουθενά.

Η Ελένη άρχισε από τα απλά. Ρώτησε στην πλατεία, στο καφενείο, στο μπακάλικο. Οι απαντήσεις ήρθαν χωρίς σκέψη, χωρίς παύση — και γι’ αυτό ακριβώς την τρόμαξαν.

«Ανδρέας;»

Τα βλέμματα γλίστρησαν πάνω της και έφυγαν.

«Δεν έχουμε Ανδρέα εδώ», είπε ο καφετζής.

«Ποτέ δεν είχαμε», πρόσθεσε κάποιος άλλος.

Η Ελένη ένιωσε μια ελαφριά ναυτία. Δεν ήταν άρνηση. Ήταν βεβαιότητα. Η πιο σκληρή μορφή άρνησης.

Γύρισε στη βιβλιοθήκη με το βήμα ανθρώπου που κουβαλά απόδειξη και φοβάται να τη δει. Στο γραφείο την περίμενε ένα βιβλίο που δεν θυμόταν να έχει αφήσει εκεί. Λεπτό, χωρίς εξώφυλλο, δεμένο πρόχειρα.

Το άνοιξε.

Στην πρώτη σελίδα, με καθαρά γράμματα:

ΑΝΔΡΕΑΣ

Όχι επίθετο.

Όχι ημερομηνία.

Μόνο αυτό.

Ξεφύλλισε. Οι σελίδες ήταν λίγες. Περιείχαν στιγμές. Όχι γεγονότα. Τον τρόπο που στεκόταν όρθιος. Τον τρόπο που δεν καθόταν ποτέ. Τη μυρωδιά καπνού στα ρούχα του. Την πρόταση που είχε πει χωρίς να χαμογελάσει.

Ήταν εκεί.

Όχι ως άνθρωπος.

Ως κατάλοιπο.

Η Ελένη έκλεισε το βιβλίο και το έσπρωξε μακριά, σαν να μπορούσε έτσι να ανατρέψει τη λογική του κόσμου. Τότε παρατήρησε κάτι ακόμα.

Το ράφι είχε χώρο.

Έναν χώρο παραπάνω απ’ ό,τι θυμόταν.

Σαν να είχε ελαφρύνει.

Η σκέψη ήρθε αργά, βασανιστικά.

Θυμήθηκε το σώμα της ζεστό. Την ανάγκη. Την παράδοση. Θυμήθηκε πόσο αληθινό είχε φανεί.

Και κατάλαβε.

Δεν ήταν ο Ανδρέας που χανόταν.

Ήταν αυτό που εκείνος κουβαλούσε.

Κάθε φορά που επιθυμούσε — όχι σαρκικά, αλλά υπαρξιακά — η βιβλιοθήκη έπαιρνε το βάρος από κάποιον άλλον. Το μετέφερε. Το κατέγραφε. Το αφαιρούσε από τον κόσμο.

Ο έρωτας δεν ήταν λύτρωση.

Ήταν μηχανισμός.

Η Ελένη κάθισε αργά στην καρέκλα. Ένιωσε μια εξάντληση που δεν ήταν σωματική. Ήταν η κούραση εκείνου που καταλαβαίνει πια τον ρόλο του.

Σήκωσε το βλέμμα.

Στο τζάμι, η αντανάκλασή της έμοιαζε πιο καθαρή.

Πιο άδεια.

Πίσω της, στα ράφια, υπήρχαν κι άλλα λεπτά βιβλία.

Κάποια χωρίς τίτλο.

Κάποια που την περίμεναν.

Η Ελένη άπλωσε το χέρι της.

Όχι για να τα ανοίξει.

Για να τα κρατήσει μακριά.

Για πρώτη φορά, σκέφτηκε σοβαρά την ανυπακοή.

Και η βιβλιοθήκη, σαν να το άκουσε, έτριξε ελαφρά.

Όχι απειλητικά.

Προειδοποιητικά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Το ιατρείο βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο του χωριού.

Η Ελένη κατέβηκε τον δρόμο αργά, σαν να φοβόταν ότι αν περπατούσε πιο γρήγορα, οι σκέψεις της θα την προλάβαιναν. Το κτίριο ήταν παλιό, με μια πινακίδα ξεθωριασμένη: Ιατρείο. Τίποτε άλλο. Ούτε όνομα. Ούτε ειδικότητα.

Ο γιατρός λεγόταν Σπύρος.

Το ήξερε χωρίς να θυμάται ποιος της το είχε πει.

Την υποδέχτηκε με ένα νεύμα. Ήταν γύρω στα εξήντα, με πρόσωπο κουρασμένο, αλλά βλέμμα καθαρό — υπερβολικά καθαρό. Σαν άνθρωπος που είχε μάθει να κοιτά χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να νιώθει.

«Καθίστε», είπε.

Δεν τη ρώτησε γιατί ήρθε.

Η Ελένη κάθισε απέναντί του. Το γραφείο ανάμεσά τους ήταν άδειο. Ούτε στηθοσκόπιο. Ούτε συνταγολόγιο. Μόνο ένα τετράδιο, κλειστό.

«Νομίζω ότι χάνω τα λογικά μου», είπε τελικά.

Ο γιατρός έγνεψε αργά.

«Το λένε πολλοί αυτό», απάντησε.

«Εδώ;»

«Όχι», είπε. «Πριν».

Η λέξη αιωρήθηκε ανάμεσά τους.

Η Ελένη ένιωσε ένα ρίγος.

«Δεν θυμάμαι πράγματα», συνέχισε. «Χάνω χρόνο. Βλέπω ανθρώπους που… δεν υπάρχουν. Γράφω πράγματα που δεν θυμάμαι να έχω γράψει».

Ο Σπύρος άνοιξε το τετράδιο.

Οι σελίδες του ήταν γεμάτες.

Όχι με ιατρικούς όρους.

Με ονόματα.

Η Ελένη έσκυψε μπροστά, αλλά ο γιατρός το έκλεισε αμέσως.

«Ακούτε φωνές;» ρώτησε.

Η ερώτηση δεν είχε ανησυχία. Είχε διαδικασία.

«Όχι», απάντησε. Και ύστερα δίστασε. «Όχι όπως το εννοείτε».

Ο γιατρός χαμογέλασε ελάχιστα.

«Κανείς δεν τις ακούει όπως τις εννοούμε», είπε.

Σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της. Η Ελένη ένιωσε τα δάχτυλά του στους κροτάφους της, ψυχρά.

«Πείτε μου», είπε ήρεμα, «θυμάστε τον Ανδρέα;»

Η Ελένη πετάχτηκε.

«Εσείς… είπατε ότι δεν υπάρχει», είπε.

«Δεν είπα εγώ», απάντησε. «Το χωριό είπε».

Πίεσε ελαφρά.

«Και τι λέει το σώμα σας;»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.

Είδε ράφια. Χιόνι. Ένα στόμα που προφέρει το όνομά της χωρίς ήχο.

«Το σώμα μου λέει ότι ήταν αληθινός», ψιθύρισε.

Ο γιατρός απομακρύνθηκε.

«Τότε ήταν», είπε.

Η Ελένη γύρισε απότομα.

«Τι εννοείτε ήταν

Ο Σπύρος κάθισε ξανά.

«Η τρέλα», είπε αργά, «είναι λέξη που χρησιμοποιούμε όταν κάτι δεν εξυπηρετεί πια την κοινότητα».

Η Ελένη τον κοίταξε άναυδη.

«Εσείς δεν είστε εδώ για να με θεραπεύσετε», είπε.

«Όχι», συμφώνησε. «Είμαι εδώ για να διαπιστώσω αν αντέχετε».

Άνοιξε ξανά το τετράδιο και το γύρισε προς το μέρος της.

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε ένα όνομα.

Το δικό της.

Όχι γραμμένο.

Προβλεπόμενο.

Η Ελένη σηκώθηκε αργά.

«Αν φύγω;» ρώτησε.

Ο γιατρός την κοίταξε με κάτι που έμοιαζε με ειλικρίνεια.

«Τότε», είπε, «θα θυμηθούν όλοι».

Η Ελένη άνοιξε την πόρτα.

Ο αέρας απ’ έξω ήταν βαρύς.

Πίσω της, ο γιατρός μίλησε για τελευταία φορά:

«Η λογική σας δεν κινδυνεύει», είπε. «Η μοναξιά σας, ναι».

Η πόρτα έκλεισε.

Η Ελένη στάθηκε για λίγο ακίνητη.

Και κατάλαβε ότι στο χωριό αυτό, η τρέλα δεν ήταν ρήξη με την πραγματικότητα.

Ήταν προϋπόθεση για να συνεχίσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Εμφανίστηκε χωρίς ήχο.

Όχι σαν σώμα που μπαίνει σε χώρο, αλλά σαν σκέψη που επιστρέφει εκεί όπου γεννήθηκε. Η Ελένη τον είδε πρώτα στην αντανάκλαση του τζαμιού: τη σκιά του ώμου του, το γνώριμο κενό ανάμεσα στις κινήσεις του, σαν να μην άγγιζε ποτέ πλήρως το πάτωμα.

«Μην φοβηθείς», είπε.

Η φωνή του δεν ερχόταν από το στόμα του. Ερχόταν από μέσα της.

Η Ελένη δεν γύρισε αμέσως. Έκλεισε τα μάτια, σαν να διαπραγματευόταν με την ίδια της τη λογική. Όταν τα άνοιξε, στεκόταν απέναντί της, τόσο κοντά που η ανάσα του ανακάτευε τη δική της.

«Δεν είσαι εδώ», είπε.

«Είμαι όσο χρειάζεται», απάντησε.

Το φως χαμήλωσε. Όχι από τη λάμπα. Από την αντίληψή της. Τα ράφια έμοιαζαν να απομακρύνονται, σαν να παραχωρούσαν χώρο. Η βιβλιοθήκη δεν παρακολουθούσε. Συμμετείχε.

Ο Ανδρέας άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε το μάγουλό της. Η αφή του δεν ήταν κρύα. Ήταν ακριβής. Σαν να ήξερε ακριβώς πού έπρεπε να σταματήσει για να μη διαλυθεί.

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να αντιδρά με ορμή. Όχι σαν επιθυμία που γεννιέται — σαν επιθυμία που θυμάται. Τα χέρια της βρήκαν το στήθος του, την πλάτη του, επιβεβαιώνοντας κάτι που η σκέψη της δεν μπορούσε πια να κρίνει.

«Αν είσαι φαντασία», ψιθύρισε, «είσαι επικίνδυνη».

Χαμογέλασε.

«Αν είμαι αλήθεια», είπε, «είμαι θανάσιμη».

Τα χείλη τους ενώθηκαν ξανά. Το φιλί αυτή τη φορά δεν ήταν διστακτικό. Ήταν απαιτητικό, σχεδόν βίαιο, σαν να έπρεπε να χωρέσουν μέσα του όσα δεν θα ειπωθούν ποτέ. Η Ελένη ένιωσε τον κόσμο να στενεύει γύρω τους, να γίνεται δέρμα και ανάσα.

Τα δάχτυλά του ακολούθησαν τη γραμμή του λαιμού της, χαμηλότερα, με βεβαιότητα που δεν ζητούσε άδεια. Εκείνη ανταπέδωσε, τραβώντας τον πιο κοντά, μέχρι που δεν υπήρχε πια διάκριση ανάμεσα σε σώμα και σκέψη.

Ο χρόνος λύγισε.

Δεν υπήρχε αρχή ούτε τέλος. Μόνο η αίσθηση ότι κάτι μεταφερόταν — βάρος, μνήμη, ενοχή — από εκείνον σε εκείνη, και πίσω, ξανά και ξανά. Η ηδονή δεν ήταν ξέσπασμα. Ήταν συμφωνία. Μια σιωπηλή σύμβαση.

Όταν απομακρύνθηκε, το έκανε αργά.

«Κάθε φορά που με καλείς», είπε, «κάποιος άλλος ξεχνά».

Η Ελένη άνοιξε το στόμα να απαντήσει, αλλά το σώμα της πρόδωσε τη σκέψη της. Η επιθυμία επέμεινε. Κι εκείνη κατάλαβε το χειρότερο: δεν τον καλούσε εκείνη.

Τον χρειαζόταν.

Ο Ανδρέας άρχισε να χάνεται. Όχι να σβήνει — να διαλύεται σε λεπτές κινήσεις, σε βλέμματα, σε ανάσες που δεν ανήκαν πια σε κανέναν.

Στο γραφείο, ένα βιβλίο άνοιξε μόνο του.

Μια νέα σελίδα γέμισε.

Όχι με όνομα.

Με περιγραφή.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη, με το σώμα της ακόμα ζεστό και το μυαλό της άδειο, γνωρίζοντας πια πως ο έρωτας, σε αυτόν τον τόπο, δεν ήταν παρηγοριά.

Ήταν μέθοδος.

Και δεν είχε τελειώσει μαζί της.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Το χιόνι είχε ξαναρχίσει.

Όχι πυκνό. Ύπουλο. Έπεφτε λοξά, σαν να φυσούσε από μέσα προς τα έξω, σαν να ερχόταν από τον ίδιο τον δρόμο. Η Ελένη οδηγούσε αργά, με τα φώτα χαμηλωμένα, όχι από προσοχή αλλά από ένστικτο. Το σκοτάδι γύρω της δεν ήταν κενό. Ήταν γεμάτο.

Η μηχανή βούιζε μονότονα. Κάθε τόσο, ο ήχος αλλοιωνόταν, σαν να περνούσε μέσα από υγρό. Η ανάσα της θάμπωνε το παρμπρίζ. Σκούπισε με το μανίκι της, αφήνοντας μια καμπύλη, ατελή διαφάνεια.

Τότε ακούστηκαν οι λύκοι.

Μακριά στην αρχή. Ένα ουρλιαχτό που έσκιζε τον αέρα και έσβηνε. Ύστερα άλλο. Πιο κοντά. Οι κραυγές δεν ήταν συντονισμένες. Ήταν ασύμμετρες, σαν να απαντούσαν η μία στην άλλη με καθυστέρηση.

Η Ελένη ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται.

Κάπου ανάμεσα στα ουρλιαχτά, παρεισέφρησε ένας άλλος ήχος.

Χαμηλός.

Ρυθμικός.

Σαν ανάσα που επιταχύνεται.

Γύρισε το ραδιόφωνο απότομα. Σιωπή. Ο ήχος παρέμεινε. Δεν ερχόταν από μέσα. Ούτε απ’ έξω.

Ήταν παντού.

Οι κραυγές των λύκων ανακατεύτηκαν με ανθρώπινες φωνές. Όχι λέξεις. Αναστεναγμοί. Ξεσπάσματα που δεν ήξερες αν ήταν πόνος ή ηδονή. Η Ελένη ένιωσε το τιμόνι να γλιστρά στα χέρια της.

«Όχι», είπε δυνατά.

Η λέξη χάθηκε μέσα στο αυτοκίνητο.

Στο πλάι του δρόμου, κάτι κινήθηκε. Μια σκιά που δεν είχε σαφή όρια. Για μια στιγμή, της φάνηκε πως είδε σώματα μπλεγμένα, να κινούνται αργά μέσα στο χιόνι, σαν να μην τους αφορούσε το κρύο. Σαν να μην τους αφορούσε τίποτα άλλο.

Πάτησε φρένο.

Το αυτοκίνητο γλίστρησε.

Οι ήχοι δυνάμωσαν. Τώρα ήταν ξεκάθαροι. Ένας γυναικείος αναστεναγμός, κομμένος απότομα. Ένα αντρικό λαχάνιασμα. Και από πάνω τους, το ουρλιαχτό — όχι λύκου.

Ανθρώπινο.

Η Ελένη ένιωσε μια ανεπιθύμητη θερμότητα να ανεβαίνει από το στομάχι της. Το σώμα της αντιδρούσε, παρά τη θέλησή της. Θυμήθηκε τον Ανδρέα. Τη φωνή του που δεν ερχόταν από το στόμα του.

«Κάθε φορά που με καλείς…»

Έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο.

Όταν τα άνοιξε, ο δρόμος μπροστά της δεν ήταν άδειος.

Στέκονταν άνθρωποι.

Όχι πολλοί. Όχι καθαρά. Σκιές με μορφή. Κάποιοι ακίνητοι. Κάποιοι κινούνταν αργά, κυκλικά, σαν να συμμετείχαν σε κάτι παλιό, επαναλαμβανόμενο. Από μέσα τους έβγαιναν ήχοι — αναστεναγμοί, κλάματα, γέλια που έσπαγαν στη μέση.

Η Ελένη δεν κορνάρισε.

Δεν φώναξε.

Κατάλαβε.

Δεν ήταν παραισθήσεις.

Ήταν όσα είχαν αφαιρεθεί.

Όσα δεν είχαν πια θέση στο χωριό, αλλά δεν είχαν πάψει να επιθυμούν.

Πάτησε γκάζι.

Το αυτοκίνητο πέρασε ανάμεσά τους χωρίς να τους αγγίξει. Οι σκιές διαλύθηκαν, αλλά οι ήχοι μπήκαν μέσα στην καμπίνα. Γέμισαν τα αυτιά της, το κεφάλι της, το σώμα της.

Για μια στιγμή, ένιωσε το κάθισμα δίπλα της να βαραίνει.

Κάποιος καθόταν εκεί.

Δεν γύρισε.

Δεν χρειαζόταν.

«Οδήγα», είπε η φωνή.

Ήταν ο Ανδρέας.

Ή ίσως η ανάγκη του.

Η Ελένη οδήγησε μέσα στο χιόνι, με τους λύκους να ουρλιάζουν και τους ανθρώπινους αναστεναγμούς να σβήνουν αργά, σαν απόηχος πράξης που δεν έπρεπε να έχει συμβεί.

Όταν ο δρόμος άνοιξε και το σκοτάδι αραίωσε, οι ήχοι σταμάτησαν απότομα.

Στο κάθισμα δίπλα της δεν υπήρχε κανείς.

Μόνο μια ζεστασιά.

Και η βεβαιότητα ότι κάτι είχε ξυπνήσει.

Και αυτή τη φορά, δεν θα περίμενε τη βιβλιοθήκη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Η βιβλιοθήκη την περίμενε.

Η Ελένη έτρεχε. Το χιόνι τής έκοβε την ανάσα, κολλούσε στις μπότες, την τραβούσε πίσω σαν χέρι. Πίσω της, οι κραυγές έσπαγαν τον αέρα. Ουρλιαχτά λύκων — ή κάτι που είχε μάθει να τα μιμείται. Ανάμεσά τους, ανθρώπινες φωνές, ξεσχισμένες, σαν να περνούσαν μέσα από λαρύγγια που δεν είχαν πια σώμα.

Έφτασε στην πόρτα με τα δάχτυλα μουδιασμένα. Το κλειδί έπεσε μία φορά στο χιόνι. Το μάζεψε σχεδόν στα τυφλά. Πίσω της, κάτι πλησίαζε. Δεν γύρισε να δει.

Ξεκλείδωσε.

Η πόρτα άνοιξε αμέσως.

Σαν να μην ήταν ποτέ κλειδωμένη.

Μπήκε μέσα και την έκλεισε με δύναμη. Τα ουρλιαχτά χτύπησαν απ’ έξω, πολλαπλασιάστηκαν, κύλησαν πάνω στο ξύλο σαν νύχια. Για μια στιγμή πίστεψε ότι θα σπάσει. Ότι η βιβλιοθήκη θα παραδοθεί.

Δεν το έκανε.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν αφύσικη.

Η Ελένη στάθηκε ακίνητη, με την πλάτη στην πόρτα. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα την προδώσει. Τότε είδε το πάτωμα.

Τα βιβλία.

Ήταν παντού.

Ριγμένα, ανοιχτά, ποδοπατημένα. Σελίδες σκισμένες. Ράχες σπασμένες. Όχι σαν.. μετά από πάλη.

Σαν.. μετά από εξέγερση.

Κάποια βιβλία είχαν γλιστρήσει μακριά από τα ράφια μόνα τους. Άλλα έμοιαζαν να έχουν ανοιχτεί βίαια, σαν να τα είχαν τραβήξει από μέσα προς τα έξω. Η Ελένη γονάτισε. Πήρε ένα τυχαίο.

Ήταν άδειο.

Όχι λευκό.

Άδειο.

Οι λέξεις είχαν αφαιρεθεί. Όχι σβηστεί — μετακινηθεί. Σήκωσε κι άλλο. Το ίδιο. Κι άλλο.

Τα περισσότερα βιβλία δεν περιείχαν πια τίποτα.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Όχι», είπε.

Η φωνή της αντήχησε διαφορετικά. Πιο πλατιά. Σαν να είχε περισσότερο χώρο.

Προχώρησε προς το κέντρο. Εκεί όπου βρισκόταν πάντα το γραφείο της. Δεν υπήρχε πια γραφείο. Μόνο ένα χαμηλό βάθρο από βιβλία στοιβαγμένα κυκλικά.

Σαν βωμός.

Στην κορυφή, ένα βιβλίο.

Με εξώφυλλο σκούρο.

Το άνοιξε.

Δεν είχε τίτλο.

Η πρώτη σελίδα έγραφε:

ΔΕΝ ΧΩΡΑΜΕ ΑΛΛΟ.

Η δεύτερη:

ΕΣΥ ΜΑΣ ΑΝΟΙΞΕΣ.

Η τρίτη:

ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ.

Η Ελένη ένιωσε τα ουρλιαχτά απ’ έξω να χαμηλώνουν. Όχι να απομακρύνονται.

Να περιμένουν.

Τότε κατάλαβε την ανατροπή.

Η βιβλιοθήκη δεν κρατούσε πια τις μνήμες.

Τις είχε αποβάλει.

Ό,τι δεν χωρούσε στα βιβλία, είχε βγει έξω. Στο χιόνι. Στους δρόμους. Στα σώματα που ούρλιαζαν.

Και ό,τι είχε απομείνει μέσα…

Χρειαζόταν νέο δοχείο.

Το βιβλίο στα χέρια της άρχισε να βαραίνει. Όχι φυσικά. Ηθικά. Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα.

Τα ράφια γύρω της ήταν άδεια.

Περίμεναν.

Η πόρτα πίσω της έτριξε.

Όχι από επίθεση.

Από πρόσκληση.

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.

Και για πρώτη φορά, δεν σκέφτηκε αν θα αντέξει.

Σκέφτηκε αν έχει το δικαίωμα.

Όταν τα άνοιξε, έκανε ένα βήμα μπροστά.

Η βιβλιοθήκη άρχισε να αναπνέει.

[…]

 

«Τι είναι αυτά που γράφω, Θεέ μου.. Μάλλον, μέσα μου, ζει περισσότερο η εγκληματολόγος, παρά η συγγραφέας!»

Η Ελένη πέταξε το μολύβι πάνω στο γραφείο και σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα σύρθηκε στο πάτωμα του παλιού αρχοντικού και ο ήχος αντήχησε υπερβολικά, σαν να είχε μέσα του θάλασσα. Πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε. Ο αέρας μύριζε αλάτι και φύκια. Κάτω, η παραλία απλωνόταν άδεια, γκρίζα, χωρίς ίχνη ανθρώπου. Μόνο το κύμα, σταθερό και αδιάφορο.

Πίσω της, στο μεγάλο τραπέζι, ήταν απλωμένες οι σελίδες.

Δεμένες πρόχειρα. Αριθμημένες μέχρι το δώδεκα.

Ένα μυθιστόρημα. Είχε ξεκινήσει να το γράφει, με αφορμή και μια νέα υπόθεση που θ’ αναλάμβανε.. Σε λίγο.

Το δικό της.

Η Ελένη τρίφτηκε στους κροτάφους. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. Δεν έτρεμαν από κούραση. Έτρεμαν από κάτι πιο βαθύ — από την αίσθηση ότι είχε πάει πολύ μακριά και δεν ήξερε πώς να επιστρέψει.

«Βιβλιοθήκες. Χιόνια. Λύκοι», μουρμούρισε. «Ποιος τα σκέφτεται αυτά;»

Έσκυψε και μάζεψε μια σελίδα που είχε πέσει στο πάτωμα. Τη διάβασε χωρίς πραγματικά να διαβάζει. Ήξερε κάθε φράση. Την είχε γράψει σε καταστάσεις που δεν θυμόταν καθαρά. Νύχτες που το σώμα της πονούσε χωρίς λόγο. Πρωινά που ξυπνούσε με τη γεύση μελανιού στο στόμα.

Έσβησε ένα τσιγάρο στο τασάκι. Δεν θυμόταν πότε το είχε ανάψει.

Το αρχοντικό ήταν παλιό, κληρονομιά ενός θείου που δεν μιλούσε κανείς πια. Στέκονταν μόνο του, πάνω από την ερημική παραλία, με παράθυρα ψηλά και πατώματα που έτριζαν σαν να σχολίαζαν τις κινήσεις της. Η Ελένη είχε έρθει εδώ για να ξεκινήσει το βιβλίο. Για ησυχία. Για απομόνωση.

Αντ’ αυτού, είχε βρει φωνές.

Κοίταξε το ρολόι.

Αύριο.

Αύριο θα ερχόταν και η δημοσιογράφος.

Νεαρή, είχε πει στο τηλέφωνο. Φιλόδοξη. «Θαυμάστρια του έργου σας». Θα οδηγούσε μέχρι εδώ, μέσα από χωματόδρομους, για να της πάρει συνέντευξη. Για να τη ρωτήσει από πού αντλεί την έμπνευσή της. Γιατί γράφει τόσο σκοτεινά. Γιατί οι γυναίκες στα βιβλία της δεν σώζονται. Μάλλον γιατί, πέρα από συγγραφέας, ήταν και εγκληματολόγος..

Η Ελένη ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι.

Δεν ήταν έτοιμη.

Όχι για τις ερωτήσεις.

Για την παρουσία.

Στάθηκε πάλι μπροστά στο τραπέζι. Άπλωσε τις σελίδες σε σειρά. Τα κεφάλαια έμοιαζαν ξαφνικά λιγότερο φανταστικά. Σαν καταγραφές που είχε απλώς μεταμφιέσει.

Ένα κύμα χτύπησε πιο δυνατά από τα άλλα.

Για μια στιγμή, της φάνηκε πως άκουσε ουρλιαχτό.

Τίναξε το κεφάλι της.

«Φτάνει», είπε δυνατά. «Είσαι συγγραφέας. Αυτό κάνεις. Επινοείς».

Κάθισε και πήρε το μολύβι.

Στην επόμενη σελίδα, έγραψε:

Η Ελένη έκλεισε το χειρόγραφο και κοίταξε τη θάλασσα.

Σταμάτησε.

Έσχισε τη σελίδα.

Κάπου μέσα στο αρχοντικό, ακούστηκε ένα τρίξιμο. Όχι από τον αέρα. Από βάρος.

Η Ελένη δεν γύρισε.

Ήξερε πια πως, είτε έγραφε είτε όχι, κάτι είχε αρχίσει να την πλησιάζει.

Και αύριο, με τη δημοσιογράφο στο σπίτι,

δεν θα ήταν πια μόνη με τις λέξεις.

[…]

Η Ελένη άνοιξε την πόρτα, και το κρύο τη χτύπησε αμέσως στο πρόσωπο. Ο αέρας ήταν πιο βαρύς από το συνηθισμένο, με τις πρώτες νιφάδες να αρχίζουν πάλι να πέφτουν. Πριν προλάβει να αντιδράσει, η δημοσιογράφος μπήκε στο χώρο, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Η κοπέλα ήταν νέα, με πρόσωπο έντονα χαρακτηριστικό και μακριά μαλλιά που έπεφταν ατημέλητα στους ώμους της. Τα μάτια της, μισόκλειστα, φανέρωναν μια αινιγματική λάμψη, σαν να μην έβλεπαν απλώς, αλλά να έψαχναν κάτι.

"Ελένη Κομνηνού," είπε με φωνή απαλή και συνάμα γεμάτη σιγουριά, "σας ευχαριστώ για την αποδοχή της συνέντευξης. Σας παρακαλώ, μη μείνετε ευγενική μαζί μου. Θέλω να κατανοήσω την αλήθεια πίσω από τα βιβλία σας. Όλο αυτό... το σκοτεινό παρελθόν που διαπνέει τις ιστορίες σας."

Η Ελένη την κοίταξε, τα μάτια της να ρουφούν τη σκιά του χώρου γύρω τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη ρωτούσαν για το σκοτάδι που αναδύεται από τα έργα της, αλλά αυτή η κοπέλα είχε κάτι διαφορετικό. Δεν ήρθε να μάθει για τις ιστορίες της, ή για τη συγγραφή. Ήρθε να μάθει κάτι άλλο.

"Πως κι επιλέξατε να με βρείτε εδώ;" ρώτησε η Ελένη, το βλέμμα της στέλνοντας ένα μήνυμα που η νεαρή δημοσιογράφος ίσως να μην ήθελε να λάβει.

Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της, σχεδόν αόριστα. "Οι φήμες για τη βιβλιοθήκη σας... τη θέση αυτή, όλα αυτά τα χρόνια που λέγονται και ξαναλέγονται, έρχονται σαν ψίθυροι. Πόσο εύκολα τα αφήνετε πίσω;"

Η Ελένη σήκωσε το φρύδι της, και ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της, αλλά τα μάτια της ήταν ψυχρά. "Οι βιβλιοθήκες δεν έχουν ανάγκη από ψίθυρους, ούτε από φήμες. Έχουν ανάγκη από σιωπή."

Η δημοσιογράφος την παρακολουθούσε προσεκτικά, με το στόμα της λίγο ανοιχτό. "Η σιωπή... Σαν να αναστενάζει το ίδιο το κτίριο, σαν να ζητά να την ακούσουμε. Σας έχουν ποτέ μιλήσει για τα πράγματα που είστε έτοιμη να ξεχάσετε;" Η φωνή της είχε αρχίσει να παίρνει μια σκοτεινιά, μια ένταση που έκανε τον αέρα να σφιχτεί γύρω τους.

Η Ελένη ένιωσε το βάρος του βλέμματος της δημοσιογράφου να τη διαπερνά. "Να ξεχάσω;" Η λέξη ήχησε σαν γδούπος στο θρόισμα της σιωπής. "Και αν είναι τα ίδια τα βιβλία που θυμίζουν όσα πρέπει να μένουν ξεχασμένα;"

Η κοπέλα έκανε ένα βήμα πιο κοντά, και το βλέμμα της βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στην Ελένη. "Ή μήπως αυτά που δεν ξεχνάτε είναι εκείνα που δεν θέλουν να ξεχαστούν;"

Η Ελένη έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι της, σαν να έδιωχνε την ερώτηση από τον αέρα. "Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε το παρελθόν, αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να το κατανοήσουμε. Και να το κρατήσουμε κλειδωμένο. Και, στο σημείο αυτό, σας μιλάω..σαν εγκληματολόγος"

"Αλλά τι γίνεται όταν το κλειδί δεν είναι δικό σας; Αλλά.. Κάποιου άλλου.. Θύματος.. Θύτη" ψιθύρισε η δημοσιογράφος.

Η Ελένη πάγωσε για μια στιγμή, σαν να άκουσε μια λέξη που δεν έπρεπε να ειπωθεί. "Το κλειδί;" είπε σχεδόν με σφιγμένο λαιμό. "Το μόνο κλειδί που έχει σημασία είναι το κλειδί της γνώσης."

Η δημοσιογράφος στάθηκε λίγο σιωπηλή και τότε είπε, με μια τόση δόση ειρωνείας που έσπασε την ένταση του αέρα: "Ξέρω, Ελένη. Αλλά ίσως το κλειδί είναι αυτό που ποτέ δεν θα καταλάβετε. Όπως και το γεγονός ότι κάποια κλειδιά πρέπει να επιστρέψουν στον τόπο τους, πριν ανοίξουν άλλες πόρτες."

Η Ελένη έμεινε ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα, πριν γυρίσει και κοιτάξει το παράθυρο. Ο καιρός έξω είχε αρχίσει να θυμίζει κάτι αναπόφευκτο. Χιόνι, ήλιος, σιωπή.

"Η αλήθεια," είπε τελικά, "είναι ότι το παρελθόν μας είναι και θα παραμείνει ζωντανό μέσα από τα βιβλία, αν δεν το κατανοήσουμε. Το ξέρετε κι εσείς, έτσι δεν είναι;"

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε ελαφρά, ένα χαμόγελο που έκρυβε περισσότερα από όσα αποκαλύπτονταν.

"Ναι," είπε, "το ξέρω."

Η νεαρή δημοσιογράφος κοίταξε την Ελένη με ένα βλέμμα που θύμιζε κυνηγό, λες και κάθε της λέξη ήταν το τελευταίο κομμάτι μιας σκακιέρας που είχε βάλει σε κίνηση χωρίς να το ξέρει.

"Σας ρωτώ, Ελένη," είπε, με φωνή που θρόιζε από την ένταση, "γιατί επιλέξατε το χιόνι; Γιατί αυτή η απομόνωση; Μήπως το χιόνι, όπως και το κρύο, είναι το μόνο που μπορεί να καλύψει τις αλήθειες που βρίσκονται θαμμένες; Πρόκειται περί..συγγραφικής διαστροφής;"

Η Ελένη την κοιτούσε για λίγα δευτερόλεπτα, μια πικρή σιωπή που έμοιαζε να διαρκεί αιώνια. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε κάτι ασφυκτικό, λες κι ο χρόνος να είχε σταματήσει και οι τοίχοι του δωματίου να την κατάπιναν σιγά σιγά.

"Το χιόνι," απάντησε τελικά η Ελένη, και η φωνή της είχε μια χροιά που έμοιαζε με ψίθυρο, "είναι το τέλος, το κάλυμμα, η καταστροφή και η γέννηση. Όλα όσα θέλουν να ξεχαστούν, κρύβονται κάτω από το χιόνι. Αλλά όσο και να το καλύψεις, το χιόνι δεν ξεχνά ποτέ."

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό της ήταν σχεδόν γεμάτο μελαγχολία, σαν να γνώριζε κάτι που η ίδια η Ελένη ακόμα δεν είχε αποδεχτεί.

"Αυτό το χιόνι, λοιπόν, είναι το ίδιο το παρελθόν, η αναγκαιότητα του παρελθόντος να επιστρέψει;" Η φωνή της ξαναπήρε μια πιο σφιχτή, πιο αυστηρή χροιά. "Πόσο καιρό το έχετε κρατήσει κρυφό, Ελένη; Τι καταγράφετε μέσα στα βιβλία σας που σας κάνει να φοβάστε το φως;"

Η Ελένη ένιωσε μια ανατριχίλα να την διαπερνά. Για μια στιγμή, η εικόνα της βιβλιοθήκης γέμισε το μυαλό της. Τα βιβλία, οι σελίδες, οι κρυμμένες λέξεις που αναστενάζουν, όπως τα πτώματα που περιμένουν να αναστηθούν.

"Πόσο καιρό;" επανέλαβε αργά η Ελένη, με μια φωνή που έμοιαζε να σπάει το σκοτάδι. "Ίσως μια ζωή. Ίσως μόνο για μια στιγμή. Αλλά το θέμα δεν είναι το παρελθόν που καταγράφω, είναι το μέλλον που αποφεύγω. Αυτό που πρέπει να αποφύγουν όσοι δεν θέλουν να καταλήξουν δολοφονημένοι σύζυγοι.. εραστές.." Σταμάτησε.

Η δημοσιογράφος πλησίασε ακόμη περισσότερο, σχεδόν βυθίζοντας τα μάτια της στην Ελένη, σαν να ήθελε να την αποκαλύψει, να την καταλάβει χωρίς να αφήνει τίποτα ασαφές. "Εννοείτε το μέλλον, ή μήπως εννοείτε την αλήθεια που προσπαθείτε να πνίξετε; Στην αρχή λέγατε πως τα βιβλία δεν θυμούνται, αλλά βλέπω ότι προσπαθείτε να θυμηθείτε κάτι που κανείς άλλος δεν θέλει να ξαναθυμηθεί. Τι είναι αυτό που κρύβεται από το φως, Ελένη; Δεν ρωτάω την εγκληματολόγο. Ρωτάω την συγγραφέα"

Η Ελένη άφησε το βλέμμα της να πέσει στο πάτωμα, σαν να μη μπορούσε να κοιτάξει πια τα μάτια της δημοσιογράφου. Τα λόγια ήταν βαρύτερα από το χιόνι, από την καταστολή που είχαν φέρει όλα όσα είχε προσπαθήσει να αφήσει πίσω.

"Είναι το έγκλημα," είπε σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, "που διαπράττουν όλοι αυτοί που θέλουν να πιστεύουν ότι το παρελθόν τους είναι αθώο. Όταν τα βιβλία γίνονται φωνές, οι φωνές είναι αλήθειες που δεν πρέπει να ειπωθούν. Ο φόβος δεν είναι ότι κάποιος θα μάθει το μυστικό μου, αλλά ότι θα το αναγνωρίσει σαν δικό του."

Η νεαρή δημοσιογράφος στάθηκε ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα, σαν να είχε καταλάβει την πραγματική ουσία της συζήτησης, σαν να είχε μπει κι αυτή σε έναν κύκλο που δεν είχε πια επιστροφή.

"Και τι κάνετε, Ελένη; Επιμένετε να γράφετε τις αλήθειες που όλοι φοβούνται να ζήσουν; Μήπως τελικά γράφετε για τον εαυτό σας; Μήπως το μόνο που θέλετε είναι να βρείτε το κλειδί για να ελευθερωθείτε εσείς.. από τα βιβλία σας;"

Η Ελένη κοίταξε την δημοσιογράφο, αυτή τη φορά όχι με φόβο, αλλά με μια φλόγα στο βλέμμα της που είχε σβήσει και ξαναγεννηθεί μέσα από τις λέξεις της. "Δεν είναι τα βιβλία που φοβάμαι, αλλά όσα η μνήμη δεν μπορεί να ξεχάσει. Μερικές φορές, το κλειδί που αναζητάς δεν είναι αυτό που ανοίγει την πόρτα, αλλά αυτό που τη διατηρεί κλειστή."

Η δημοσιογράφος έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. Το φως του δωματίου άρχισε να τρεμοπαίζει, και μια αίσθηση απώλειας γέμισε τον αέρα.

"Έχω να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο, Ελένη," είπε τελικά με μια φωνή που έμοιαζε να αντηχεί πιο βαθιά κι από τα μυστικά. "Αν το βιβλία σας είχαν γραφτεί από κάποιον άλλον, αν τα λόγια σας ανήκαν σε μια ξένη γραφή, τι θα κάνατε; Θα τα διαβάζατε ή θα τα αφήνατε να σβήσουν με το χιόνι;"

Η Ελένη την κοίταξε αμίλητη για λίγο, τα μάτια της να αντανακλούν κάτι απροσδιόριστο, κάτι τρομακτικό που δεν μπορούσε να αποδεχτεί. "Αν τα βιβλία μου είχαν γραφτεί από κάποιον άλλον," απάντησε, "θα ήξερα ότι αυτές οι ιστορίες δεν είναι δικές μου. Αλλά ξέρετε κάτι; Κάποιες ιστορίες δεν μας ανήκουν. Μας ανήκουν μόνο όταν τις ζούμε."

Η δημοσιογράφος δεν απάντησε αμέσως. Αντίθετα, παραμέρισε την καρέκλα, πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. "Όλα αυτά," είπε ξαφνικά, "είναι πολύ αργά, πια, για να τα σταματήσουμε, έτσι δεν είναι;"

Η Ελένη έμεινε ακίνητη, και απάντησε σχεδόν με μια φωνή που έμοιαζε να έρχεται από το ίδιο το χιόνι.

"Ναι," είπε, "αλλά τίποτα δεν τελειώνει χωρίς να έχει αρχίσει."

Η δημοσιογράφος την κοίταξε με ένταση, σαν να προσπαθούσε να δει μέσα της και να καταλάβει αν είχε όντως παραδοθεί στο πεπρωμένο που τόσο επίμονα την αναζητούσε. "Ποιος έχει την εξουσία εδώ, Ελένη; Η συγγραφέας ή η εγκληματολόγος;"

Η Ελένη την κοίταξε ψυχρά και αργά απάντησε, «Η βιβλιοθήκη. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο από όλα. Γιατί εκείνη δεν χρειάζεται εξουσία. Απλώς μας χρησιμοποιεί.»

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε. "Είναι η γραφή που μας ενώνει και μας φυλακίζει. Ή ίσως, απλά, ο φόβος, που ποτέ δεν αφήνει κανέναν να ξεφύγει."

Αυτή τη φορά, η Ελένη δεν μπορούσε να κρύψει την ανατριχίλα που τη διαπέρασε. Η ατμόσφαιρα γύρω τους έγινε βαρύτερη, σαν να είχαν οι ίδιοι ανοίξει μια πόρτα στον άγνωστο κόσμο μιας βιβλιοθήκης, που ποτέ δεν έπαυε να τους παρακολουθεί.

Η δημοσιογράφος σήκωσε το βλέμμα της από το παράθυρο και γύρισε αργά προς την Ελένη. Οι σκιές στο δωμάτιο φάνηκαν να πυκνώνουν, δημιουργώντας μια αίσθηση βαρύτητας, σαν κάτι να έμενε παγιδευμένο μέσα τους. Η ένταση ήταν πλέον αισθητή, και η ερώτηση που ερχόταν από τα χείλη της ήταν αναπόφευκτη.

"Δεν σας φοβίζει η ιδέα ότι ίσως να είστε κι εσείς μέρος της ιστορίας που γράφετε; Ότι ίσως όλα αυτά, η βιβλιοθήκη, τα βιβλία, οι λέξεις... δεν είναι απλώς προϊόν φαντασίας; Μήπως είναι η ίδια η ζωή σας που παίρνει σχήμα μέσα στις σελίδες των έργων σας;"

Η Ελένη πάγωσε. Η φωνή της δημοσιογράφου είχε αποκτήσει μια οξύτητα που την έκανε να αισθανθεί την ίδια την παρουσία της να βαραίνει πάνω της. Τα λόγια της έμοιαζαν με βέλη που είχαν βρει τον στόχο, και για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσε να αμφιβάλλει για όσα είχε ζήσει, για όσα είχε δημιουργήσει.

"Μπορείς να σκεφτείς αυτό που λες;" απάντησε η Ελένη, η φωνή της σφιγμένη. "Ότι η ζωή μου είναι αυτό που γράφω... Ότι μπορεί όλη αυτή η διαδικασία να είναι περισσότερο από ένα έργο; Να είναι η ίδια η ζωή που ψάχνει τρόπους να εκφραστεί, να αποκαλυφθεί μέσα από τα λόγια μου;"

Η δημοσιογράφος έκανε ένα βήμα πιο κοντά, η ανάσα της σχεδόν αναμεμιγμένη με τη βαρύτητα του χώρου. "Πες μου," είπε αργά, "είναι οι λέξεις που σε καταλαβαίνουν ή εσύ που προσπαθείς να τις κατανοήσεις; Και αν όλη αυτή η συγγραφή, η δημιουργία, είναι απλώς μια ανάγκη να φυλακίσεις αυτό που δεν μπορείς να ελέγξεις;"

Η Ελένη την κοίταξε σιωπηλά, το βλέμμα της σκοτεινό, σαν να έψαχνε για κάτι που δεν υπήρχε πια. "Μπορεί να είναι αυτό," απάντησε τελικά. "Μπορεί να είναι αυτό που ποτέ δεν ήθελα να παραδεχτώ. Ότι ίσως οι λέξεις και τα βιβλία δεν με ελευθερώνουν... αλλά με φυλακίζουν."

Η δημοσιογράφος πλησίασε ακόμα πιο κοντά, το βλέμμα της έντονα εστιασμένο στην Ελένη, σαν να ήθελε να αντλήσει όλη την αλήθεια από την ίδια την ψυχή της. "Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε ποιος είναι ο σκοπός σου, Ελένη; Να γράφεις για όσα δεν θέλεις να δεις ή να ξεχνάς αυτά που φοβάσαι να θυμηθείς;"

Η Ελένη σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το μέτωπό της, σαν να προσπαθούσε να σταματήσει τη ροή των σκέψεων που την κατακλύζανε. "Δεν ξέρω πια ποιο είναι το όριο," είπε με βραχνή φωνή. "Ίσως έχω περάσει τη γραμμή εκείνη που καθορίζει τη ζωή και τη συγγραφή. Ίσως δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω ποιο είναι το πραγματικό και ποιο είναι το φανταστικό. Ποιο είναι το έγκλημα.. Και ποιο, η πλάνη"

Η δημοσιογράφος την παρακολουθούσε με ένα βλέμμα που έκρυβε μια σκοτεινή ικανοποίηση, σαν να είχε εντοπίσει, επιτέλους, το αδύναμο σημείο της. "Μήπως όλο αυτό το ταξίδι... Το ό,τι ήρθες εδώ να μείνεις.. στην ερημιά.. μήπως δεν ήταν απλώς η ανάγκη σου να καταγράψεις; Μήπως είναι μια αναζήτηση του αληθινού εαυτού σου, αυτού που κρύβεται πίσω από τις λέξεις;"

Η Ελένη σταμάτησε για μια στιγμή, κοιτάζοντας την δημοσιογράφο. "Και αν η αναζήτηση αυτή είναι η φυγή μου;" είπε τελικά, η φωνή της ακουγόταν ξένη και μακρινή. "Αν έχω φυλακιστεί μέσα στο μυαλό μου και στο έργο μου; Αν αυτό το κλειδί που αναζητώ είναι απλώς μια εικονική υπόσχεση ότι θα βρω την έξοδο..να φύγω;"

Η δημοσιογράφος ήξερε ότι είχε βρει τη σωστή στιγμή να ανατρέψει τα πάντα. Πλησίασε ακόμα πιο κοντά, το βλέμμα της τώρα σχεδόν μεθυσμένο από τη δική της νίκη. "Επομένως, η αλήθεια δεν βρίσκεται σε όσα γράφεις," είπε, "αλλά σε όσα αρνείσαι να αποδεχτείς. Η ανάγκη σου να πιστεύεις ότι όλα είναι μια ιστορία.. και όχι η δική σου πραγματικότητα"

Η Ελένη την κοίταξε έντονα, το σώμα της σχεδόν να εκρήγνυται από την ένταση. "Μην νομίζεις ότι έχεις καταλάβει," είπε με σιγουριά. "Εσύ ίσως μπορείς να μιλήσεις για τη ζωή των άλλων. Αλλά η δική μου... δεν είναι μια ιστορία που μπορείς να καταλάβεις απλώς με λέξεις."

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο της ήταν γεμάτο απορία και αποδοχή. "Ίσως όχι," είπε ήσυχα. "Αλλά μερικές φορές οι ιστορίες μας, τα μυστικά μας, τα πιο σκοτεινά μέρη του εαυτού μας, αυτά είναι που μας ορίζουν."

Η Ελένη γύρισε, κοιτάζοντας για μια στιγμή την βιβλιοθήκη που υπήρχε στο σαλόνι του παλιού αρχοντικού.. Φαινόταν να αναστενάζει πιο βαριά από ποτέ. Σήκωσε το κεφάλι της και ψιθύρισε, "Η βιβλιοθήκη δεν είναι τίποτα χωρίς τα βιβλία της. Και εγώ δεν είμαι τίποτα χωρίς τις λέξεις που έχουν φυλακίσει την αλήθεια μου."

Η δημοσιογράφος την παρακολουθούσε με αίσθηση επιτυχίας. "Ακριβώς," είπε τελικά. "Και τώρα, Ελένη, μπορείς να βρεις το θάρρος να τις ελευθερώσεις! Κάντο!"

Έπειτα, με μια κίνηση που φαινόταν σχεδόν υπολογισμένη, προχώρησε προς το μπαρ και, χωρίς να ζητήσει την παραμικρή άδεια, πήρε το μπουκάλι ουίσκι, αδειάζοντας λίγο από το υγρό σε ένα ποτήρι. Ο ήχος του υγρού που κατρακυλούσε ήταν βαθύς και μεθυστικός, ακριβώς όπως η ατμόσφαιρα που είχε σκεπάσει το σαλόνι. Γύρισε αργά προς την Ελένη και με μια κίνηση της έσβησε τη λάμψη του ποτηριού κάτω από το φως, σαν να ήταν η ίδια εκείνη που προσπαθούσε να κρύψει κάτι επικίνδυνο πίσω από τα γυάλινα τοιχώματα.

Κάθισε με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις στην πολυθρόνα απέναντί της. Το σώμα της έγειρε ελαφρώς προς τα πίσω, με τα πόδια της να είναι διασταυρωμένα και το ποτήρι ακούσια τοποθετημένο με ένα περίεργο βάρος στο χέρι της. Το πρόσωπό της ήταν ακίνητο, όπως μια μάσκα που πασχίζει να κρύψει το πιο σκοτεινό μυστικό, σαν να είχε μεταφερθεί σε ένα άλλο σύμπαν, γεμάτο θραυσματικές αναμνήσεις.

Τα χαρακτηριστικά της απέπνεαν κάτι μυστηριώδες, σχεδόν αδιάφορο, αλλά η γωνία του στόματος της μαρτυρούσε και κάτι άλλο: μια μυστική κακία που περιμένει να εκδηλωθεί. Τα χείλη της, γεμάτα και έντονα, είχαν μια μυστηριώδη καμπύλη, ένα είδος ελκυστικής αδιαφορίας που κατακτούσε τα πάντα γύρω της, κάνοντάς τα όλα να μοιάζουν αβέβαια. Κάθε κίνηση, κάθε λέξη της ήταν ένα παιχνίδι, και η Ελένη Κομνηνού ένιωθε σαν να έμπαινε σε έναν χορό επικίνδυνο, όπου δεν υπήρχε επιστροφή.

"Ξέρεις," είπε τελικά η δημοσιογράφος με φωνή που ήταν σαν να ξεπηδούσε από μια άλλη εποχή, "αυτή η βιβλιοθήκη... αυτή η ιστορία που γράφεις... το παρελθόν σου... όλα αυτά είναι τόσο... ενδιαφέροντα. Δεν είναι μόνο οι λέξεις που βρίσκονται στα βιβλία σου που με κάνουν να αναρωτιέμαι, Ελένη. Είναι κάτι πιο... σκοτεινό."

Σηκώθηκε και πήγε να βάλει άλλο ένα ποτήρι ουίσκι, το βλέμμα της παρέμενε συνεχώς στην Ελένη, σαν να προσπαθούσε να την διαπεράσει. Κάθε κίνηση της δημοσιογράφου είχε έναν σκοπό, έναν στόχο που η συγγραφέας ίσως δεν μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως. Όπως και το ποτήρι που ακούμπησε ξανά στην πολυθρόνα της, έτσι και η ίδια έμοιαζε να ακουμπά σε κάτι που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει. Μια σκοτεινή μνήμη που την συνέδεε με το παρελθόν της Ελένης.

"Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα, Ελένη;" ρώτησε με ένα αδιόρατο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. Τα μάτια της άστραψαν, καθώς η δημοσιογράφος κοίταξε την συγγραφέα με ένταση. "Ξέρεις ότι δεν ήρθα απλώς για να σου πάρω συνέντευξη. Ήρθα για να ανακαλύψω την αλήθεια."

Η Ελένη την κοιτούσε αμίλητη, αλλά κάτι στο βλέμμα της άλλαξε, ένα σύντομο τρέμουλο πέρασε από το πρόσωπό της. Η δημοσιογράφος άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι με μια κίνηση αργή, σχεδόν τελετουργική.

"Ξέρεις," είπε χαμηλόφωνα, "η αλήθεια δεν βρίσκεται στις λέξεις σου, Ελένη. Δεν βρίσκεται ούτε στη βιβλιοθήκη για την οποία γράφεις. Η αλήθεια βρίσκεται σε εμένα. Και ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι."

Η σιωπή μέσα στο δωμάτιο έγινε σχεδόν στέρεη. Η Ελένη ένιωσε την ανάσα της να κόβεται, το αίμα της να παγώνει, όπως όταν ανακαλύπτεις ότι το παρελθόν σου δεν ήταν ποτέ δικό σου. Ότι όλα όσα πίστευες ότι ήξερες ήταν μόνο κομμάτια από μια μεγαλύτερη ιστορία που κάποιος άλλος είχε αρχίσει να γράφει.

Η δημοσιογράφος έγλειψε τα χείλη της αργά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να γεύονταν το υγρό που άφησε το ποτήρι της.

"Περίμενα πολύ καιρό για να έρθω εδώ, Ελένη. Και ξέρεις τι έψαχνα; Το κλειδί. Το κλειδί για τη βιβλιοθήκη σου. Και τώρα που το έχω, ξέρω... ξέρω ποιο είναι το επόμενο βήμα."

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να τρέμει ελαφρά. Η δημοσιογράφος την είχε πιάσει σε μια παγίδα, και το βλέμμα της ήταν πιο σκοτεινό και γεμάτο από ποτέ. "Και ποιο είναι αυτό το επόμενο βήμα, αν μου επιτρέπεις;" ρώτησε η Ελένη, η φωνή της ακούστηκε εξαιρετικά ήρεμη, σαν να προσπαθούσε να κρύψει τον τρόμο που τη διαπερνούσε.

Η δημοσιογράφος άφησε το ποτήρι της και άπλωσε το χέρι της αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν να έπιανε κάτι το αόρατο. "Θα το μάθεις σύντομα," είπε με τον ίδιο, αργό, ρυθμικό τόνο. "Γιατί κάποια μυστικά... δεν ξεχνούν ποτέ. Και κάποια πρόσωπα... ποτέ δεν φεύγουν. Ακόμη κι όταν είναι νεκρά. Ή.. Μήπως.. Δείχνουν νεκρά αλλά δεν είναι; Όπως αυτή..η Άννα"

Το δωμάτιο ήταν τώρα γεμάτο από τη βαρύτητα των λέξεων που δεν είχαν ειπωθεί. Ο αέρας πνιγόταν από μια αίσθηση ότι κάτι θα ερχόταν, κάτι αόρατο και τόσο επικίνδυνο που κανείς δεν θα ήθελε να συμβεί. Ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει. Και μέσα στη σιωπή, η Ελένη Κομνηνού ένιωσε τον εαυτό της να γλιστρά σε έναν κόσμο που δεν είχε δημιουργήσει εκείνη, αλλά που τώρα... ήταν δικός της.

[…]

 

Άνοιξε τα μάτια της με απότομο τρόμο, το καρδιοχτύπι της να αντηχεί στα αυτιά της. Καθόταν στο γραφείο της. Ένιωθε τα χέρια της μουδιασμένα και το κεφάλι της βαρύ, σαν να είχε ξυπνήσει από κάποιον εφιάλτη. Το όνειρο της δημοσιογράφου ήταν τόσο ζωντανό, τόσο έντονο, που για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν είχε πραγματικά συμβεί. Όλα τα λόγια, οι σκοτεινές εκφράσεις, η ατμόσφαιρα που σχεδόν τής έκοβε την αναπνοή, ήταν σαν μια σφιχτή λαβίδα γύρω από το μυαλό της. Κάτι μέσα της την έσπρωχνε να ξεχάσει, να απορρίψει, να καταπιεί τον φόβο της.

Ο ήχος από το κουδούνι της πόρτας την έβγαλε από τις σκέψεις της. Τι ώρα ήταν; Δεν είχε καταλάβει. Άρπαξε το σακάκι της και σηκώθηκε γρήγορα, προσπαθώντας να αποδιώξει την αίσθηση του εφιάλτη. Η αναπνοή της ήταν ακόμα πιο γρήγορη από το κανονικό, αλλά η αίσθηση του χώρου γύρω της την επανέφερε στην πραγματικότητα.

Πήγε γρήγορα στην πόρτα, άνοιξε την πόρτα και μπροστά της βρέθηκε μια νεαρή κοπέλα. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ντροπή, αλλά και μία αίσθηση σιγουριάς που πρόδιδε την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που μόλις ξεκινούσε το δικό του ταξίδι.

Η κοπέλα φορούσε μια απλή μπλούζα και ένα τζιν παντελόνι, φαινόταν νέας ηλικίας, ίσως γύρω στα 25, και είχε μια φρέσκια, ειλικρινή έκφραση στο πρόσωπό της. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο περιέργεια και σεβασμό, χωρίς ίχνος του τρομακτικού και ψυχρού βλέμματος της φανταστικής δημοσιογράφου που είχε εμφανιστεί στο όνειρο της.

"Καλημέρα," είπε η νεαρή κοπέλα με μια φωνή που πρόδιδε την αμηχανία της. "Είμαι η Μαρία Π., η δημοσιογράφος που είχαμε κανονίσει τη συνέντευξη. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με δεχτήκατε, Κυρία Κομνηνού."

Η Ελένη χαμογέλασε με μια αίσθηση ανακούφισης, προσπαθώντας να επαναφέρει τη συνείδησή της στη πραγματικότητα. Αφού άφησε τη Μαρία να περάσει, την κάθισε στην καρέκλα απέναντί της.

"Χαίρομαι που ήρθατε, Μαρία," είπε. "Λυπάμαι για τη μικρή καθυστέρηση. Μάλλον με πήρε ο ύπνος."

Η Μαρία την κοίταξε με ενδιαφέρον, και τα μάτια της έλαμψαν με σεβασμό. "Δεν πειράζει, καταλαβαίνω απόλυτα. Ευχαριστώ που αφιερώνετε χρόνο για μένα."

Έπειτα, η νεαρή δημοσιογράφος πήρε το σημειωματάριό της και το άνοιξε. Η Ελένη παρατήρησε ότι το χέρι της έτρεμε ελαφρώς, αλλά αυτή η αμηχανία φαινόταν φυσική, ανθρώπινη. Δεν είχε καμία σχέση με την ένταση που ένιωσε στο όνειρο με τη φανταστική δημοσιογράφο.

"Αν μπορείτε," είπε η Μαρία με ειλικρινές ενδιαφέρον, "θα ήθελα να ξεκινήσουμε με κάποιες βασικές ερωτήσεις. Ίσως να είναι λίγο πιο απλές, αλλά ελπίζω να σας βοηθήσουν να με κατανοήσετε καλύτερα."

Η Ελένη χαμογέλασε ήρεμα και έγνεψε καταφατικά.

"Φυσικά, Μαρία. Ρώτα ό,τι θέλεις."

Η Μαρία έγραψε κάτι στο σημειωματάριό της και ύστερα κοίταξε την Ελένη με καθαρή απορία.

"Ποιες είναι οι βασικές σας επιρροές, όταν γράφετε τα βιβλία σας; Ποιοι συγγραφείς ή καλλιτέχνες σας ενέπνευσαν;"

Η Ελένη χαμογέλασε πάλι, αυτή τη φορά με μια πιο γλυκιά διάθεση. Η ερώτηση ήταν απλή, αλλά είχε μια αίσθηση πραγματικού ενδιαφέροντος.

"Πάντα έβρισκα έμπνευση στους κλασικούς," απάντησε. "Συγγραφείς όπως ο Φώκνερ, η Ντιάντρεϊ, ή ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ. Όχι μόνο για τις ιστορίες τους, αλλά για τον τρόπο που κατάφεραν να μεταφέρουν τον φόβο και την υπαρξιακή αγωνία στους αναγνώστες. Ο τρόμος τους δεν ήταν ποτέ μόνο επιφανειακός. Κρύβει πάντα κάτι βαθύτερο."

Η Μαρία έκανε μια σημείωση, τα μάτια της να λάμπουν από περιέργεια.

"Αυτό είναι πραγματικά ενδιαφέρον," είπε. "Θα ήθελα να μάθω, ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι για εσάς όταν γράφετε; Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίζετε συνήθως κατά τη διάρκεια της συγγραφής;"

Η Ελένη σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει.

"Η δυσκολία," είπε τελικά, "είναι να βρεις την αλήθεια πίσω από τις λέξεις. Στη συγγραφή μυθιστορημάτων τρόμου, ειδικά, πρέπει να καταφέρεις να προκαλέσεις συναισθήματα φόβου και αβεβαιότητας στον αναγνώστη, αλλά παράλληλα να μην χάσεις την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτός ο μικρός παραλογισμός μεταξύ του υπαρκτού και του φανταστικού είναι που καθορίζει τη γραφή."

Η Μαρία άκουσε προσεκτικά, σημειώνοντας κάθε λέξη. Στη συνέχεια, γύρισε το βλέμμα της προς την Ελένη με μια πιο προσωπική ερώτηση.

"Πώς νομίζετε ότι το είδος σας, ο τρόμος, συνδέεται με την πραγματικότητα του κόσμου μας σήμερα; Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι αναζητούν τρόμο για να ξεφύγουν από την πραγματικότητα ή για να την κατανοήσουν καλύτερα;"

Η Ελένη το σκέφτηκε λίγο. Η ερώτηση είχε βάθος, και η απάντησή της δεν ήταν απλή.

"Ο τρόμος είναι ένας καθρέφτης," είπε σιγά-σιγά. "Αναδεικνύει ό,τι κρύβουμε, ό,τι φοβόμαστε. Κάποιοι τον αναζητούν για να ξεφύγουν, άλλοι για να τολμήσουν να κοιτάξουν κατάματα ό,τι δεν θέλουν να δουν. Πιστεύω ότι όλοι κρύβουμε έναν μικρό φόβο, και ο τρόμος είναι ο τρόπος για να τον αντιμετωπίσουμε ή να τον κρύψουμε καλύτερα."

Η Μαρία σκέφτηκε για λίγο την απάντηση, και η έκφρασή της ήταν γεμάτη σεβασμό και κατανόηση. Ήξερε ότι οι απαντήσεις που έπαιρνε δεν ήταν απλώς από μια συγγραφέα, αλλά από μια γυναίκα που είχε περάσει μέσα από τον ίδιο τον τρόμο, ούσα εγκληματολόγος στο επάγγελμα, και είχε καταφέρει να τον μετατρέψει σε τέχνη.

"Πιστεύετε ότι θα γράφετε πάντα τρομαχτικά μυθιστορήματα;" ρώτησε, με την αθώα περιέργεια να διαπνέει τη φωνή της.

Η Ελένη χαμογέλασε με μια ελαφριά σκιά νοσταλγίας. "Δεν ξέρω," είπε. "Αλλά όσο βρίσκω τον τρόμο γύρω μου, όσο αυτός παραμένει ζωντανός μέσα μου, ναι... νομίζω πως θα συνεχίσω να γράφω τρομαχτικά μυθιστορήματα."

Η Μαρία έγραψε την τελευταία της σημείωση και κοίταξε την Ελένη με μια πιο ήρεμη ματιά.

"Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, Κυρία Κομνηνού. Ήταν πραγματικά μεγάλη τιμή για μένα και χαρά να μιλήσω μαζί σας."

Η Ελένη κοίταξε τη νεαρή δημοσιογράφο, το χαμόγελό της πιο ζεστό και πραγματικό αυτή τη φορά.

"Εγώ ευχαριστώ, Μαρία για την συζήτηση που είχαμε. Η πρώτη φορά είναι πάντα η πιο δύσκολη, αλλά έκανες.. εξαιρετική δουλειά."

Η πόρτα έκλεισε πίσω από τη νεαρή δημοσιογράφο, και η Ελένη ξανακάθισε στο γραφείο της. Ένιωσε μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης. Δεν ήταν το όνειρο, αυτό που είχε ζήσει, με την φανταστική δημοσιογράφο. Ήταν η συνέντευξη, πριν από λίγα λεπτά. Όμως, ακόμα κι έτσι, ο φόβος παρέμενε.

Κάθισε στο γραφείο της ξανά και άρχισε να πληκτρολογεί τη συνέχεια.. Είχε μπροστά της τρεις μέρες μόνο, μέχρι να φύγει για την Αρκαδία. Πληκτρολόγησε την λέξη: ΄΄ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13΄΄..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Το χιόνι εκείνη τη χρονιά δεν έπεφτε.
Κατέβαινε.

Έπνιγε πρώτα τις φωνές, ύστερα τα ίχνη, και στο τέλος τις αποφάσεις. Όταν χάθηκε το παιδί, κανείς δεν φώναξε δυνατά το όνομά του στην πλατεία. Όχι επειδή δεν το αγαπούσαν. Αλλά επειδή ήξεραν — χωρίς να το έχουν συμφωνήσει ποτέ — ότι κάποια ονόματα, όταν ειπωθούν μέσα στο χιόνι, δεν επιστρέφουν.

Η Καλλιόπη τότε δεν ήταν η γριά της πλατείας. Ήταν γυναίκα γύρω στα σαράντα, με μαλλιά δεμένα πίσω, με χέρια που ήξεραν να ζυμώνουν και να σκεπάζουν. Να σκεπάζουν κυρίως.

Ο πρόεδρος δεν ήταν πρόεδρος. Ήταν απλώς ο άντρας που είχε το κλειδί της βιβλιοθήκης. Και όταν χτυπούσαν οι καμπάνες, πριν από τον παπά, έτρεχε πρώτα εκείνος να βεβαιωθεί πως η πόρτα ήταν κλειστή.

Εκείνο το βράδυ, τους μάζεψε μέσα.

Όχι όλους. Μόνο όσους «έπρεπε».

Και το «έπρεπε» το αναγνώριζες από το βλέμμα: από ανθρώπους που δεν κοιμούνται καλά εδώ και χρόνια, χωρίς να θυμούνται γιατί.

Η βιβλιοθήκη μύριζε υγρασία και κάτι σαν σίδερο.
Σαν αίμα που στέγνωσε σε χαρτί.

Στο κέντρο, πάνω στο παλιό γραφείο, υπήρχε ένα τετράδιο χωρίς εξώφυλλο. Δίπλα του ένα μολύβι. Κανείς δεν το έφερε. Ήταν πάντα εκεί, σαν να περίμενε.

«Θα γράψουμε», είπε ο πρόεδρος.

«Τι;» ρώτησε ένας, και η φωνή του ακούστηκε λάθος, σαν να τη μασούσε ο χώρος πριν την αφήσει να βγει.

Ο πρόεδρος κατάπιε.
«Την αλήθεια. Όχι για να την μάθει κανείς. Για να την πάρει από εμάς.»

Η Καλλιόπη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Κοίταξε γύρω: πρόσωπα άσπρα, σκυμμένα. Άντρες με παγωμένες παλάμες. Γυναίκες που κρατούσαν τα χέρια τους στις τσέπες, λες και μέσα έκρυβαν κάτι.

«Δεν θα το γράψω εγώ», είπε.

Κανείς δεν απάντησε.

Τότε ακούστηκε ένα μικρό τρίξιμο από τα ράφια.
Κάτι σαν γέλιο, αλλά όχι ανθρώπινο.
Σαν σελίδα που γύρισε μόνη της.

Ο πρόεδρος έσπρωξε το μολύβι προς τη μέση του τραπεζιού.
«Κάποιος θα το γράψει. Κάποιος πρέπει.»

Και τότε, ανάμεσα στα σώματα, ξεκόλλησε μια σκιά.
Ένα αγόρι. Ή ένας νεαρός. Κανείς δεν ήταν σίγουρος, γιατί το πρόσωπό του ήταν σαν λάθος μνήμη: το θυμόσουν χωρίς να μπορείς να ορκιστείς ότι το είδες.

Στάθηκε μπροστά στο τετράδιο.

«Εγώ», είπε.

Η φωνή του δεν είχε φόβο. Είχε μια παράξενη πραότητα, σαν να είχε πεθάνει κάτι μέσα του πολύ νωρίς και να είχε μείνει μόνο το χρήσιμο κομμάτι της ύπαρξης.

«Πώς σε λένε;» ψιθύρισε η Καλλιόπη, και αμέσως μετά μετάνιωσε.

Το αγόρι την κοίταξε.
Και για μια στιγμή, εκείνη ένιωσε πως την θυμάται από κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα.

«Αν το πω», απάντησε ήσυχα, «θα με κρατήσει.»

Το μολύβι σηκώθηκε μόνο του — ή έτσι φάνηκε — και βρέθηκε στο χέρι του.
Το τετράδιο άνοιξε σε λευκή σελίδα.

Και πριν γράψει, γύρισε προς όλους.

«Ό,τι γραφτεί εδώ μέσα», είπε, «θα το ξεχάσετε. Όχι αμέσως. Σιγά. Θα ξεθωριάσει. Θα σας αφήσει να ζήσετε. Αλλά…»

Έδειξε τα ράφια.

«…θα μείνει μέσα.»

Ο πρόεδρος έκανε το σταυρό του. Όχι από πίστη. Από φόβο.

Και τότε το αγόρι έγραψε την πρώτη λέξη:
ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΑΜΕ.

Η Καλλιόπη ένιωσε τον λαιμό της να καίει, σαν να της πήραν κάτι από μέσα. Κάτι που δεν ήξερε ότι είχε.

Έξω, το χιόνι σκέπασε τον δρόμο ως την πλατεία.

Και μέσα, για πρώτη φορά, η βιβλιοθήκη αναστέναξε σαν να ήταν ζωντανή.

[…]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Η Ελένη στάθηκε στο κέντρο του κτιρίου — εκεί που άλλοτε ήταν το γραφείο της και τώρα ήταν ο βωμός από άδεια βιβλία. Ένιωσε την παλάμη της να ιδρώνει γύρω από το βιβλίο που έγραφε: ΔΕΝ ΧΩΡΑΜΕ ΑΛΛΟ.

Το χιόνι έξω δεν ακουγόταν πια.
Ούτε οι λύκοι.
Ούτε οι φωνές.

Σαν να είχαν όλοι κρατήσει την ανάσα τους για να ακούσουν τι θα κάνει.

Η βιβλιοθήκη, αντί να τρίζει, είχε αρχίσει να κάνει κάτι χειρότερο:
να συγχρονίζεται μαζί της.

Κάθε χτύπος της καρδιάς της, ένα μικρό τικ.
Κάθε κατάποση, ένα τακ.

Το ρολόι στον τοίχο δεν δούλευε.
Κι όμως, ο χρόνος λειτουργούσε.

Η Ελένη άνοιξε το βιβλίο πιο πολύ. Οι σελίδες δεν ήταν λευκές πια.

Ήταν γεμάτες… όχι γράμματα.

Εικόνες.

Μια πλατεία με χιόνι ως το γόνατο.
Ένα παιδί που κλαίει χωρίς ήχο.
Μια γυναίκα (η Καλλιόπη) που σφίγγει τα χέρια της τόσο, που τα νύχια αφήνουν αίμα.

Και εκείνος.
Ο ίδιος ακριβώς.

Ο Ανδρέας.

Όχι όπως τον είχε φιλήσει. Όχι όπως είχε χαθεί.
Αλλά όπως ήταν πάντα: Σαν ενδιάμεσος. Σαν πέρασμα.

Η Ελένη έκανε ένα βήμα πίσω, και το πάτωμα… υποχώρησε ανεπαίσθητα. Όχι σαν τρύπα, αλλά σαν μνήμη που μαλακώνει.

Κάτι την τραβούσε — όχι προς τα κάτω, προς τα πίσω.

Και τότε κατάλαβε το flashback δεν ήταν δικό της.
Ήταν της βιβλιοθήκης.

Της έδειχνε την πρώτη συμφωνία.

«Εσύ μας άνοιξες», έλεγε το βιβλίο.

Η Ελένη ψιθύρισε:
«Δεν ήμουν εγώ.»

Η απάντηση ήρθε σαν δόνηση στα ράφια.

Ήσουν.

Κι εκεί, στη μισοσκότεινη άκρη του χώρου, είδε κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ:
μια δεύτερη πόρτα.
Όχι είσοδο.
Έξοδο.

Μια πόρτα στενή, σαν παλιά ντουλάπα, που δεν ταίριαζε με την αρχιτεκτονική. Κι όμως, βρισκόταν πάντα εκεί — κρυμμένη πίσω από τις «Τοπικές Ιστορίες».

Η Ελένη πλησίασε. Το χέρι της άγγιξε το πόμολο.

Κρύο.

Όχι από τον καιρό. Από απουσία.

Η βιβλιοθήκη έτριξε.

Όχι προειδοποίηση.
Όχι απειλή.

Παρότρυνση.

Η Ελένη άνοιξε την πόρτα.

Και αντί για σκοτάδι, είδε…

φως από παράθυρο.

Μυρωδιά αλατιού.

Κύμα.

Σαν να άνοιγε πόρτα σε άλλο τόπο.

Σαν να άνοιγε πόρτα… σε άλλη Ελένη.

Η ανάσα της κόπηκε.

Πίσω της, η φωνή του Ανδρέα, καθαρή, σχεδόν ανθρώπινη αυτή τη φορά:

«Τώρα καταλαβαίνεις γιατί δεν είχα όνομα.»

Η Ελένη γύρισε, αλλά δεν τον είδε.

Μόνο ένα λεπτό βιβλιαράκι στο πάτωμα, εκεί που δεν υπήρχε πριν.

Το σήκωσε.

Στη ράχη έγραφε:

ΑΝΔΡΕΑΣ — 1986

Η Ελένη το άνοιξε τρέμοντας.

Και διάβασε μια πρόταση που δεν της ανήκε, αλλά την ήξερε σαν δική της:

«Το κλειδί δεν ανοίγει πόρτες. Ανοίγει ανθρώπους.»

[…]

 

Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο του αρχοντικού και ένιωσε μια ανεξήγητη υγρασία στο σβέρκο της, σαν ανάσα.

Δεν είχε χιόνι εδώ.
Κι όμως, η αίσθηση του κρύου είχε αρχίσει να τη βρίσκει όπου κι αν πήγαινε.

Στο τραπέζι, οι σελίδες που είχε γράψει ήταν αριθμημένες μέχρι το δώδεκα.
Το χαρτί δεν ήταν απλό χαρτί πια.

Ήταν κάτι σαν δέρμα που θυμάται.

Επινόησε μια φανταστική σκηνή. Ότι η  Μαρία — η δημοσιογράφος — καθόταν, πάλι, απέναντί της, κρατώντας το σημειωματάριό της σαν ασπίδα. Προσπαθούσε να φαίνεται άνετη. Αλλά κάθε τόσο, τα μάτια της έφευγαν προς την πόρτα του διαδρόμου, σαν να άκουγε κάτι που δεν άκουγε η ίδια..

«Είναι εκπληκτικό», είπε, «πώς γράφετε τόσο… βιωματικά. Σαν να ήσασταν εκεί. Σ΄ αυτό το χωριό της Αρκαδίας»

Γέλασε κοφτά.
«Δεν ήμουν.»

Η Μαρία έγνεψε αργά, σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την απάντηση.

«Όχι. Δεν ήσασταν», συμφώνησε. «Αλλά… ήταν κάποια άλλη Ελένη

Πάγωσε.

«Τι εννοείτε;»

Η Μαρία δεν απάντησε αμέσως. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε κάτι τυλιγμένο σε μαντήλι. Το άφησε στο τραπέζι με τρόπο σχεδόν ευλαβικό.

Το μαντήλι ξεδιπλώθηκε.

Ένα παλιό κλειδί.

Σκουριασμένο. Βαρύ. Με δόντια φαγωμένα, σαν να άνοιξε πάρα πολλές φορές την ίδια πόρτα.

Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Αυτό…» ψιθύρισε. «Δεν είναι…»

Η Μαρία έσκυψε προς τα μπρος.

«Είναι το κλειδί της βιβλιοθήκης», είπε. «Το πραγματικό. Όχι αυτό που νομίζετε ότι γράψατε.»

Σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα της έτριξε όπως στο χειρόγραφό της — ίδιος ήχος. Και αυτό ήταν που την τρόμαξε πιο πολύ: όχι το κλειδί. Η ακρίβεια. Πραγματικού και φανταστικού.

«Πού το βρήκατε;»

Η Μαρία χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο δεν έφτασε στα μάτια της.
«Δεν το βρήκα. Με βρήκε.»

Η ίδια έκανε ένα βήμα πίσω. Ένιωσε το πάτωμα να “μαλακώνει”, σαν να θυμάται κι αυτό.

Έξω, ένα κύμα χτύπησε δυνατά.
Και μέσα στον ήχο του νερού, άκουσε κάτι αδύνατο:

σελίδες να γυρίζουν..

Η Μαρία γύρισε το κεφάλι της προς τον διάδρομο.

«Τον ακούτε κι εσείς, έτσι;» ρώτησε ήρεμα.

«Ποιον;»

Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα της ξανά στην Ελένη.


«Αυτόν που δεν έχει όνομα όταν τον λες. Αλλά έχει σώμα όταν τον… χρειάζεσαι.»

Ένιωσε το πρόσωπό της να καίει.

«Όχι», είπε.

Η Μαρία άνοιξε το σημειωματάριό της. Δεν είχε σημειώσεις. Είχε μια μόνο σελίδα, γραμμένη με γράμματα που έμοιαζαν… Με τα δικά της!

ΑΝ ΑΝΟΙΞΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ.

Άρπαξε τη σελίδα.

«Αυτό δεν το έγραψα εγώ!»

Η Μαρία έγειρε ελαφρά το κεφάλι.


«Το ξέρω. Γι’ αυτό ήρθα. Για να σας κάνω την τελευταία ερώτηση.»

 «Ποια;» ψιθύρισε

Η Μαρία έσπρωξε το κλειδί προς το μέρος της.

«Θα συνεχίσετε να γράφετε τρομαχτικά μυθιστορήματα…» είπε, «ή θα γράψετε επιτέλους την αλήθεια;»

Και τότε, πίσω από την κλειστή πόρτα του διαδρόμου, ακούστηκε ένα τρίξιμο.

Όχι από ξύλο.

Από ράφι.

Η Μαρία σηκώθηκε. Η φωνή της έγινε χαμηλή, σχεδόν τρυφερή:

«Μη φοβάστε. Δεν θα σας πάρει, αν του δώσετε κάτι καλύτερο.»

«Τι καλύτερο;» κατάπιε δύσκολα.

Η Μαρία κοίταξε τις δώδεκα σελίδες στο τραπέζι, μία-μία.

Και απάντησε:

«Έναν καινούργιο άνθρωπο να θυμάται.»

Ένιωσε, από πολύ μακριά, να αρχίζει να πέφτει χιόνι.
Μέσα στο σπίτι.
Χωρίς να ανοίξει παράθυρο.

Και το κλειδί — χωρίς να το αγγίξει — κύλησε μόνο του, μέχρι να ακουμπήσει την παλάμη της.

[…]

 

Επιστροφή στην πραγματικότητα.

Είχε βραδιάσει, πια, για τα καλά, και το τζάκι έκαιγε από νωρίς. Οι φλόγες ανέβαιναν νωχελικά, φωτίζοντας τις παλιές κορνίζες, τις βαριές κουρτίνες, τα έπιπλα που είχαν ζήσει περισσότερα απ’ όσα θυμόταν εκείνη, σ’ αυτό το παλιό αρχοντικό του θείου της.

Φορούσε τη χοντρή ρόμπα της, δεμένη σφιχτά στη μέση, κι ένα ποτήρι με ποτό ακουμπούσε, τώρα, στο μπράτσο της πολυθρόνας.

Έξω, ο άνεμος λυσσομανούσε.
Η θάλασσα δεν φαινόταν — μόνο ακουγόταν. Κύματα που έσπαγαν επίμονα, σαν κάτι να ήθελε να μπει μέσα.

Κεφάλαιο δεκατρία, σκέφτηκε.
Εκεί που όλα άρχισαν να επιστρέφουν χωρίς να ζητούν άδεια.

Είχε γράψει για την πρώτη συνειδητοποίηση: πως η μνήμη δεν είναι παρελθόν, αλλά χώρος. Και πως κάποια δωμάτια, όταν τα ανοίξεις, δεν ξανακλείνουν.
Δεν το έγραψα τυχαία, μουρμούρισε. Το έγραψα γιατί το ήξερα ήδη.

Σήκωσε το ποτήρι. Το υγρό αντανακλούσε τη φωτιά, σαν μικρή παγιδευμένη φλόγα.

Στο δεκατέσσερα…
Εκεί είχε μπερδευτεί επίτηδες. Η βιβλιοθήκη, το χωριό, το χιόνι — όλα άρχισαν να διαχέονται. Ο Ανδρέας εμφανιζόταν όχι ως χαρακτήρας, αλλά ως ανάγκη. Ως σώμα που δεν εξηγείται.
Ο αναγνώστης πρέπει να χαθεί λίγο, είχε σκεφτεί τότε. Αλλιώς δεν θα καταλάβει.

Το ξύλο στο τζάκι έσπασε απότομα.
Ανατρίχιασε.

Κεφάλαιο δεκαπέντε.
Η αποδοχή. Όχι λύση — ποτέ λύση. Μόνο η παραδοχή ότι κάποια πράγματα δεν τα εξηγείς, τα ζεις. Ή σε ζουν.

Τότε τον ένιωσε..

Όχι πίσω της.
Μέσα στον χώρο.

Ο Ανδρέας.. στεκόταν κοντά στο παράθυρο, μισοφωτισμένος από τη φωτιά. Δεν έμοιαζε να έχει μπει. Έμοιαζε να είχε επιστρέψει εκεί όπου ανήκε.

«Τελείωσες;» ρώτησε χαμηλά.

Η φωνή του δεν διέκοψε τη σιωπή. Την συμπλήρωσε.

«Όχι», απάντησε εκείνη. «Απλώς έφτασα ως εκεί που αντέχω να γράψω.»

Πλησίασε. Η απόσταση μεταξύ τους δεν ήταν βήματα· ήταν απόφαση. Το βλέμμα του γλίστρησε πάνω της αργά, σαν να τη διάβαζε ξανά από την αρχή. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν το ύφασμα της ρόμπας της, όχι βιαστικά, όχι διεκδικητικά — σαν να επιβεβαίωνε ότι ήταν ακόμα εκεί.

«Εγώ είμαι κεφάλαιο στο νέο σου μυθιστόρημα ή παρενέργεια;» ψιθύρισε.

Η Ελένη χαμογέλασε στραβά.
«Είσαι το σημείο που σταματώ να γράφω και αρχίζω να θυμάμαι.»

Το φιλί τους δεν είχε την ένταση της πρώτης φοράς. Είχε βάθος. Σαν κάτι που είχε ήδη συμβεί πολλές φορές — σε άλλες εκδοχές, σε άλλα δωμάτια, σε άλλες ζωές. Η φωτιά έριχνε τις σκιές τους στους τοίχους, παραμορφωμένες, σχεδόν ανεξάρτητες.

Όταν απομακρύνθηκαν από το σαλόνι, το έκαναν αργά.
Η παλιά σκάλα έτριξε κάτω από τα βήματά τους, σαν να κατέγραφε. Η κρεβατοκάμαρα τούς υποδέχτηκε με τη βαριά της σιωπή: ψηλό ταβάνι, σκούρο ξύλο, ένα κρεβάτι που έμοιαζε περισσότερο με μνήμη παρά με έπιπλο.

Ξάπλωσαν χωρίς λόγια.
Το σώμα του δίπλα της ήταν ζεστό, πραγματικό — κι όμως αβέβαιο. Η Ελένη ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.

«Αν αύριο δεν είσαι εδώ…» άρχισε.

«Θα με γράψεις ξανά», την διέκοψε. «Ή θα με ξεχάσεις. Και τα δύο το ίδιο πονάνε.»

Έκλεισε τα μάτια της.
Έξω, τα κύματα συνέχισαν να χτυπούν. Ο άνεμος δεν κόπασε.

Κάπου ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, η Ελένη σκέφτηκε πως ίσως το μυθιστόρημα δεν ήταν για να τελειώσει.

Ίσως ήταν για να κρατήσει.

Στην κρεβατοκάμαρα, το κρεβάτι κράτησε το βάρος τους χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Ο άντρας ξάπλωσε δίπλα της, νιώθοντας κάτι που δεν έπρεπε: επιθυμία χωρίς σκοπό. Όχι για να αφαιρέσει, όχι για να μεταφέρει. Απλώς, για να υπάρξει..

Κι αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.

Για μια στιγμή, ο Ανδρέας σκέφτηκε:

Αν μείνω, αν με θυμηθεί το πρωί, ίσως αλλάξει η ισορροπία.

Γι’ αυτό δεν θα κοιμηθώ πραγματικά.
Θα περιμένω..

[…]

Η Ελένη Κομνηνού ξύπνησε από το φως.
Όχι από ήχο. Όχι από κίνηση.

Το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο. Οι κουρτίνες δεν κινούνταν. Η θάλασσα ακουγόταν πιο μακριά απ’ ό,τι τη νύχτα — σαν να είχε υποχωρήσει επίτηδες.

Γύρισε το κεφάλι της αργά.

Το μισό κρεβάτι ήταν άδειο.

Το σεντόνι, όμως, τσαλακωμένο.
Ζεστό.

Άπλωσε το χέρι της μηχανικά. Τα δάχτυλά της βρήκαν τη χαραγμένη πλάτη του κρεβατιού, όχι σώμα. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι το είχε ονειρευτεί. Το μυαλό της έσπευδε να βάλει τάξη.

Τότε είδε το ποτήρι.

Άδειο, στο κομοδίνο.
Δεν το είχε φέρει εκεί.

Σηκώθηκε. Το πάτωμα έτριξε αυτή τη φορά — αργά, επιτηδευμένα. Σαν να ήθελε να της πει σε ακούω. Πέρασε στο σαλόνι. Το τζάκι είχε σβήσει, αλλά η στάχτη ήταν ακόμα ζεστή.

Στο τραπέζι, δίπλα στις σελίδες του χειρογράφου, υπήρχε μια προσθήκη.

Μία παράγραφος.

Όχι γραμμένη με το χέρι της.

Τη διάβασε όρθια:

«Κάποια σπίτια δεν κατοικούνται.
Διαβάζουν όσους μένουν μέσα τους.»

Η καρδιά της βάρυνε.
Όχι από φόβο. Από αναγνώριση.

«Ανδρέα;» είπε — όχι σαν ερώτηση, αλλά σαν δοκιμή.

Το σπίτι δεν απάντησε.

Αλλά κάτι μετακινήθηκε.

Το αρχοντικό δεν ζητούσε ιστορίες από άλλους.
Ζητούσε τις δικές της.

Κάθε δωμάτιο αντιστοιχούσε σε κάτι γραμμένο.
Η κρεβατοκάμαρα κρατούσε τον Ανδρέα — όχι ως πρόσωπο, αλλά ως πιθανότητα.
Το σαλόνι κρατούσε τη δημοσιογράφο — τις ερωτήσεις που δεν έπρεπε να απαντηθούν.
Το γραφείο… το γραφείο άρχισε να την βαραίνει.

Ένα απόγευμα, βρήκε ένα συρτάρι που δεν θυμόταν να υπάρχει. Μέσα του, σελίδες. Όχι του μυθιστορήματος. Σημειώσεις. Μονόλογοι. Σκέψεις που είχε κάνει, αλλά δεν είχε γράψει ποτέ.

Το αρχοντικό δεν αποθήκευε μνήμη.
Την ενεργοποιούσε.

Και τότε κατάλαβε τη μετάβαση:

Η βιβλιοθήκη συγκρατούσε.
Το αρχοντικό επέστρεφε.

Τη νύχτα, ξάπλωσε πάλι μόνη. Ή έτσι νόμιζε.
Δίπλα της, το στρώμα βυθίστηκε ελάχιστα — όσο χρειάζεται για να μην είσαι σίγουρος.

Δεν άνοιξε τα μάτια.

Αν τα άνοιγε, θα έπρεπε να αποφασίσει.

Και το αρχοντικό, όπως και το βιβλίο,
δεν συγχωρεί τις αποφάσεις.

Η παρουσία του Ανδρέα πίσω της..

Η ανάσα του ακούμπησε τον αυχένα της, όχι σαν επίθεση, αλλά σαν επιστροφή. Έκλεισε τα μάτια πριν καν τον δει.

«Δεν σε κάλεσα», είπε χαμηλά.
Ήταν ψέμα — αλλά όχι με τον τρόπο που νόμιζε.

Τα δάχτυλά του άγγιξαν τους ώμους της, ελαφρά στην αρχή, σαν να δοκίμαζε αν αντέχει ακόμα την αφή του. Η Ελένη δεν αποτραβήχτηκε.

«Δεν έρχομαι όταν με καλούν», της ψιθύρισε.
«Έρχομαι όταν δεν αντέχουν πια να με κρατούν έξω.»

Γύρισε.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν στο ημίφως. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο εκείνη η γνώριμη, επικίνδυνη εγγύτητα όπου το φανταστικό και το πραγματικό ακουμπούν χωρίς να ξεχωρίζουν.

Το φιλί τους δεν ήταν αρχή. Ήταν συνέχεια.
Χείλη που ήξεραν ήδη το βάρος το ένα του άλλου, στόματα που δεν αναζητούσαν επιβεβαίωση αλλά ανάμνηση. Τα χέρια του βρήκαν τη μέση της, την πλάτη της, σαν να διάβαζαν ένα κείμενο γραμμένο σε γλώσσα παλιά.

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να ανοίγει — όχι από επιθυμία μόνο, αλλά από αναγνώριση. Κάτι μέσα της χαλάρωνε, σαν κόμπος που λύνεται όταν σταματάς να προσποιείσαι.

«Πες μου», ψιθύρισε, με τη φωνή της να τρέμει.
«Ποιος σε κάλεσε;»

Ο Ανδρέας δεν απάντησε αμέσως. Το μέτωπό του ακούμπησε στο δικό της. Η ανάσα τους μπλέχτηκε, αργή, συντονισμένη, σχεδόν τελετουργική.

«Εσύ όχι», είπε τελικά.
«Όχι η συγγραφέας.»

Τα δάχτυλά του κατέβηκαν αργά, με τρόπο που δεν ζητούσε άδεια. Η Ελένη αναστέναξε — όχι από ηδονή μόνο, αλλά από μια ξαφνική διαύγεια που την τρόμαξε.

«Τότε ποια;» ρώτησε.

Ο Ανδρέας χαμογέλασε. Όχι τρυφερά. Με κατανόηση.

«Η γυναίκα που γράφει για να μην θυμάται.
Η γυναίκα που έστησε βιβλιοθήκες και σπίτια για να χωρέσει ό,τι δεν άντεχε να ζήσει.»

Η Ελένη πάγωσε για μια στιγμή, αλλά το σώμα της δεν υπάκουσε. Τον τράβηξε πιο κοντά, σαν να ήθελε να διαψεύσει τα λόγια του με την αφή.

«Όχι…»
«Ναι», την διέκοψε ήρεμα. «Με κάλεσε το κενό. Όχι η επιθυμία σου — η άρνησή σου.»

Το φιλί τους βάθυνε. Η σκηνή δεν είχε πια όρια χώρου. Το αρχοντικό γύρω τους έμοιαζε να συστέλλεται, να παρακολουθεί..

Η Ελένη ένιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν, αλλά δεν έπεσαν. Το σώμα της κινήθηκε με εκείνον, όχι για να ξεχάσει, αλλά για να καταλάβει. Η ηδονή ήταν βαθιά, αργή, σχεδόν θλιμμένη — σαν πράξη συμφιλίωσης.

«Άρα δεν είσαι δικός μου», ψιθύρισε.
«Είμαι», είπε. «Αλλά όχι όπως νομίζεις.»

 […]

 

 

Η άφιξη στο χιόνι

Ο δρόμος προς την Αρκαδία δεν συγχωρεί την υπεροψία.
Η Ελένη Κομνηνού το ήξερε από παλιά, όχι επειδή είχε χαθεί εδώ – αλλά επειδή είχε μάθει, ως εγκληματολόγος, ότι τα μέρη με λίγους κατοίκους και πολλή σιωπή είναι τα πιο επικίνδυνα. Όχι για το σώμα· για την αλήθεια.

Το αυτοκίνητο ανέβαινε με αργές στροφές, καθώς το χιόνι έπεφτε – όχι πυκνό ακόμη, αλλά επίμονο, σαν να δοκίμαζε το κράτημα του δρόμου. Τα έλατα είχαν σκύψει, φορτωμένα λευκό, και οι σκιές τους έμοιαζαν με μακρόστενα δάχτυλα που έδειχναν προς τα πίσω. Προς την πόλη. Προς την ασφάλεια. Προς το “γύρνα”.

Η Ελένη έσφιξε το τιμόνι.
Η θέρμανση δούλευε, όμως τα χέρια της ήταν κρύα. Αυτό δεν ήταν καινούριο. Κάθε φορά που πήγαινε σε τόπο εγκλήματος, το σώμα της αντιδρούσε πριν προλάβει ο νους να μπει σε διαδικασία.

Στο κάθισμα του συνοδηγού υπήρχε μια λεπτή δερμάτινη θήκη: σημειώσεις, γάντια νιτριλίου, μετροταινία, ένα μικρό φακός, δύο στυλό. Δίπλα, ένα τετράδιο με μαύρο εξώφυλλο. Εκείνο δεν ήταν επαγγελματικό. Εκείνο ήταν το άλλο της χέρι. Το χέρι της συγγραφέως.

Μερικές φορές, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για κίνητρα, για πάθη, για ενοχές, η εγκληματολόγος άκουγε.
Όταν όμως έμεναν σιωπηλοί, όταν έλεγαν “δεν ξέρω” με βλέμμα που φώναζε “ξέρω πολύ καλά”, τότε η συγγραφέας μέσα της έπαιρνε φόρα, κι έβγαζε από τη σιωπή ιστορίες. Συνυπήρχαν, άλλωστε, και οι δύο ιδιότητες μέσα της.

Η κλήση είχε έρθει από τον πρόεδρο του χωριού. Έναν άνθρωπο που της μίλησε στο τηλέφωνο σαν να διάβαζε κείμενο γραμμένο από άλλον.

«Είστε η κυρία Κομνηνού; Εγκληματολόγος; Μας σας σύστησε… τέλος πάντων. Έχουμε ένα… περιστατικό. Στη δημοτική βιβλιοθήκη. Η βιβλιοθηκονόμος μας… βρέθηκε νεκρή».

Η φωνή του είχε ένα αδέξιο σπάσιμο στο “νεκρή”. Όχι πόνο. Κάτι πιο πρακτικό: φόβο για το τι θα ακολουθήσει.

«Έχουμε αστυνομία, αλλά…» συνέχισε, «εδώ είναι μικρός τόπος. Θέλουμε… διακριτικότητα. Και γρήγορα».

Η Ελένη είχε απαντήσει αμέσως, προτού σκεφτεί τη δεύτερη ανάγνωση:
Σε μικρούς τόπους, η “διακριτικότητα” σημαίνει “να μη μάθει κανείς περισσότερα απ’ όσα ήδη ξέρει”.
Και συνήθως… ήδη ξέρουν πολλά.

Το χωριό φάνηκε ξαφνικά, μετά από μια στροφή: ένα σύμπλεγμα από πέτρινα σπίτια, γαντζωμένα σε πλαγιά, με καπνό να ανεβαίνει από λίγες καμινάδες. Σαν να ζούσε το μέρος μόνο όπου υπήρχε φωτιά. Όλα τα άλλα ήταν λευκό και γκρίζο.

Μια πινακίδα, σχεδόν θαμμένη, έγραφε:

«Καστράκι Αρκαδίας»

Η Ελένη έκοψε ταχύτητα.
Το Καστράκι δεν της άρεσε από την πρώτη ματιά – κι αυτό σήμαινε ότι πιθανότατα είχε δίκιο.


Οι τρεις πρώτες σιωπές

Την περίμεναν στην πλατεία. Ή, για την ακρίβεια, την περίμεναν να φανεί.

Ο πρόεδρος ήταν κοντός, με παλτό που τον έκανε μεγάλο και πρόσωπο που πάλευε να δείξει εξουσία. Δίπλα του, ένας άντρας με χοντρά γυαλιά και χαρτοφύλακα – ο έφορος της βιβλιοθήκης. Λίγο πιο πίσω, ένας αστυνομικός με στολή, μάλλον νεαρός, αλλά με βλέμμα που προσπαθούσε να φαίνεται κουρασμένο από πολλά.

«Καλώς ήρθατε», είπε ο πρόεδρος, και της έτεινε το χέρι. «Είμαι ο Μηνάς Σταθάτος».

Η Ελένη έσφιξε το χέρι του. Ήταν υγρό. Κρύος ιδρώτας ή απλώς κρύο; Δεν είχε σημασία. Στο σώμα της καταγραφόταν ως άγχος.

«Ο κύριος Βερδής, έφορος της βιβλιοθήκης», συνέχισε ο πρόεδρος.

Ο Βερδής έγνεψε. Δεν χαμογέλασε. Σαν να ένιωθε ότι το χαμόγελο εδώ είναι απόδειξη ενοχής.

«Και ο υπαστυνόμος Κωστούλας», είπε ο πρόεδρος, δείχνοντας τον αστυνομικό.

Ο υπαστυνόμος πλησίασε, τυπικός. «Κυρία Κομνηνού. Έχουμε κάνει τα βασικά. Περιμένουμε ιατροδικαστή, αλλά λόγω καιρού…»

«Καταλαβαίνω», είπε η Ελένη. «Πού είναι το σώμα;»

Κανείς δεν απάντησε αμέσως.

Η συγγραφέας μέσα της κατέγραψε:
Πρώτη σιωπή: δεν θέλουν να προφέρουν τον τόπο, γιατί ο τόπος “κολλάει” πάνω σε όποιον τον λέει.

Ο έφορος καθάρισε τον λαιμό του.

«Στη βιβλιοθήκη», είπε τελικά. «Στο πίσω δωμάτιο. Εκεί που… κρατάμε το αρχείο. Την βρήκε η καθαρίστρια… το πρωί».

Η Ελένη κοίταξε τον έφορο στα μάτια.
«Το πρωί ποια ώρα;»

Ο έφορος άνοιξε τον χαρτοφύλακά του, σαν να ήταν εκεί η σωστή απάντηση.
«Στις οκτώ και δέκα. Έχουμε καταγραφή γιατί… ξέρετε, ανοίγουμε στις οκτώ και μισή. Η καθαρίστρια μπαίνει νωρίτερα».

Ο υπαστυνόμος πρόσθεσε: «Το κτίριο ήταν κλειδωμένο. Δεν βρήκαμε ίχνη παραβίασης στην κύρια είσοδο. Από τα παράθυρα, δύσκολο, είναι ψηλά».

Σκέφτηκε: “άρα μέσα από μέσα”. Δεν ήταν, όμως, ακόμη η ώρα, για να τους στριμώξει. Έσκυψε λίγο και κοίταξε τη λάσπη με το χιόνι στην πλατεία. Πατημασιές μπερδεμένες, φρέσκες, άλλες παλιές. Χωρίς καθαρή ανάγνωση.

«Θέλω πρώτα να δω τη σκηνή», είπε. «Και μετά θα μιλήσουμε. Χωριστά».

Ο πρόεδρος ανοιγόκλεισε τα μάτια, σαν να του πήραν κάτι που νόμιζε ότι του ανήκει: τον έλεγχο.

«Βεβαίως», είπε. «Βεβαίως. Απλώς να ξέρετε… εδώ είμαστε… μια κοινωνία. Ό,τι κάνουμε… έχει συνέπειες».

Η Ελένη Κομνηνού χαμογέλασε ελάχιστα.
«Κάθε έγκλημα έχει συνέπειες. Γι’ αυτό είμαι εδώ».

Η δεύτερη σιωπή ήρθε τότε, και ήταν συλλογική.


Η βιβλιοθήκη

Το κτίριο στεκόταν λίγο έξω από το κέντρο. Ένα παλιό νεοκλασικό, παράταιρο με τα πέτρινα σπίτια. Λευκοκίτρινο, με σκουρόχρωμα παντζούρια και βαριά πόρτα. Το χιόνι είχε πιάσει στα σκαλιά, αλλά κάποιος είχε περάσει. Φαινόταν από τα κομμάτια λασπωμένου πάγου.

Η πόρτα άνοιξε με κλειδί.
Ο έφορος κρατούσε το κλειδί. Αυτό ήταν σημαντικό — και η Ελένη το σημείωσε.

Μέσα μύριζε υγρασία, παλιό χαρτί και κάτι άλλο. Όχι αίμα. Κάτι πιο ήσυχο: μούχλα, κλεισούρα, χρόνος.

Ράφια, πάγκοι, παλιά γραφεία. Μια σόμπα πετρελαίου σβηστή. Στο βάθος, μια πόρτα μισάνοιχτη.

Ο υπαστυνόμος της έδωσε γάντια.
«Το δωμάτιο είναι όπως το βρήκαμε. Προσέξτε μόνο να μην πατήσετε…»

Η Ελένη πέρασε στο πίσω δωμάτιο.

Η βιβλιοθηκονόμος – νέα γυναίκα, περίπου τριάντα πέντε, με σκούρα μαλλιά – βρισκόταν πεσμένη πλάγια, ανάμεσα σε δυο χαμηλές ντουλάπες αρχειοθέτησης. Το πρόσωπο μισοστραμμένο, τα μάτια κλειστά. Το ένα χέρι λυγισμένο άτσαλα.

Δεν ήταν σκηνή θεατρική.
Ήταν σκηνή βιαστική. Σαν κάτι να τελείωσε απότομα.

Δίπλα της, στο πάτωμα, υπήρχε ένα βιβλίο ανοιχτό.
Χειρόγραφο; Η εγκληματολόγος, Ελένη Κομνηνού, έσκυψε, αλλά δεν το άγγιξε αμέσως. Ο νους της έκανε αυτόματα λογισμούς: θέση σώματος, πιθανές πτώσεις, πιθανή πάλη, χρόνο θανάτου που θα δώσει ο ιατροδικαστής.

Και μετά — σαν δεύτερη φωνή — η συγγραφέας μέσα της ψιθύρισε:

Ποια βιβλιοθηκονόμος πεθαίνει δίπλα σε ανοιχτό βιβλίο;
Ποια ιστορία δεν πρόλαβε να τελειώσει;

Η Ελένη κοίταξε τον υπαστυνόμο.

«Όνομα;»

«Άννα Μπαλή», είπε. «Από Τρίπολη. Εδώ έναν χρόνο. Μόνιμη θέση… ήρθε με μετάθεση».

Η λέξη “μετάθεση” έσκασε μέσα της σαν μικρή ειρωνεία.
Στα χωριά, οι άνθρωποι δεν “έρχονται”. Μεταφέρονται. Σαν να είναι αντικείμενα.

Η Ελένη γύρισε στον έφορο.

«Πότε την είδατε τελευταία φορά ζωντανή;»

Ο έφορος κατάπιε.
«Χθες… το απόγευμα. Γύρω στις έξι. Εγώ… έφερα κάτι χαρτιά για υπογραφή».

«Ήταν μόνη;»

«Ναι. Όπως πάντα».

«Πώς ήταν;»

Ο έφορος δίστασε.
Και εκεί, μέσα στη μικρή παύση, γεννήθηκε η τρίτη σιωπή:
Δεν θέλει να πει “φοβισμένη” ή “ανήσυχη” ή “χαρούμενη”, γιατί κάθε επίθετο εδώ είναι νήμα που τραβάς.

«Κανονική», είπε τελικά. «Λίγο… κουρασμένη».

Η Ελένη έσκυψε πιο κοντά στο ανοιχτό βιβλίο.
Στη σελίδα υπήρχε γραφή. Όχι τυπωμένη. Χειρόγραφη, πυκνή. Σαν ημερολόγιο.

Ο υπαστυνόμος είπε: «Δεν το αγγίξαμε. Το αφήσαμε όπως ήταν».

Η Ελένη δεν το άγγιξε ακόμη. Αρκέστηκε να διαβάσει δύο λέξεις που έβλεπε καθαρά:

“κλειδί”
“χιόνι”

Μια μικρή ενόχληση, σαν καρφίτσα, τρύπησε το στομάχι της.
Όχι φόβος. Κάτι σαν προαίσθηση ότι αυτό που έψαχνε εδώ… είχε ήδη γραφτεί κάπου.

«Θέλω να μιλήσω με την καθαρίστρια», είπε. «Τώρα».


Ξενοδοχείο «Η Δρυάδα» και οι πρώτες σελίδες

Το δωμάτιο στο ξενοδοχείο το είχαν κλείσει χωρίς να τη ρωτήσουν – “για να μην ταλαιπωρηθεί”. Ήταν το μοναδικό αξιοπρεπές κατάλυμα του χωριού, μια παλιά πανσιόν που είχε ανακαινιστεί βιαστικά, με ξύλα που μύριζαν βερνίκι και σεντόνια που μύριζαν απορρυπαντικό.

Η ταμπέλα έγραφε: «Η Δρυάδα».

Η Ελένη έβγαλε το παλτό της και το κρέμασε. Το παράθυρο έβλεπε σε πλαγιά. Χιόνι που έπεφτε σιωπηλά. Στην άκρη του δρόμου, ένα φως πορτοκαλί – η μοναδική λάμπα που λειτουργούσε σαν να έκανε βάρδια.

Το τηλέφωνό της είχε χαμηλό σήμα. Αλλά δεν την ένοιαζε.
Η απομόνωση, για μια εγκληματολόγο, είναι πλεονέκτημα: λιγότερες παρεμβολές.
Για μια συγγραφέα, είναι κίνδυνος: περισσότερες φωνές.

Άνοιξε το τετράδιο με το μαύρο εξώφυλλο.

Έγραψε στην κορυφή της σελίδας:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΝΕΟ (προσωρινός τίτλος): Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΟΝΟΜΟΣ  ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΕ

Και μετά σταμάτησε.

Η εγκληματολόγος μέσα της διαμαρτυρήθηκε:
Δεν γράφεις πριν ολοκληρώσεις τα στοιχεία. Μην προδικάζεις.

Η συγγραφέας όμως απάντησε, ψυχρά:
Δεν γράφω για να λύσω. Γράφω για να μπω μέσα της.

Η Άννα Μπαλή ήταν άγνωστη.
Και όμως, η Ελένη την ένιωθε ήδη σαν πρόσωπο που την κοιτάζει πίσω από ράφια.

Έβγαλε από την τσάντα της μια φωτοτυπία που της είχε δώσει ο υπαστυνόμος: βασικά στοιχεία, ώρα εύρεσης, σημείωση “αναμένεται ιατροδικαστής”, μια λίστα ονομάτων για ανάκριση. Ελάχιστα.

Και ξαφνικά, το κενό των στοιχείων έγινε κάτι άλλο:
χώρος για εσωτερική ανακατασκευή.

Έγραψε:

«Η Άννα δεν ήταν από εδώ. Το χωριό την έβλεπε σαν ξένο βιβλίο στο ράφι: χρήσιμο, αλλά όχι δικό του. Κι όταν ένα ξένο βιβλίο αρχίζει να ανοίγει σελίδες που δεν πρέπει, τότε…»

Σταμάτησε ξανά.
Έσβησε τη φράση. Την ξανάγραψε, πιο κοφτά.

«…τότε κάποιο χέρι το κλείνει.»

Η Ελένη ακούμπησε το στυλό. Ένιωσε εκείνη την περίεργη διπλή διαύγεια:
η εγκληματολόγος έβλεπε “χέρι” ως δράστη.
η συγγραφέας έβλεπε “χέρι” ως ανάγκη του τόπου να σωπάσει κάτι.

Χτύπησε η πόρτα.

Η Ελένη σηκώθηκε.
Άνοιξε.

Ο πρόεδρος, ο έφορος και ο υπαστυνόμος – σαν τριάδα που δεν ήθελε να την αφήσει μόνη ούτε λεπτό. Στα χέρια τους: ένας φάκελος.

«Συγγνώμη για την ώρα», είπε ο υπαστυνόμος, «αλλά μόλις βρήκαμε κάτι. Στο γραφείο της Άννας. Και… καλύτερα να το δείτε εσείς».

Η Ελένη πήρε τον φάκελο.
Τον άνοιξε.

Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία: ένα χαρτί, κολλημένο κάτω από το συρτάρι του γραφείου. Χειρόγραφη σημείωση.

Μια μόνο πρόταση:

«Αν μιλήσω, θα πεθάνω. Αν σωπάσω, θα πεθάνει άλλος.»

Η Ελένη δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα.

Ένα μέρος της ήθελε να ρωτήσει “ποιος άλλος;”
Ένα άλλο μέρος της ήθελε να ρωτήσει “σε ποιον μιλούσε;”

Και ένα τρίτο, που δεν είχε δικαίωμα να μιλά στη δουλειά, ψιθύρισε:

Αυτό δεν είναι σημείωμα φόβου.
Αυτό είναι σημείωμα συμφωνίας.

Σήκωσε τα μάτια της στον πρόεδρο.

«Ποιος στο χωριό είχε κόντρα με την Άννα;» ρώτησε.

Ο πρόεδρος χαμογέλασε άβολα.
«Κυρία Κομνηνού… εδώ δεν έχουμε τέτοια. Ήσυχο μέρος είμαστε».

Η Ελένη έγνεψε αργά.

«Ακριβώς. Και γι’ αυτό, όταν συμβαίνει φόνος, δεν είναι ποτέ “από το πουθενά”. Είναι από πολύ βαθιά».

Η σιωπή που έπεσε αυτή τη φορά δεν ήταν άγνοια.
Ήταν άμυνα.

Κι εκείνη κατάλαβε ότι στο Καστράκι δεν είχε έρθει μόνο για να βρει ποιος σκότωσε την βιβλιοθηκονόμο.

Είχε έρθει για να βρει τι προστάτευε ο τόπος,
και πόσοι άνθρωποι ήταν διατεθειμένοι να πεθάνουν γι’ αυτό.

 


Η καθαρίστρια και το «μικρό» που δεν είναι μικρό

Η καθαρίστρια λεγόταν Ευανθία Μαλτέζου.
Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που το σώμα τους έχει μάθει να είναι αόρατο: να μπαίνει, να καθαρίζει, να φεύγει, να μην ακούγεται. Αλλά η αορατότητα δεν είναι ουδετερότητα. Στα χωριά, οι αόρατοι είναι συχνά οι μόνοι που βλέπουν πραγματικά.

Την συνάντησαν στο πίσω δωμάτιο του καφενείου — όχι γιατί ήταν πιο ήσυχα, αλλά γιατί το μπροστινό είχε κόσμο, κι ο πρόεδρος δεν ήθελε να “κυκλοφορεί” η ανάκριση. Ο υπαστυνόμος είχε ήδη προσπαθήσει να την ρωτήσει, όμως είχε πάρει μόνο μικρές, ακίνδυνες φράσεις: “εγώ δεν ξέρω”, “εγώ είμαι μια γυναίκα”, “εγώ καθαρίζω”.

Η Ελένη κάθισε απέναντί της με τρόπο που δεν θύμιζε ανάκριση. Έβγαλε το μικρό σημειωματάριο, όχι το υπηρεσιακό. Το άφησε κλειστό. Το βλέμμα της, όμως, ήταν ανοιχτό.

«Ευανθία», είπε ήρεμα. «Θέλω να μου πεις μόνο τη σειρά. Τίποτα άλλο. Σαν να μου λες πώς ήταν το πρωί σου».

Η Ευανθία έσφιξε τα χέρια της. Είχε τα νύχια της κομμένα πολύ κοντά, σαν άνθρωπος που δεν αφήνει τίποτα να πιαστεί πάνω του.

«Εγώ… σηκώνομαι από τις έξι», είπε. «Κάνω καφέ. Ταΐζω τις κότες. Μετά πάω στην εκκλησία, ανάβω κερί. Μετά… πάω βιβλιοθήκη».

Ο πρόεδρος αναστέναξε, σαν να ήθελε να τελειώνει γρήγορα. Η Ελένη δεν τον κοίταξε.

«Πήγες κατά τις οκτώ και δέκα, σωστά;»

Η Ευανθία ένευσε. «Έτσι… ναι. Κοιτάω πάντα το ρολόι στο καφενείο όταν περνάω».

«Όταν έφτασες στην πόρτα της βιβλιοθήκης, ήταν κλειδωμένη;»

«Ναι», είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε αμέσως, σαν να είχε προετοιμαστεί: «Πάντα κλειδωμένη είναι. Ο κύριος Βερδής έχει κλειδί. Και η Άννα είχε κλειδί».

Η Ελένη έγειρε λίγο μπροστά. «Εσύ έχεις κλειδί;»

«Όχι! Ποτέ! Εγώ χτυπάω. Η Άννα μ’ ανοίγει. Ή… μου είχε αφήσει κάποιες φορές ξεκλείδωτο, αλλά…»

Σταμάτησε. Κατάλαβε ότι είπε “αλλά”.

Η Ελένη χαμήλωσε τη φωνή της. «Αλλά;»

Η Ευανθία έγλειψε τα χείλη της. «Αλλά όχι τώρα. Όχι τελευταία. Τον τελευταίο καιρό… κλείδωνε διπλά».

Ο έφορος αντέδρασε με μια μικρή κίνηση, σαν να ήθελε να διακόψει. Η Ελένη σήκωσε ελάχιστα το χέρι — όχι απειλητικά, απλώς σαν: περίμενε.

«Γιατί κλείδωνε διπλά;» ρώτησε.

Η Ευανθία κατέβασε το βλέμμα στο τραπέζι. «Δεν ξέρω. Φοβόταν ίσως. Ή…» ξανά σταμάτησε.

Η Ελένη άφησε μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν. Στις ανακρίσεις, τα δευτερόλεπτα είναι εργαλείο. Αν τα γεμίσεις, χάνεις την πληροφορία. Αν τα αφήσεις, εκείνη εμφανίζεται μόνη της, σαν ψαράκι που ανεβαίνει στην επιφάνεια.

«Ή;» επανέλαβε.

Η Ευανθία έβγαλε έναν ήχο, κάτι ανάμεσα σε ανάσα και αδέξιο γέλιο.

«Ή… δεν ήθελε να μπει κανείς… όταν ήταν μέσα με κάποιον».

Ο πρόεδρος έβηξε. Ο υπαστυνόμος σήκωσε το κεφάλι απότομα. Ο έφορος έσφιξε τα χείλη του.

Η Ελένη κράτησε το πρόσωπό της ουδέτερο. Μέσα της, όμως, τα γρανάζια πήραν φωτιά.

«Με κάποιον;» ρώτησε.

Η Ευανθία ένευσε πολύ μικρά. «Δεν είδα εγώ… δεν είμαι… αλλά άκουγα. Βήματα. Στο πίσω δωμάτιο. Και μια φορά… γέλια. Ύστερα σιωπή. Ύστερα η Άννα… έβγαινε σαν να μην είχε κοιμηθεί».

Η Ελένη σημείωσε κάτι νοερά, όχι στο χαρτί:
Η Άννα δεν ήταν πάντα μόνη στη βιβλιοθήκη.
Και το χωριό… το ήξερε.

«Την ημέρα που τη βρήκες», συνέχισε η Ελένη, «χτύπησες;»

«Χτύπησα. Μία. Δύο. Δεν άνοιξε. Περίμενα λίγο. Μετά…» Σταμάτησε και κατάπιε.

«Μετά;» είπε η Ελένη.

«Μετά άκουσα κάτι. Σαν… σαν συρτάρι. Ή σαν κλειδί που γυρνάει. Από μέσα. Εγώ είπα “Άννα; Άννα;” και τότε… άνοιξε η πόρτα.»

Η Ελένη ένιωσε ένα ψυχρό κύμα να περνάει από τον αυχένα της. Είχε υποσχεθεί: χωρίς υπερφυσικά. Αυτό δεν ήταν υπερφυσικό. Αυτό ήταν χειρότερο. Ήταν ανθρώπινο.

«Άνοιξε μόνη της;» ρώτησε.

Η Ευανθία έσφιξε τα χέρια της τόσο που άσπρισαν οι αρθρώσεις. «Δεν είδα χέρι. Αλλά… άνοιξε. Και μέσα… όλα ήταν ήσυχα».

«Και τότε προχώρησες;»

«Ναι. Έκανα όπως πάντα. Άναψα λίγο τη σόμπα…» — εδώ η φωνή της έσπασε — «και μετά πήγα πίσω, γιατί είδα το φως σβηστό. Πάντα η Άννα είχε φως. Ακόμα κι όταν καθόταν μόνη, είχε το φωτάκι στο γραφείο. Και τώρα… σκοτάδι».

Η Ελένη περίμενε.

«Άνοιξα την πόρτα… και… την είδα».

Η Ευανθία δάγκωσε το εσωτερικό του μάγουλου. Τα μάτια της γέμισαν, αλλά δεν κύλησε δάκρυ. Σαν να είχε μάθει να μην αφήνει τίποτα να πέφτει.

Η Ελένη έγειρε πιο κοντά.

«Ευανθία, θέλω να μου πεις κάτι που δεν ρώτησε κανείς. Το πιο άσχετο. Τη μυρωδιά. Τον ήχο. Οτιδήποτε. Τι ήταν “λάθος”;»

Η Ευανθία ανοιγόκλεισε τα μάτια. Κι έπειτα είπε το “μικρό”:

«Η πόρτα… δεν ήταν κλειδωμένη όπως πάντα».

Ο έφορος πετάχτηκε. «Μα είπατε… ήταν κλειδωμένη!»

Η Ευανθία κούνησε το κεφάλι. «Ήταν κλειστή. Όχι κλειδωμένη. Το καταλαβαίνω εγώ. Η Άννα είχε ένα… τρόπο… έβαζε το κλειδί έτσι, να κάνει “κλικ” και μετά γύριζε δεύτερη φορά. Εγώ… το άκουγα. Εκείνη τη μέρα… άκουσα μόνο ένα “κλικ”. Και μετά άνοιξε».

Η Ελένη ένιωσε την ιστορία να μετακινείται ένα χιλιοστό — και αυτό το χιλιοστό ήταν καταλυτικό.

Ένα “κλικ” σημαίνει:
ή κάποιος έκλεισε την πόρτα χωρίς να κλειδώσει,
ή κάποιος την ξεκλείδωσε και δεν ξανακλείδωσε,
ή… κάποιος ήθελε να φαίνεται κλειστή, αλλά να ανοίγει εύκολα.

Η Ελένη σήκωσε αργά το βλέμμα της στον έφορο.

«Ποιος άλλος έχει κλειδί;» ρώτησε.

Η τρίτη σιωπή ξαναγύρισε, πιο βαριά.


Η πρώτη νυχτερινή επίσκεψη στη βιβλιοθήκη

Το βράδυ στο Καστράκι δεν ερχόταν σαν φυσικό φαινόμενο. Ερχόταν σαν απόφαση.
Στις οκτώ, οι δρόμοι άδειαζαν. Στις εννιά, τα φώτα λιγόστευαν. Στις δέκα, το χωριό ήταν ένας χάρτης από σκοτεινά τετράγωνα με λίγες πορτοκαλί κουκκίδες — κάπου κάποιος ζεσταινόταν, κάπου κάποιος ξαγρυπνούσε.

Η Ελένη φόρεσε το μπουφάν της, έβαλε το φακό στην τσέπη, γάντια, και πήρε μαζί της μια μικρή σακούλα με αποστειρωμένες λαβίδες και σακουλάκια συλλογής. Όχι για να κάνει τον ιατροδικαστή — αλλά για να μην αφήσει τη νύχτα να της κλέψει λεπτομέρειες.

Η “επίσκεψη” δεν ήταν επίσημη.
Ήταν εκείνο το ένστικτο που έχει κάθε ερευνητής όταν νιώθει ότι την ημέρα οι άνθρωποι χτίζουν ιστορίες, ενώ τη νύχτα οι χώροι λένε αλήθειες.

Η βιβλιοθήκη στεκόταν πιο σκοτεινή απ’ όσο τη θυμόταν. Το χιόνι είχε πιάσει ξανά στα σκαλιά. Κανείς δεν είχε περάσει.

Η Ελένη στάθηκε μπροστά στην πόρτα.
Ο υπαστυνόμος της είχε δώσει προσωρινά ένα κλειδί — “αν χρειαστεί να ξαναδείτε κάτι”. Το κλειδί ήταν παλιό, βαριάς κοπής, με μικρές χαρακιές.

Το έβαλε στην κλειδαριά.

Δεν γύρισε.

Δοκίμασε ξανά, με μεγαλύτερη πίεση.

Τίποτα.

Η Ελένη πάγωσε. Όχι από φόβο. Από λογική.
Το κλειδί ήταν λάθος.

Ή το κλειδί ήταν σωστό και η κλειδαριά είχε αλλαχτεί. Αλλά αυτό… πότε; και γιατί;

Έβγαλε το κλειδί και το κοίταξε κάτω από τον φακό. Στη βάση του είχε ένα μικρό σημάδι, σαν χαραγμένο γράμμα. Θα μπορούσε να είναι “Β”. Θα μπορούσε να είναι απλώς χτύπημα.

Έκανε πίσω, κοίταξε γύρω.
Σιωπή. Μόνο ο άνεμος στα έλατα.

Τότε είδε κάτι που δεν πρόσεξε την ημέρα:
στην πλευρά του κτιρίου υπήρχε μια δεύτερη, μικρή πόρτα — είσοδος υπηρεσίας, ίσως, ή παλιό πέρασμα προς την αποθήκη.

Πλησίασε. Το χιόνι εδώ ήταν λιγότερο πατημένο — αλλά υπήρχε μια γραμμή καθαρή, σαν κάποιος να είχε σύρει κάτι. Ή σαν το χιόνι να είχε λιώσει σε στενή λωρίδα.

Έσκυψε και ακούμπησε το γάντι της στο μέταλλο της χειρολαβής.

Ήταν πιο ζεστό απ’ ό,τι θα έπρεπε.

Όχι καυτό. Απλώς… όχι παγωμένο.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της.

Πίεσε.

Η πόρτα άνοιξε χωρίς αντίσταση.

Και μέσα… σκοτάδι.

Μπήκε.

Ο φακός έκοψε μια δέσμη φωτός ανάμεσα στα ράφια. Η αίσθηση του χώρου τη νύχτα ήταν τελείως διαφορετική. Την ημέρα, η βιβλιοθήκη ήταν ένα κτίριο. Τη νύχτα, ήταν ένα στόμα κλειστό.

Περπάτησε αργά.
Δεν ήθελε να πατήσει πάνω σε ίχνη. Κι όμως, ένιωθε ότι κάθε πάτημα ήδη έγραφε κάτι.

Στο πάτωμα, κοντά στο γραφείο, υπήρχαν μικρά στίγματα. Όχι αίμα. Κάτι σαν… κερί; σαν σταγόνες από υγρό που στέγνωσε. Αλλά δεν υπήρχαν κεριά εκεί.

Πλησίασε στο πίσω δωμάτιο — εκεί όπου είχε βρεθεί η Άννα.

Η πόρτα του πίσω δωματίου ήταν μισάνοιχτη.
Ακριβώς όπως την είχαν αφήσει.

Η Ελένη στάθηκε στην είσοδο. Κοίταξε μέσα με φακό, χωρίς να μπει.

Το σώμα είχε απομακρυνθεί.
Αλλά ο χώρος κρατούσε την απουσία σαν αποτύπωμα.

Και τότε το είδε:
στο πάτωμα, κοντά στο σημείο που ήταν το ανοιχτό βιβλίο, υπήρχε μια μικρή μεταλλική λάμψη.

Η Ελένη γονάτισε. Έβγαλε τις λαβίδες. Έπιασε προσεκτικά το αντικείμενο.

Ήταν ένα μικρό κομμάτι από… κλειδί.
Σαν σπασμένο δόντι κλειδιού.

Ένα κλειδί είχε σπάσει εδώ.

Το κράτησε στο φως.
Το σχήμα του δεν ταίριαζε με το κλειδί που είχε. Ήταν πιο λεπτό, πιο “νέο”.

Άρα υπήρχε δεύτερο κλειδί.
Ή κλειδαριά που άλλαξε.
Ή κάποιος έφερε δικό του κλειδί.

Η Ελένη σηκώθηκε αργά, με το κομμάτι στο σακουλάκι.

Και τότε άκουσε κάτι.

Όχι βήματα.
Όχι ανθρώπινη φωνή.

Ένα τρίξιμο ξύλου… από το μπροστινό μέρος.

Κάποιος ήταν μέσα;

Η Ελένη έσβησε τον φακό για μια στιγμή.
Στάθηκε ακίνητη.

Η καρδιά της χτυπούσε.
Όχι πανικό. Επαγγελματικό συναγερμό.

Ξανά τρίξιμο.

Πιο κοντά.

Άναψε ξανά τον φακό και κινήθηκε προς το γραφείο, κρατώντας το φως χαμηλά για να μην κάνει σκιά στο παράθυρο.

Στην αίθουσα, ανάμεσα στα ράφια, κάτι είχε αλλάξει:
μια καρέκλα δεν ήταν στη θέση που θυμόταν.

Την ημέρα ήταν τραβηγμένη μέσα.
Τώρα ήταν λίγο προς τα έξω, σαν κάποιος να κάθισε.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Δεν είναι υπερφυσικό, είπε στον εαυτό της.
Είναι κάποιος που μπήκε. Και θέλει να με δει να το καταλάβω.

Έκανε ένα βήμα ακόμη.

Και τότε, το πιο απλό – και πιο τρομακτικό – συνέβη:

Από το γραφείο, ακριβώς στο σημείο που ήταν η λάμπα, ακούστηκε ένα “κλικ”.

Όχι κλειδαριάς.

Διακόπτη.

Το μικρό φωτάκι άναψε.

Και στο φως, πάνω στο γραφείο, υπήρχε ένα χαρτί.

Φρέσκο.

Σαν να είχε μπει κάποιος μόλις πριν από λίγο.

Η Ελένη πλησίασε χωρίς να το αγγίξει.

Στο χαρτί, με καλλιγραφικά γράμματα, υπήρχε μια πρόταση:

«Μην γράφεις για εκείνη. Δεν σου ανήκει.»

Η Ελένη ένιωσε μια παγωμένη διαύγεια.

Κάποιος ήξερε ότι γράφει.
Κάποιος παρακολουθούσε όχι μόνο την έρευνα… αλλά και τη δεύτερη της ζωή. Αυτή, της συγγραφέως.

Κάποιος είχε πρόσβαση στη βιβλιοθήκη με τρόπο που οι άλλοι δεν ήξεραν.

Και, το σημαντικότερο:
κάποιος ένιωθε ότι η Άννα “ανήκει” κάπου — ή σε κάποιον.

Η Ελένη έκανε πίσω αργά, χωρίς να γυρίσει πλάτη.
Μόνο όταν βγήκε από την υπηρεσιακή πόρτα, άφησε την ανάσα της να βγει.

Το χιόνι είχε πυκνώσει.
Σαν να ήθελε να σβήσει ίχνη.

Αλλά η Ελένη κρατούσε ήδη ένα:
το σπασμένο δόντι του κλειδιού, ζεστό σαν να το είχε μόλις αφήσει ανθρώπινο χέρι.


Η συγγραφέας μέσα της — και η λεπτομέρεια που δεν έπρεπε να ξέρει

Πίσω στο ξενοδοχείο «Η Δρυάδα», η Ελένη δεν έβγαλε αμέσως τα ρούχα της. Κάθισε στο μικρό γραφείο του δωματίου, άναψε το φωτάκι και άνοιξε το μαύρο τετράδιο.

Η εγκληματολόγος έλεγε:
Κατάγραψε τα στοιχεία. Την πόρτα. Το λάθος κλειδί. Το σπασμένο δόντι. Το σημείωμα.

Η συγγραφέας έλεγε:
Γράψε την Άννα. Τώρα. Πριν χαθεί. Πριν σου την πάρουν.

Έγραψε, με γρήγορο χέρι, σαν να την κυνηγούσε κάτι:

«Η Άννα κλείδωσε μόνο μία φορά. Το έκανε επίτηδες. Για να νομίσει εκείνος ότι μπορεί να μπει. Για να τον φέρει εκεί που ήθελε: στο πίσω δωμάτιο, δίπλα στο αρχείο, κάτω από το συρτάρι που δεν ανοίγει ποτέ με το σωστό κλειδί.»

Σταμάτησε.

Σήκωσε το κεφάλι της αργά, σαν να την χτύπησε κάτι.

Κάτω από το συρτάρι;
Το “κάτω από το συρτάρι” δεν ήταν υπόθεση. Ήταν γεγονός που μόλις της είχαν δείξει στη φωτογραφία — αλλά αυτό το ήξεραν μόνο ο υπαστυνόμος και οι τρεις άνθρωποι που την επισκέφθηκαν. Κι όμως, το επόμενο κομμάτι…

«…που δεν ανοίγει ποτέ με το σωστό κλειδί.»

Η Ελένη έμεινε ακίνητη.

Δεν είχε πει σε κανέναν για το λάθος κλειδί.
Δεν το είχε γράψει πουθενά.
Δεν είχε αναφέρει την αδυναμία του κλειδιού να γυρίσει στην κύρια πόρτα.

Κι όμως… το χέρι της το έγραψε. Σαν να το ήξερε ήδη.

Η εγκληματολόγος μέσα της ανασηκώθηκε απότομα:
Πώς το ξέρεις;

Η συγγραφέας απάντησε, σχεδόν θυμωμένα:
Δεν το ξέρω. Το έγραψα.

Η Ελένη κοίταξε τις λέξεις σαν να ήταν ξένες.

Και τότε ένα τρίτο ενδεχόμενο — το πιο επικίνδυνο — πέρασε από το μυαλό της, καθαρό σαν μαχαίρι:

Κάποιος μπήκε στο δωμάτιό της.
Κάποιος άνοιξε το τετράδιό της.
Κάποιος συμπλήρωσε τη σκέψη της.

Ή, χειρότερα:

Κάποιος της “έδωσε” αυτή τη λεπτομέρεια επίτηδες.

Σαν πρόκληση.
Σαν παιχνίδι.
Σαν να ήθελε να τη δει να πλησιάζει.

Η Ελένη έκλεισε αργά το τετράδιο.
Το έβαλε κάτω από το μαξιλάρι, σαν γελοία κίνηση προστασίας.

Έπειτα σηκώθηκε, πήγε στην πόρτα και έλεγξε την κλειδαριά. Κλειδωμένη.

Έλεγξε το παράθυρο. Κλειστό.

Γύρισε στο γραφείο και κάθισε ξανά.

Και εκεί, μέσα στην ήσυχη θέρμη του δωματίου, κατάλαβε κάτι που την έκανε να ανατριχιάσει:

Η έρευνα δεν ήταν πια μόνο προς τα έξω.

Κάποιος είχε αρχίσει να δουλεύει και προς τα μέσα —
στον τρόπο που σκέφτεται,
στον τρόπο που γράφει,
στον τρόπο που “μπαίνει” μέσα στην Άννα.

Η Άννα Μπαλή, άγνωστη μέχρι χθες, είχε γίνει για την Ελένη Κομνηνού, την εγκληματολόγο και συγγραφέα, κάτι επικίνδυνα οικείο.

Και στο Καστράκι, τα οικεία πράγματα δεν είναι ποτέ ασφαλή.


Ο έφορος: ο άνθρωπος που κρατά τα κλειδιά και τις δικαιολογίες

Το πρωί στο Καστράκι δεν είχε ήλιο.
Είχε ένα γκρίζο φως που απλωνόταν σαν ψυχρό πανί, και το χιόνι συνέχιζε να πέφτει αραιά, δίνοντας στο χωριό την αίσθηση ότι κάποιος το διαγράφει αργά. Η Ελένη ήπιε καφέ στο δωμάτιό της χωρίς να τον γευτεί. Στο μυαλό της επαναλαμβανόταν ένα πράγμα: το λάθος κλειδί. Το κομμάτι του σπασμένου δοντιού. Το σημείωμα στο γραφείο.

Και η Ευανθία:
“Ένα κλικ. Όχι δύο.”

Στις δέκα ακριβώς ζήτησε να δει τον έφορο στη ρεσεψιόν της «Δρυάδας». Δεν ήθελε “φιλική” συνάντηση στο καφενείο. Ήθελε ουδέτερο χώρο. Χώρο όπου η αλήθεια δεν θα προστατεύεται από βλέμματα τρίτων — αλλά και όπου ο έφορος δεν θα νιώθει πως ανακρίνεται “μπροστά στο χωριό” και σκληρύνει.

Ο Βερδής ήρθε με παλτό κουμπωμένο μέχρι το πηγούνι.
Κρατούσε έναν φάκελο, σαν να πίστευε ότι το χαρτί είναι ασπίδα.

«Καλημέρα, Κυρία Κομνηνού», είπε. «Δεν κοιμηθήκατε, ε;»

Η Ελένη δεν χαμογέλασε.
«Εσείς κοιμηθήκατε;»

Ο έφορος δίστασε μισό δευτερόλεπτο. «Δεν… ξέρω. Όχι καλά.»

Η Ελένη έδειξε την πολυθρόνα απέναντί της. «Καθίστε. Θα πάμε απλά. Θα μου απαντάτε σύντομα. Όχι ιστορίες. Όχι θεωρίες.»

Ο Βερδής κάθισε. Έβαλε τον φάκελο στα γόνατα.

«Πόσα κλειδιά υπάρχουν για τη βιβλιοθήκη;» ρώτησε η Ελένη.

«Δύο… τρία…» ξεκίνησε εκείνος, και αμέσως κατάλαβε ότι έκανε λάθος. Το πρόσωπό του τράβηξε σαν να τον τσίμπησε κάτι. «Δηλαδή… επίσημα δύο. Ένα εγώ, ένα η βιβλιοθηκονόμος. Αλλά υπάρχει κι ένα παλιό, για ώρα ανάγκης… στο δημαρχείο. Σφραγισμένο.»

Η Ελένη ακούμπησε το στυλό της στο τραπέζι.
«Ποιος έχει πρόσβαση στο “σφραγισμένο”;»

«Ο πρόεδρος. Μόνο ο πρόεδρος. Υποτίθεται.»

Η λέξη “υποτίθεται” ήταν το πρώτο ρήγμα.

Η Ελένη έσκυψε λίγο μπροστά.
«Κύριε Βερδή, χθες βράδυ προσπάθησα να μπω από την κεντρική πόρτα με το κλειδί που μου έδωσε ο υπαστυνόμος. Ήταν λάθος. Δεν γύριζε. Και από την πλευρική πόρτα μπήκα πολύ εύκολα.»

Ο έφορος άσπρισε.
«Δεν… δεν ξέρω τι κλειδί σάς έδωσε.»

«Το ερώτημα δεν είναι τι μου έδωσε», είπε η Ελένη. «Το ερώτημα είναι γιατί υπάρχει λάθος κλειδί να κυκλοφορεί σαν να είναι σωστό.»

Ο Βερδής άνοιξε το στόμα, το έκλεισε. Το βλέμμα του έπεσε στο φάκελο, σαν να ήθελε να κρυφτεί μέσα.

Η Ελένη άλλαξε τροχιά. Οι άνθρωποι σπάνε όταν τους πας από άλλο σημείο.

«Η Άννα Μπαλή… ήταν καλή στη δουλειά;»

Ο έφορος βρήκε έδαφος. «Ναι. Ήταν… οργανωτική. Σοβαρή. Κρατούσε κατάλογο, έκανε αρχειοθέτηση… είχε τάξη.»

«Είχε… εχθρούς;»

«Όχι. Εδώ… δεν…»

Η Ελένη σήκωσε το χέρι. «Μη μου το πείτε αυτό. Κανείς δεν έχει εχθρούς “εδώ”. Κι όμως κάποιος πέθανε.»

Ο έφορος κατάπιε. «Είχε… τσακωθεί με την Ευανθία για κάτι ασήμαντο. Κάτι για τις ώρες καθαριότητας. Τίποτα άλλο.»

Η Ελένη τον κοίταξε σταθερά.
Και τότε ήρθε η ερώτηση — όχι σαν κουτσομπολιό, αλλά σαν εργαλείο.

«Η Άννα είχε ερωτική σχέση; Με κάποιον εδώ;»

Ο Βερδής τινάχτηκε ελάχιστα, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρισμός. Γέλασε κοφτά, ψεύτικα.
«Τι είναι αυτά… όχι… δεν ξέρω…»

Η Ελένη δεν υποχώρησε.
«Ρωτάω γιατί η καθαρίστρια άκουγε βήματα και γέλια στο πίσω δωμάτιο. Και γιατί η Άννα κλείδωνε διπλά. Άρα κάποιος έμπαινε. Και δεν ήταν βιβλία.»

Ο έφορος έμεινε ακίνητος. Η γλώσσα του πάλευε. Τα μάτια του πήγαιναν δεξιά-αριστερά. Σαν να έψαχνε να βρει ποια εκδοχή είναι πιο ασφαλής: η αλήθεια ή το ψέμα.

Και τότε… έσπασε. Όχι με ομολογία. Με μια φράση που ξέφυγε.

«Δεν ήταν σχέση», είπε χαμηλά. «Ήταν… λάθος.»

Η Ελένη δεν έδειξε ότι την πέτυχε.

«Λάθος με ποιον;»

Ο Βερδής έσφιξε τα δόντια. «Δεν… μπορώ…»

Η Ελένη έγειρε λίγο το κεφάλι, σχεδόν τρυφερά.
«Αν δεν μπορείτε, θα το πει κάποιος άλλος. Και τότε δεν θα ελέγχετε πώς ακούγεται. Πείτε το εσείς. Ποιος μπαινόβγαινε στη βιβλιοθήκη μετά το κλείσιμο;»

Ο Βερδής κοίταξε προς τη ρεσεψιόν, σαν να φοβόταν ότι τον ακούει το ίδιο το ξύλο.

«Ο… υπαστυνόμος», ψιθύρισε. «Ο Κωστούλας. Πήγαινε “για έλεγχο”. Έλεγε πως… έπρεπε να περνάει. Για ασφάλεια. Εγώ… δεν…»

Σταμάτησε. Η φωνή του χάθηκε.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της σταθερή.
Εδώ ήταν το στοιχείο. Και δεν ήταν απλό.

«Το ξέρατε;» ρώτησε.

Ο Βερδής χαμήλωσε το κεφάλι. «Το… υποψιαζόμουν. Η Άννα… άλλαζε όταν τον έβλεπε. Όχι… χαρούμενη. Όχι. Περίεργα. Σαν να μην είχε επιλογή.»

Η Ελένη τον κάρφωσε.
«Σαν να την εκβίαζε;»

Ο έφορος σήκωσε το βλέμμα, τρομοκρατημένος, σαν να είχε ειπωθεί κάτι αδιανόητο. Κι αυτή η αντίδραση… ήταν απάντηση από μόνη της.

«Δεν ξέρω», είπε τελικά. «Αλλά μια φορά… την άκουσα να λέει στο τηλέφωνο: “Αν συνεχίσεις, θα μιλήσω”. Και μετά… έκλεισε. Και την άλλη μέρα… είχε σημάδι στον καρπό. Σαν να την έπιασε κάποιος δυνατά.»

Η Ελένη ένιωσε τη συγγραφέα μέσα της να ανάβει:
Η Άννα είναι θύμα πριν γίνει νεκρή.
Η εγκληματολόγος, όμως, κράτησε ψυχρό το βλέμμα.

«Μου τα λέτε όλα αυτά τώρα. Γιατί;» ρώτησε.

Ο Βερδής ψιθύρισε:
«Γιατί… χθες βράδυ… μου τηλεφώνησε κάποιος. Και μου είπε “μην μιλήσεις”. Και… εγώ… δεν αντέχω άλλο.»

Η Ελένη έγειρε μπροστά. «Ποιος;»

Ο Βερδής κούνησε το κεφάλι.
«Δεν μίλησε. Μόνο… ανάσα. Κι ένα “κλικ”. Σαν κλειδί που γυρνάει.»

Η Ελένη ένιωσε το ίδιο καρφί στον αυχένα.

Κλειδιά. Κλικ. Πόρτες. Πρόσβαση.


Κλειδαριές: η τεχνική αλήθεια που ξεγυμνώνει τα ψέματα

Το ίδιο μεσημέρι, η Ελένη πήγε στη βιβλιοθήκη με τον πρόεδρο και τον υπαστυνόμο.
Το έκανε επίτηδες. Ήθελε να τους δει δίπλα στις κλειδαριές. Οι άνθρωποι λένε άλλα όταν μιλάνε, άλλα όταν στέκονται μπροστά σε αντικείμενα που τους ενοχοποιούν.

Ο πρόεδρος ξεκλείδωσε την κεντρική πόρτα με το δικό του κλειδί — όχι του εφόρου. Το κλειδί του έβγαλε τον γνωστό ήχο: κλικ και μετά ένα δεύτερο γύρισμα, πιο σκληρό. Δύο κινήσεις.

Η Ελένη κοίταξε τον υπαστυνόμο.
«Το κλειδί που μου δώσατε χθες… από πού ήταν;»

Ο Κωστούλας χαμογέλασε αμυδρά. «Από το τμήμα. Έχουμε ένα αντίγραφο… για περιπτώσεις.»

Η Ελένη δεν το πίστεψε ούτε μισό.
Έβγαλε το κλειδί που είχε, το έβαλε στην κλειδαριά. Δεν γύρισε ούτε τώρα. Άρα δεν ήταν “η στιγμή”. Ήταν γεγονός.

«Αυτό το κλειδί δεν είναι της πόρτας», είπε ήρεμα. «Είναι για κάτι άλλο. Για ποιο;»

Ο υπαστυνόμος έσφιξε τα χείλη.
Ο πρόεδρος πετάχτηκε: «Ίσως παλιό, ίσως…»

Η Ελένη έβγαλε από την τσάντα της το σακουλάκι με το σπασμένο δόντι κλειδιού. Το κράτησε κοντά στο φως.

«Κι αυτό;» ρώτησε. «Σας λέει κάτι; Βρέθηκε στο πίσω δωμάτιο. Ένα κλειδί έσπασε εκεί. Ποιος έσπασε κλειδί μέσα στο αρχείο;»

Ο πρόεδρος έκανε ένα βήμα πίσω.
Ο υπαστυνόμος έμεινε ακίνητος.

Η Ελένη έδειξε την πλευρική πόρτα.
«Αυτή η πόρτα άνοιξε χθες βράδυ με το χέρι. Χωρίς κλειδί. Ήταν ξεκλείδωτη. Ποιος την άφησε έτσι;»

Ο πρόεδρος σήκωσε τους ώμους. «Παλιά πόρτα. Μπορεί να μην…»

Η Ελένη ακούμπησε το χέρι της στην κλειδαριά της μικρής πόρτας. Έσκυψε.
Η κλειδαριά ήταν νέα. Όχι απόλυτα καινούργια, αλλά σίγουρα όχι ίδιας εποχής με το υπόλοιπο ξύλο. Το μέταλλο είχε διαφορετική γυαλάδα. Μια αντικατάσταση που έγινε πρόσφατα.

«Αυτή η κλειδαριά άλλαξε», είπε απλά.

Ο πρόεδρος άνοιξε το στόμα.
Ο υπαστυνόμος μίλησε πριν προλάβει.

«Αλλάχτηκε πριν δύο μήνες. Είχε χαλάσει. Το είχαμε αναφέρει. Για λόγους ασφάλειας.»

Η Ελένη γύρισε αργά και τον κοίταξε.
«Ποιος την άλλαξε; Ποιος τεχνικός; Υπάρχει απόδειξη;»

Ο υπαστυνόμος χαμογέλασε κοφτά. «Εδώ… δεν κόβουν εύκολα αποδείξεις. Ήρθε ένας μάστορας από τη Δημητσάνα. Δεν θυμάμαι όνομα.»

Η Ελένη ένευσε.
Δεν θυμάται όνομα.
Ακριβώς αυτό λένε όταν θυμούνται πολύ καλά.

«Άρα», είπε, «υπάρχει είσοδος που μπορείς να ανοίξεις πιο εύκολα, με κλειδί που κυκλοφορεί. Και υπάρχει λάθος κλειδί να δίδεται σε μένα. Σαν κάποιος να θέλει να με κατευθύνει στη μικρή πόρτα — εκεί που δεν φαίνεται από την πλατεία.»

Ο πρόεδρος κοκκίνισε. «Τι υπονοείτε;»

Η Ελένη δεν ύψωσε τη φωνή.
«Ότι κάποιος θέλει να μπαίνει και να βγαίνει χωρίς να τον βλέπουν. Και ότι ο “σωστός” τρόπος εισόδου δεν είναι αυτός που νομίζει το χωριό.»

Ο υπαστυνόμος έβαλε τα χέρια στις τσέπες.
«Η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή, κυρία Κομνηνού. Δεν υπάρχει…»

Η Ελένη τον έκοψε:
«Υπάρχει. Και θα το αποδείξω με τον μόνο τρόπο που δεν μπορείτε να ελέγξετε: με παγίδα.»


Η πρώτη παγίδα: το δόλωμα που δείχνει τα δάχτυλα

Η παγίδα δεν ήταν θεατρική.
Ήταν κάτι που θα άγγιζε μόνο κάποιος που δεν αντέχει να μείνει έξω από την ιστορία.

Το απόγευμα, η Ελένη ζήτησε να μείνει μόνη στη βιβλιοθήκη για μία ώρα, “για να οργανώσει τα στοιχεία”. Ο υπαστυνόμος αντέδρασε, αλλά ο πρόεδρος — που ήθελε να δείξει συνεργασία — συμφώνησε.

«Θα περιμένουμε έξω», είπε. «Αλλά…»

«Αλλά να μην ακούτε», συμπλήρωσε η Ελένη μέσα της. Δεν το είπε.

Μόλις έμεινε μόνη, η Ελένη έβγαλε από την τσέπη της ένα μικρό κομμάτι διάφανης ταινίας και ένα βαμβακάκι με ειδική σκόνη (όχι ορατή, αλλά αρκετά για να “μαρτυρήσει” άγγιγμα αν την κοιτάξεις σωστά υπό φως). Έβγαλε επίσης ένα φύλλο χαρτί Α4.

Κάθισε στο γραφείο της Άννας.
Όχι ως εγκληματολόγος. Ως συγγραφέας.

Κι έγραψε με το χέρι της, με επίτηδες αργά γράμματα, σαν εξομολόγηση:

«Άννα, ξέρω ποιος σε έβαζε να σωπαίνεις.
Απόψε θα γυρίσω στη μικρή πόρτα.
Και θα περιμένω.»

Δεν υπέγραψε.

Ύστερα δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε στο πάνω συρτάρι του γραφείου, εκείνο που η καθαρίστρια είχε πει ότι “η Άννα το άνοιγε πάντα προσεκτικά”. Το συρτάρι το έκλεισε και το κλείδωσε με το κλειδί της κεντρικής πόρτας (όχι για ασφάλεια — για να υπάρξει “πρόκληση”).

Και μετά έκανε το πιο απλό κόλπο:

Έβαλε μια σχεδόν αόρατη ταινία στην εσωτερική πλευρά του συρταριού, έτσι ώστε αν κάποιος το ανοίξει, να αφήσει μικρό “σπάσιμο” στην ταινία — σημάδι ότι παραβιάστηκε.
Και πάνω στο μεταλλικό πομόλο, πέρασε ελάχιστη ποσότητα σκόνης — που θα κολλούσε σε δάχτυλα και θα άφηνε ίχνη, ειδικά αν μετά το άγγιγμα ο άνθρωπος πιάσει κλειδί, πόμολο, ή… τσιγάρο.

Έπειτα έσβησε το φως του γραφείου.
Ανακάτεψε ελαφρά την καρέκλα — να φαίνεται σαν να κάθισε.
Και έφυγε.

Η παγίδα ήταν στημένη.

Το βράδυ, στο ξενοδοχείο, έγραψε στο υπηρεσιακό της:

·        Δόλωμα: σημείωμα σε συρτάρι.

·        Στόχος: όποιος έχει λόγο να το δει — ή να το εξαφανίσει.

·        Παράπλευρη παρατήρηση: αν ο δράστης είναι άνθρωπος με εξουσία, θα θεωρήσει ότι έχει δικαίωμα να μπει. Αν είναι άνθρωπος με φόβο, θα στείλει άλλον.

Και τότε… έκανε αυτό που δεν μπορούσε να μην κάνει.

Άνοιξε το μαύρο τετράδιό της. Το μυθιστόρημα.

Έγραψε:

«Η βιβλιοθηκονόμος δεν φοβόταν το θάνατο. Φοβόταν τη διαρροή. Κάποιος την επισκεπτόταν όταν η πόρτα έκανε μόνο ένα “κλικ”. Και κάθε φορά, εκείνος έφερνε μαζί του το ίδιο πράγμα: κλειδί που δεν ταίριαζε, αλλά άνοιγε τη σωστή πόρτα.»

Η Ελένη πάγωσε.
Ξανά εκείνη η λεπτομέρεια: κλειδί που δεν ταίριαζε.

Και τώρα… είχε και πρόσωπο. Ή υποψία προσώπου.

Γιατί ο έφορος τής είχε δώσει το στοιχείο που χρειαζόταν:
η Άννα δεν είχε “σχέση”. Είχε “λάθος”.
Και το “λάθος” είχε στολή.


Η νύχτα της παγίδας

Η νύχτα κατέβηκε στο Καστράκι σαν κουβέρτα βρεγμένη. Όχι βαριά από τη θερμοκρασία — βαριά από την ακινησία. Το χιόνι σταμάτησε για λίγο, κι αυτό ήταν χειρότερο. Όταν χιονίζει, υπάρχει ένας ήχος, μια κίνηση, ένας τρόπος να δικαιολογήσεις τα ίχνη. Όταν σταματά, ο τόπος μοιάζει να κρατά την ανάσα του.

Η Ελένη έβαλε το μαύρο τετράδιο στο συρτάρι του κομοδίνου, το κλείδωσε μηχανικά και κράτησε το κλειδί στην τσέπη. Ύστερα άλλαξε: σκούρα ρούχα, μπουφάν χωρίς θόρυβο, παπούτσια που δεν γλιστρούν εύκολα. Δεν πήρε όπλο. Δεν ήταν αστυνομικός. Πήρε, όμως, κάτι πιο χρήσιμο: ένα μικρό φακό με κόκκινο φίλτρο (για να μην “καίει” τη νύχτα), ένα λεπτό ζευγάρι γάντια, ένα σακουλάκι αποδείξεων, και το κινητό της σε αθόρυβη λειτουργία.

Δεν είχε σκοπό να μπει πρώτη.

Η παγίδα δεν πιάνει όταν κυνηγάς. Πιάνει όταν περιμένεις.

Βγήκε από τη «Δρυάδα» λίγο πριν τις έντεκα. Ο δρόμος ήταν άδειος, αλλά δεν ήταν “άδειος”. Ήταν σαν να υπήρχε πίσω από κάθε κλειστό παντζούρι ένα μάτι που δεν ήθελε να ανακατευτεί και ταυτόχρονα δεν μπορούσε να μην κοιτά.

Περπάτησε προς τη βιβλιοθήκη από το στενό που δεν περνάει από την πλατεία. Στην πλατεία υπάρχει πάντα πιθανότητα να σε δει κάποιος, να σε αναγνωρίσει, να πει αύριο “την είδα”. Η Ελένη δεν ήθελε μάρτυρες. Ήθελε δράστη.

Στάθηκε σε μια γωνία απέναντι από το κτίριο, πίσω από έναν χαμηλό πέτρινο τοίχο. Η βιβλιοθήκη ήταν μαύρη, δίχως φως. Μόνο το χιόνι τής έδινε περίγραμμα. Η μικρή πλευρική πόρτα δεν φαινόταν από εδώ. Φαινόταν όμως το παράθυρο του γραφείου, εκεί όπου είχε ανάψει χθες το φωτάκι “μόνο του”.

Στις έντεκα και δέκα, τίποτα.
Στις έντεκα και είκοσι, τίποτα.

Η Ελένη έμαθε να μετράει τον χρόνο αλλιώς. Σε τέτοιες νύχτες, κάθε λεπτό είναι μια απόφαση που δεν έχει ληφθεί ακόμη. Κι όταν ο δράστης αργεί, σημαίνει ότι φοβάται. Ή ότι δεν είναι μόνος.

Στις έντεκα και τριάντα δύο, είδε την πρώτη κίνηση: ένα φως στο βάθος του δρόμου, όχι φανάρι αυτοκινήτου — φακός. Κινούταν χαμηλά, με μικρές ταλαντώσεις, σαν κάποιος να περπατά γρήγορα αλλά προσεκτικά, προσπαθώντας να μη γλιστρήσει.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της.
Ο άνθρωπος πλησίασε από την πλευρά της πλατείας, όχι από το στενό. Αυτό ήταν ήδη στοιχείο: ήθελε να έρθει “φυσιολογικά”, σαν να είχε δικαίωμα να είναι εκεί.

Η φιγούρα σταμάτησε μπροστά στην κεντρική πόρτα. Ο φακός έσβησε. Για λίγα δευτερόλεπτα, το σκοτάδι κατάπιε τα πάντα.

Και τότε: ένα πολύ μικρό μεταλλικό “τσακ”.

Κλειδί στην κλειδαριά.

Η Ελένη ένιωσε τη γλώσσα της να κολλά στον ουρανίσκο. Δεν ήξερε ακόμα ποιος ήταν, αλλά ήξερε τι σήμαινε: κάποιος είχε κλειδί της κεντρικής πόρτας. Ή αντίγραφο που λειτουργούσε. Όχι το “λάθος” που της είχαν δώσει.

Η πόρτα άνοιξε.
Ο άνθρωπος μπήκε μέσα.
Και η πόρτα έκλεισε πίσω του χωρίς να χτυπήσει.

Η Ελένη περίμενε πέντε δευτερόλεπτα. Δέκα. Δεκαπέντε.
Δεν έτρεξε. Δεν ακολούθησε αμέσως. Το ένστικτό της έλεγε ότι αν κάποιος μπαίνει σε τόπο εγκλήματος νύχτα, έχει στήσει κι εκείνος κάτι: είτε δικό του έλεγχο, είτε δικό του τρόπο διαφυγής.

Περίμενε να δει αν θα ανάψει φως.

Σαράντα δευτερόλεπτα μετά, ένα αμυδρό φως φάνηκε πίσω από τις κουρτίνες του γραφείου. Όχι η κεντρική λάμπα. Το μικρό φωτάκι.

Άρα πάει στο γραφείο. Άρα πάει στο συρτάρι.

Η Ελένη σηκώθηκε αργά από πίσω από τον τοίχο. Πέρασε από το πλάι, προς τη μικρή πλευρική πόρτα. Δεν ήθελε να ανοίξει την κεντρική: αν την άνοιγε, θα ακουγόταν. Αν την άνοιγε, θα άλλαζε η “συνήθεια” του άλλου. Ήθελε να κινηθεί σαν σκιά.

Η πλευρική πόρτα ήταν κλειστή τώρα.

Η λαβή ήταν παγωμένη.

Κάποιος τη φρόντισε.
Δεν την άφησε ξεκλείδωτη όπως χθες.

Και αυτό ήταν κρίσιμο: ο εισβολέας ήξερε ότι κάποιος (εκείνη) είχε μπει από εκεί.

Η Ελένη έσκυψε, κοίταξε την κλειδαριά στο φως του φακού με το κόκκινο φίλτρο. Η κλειδαριά είχε μικρές γρατζουνιές γύρω από την είσοδο του κλειδιού. Φρέσκες. Σαν να είχε μπει κλειδί με βιασύνη ή λάθος φορά.

Έβγαλε από την τσέπη της το “λάθος” κλειδί. Το έβαλε στην πλευρική κλειδαριά.

Γύρισε.

Ομαλά.

Η Ελένη ένιωσε ένα κύμα — όχι φόβου. Καθαρής, ψυχρής επιβεβαίωσης.

Το κλειδί που της έδωσαν ήταν “λάθος” για την κεντρική πόρτα, αλλά σωστό για τη μικρή.
Κάποιος ήθελε να την σπρώξει να μπαίνει από εκεί. Να τη βλέπουν λιγότερο. Να της δίνουν πρόσβαση… που ελέγχουν.

Άνοιξε αθόρυβα. Μπήκε.

Μέσα, η βιβλιοθήκη ήταν όπως τη θυμόταν: μυρωδιά παλιού χαρτιού, υγρασία, κι εκείνη η ξηρή σιωπή που κάνει τα πράγματα να ακούγονται υπερβολικά. Προχώρησε ανάμεσα στα ράφια χωρίς να φωτίζει το πρόσωπό της, κρατώντας τον φακό χαμηλά.

Από το γραφείο ακούστηκε ένας ήχος: συρτάρι που ανοίγει.

Η Ελένη στάθηκε πίσω από ένα ράφι. Άνοιξε το κινητό χωρίς να ανάψει οθόνη, έτοιμη να καλέσει τον υπαστυνόμο — αλλά σταμάτησε.

Αν καλέσω τώρα, τον χάνω.
Αν περιμένω, τον πιάνω πιο βαθιά.

Άκουσε χαρτί να ξεδιπλώνεται. Έναν κοφτό, συγκρατημένο αναστεναγμό — σαν θυμό που δεν θέλει να γίνει φωνή.

Και τότε… κάτι που δεν περίμενε:

Το συρτάρι έκλεισε απότομα.
Και αμέσως μετά, ένας ήχος “τσακ” — όχι κλειδί. Αναπτήρας.

Ο άνθρωπος άναψε τσιγάρο.

Η Ελένη ένιωσε την παγίδα να αλλάζει επίπεδο. Η σκόνη στο πόμολο θα πήγαινε στα δάχτυλα. Από εκεί, στον αναπτήρα. Από εκεί, στο τσιγάρο. Κι ύστερα, όπου κι αν το άφηνε, θα άφηνε κι αυτό ίχνος.

Η φιγούρα σηκώθηκε. Η καρέκλα έτριξε. Ήρθε προς τα ράφια.

Η Ελένη πάτησε πίσω, ανάμεσα σε δύο διαδρόμους βιβλίων. Δεν ήθελε αντιπαράθεση στο σκοτάδι. Ήθελε αναγνώριση.

Ο άνθρωπος προχώρησε αργά, με το τσιγάρο στο χέρι, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά σαν να ψάχνει κάτι συγκεκριμένο. Όχι βιβλίο. Κάτι κρυμμένο.

Σταμάτησε σε ένα χαμηλό ράφι, εκεί όπου ήταν οι “Τοπικές Καταγραφές” και τα “Πρακτικά Κοινοτικού Συμβουλίου”. Έσκυψε. Το χέρι του μπήκε πίσω από τα βιβλία.

Ψάχνει κρυψώνα, σκέφτηκε η Ελένη.

Τότε, με μια κίνηση που φαινόταν γνώριμη, έβγαλε ένα λεπτό φάκελο. Τον άνοιξε γρήγορα. Κοίταξε κάτι μέσα. Έπειτα τον έκλεισε και τον έβαλε στην τσέπη.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά, αλλά κράτησε το σώμα της ακίνητο. Αυτό ήταν πιο σημαντικό από το συρτάρι. Αυτό ήταν “παρελθόν”. Ή “σχέδιο”.

Ο άνθρωπος γύρισε προς την έξοδο.

Και τότε, στο πέρασμά του, το τσιγάρο του ακούμπησε πάνω σε μια ξύλινη ράχη βιβλίου. Μια μικρή σπίθα έπεσε. Δεν άναψε φωτιά — αλλά άφησε ένα καμένο σημάδι.

Ο άνθρωπος το είδε. Σταμάτησε. Κοίταξε. Και αντί να το σβήσει προσεκτικά, έκανε κάτι που μόνο κάποιος που νιώθει ασφάλεια θα έκανε:
έφτυσε ελαφρά στο πάτωμα, σαν να τον ενοχλούσε η ίδια η ιδέα του ίχνους, και έσβησε το τσιγάρο με το παπούτσι του.

Άφησε τη γόπα στο πάτωμα.

Και βγήκε από την κεντρική πόρτα.

Η Ελένη περίμενε να κλείσει η πόρτα. Περίμενε να απομακρυνθούν τα βήματά του.

Ύστερα βγήκε κι εκείνη — από την πλευρική πόρτα — και έμεινε έξω, στο χιόνι, κρατώντας την ανάσα της σαν να μην ήθελε να την ακούσει το χωριό.

Δεν τον ακολούθησε. Όχι ακόμη.

Ξαναμπήκε μέσα, γρήγορα, και πήγε κατευθείαν στο γραφείο. Άνοιξε το συρτάρι. Η ταινία είχε σπάσει. Το χαρτί ήταν εκεί — αλλά είχε τσαλακωθεί ελαφρά, σαν να το διάβασε και να το ξαναέβαλε… με θυμό.

Στο πόμολο, στο φως του φακού, φαινόταν μια θαμπάδα — λεπτό ίχνος, σαν ιδρώτας και σκόνη μαζί.

Η Ελένη έβαλε γάντια. Πήγε στη γόπα. Την πήρε με λαβίδα και την έβαλε σε σακουλάκι.

Τώρα έχω κάτι που δεν είναι κουβέντα. Είναι δέρμα. Είναι συνήθεια. Είναι DNA αν χρειαστεί.

Κι έπειτα, πήγε στο χαμηλό ράφι. Έσπρωξε τα βιβλία. Έβαλε το χέρι της πίσω. Εκεί, στο βάθος, υπήρχε η κρυψώνα.

Δεν ήταν τυχαίο σημείο. Ήταν σημείο “γνωστό”.

Έβγαλε ένα δεύτερο φάκελο — ίδιος τύπος. Αυτός είχε μείνει.

Το εξώφυλλο έγραφε με στυλό:

Α. ΜΠΑΛΗ — ΜΕΤΑΘΕΣΗ

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται, όχι από φόβο, αλλά από βεβαιότητα.

Δεν ήταν τυχαία μετάθεση.
Ήταν αποστολή. Ή τιμωρία. Ή κάλυψη.

Έκλεισε τον φάκελο, τον έβαλε μέσα στο μπουφάν της, και βγήκε.

Το χιόνι άρχισε πάλι να πέφτει, σαν να ήθελε να σκεπάσει την κίνηση που μόλις έγινε.

Αλλά η Ελένη Κομνηνού είχε ήδη πάρει αυτό που ήθελε.

Κάποιος μπήκε.
Κάποιος διάβασε.
Κάποιος ξέρει.
Και κάποιος — κυρίως — φοβάται την Άννα ακόμη κι αφού πέθανε.


Αντιπαράθεση: το λάθος που κάνει μόνο ο ένοχος

Το πρωί, η Ελένη ζήτησε τον υπαστυνόμο στο ξενοδοχείο.
Δεν το είπε σε κανέναν άλλον. Ούτε στον πρόεδρο. Ούτε στον έφορο. Ήθελε να τον έχει μόνο του, χωρίς “μάτια” να τον στηρίζουν, χωρίς κοινωνικό πλαίσιο να τον προστατεύει.

Ο Κωστούλας εμφανίστηκε λίγο πριν τις δέκα. Φορούσε στολή, αλλά χωρίς το μπουφάν. Σαν να ήθελε να δείξει ότι είναι “σκληρός” και “δεν κρυώνει”. Αυτό είναι συνήθως ένδειξη ανασφάλειας, όχι δύναμης.

«Με φωνάξατε;» είπε.

Η Ελένη του έδειξε την καρέκλα.
«Ναι. Θέλω να σας κάνω μερικές ερωτήσεις. Χωρίς παράκαμψη.»

Ο υπαστυνόμος κάθισε. Προσπάθησε να χαμογελάσει. Δεν του βγήκε.

Η Ελένη έβγαλε από την τσέπη της το σακουλάκι με τη γόπα. Δεν το έβαλε στο τραπέζι. Το κράτησε στο χέρι, σαν να κρατάει κάτι που ακόμα “αναπνέει”.

«Ξέρετε τι είναι αυτό;» ρώτησε.

Ο υπαστυνόμος κοίταξε, συνοφρυώθηκε.
«Τσιγάρο. Και;»

«Βρέθηκε στη βιβλιοθήκη. Στο πάτωμα. Φρέσκο. Χθες βράδυ.»

Ο υπαστυνόμος έκανε την πρώτη κίνηση άμυνας: γέλασε.
«Και τι; Μπορεί να είναι παλιό. Μπορεί να μπήκε κανένα παιδί.»

Η Ελένη δεν του έδωσε χρόνο να χτίσει θεωρία.

«Η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή χθες βράδυ», είπε ήρεμα. «Κι όμως κάποιος μπήκε.»

Ο υπαστυνόμος έσφιξε το σαγόνι.
«Ποιος;»

Η Ελένη έγειρε ελάχιστα προς τα μπροστά.
«Αυτό θέλω να μου πείτε εσείς. Γιατί το κλειδί που μου δώσατε ανοίγει τη μικρή πόρτα. Όχι την κεντρική. Και γιατί η μικρή πόρτα είχε αλλάξει κλειδαριά πριν δύο μήνες με “μάστορα που δεν θυμάστε”.»

Ο υπαστυνόμος ανασηκώθηκε.
«Σας είπα… για λόγους ασφάλειας.»

«Για λόγους πρόσβασης», διόρθωσε η Ελένη. «Και χθες βράδυ, κάποιος προτίμησε την κεντρική πόρτα. Άρα είχε άλλο κλειδί. Ή είχε το κλειδί που κρατάτε εσείς για “περιπτώσεις”.»

Ο υπαστυνόμος σκλήρυνε.
«Κυρία Κομνηνού, δεν μπορείτε να…»

Η Ελένη τον έκοψε, ψυχρή.

«Μπήκατε χθες βράδυ στη βιβλιοθήκη; Ναι ή όχι.»

Ο υπαστυνόμος γέλασε ξανά, πιο κοφτά.
«Όχι. Φυσικά όχι.»

Η Ελένη έβγαλε τότε το χαρτί από το σακουλάκι των αποδείξεων: ένα μικρό κομμάτι διάφανης ταινίας, σκισμένο. Δεν χρειαζόταν να του πει τι είναι.

«Αυτό», είπε, «ήταν στο γραφείο της Άννας. Χθες το μεσημέρι ήταν άθικτο. Σήμερα είναι σκισμένο.»

Ο υπαστυνόμος αναπήδησε ελαφρά.
«Ποιο συρτάρι;» ρώτησε αυθόρμητα.
Και ύστερα — πολύ αργά — κατάλαβε ότι ρώτησε κάτι που δεν έπρεπε.

Η Ελένη δεν χαμογέλασε. Απλώς τον κοίταξε.

«Το πάνω συρτάρι», είπε. «Αυτό που ανοίγει πιο εύκολα. Σωστά;»

Ο υπαστυνόμος πάγωσε.

Δεν ήταν η πληροφορία. Ήταν ο τρόπος που το είχε πει: σαν να το ήξερε.

Και η Ελένη συνέχισε, ήρεμη, σχεδόν ευγενική, γιατί η ευγένεια είναι συχνά το καλύτερο μαχαίρι:

«Πώς το ξέρετε; Πώς ξέρετε ποιο συρτάρι; Δεν σας είπα τίποτα για συρτάρι. Είπα μόνο “στο γραφείο”.»

Ο υπαστυνόμος άνοιξε το στόμα, το έκλεισε.

«Ε… είχαμε… ερευνήσει…» ψέλλισε. «Όλα τα συρτάρια…»

Η Ελένη έγνεψε.
«Τότε θα ξέρετε και τι υπήρχε μέσα χθες βράδυ. Γιατί κάποιος το έβγαλε, το διάβασε, και το ξανάβαλε.»

Ο υπαστυνόμος έγινε κόκκινος.
«Τι… τι ήταν;»

Η Ελένη κράτησε μια παύση.
«Μια απειλή. Προς τον δολοφόνο.»

Ο υπαστυνόμος έγειρε μπροστά, πολύ γρήγορα.
«Δηλαδή… κάποιος… τον απείλησε;»

Να το.
Η Ελένη ένιωσε την “επαγγελματική” της φωνή να λέει: ο ένοχος ενδιαφέρεται υπερβολικά για το περιεχόμενο.
Ένας αθώος θα ρωτούσε “ποιος το έγραψε;”. Ένας ένοχος ρωτά “τι έλεγε;”.

Η Ελένη τον κοίταξε.
«Σας ενδιαφέρει πάρα πολύ, υπαστυνόμε. Γιατί;»

Ο υπαστυνόμος σηκώθηκε απότομα.
«Είστε… είστε προκατειλημμένη. Εδώ είμαστε χωριό, δεν μπορείτε να…»

Η Ελένη σήκωσε κι εκείνη το σώμα της, αλλά όχι επιθετικά. Σταθερά.
«Θα σας ρωτήσω κάτι τελευταίο. Και θέλω απάντηση. Η Άννα Μπαλή… σας απείλησε ότι θα μιλήσει;»

Ο υπαστυνόμος άσπρισε.
Και εκεί, σε κλάσμα δευτερολέπτου, φάνηκε στο βλέμμα του κάτι που δεν είναι θυμός. Είναι πανικός.

«Δεν ξέρω για τι μιλάτε», είπε. «Δεν είχα… καμία σχέση με την Άννα.»

Η Ελένη γλίστρησε την ερώτηση που ήδη είχε τη σημασία της, γιατί ο έφορος το είχε πει, και τώρα χρειαζόταν αντίδραση:

«Σχέση; Ερωτική σχέση;»

Ο υπαστυνόμος γέλασε ξανά, πιο δυνατά, πιο άσχημα.
«Αηδίες!»

Και μετά έκανε το δεύτερο λάθος. Το λάθος που έκανε μόνο άνθρωπος που έχει κάτι να κρύψει:

«Εκείνη… εκείνη με κυνηγούσε, αν θέλετε να ξέρετε. Έστελνε μηνύματα. Ήθελε…»

Σταμάτησε.

Η Ελένη τον κάρφωσε.
«Δεν είπα εγώ ότι υπήρχαν μηνύματα.»

Ο υπαστυνόμος κατέβασε τα μάτια.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν η πιο δυνατή μέχρι τώρα.
Γιατί μέσα της υπήρχε η απόδειξη της ψυχολογικής άμυνας: αναποδογύρισμα θύματος-θύτη.

Η Ελένη είπε ήρεμα:

«Θα παραδώσετε το κινητό σας για έλεγχο. Και θα μου δώσετε τα κλειδιά που έχετε. Όλα.»

Ο υπαστυνόμος έσφιξε τις γροθιές.

«Δεν έχετε δικαίωμα», ψιθύρισε.

Η Ελένη έγειρε το κεφάλι, σαν να τον λυπάται.
«Έχετε δίκιο. Δεν έχω. Αλλά σε λίγα λεπτά θα έρθει ο εισαγγελέας από Τρίπολη — γιατί εγώ θα τον καλέσω. Κι εκείνος θα έχει.»

Ο υπαστυνόμος έκανε πίσω, σαν να τον χτύπησε η λέξη “εισαγγελέας”.

Και τότε κατάλαβε ότι η παγίδα δεν ήταν μόνο στο συρτάρι.

Ήταν και εδώ.


Το κρυμμένο αρχείο: η Άννα δεν ήρθε “τυχαία”

Μετά την αντιπαράθεση, η Ελένη δεν πήγε στο τμήμα.
Πήγε στη βιβλιοθήκη.

Όχι γιατί εκεί ήταν ασφαλής.
Αλλά γιατί εκεί ήταν η μνήμη του εγκλήματος — και η μνήμη, αν την πιέσεις σωστά, αποδίδει.

Ο πρόεδρος προσπάθησε να την ακολουθήσει, αλλά η Ελένη τον έκοψε:
«Θέλω να δω κάτι μόνη.»

Ο πρόεδρος δυσανασχέτησε, αλλά δεν επέμεινε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που αγαπούν τον έλεγχο μόνο όταν δεν κινδυνεύει η εικόνα τους.

Μέσα στη βιβλιοθήκη, η Ελένη πήγε κατευθείαν στο χαμηλό ράφι. Εκεί όπου ο εισβολέας είχε βγάλει τον φάκελο. Έσπρωξε τα βιβλία, έβαλε το χέρι πίσω.

Έβγαλε τον φάκελο: Α. ΜΠΑΛΗ — ΜΕΤΑΘΕΣΗ.

Τον άνοιξε πάνω στο γραφείο, φορώντας γάντια. Οι σελίδες μέσα δεν ήταν “υπηρεσιακές” μόνο. Ήταν και κάτι σαν προσωπικό αρχείο. Φωτοτυπίες, αποκόμματα, σημειώσεις με μολύβι στο περιθώριο.

Διάβασε:

·        Αίτηση μετάθεσης (από Τρίπολη προς Καστράκι) — αλλά η αίτηση δεν είχε υπογραφή της Άννας. Είχε μια υπογραφή που έμοιαζε… φωτοτυπημένη.

·        Απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου — με ημερομηνία πολύ γρήγορη, ασυνήθιστα γρήγορη για δημόσιο.

·        Εσωτερική αναφορά από την προηγούμενη θέση της: “Παρατηρείται επιμονή της υπαλλήλου σε έλεγχο παλαιών αρχείων δωρεών/καταλόγων. Έχει δημιουργήσει ενόχληση.”

·        Και, το πιο ενδιαφέρον: μια φωτοτυπία email/επιστολής (τυπωμένη), που έγραφε:

«Η υπάλληλος ισχυρίζεται ότι εντόπισε ασυμφωνίες σε καταχώριση παλαιού υλικού και ζήτησε να δει το αρχικό πρωτόκολλο. Παρακαλούμε να διευθετηθεί διακριτικά.»

Η Ελένη ένιωσε ένα κλικ μέσα της, όχι μεταλλικό. Νοητικό.

Άρα η Άννα έψαχνε κάτι. Όχι εδώ πρώτα. Πριν. Και “διευθετήθηκε” με μετάθεση.

Στον πάτο του φακέλου υπήρχε ένα μικρό τετράδιο — όχι το δικό της, διαφορετικό. Λεπτό, με εξώφυλλο μπλε, σαν φτηνό σχολικό.

Το άνοιξε.

Ήταν ημερολόγιο. Όχι κάθε μέρα. Σκόρπιες καταγραφές, αλλά όλες είχαν ένα μοτίβο: ονόματα, ημερομηνίες, αριθμούς πρωτοκόλλου. Σαν να έκανε λογιστικό έλεγχο, αλλά για κάτι που δεν ήθελε να φαίνεται.

Και ανάμεσα στις καταγραφές, μια φράση επαναλαμβανόταν:

«Το κλειδί δεν είναι κλειδί. Είναι άδεια.»

Η Ελένη σταμάτησε. Ξαναδιάβασε.
Και η συγγραφέας μέσα της ψιθύρισε, σχεδόν σαν να γράφει μόνη της:

Η Άννα δεν πέθανε γιατί ήταν αφελής. Πέθανε γιατί είχε αρχίσει να καταλαβαίνει.

Στο τέλος του τετραδίου υπήρχε ένα σκίτσο: πρόχειρο σχεδιάγραμμα της βιβλιοθήκης. Και ένα Χ. Όχι στο πίσω δωμάτιο. Όχι στο γραφείο.

Στο υπόγειο.

Η Ελένη κοίταξε γύρω.
Υπόγειο; Δεν την είχαν πάει ποτέ σε υπόγειο. Κανείς δεν της είχε πει ότι υπάρχει υπόγειο.

Σηκώθηκε αργά, πήρε τον φακό, και άρχισε να ψάχνει. Στο πίσω δωμάτιο, κάτω από ένα χαλί που έμοιαζε διακοσμητικό, βρήκε κάτι: μια παλιά σιδερένια καταπακτή. Ήταν σχεδόν στο χρώμα του πατώματος. Σαν να ήθελε να μην υπάρχει.

Το μεταλλικό χερούλι ήταν γεμάτο σκόνη. Αλλά όχι “παλιά” σκόνη. Σκόνη που είχε σβηστεί στις άκρες — σαν να το έπιαναν.

Η Ελένη έβαλε το χέρι της. Τράβηξε.

Η καταπακτή δεν άνοιξε.

Κλειδωμένη.

Η Ελένη χαμογέλασε χωρίς χαρά.

Φυσικά.

Έβγαλε το λάθος/σωστό κλειδί (για τη μικρή πόρτα). Το δοκίμασε στο λουκέτο της καταπακτής.

Δεν μπήκε.

Δοκίμασε το κλειδί της κεντρικής πόρτας (που είχε πάρει προσωρινά από τον πρόεδρο το πρωί, δήθεν “για έλεγχο”).

Δεν μπήκε.

Άρα υπάρχει τρίτο κλειδί.
Κι αυτό το τρίτο κλειδί δεν το “σφραγισμένο” στο δημαρχείο — είναι το πραγματικό.

Η Ελένη έκλεισε τον φάκελο, τον έβαλε προσεκτικά στη τσάντα. Έκλεισε και το μπλε τετράδιο της Άννας.

Και τότε σκέφτηκε κάτι που την έκαψε:

Ο εισβολέας χθες βράδυ δεν ήρθε μόνο για να δει το δόλωμα.
Ήρθε για να πάρει έναν φάκελο. Και πήρε έναν.
Αλλά άφησε αυτόν.

Γιατί;

Ή δεν πρόλαβε.
Ή… ήθελε να τον βρει εκείνη.

Σαν να της έλεγε:
Έλα. Πλησίασε. Σ’ έχω.

Η Ελένη έκλεισε την καταπακτή, έστρωσε το χαλί, και βγήκε από τη βιβλιοθήκη, κρατώντας μέσα της εκείνο το παγωμένο, επαγγελματικό συμπέρασμα:

Η Άννα δεν ήταν τυχαία υπάλληλος.
Ήταν “μετάθεση” επειδή είχε ακουμπήσει κάτι που δεν έπρεπε.
Και ο θάνατός της ήταν ο τρόπος να κλείσει ο κύκλος.

Μόνο που τώρα… ο κύκλος δεν έκλεινε.

Άνοιγε.


Μεγάλος διάλογος: Ο εισαγγελέας από την Τρίπολη & η εγκληματολόγος-συγγραφέας Ελένη Κομνηνού

(Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστρακίου. Μεσημέρι που μοιάζει βράδυ. Το χιόνι κολλάει στα τζάμια σαν άσπρη μούχλα. Η αίθουσα πίσω—εκεί όπου βρέθηκε η Άννα Μπαλή—μένει κλειστή με κορδέλες. Μυρίζει χαρτί, κρύο μέταλλο και κάτι που δεν λέγεται.)

Ο εισαγγελέας μπήκε χωρίς να βιαστεί. Το παλτό του ήταν καθαρό, η ματιά του ακόμα καθαρότερη—εκείνο το βλέμμα που δεν στέκεται στους ανθρώπους, αλλά στις λεπτομέρειες που τους προδίδουν.

«Κυρία Κομνηνού;» είπε.

Η Ελένη δεν σηκώθηκε αμέσως. Κρατούσε τα γάντια της στο ένα χέρι, σαν να φοβόταν να τα φορέσει ξανά. Το άλλο της χέρι ακουμπούσε—ασυναίσθητα—στον φάκελο που είχε κρυμμένο μέσα στο μπουφάν.

«Ναι. Εσείς είστε ο εισαγγελέας από Τρίπολη.»

«Λυμπέρης», συστήθηκε. «Αναλαμβάνω την εποπτεία. Και πριν αρχίσουμε… θέλω να μου εξηγήσετε κάτι απλό: με ποια ιδιότητα βρίσκεστε εδώ; Ερευνητική ή… λογοτεχνική;»

Η Ελένη χαμογέλασε μισά. Δεν ήταν ευγένεια. Ήταν αντίσταση.

«Και οι δύο είναι επικίνδυνες», είπε. «Αλλά σήμερα με ενδιαφέρει η πρώτη. Η δεύτερη—αν επιμείνει—είναι απλώς το σύμπτωμα.»

Ο Λυμπέρης κοίταξε τον χώρο. Τα ράφια ήταν στη θέση τους, μα η ησυχία όχι. Σαν να είχε μετακινηθεί.

«Η αστυνομία μού είπε ότι απαιτήσατε να σας παραδοθούν κλειδιά, κινητά… και ότι κάνατε αναφορές σε “λάθος κλειδί”.»

Η Ελένη γύρισε προς το γραφείο. Πάνω του είχε ένα σακουλάκι αποδεικτικών με ένα μικρό μεταλλικό κομμάτι—σαν σπασμένο δόντι κλειδιού—κι ένα δεύτερο κλειδί, παλιό, σκουριασμένο, από άλλο σετ.

«Το λάθος κλειδί δεν είναι λεπτομέρεια», είπε. «Είναι δήλωση. Κάποιος ήθελε να πιστέψει η Άννα ότι είναι ασφαλής—ή ότι είναι παγιδευμένη. Η πόρτα έκανε ένα κλικ. Όχι δύο.»

Ο εισαγγελέας δεν ρώτησε «ποιος το είπε». Το σημείωσε πρώτα μέσα του και μετά το άφησε να πέσει σαν πέτρα.

«Ποιος σας μίλησε για το “ένα κλικ”;»

Η Ελένη άργησε μισό δευτερόλεπτο.

«Μια γυναίκα του χωριού. Η Ευανθία. Καθαρίστρια. Μιλάει σαν να ξεσκονίζει ενοχές.»

Ο Λυμπέρης έβγαλε σημειωματάριο. Η κίνηση ήταν τυπική, αλλά η φωνή του όχι.

«Κυρία Κομνηνού, σε τέτοιο τόπο, η λέξη “καθαρίστρια” δεν σημαίνει μόνο σφουγγαρίστρα. Σημαίνει πρόσβαση. Ωράριο. Κλειδιά. Σημαίνει… μάτια.»

Η Ελένη τον κάρφωσε.

«Το ξέρω. Αλλά εδώ, εισαγγελέα, όλοι έχουν μάτια. Απλώς έχουν συμφωνήσει να τα κλείνουν όταν πρέπει.»

Ο Λυμπέρης γύρισε απότομα προς την κορδέλα που έκλεινε το πίσω δωμάτιο.

«Θέλω να δω τη σκηνή. Με εσάς μπροστά, όχι με αφηγήσεις.»

«Θα τη δείτε», είπε η Ελένη. «Αλλά να ξέρετε: δεν είναι σκηνή. Είναι μήνυμα.»

Έβγαλε από την τσέπη της τα γάντια, τα φόρεσε αργά, τελετουργικά. Ο εισαγγελέας παρατήρησε πως της έσφιγγαν υπερβολικά—σαν να ήθελε πόνο, όχι προστασία.

Πήγαν πίσω.

Η αίθουσα ήταν μικρή, χαμηλή, με δυο ντουλάπες αρχειοθέτησης. Εκεί, στο πάτωμα, τώρα άδειο, υπήρχε μια κιμωλία που οριοθετούσε τη θέση του σώματος. Και δίπλα—σε προθήκη—το βιβλίο: χειρόγραφο, ανοιχτό εκεί που “έμεινε”.

Ο Λυμπέρης έσκυψε, χωρίς να ακουμπήσει.

«Τι βλέπετε;»

Η Ελένη μίλησε σαν να άνοιγε σφραγισμένο δωμάτιο μέσα της:

«Βλέπω πτώση προς τα δεξιά. Άτσαλο χέρι. Όχι θεατρικό. Άρα πιθανό αιφνιδιασμός. Βλέπω πως δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Και βλέπω το βιβλίο ανοιχτό δίπλα της—όχι μπροστά της. Αυτό σημαίνει ότι ή το κρατούσε κάποιος άλλος ή… της το άφησαν εκεί.»

Ο εισαγγελέας σήκωσε το βλέμμα.

«Αυτό είναι εγκληματολογικό. Ωραία. Τώρα… συγγραφικό;»

Η Ελένη άφησε μια ανάσα που έμοιαζε με γέλιο, αλλά δεν είχε χαρά.

«Συγγραφικά; Βλέπω πως κάποιος θέλει να μας βάλει να διαβάσουμε. Να σταθούμε εδώ και να πούμε “ποια ιστορία δεν πρόλαβε να τελειώσει;”»

Ο Λυμπέρης ίσιωσε την πλάτη.

«Μ’ άλλα λόγια, πιστεύετε ότι ο δράστης σκηνοθέτησε λογοτεχνικά.»

«Πιστεύω πως σκηνοθέτησε ηθικά. Σ’ έναν τόπο που η ηθική είναι εργαλείο επιβολής. Η Άννα ήταν “ξένο βιβλίο στο ράφι”. Έφερε μετάθεση από την Τρίπολη. Εδώ δεν συγχωρούν τους ξένους—ιδίως όταν ξέρουν να αρχειοθετούν.»

Ο εισαγγελέας πάγωσε ανεπαίσθητα στο άκουσμα της Τρίπολης.

«Από την Τρίπολη», επανέλαβε. «Έχετε στοιχεία;»

Η Ελένη τράβηξε τον φάκελο από μέσα της. Τον άνοιξε ελάχιστα, σαν να φοβόταν ότι θα βγει αέρας παλιός.

«Βρήκα αυτό στον “σφραγισμένο” φάκελο της βιβλιοθήκης. Επάνω γράφει: “Α. ΜΠΑΛΗ — ΜΕΤΑΘΕΣΗ”. Και μέσα… υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ταιριάζουν. Υπογραφές που λείπουν. Και μια σφραγίδα… μισή.»

Ο Λυμπέρης έσκυψε πάνω απ’ τον φάκελο αλλά δεν άπλωσε χέρι. Σαν να είχε μάθει πως κάποια χαρτιά “δείχνουν” τον άνθρωπο που τα ακουμπά.

«Ποιος σας άφησε να μπείτε σε σφραγισμένο αρχείο;»

Η Ελένη τον κοίταξε ίσια.

«Κανείς. Αυτό είναι το ενδιαφέρον: δεν μπήκα. Με άφησαν να περάσω. Κάποιος… ήθελε να το βρω.»

Η λέξη “ήθελε” αιωρήθηκε. Έξω, το χιόνι χτύπησε το τζάμι σαν να χειροκροτούσε χωρίς ήχο.

Ο εισαγγελέας έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή—όχι από κούραση. Από αναγνώριση.

«Κυρία Κομνηνού…» είπε χαμηλά, «εγώ δεν ήρθα εδώ για να γράψουμε ατμόσφαιρα. Ήρθα για να δέσω μια υπόθεση στο δικαστήριο.»

Η Ελένη πλησίασε ένα βήμα.

«Και εγώ ήρθα για να τη λύσω πριν “δεθεί” η λάθος αλήθεια. Γιατί εδώ, εισαγγελέα, τους αρέσει να δένουν ανθρώπους. Σε ρόλους. Σε σιωπές. Σε “έτσι είναι τα πράγματα”.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το πηγούνι.

«Μιλάτε σαν να είστε απέναντί μου.»

«Είμαι απέναντι στην αδράνεια», είπε. «Και η αδράνεια φοράει συχνά γραβάτα.»

Η φράση του τσίμπησε τον εγωισμό, αλλά δεν αντέδρασε όπως θα περίμενε κανείς. Αντί να θυμώσει, έσκυψε ξανά προς το βιβλίο.

«Τι γράφει;» ρώτησε.

«Η αστυνομία λέει “ημερολόγιο”. Εγώ λέω “κατάθεση”.»

Ο εισαγγελέας κούνησε το κεφάλι, δίνοντας άδεια.

Η Ελένη διάβασε με φωνή προσεκτική, σχεδόν τρυφερή—σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει κάτι.

«…Κάποιος μπαίνει όταν η πόρτα κάνει ένα κλικ. Όχι δύο. Κάποιος ξέρει. Κάποιος κρατάει τα κλειδιά σαν να κρατάει το στόμα μου. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Φοβάμαι τη διαρροή.»

Ο Λυμπέρης έμεινε ακίνητος.

«Διαρροή», επανέλαβε. «Τι διαρρέει;»

Η Ελένη τον κοίταξε, και για πρώτη φορά η φωνή της δεν ήταν μόνο επαγγελματική. Ήταν προσωπική.

«Η αλήθεια. Και σε μικρούς τόπους, η αλήθεια δεν είναι πληροφορία. Είναι ρήγμα.»

Ο εισαγγελέας πήρε ανάσα βαθιά.

«Ποιοι έχουν πρόσβαση; Πρόεδρος. Έφορος. Υπαστυνόμος. Καθαρίστρια. Ποιος άλλος;»

Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε το παράθυρο. Στο τζάμι, η αντανάκλασή της—και για ένα κλάσμα—μια δεύτερη σκιά πίσω της, που δεν ταίριαζε σε κανέναν μέσα στο δωμάτιο.

«Και κάποιος ακόμη», είπε.

Ο εισαγγελέας σήκωσε το βλέμμα απότομα.

«Ποιος;»

Η Ελένη κατάπιε.

«Ανδρέας.»

Ο Λυμπέρης έδειξε—σχεδόν ασυναίσθητα—μια μικρή, ανεπαίσθητη ταραχή. Όχι επειδή πίστεψε στο όνομα. Επειδή το αναγνώρισε.

«Τι σχέση έχει ο Ανδρέας;»

Η Ελένη ένιωσε κάτι να ανεβαίνει από το στομάχι στο στήθος: θυμός, φόβος, μια παράλογη τρυφερότητα. Όλα μαζί.

«Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος ή… κάτι που ο τόπος καταπίνει και το φτύνει όταν πρέπει. Τον είδα. Τον άκουσα. Και—ναι—σας προλαβαίνω: μπορεί να είναι το μυαλό μου. Αλλά αν είναι το μυαλό μου, τότε το μυαλό μου έχει πρόσβαση σε πράγματα που δεν του έδωσα.»

Ο εισαγγελέας σταυροπόδησε αργά, σαν να έστηνε δικαστήριο μέσα σε μια βιβλιοθήκη.

«Κυρία Κομνηνού, θα μιλήσουμε καθαρά: είστε μόνη, σε απομονωμένο χωριό, σε υπόθεση ανθρωποκτονίας. Το στρες φτιάχνει… αφηγήσεις.»

Η Ελένη γέλασε ξερά.

«Και οι ένοχοι φτιάχνουν άλλοθι. Τι προτιμάτε; Να πιστέψουμε ότι φταίει το στρες ή ότι κάποιος εδώ έχει μάθει να “γράφει” τα γεγονότα πριν συμβούν;»

Ο Λυμπέρης χτύπησε ελαφρά το σημειωματάριο με το δάχτυλό του.

«Θα σας ζητήσω κάτι που δεν σας αρέσει: θα τηρήσουμε διαδικασία. Και θα μου δώσετε ονόματα με αποδείξεις, όχι διαισθήσεις.»

Η Ελένη πλησίασε το βιβλίο.

«Θα σας δώσω αυτό που μπορώ. Αλλά να ξέρετε κάτι: εδώ η διαδικασία είναι η αγαπημένη κρυψώνα των ενόχων. Κρύβονται πίσω από το “δεν είδα”, το “δεν άκουσα”, το “δεν ξέρω”. Και το χωριό τους χειροκροτεί με σιωπή.»

Ο εισαγγελέας έσκυψε πιο κοντά, χαμήλωσε τη φωνή.

«Και γιατί εσείς; Γιατί ήρθατε εσείς;»

Η Ελένη τον κοίταξε σαν να την έβρισε.

«Με κάλεσαν για διακριτικότητα. Που σημαίνει: να μην ανοίξουν στόματα. Αλλά εγώ… ανοίγω αρχεία.»

Ο Λυμπέρης κούνησε το κεφάλι. Έπειτα, σαν να πήρε απόφαση, είπε:

«Στην Τρίπολη υπάρχει παλιά υπόθεση. Μια εξαφάνιση. Ένα όνομα που δεν κλείδωσε ποτέ. Αν το “Ανδρέας” που λέτε είναι εκείνος… τότε αυτή η ανθρωποκτονία δεν είναι τοπική. Είναι συνέχεια.»

Η Ελένη ένιωσε το δέρμα της να παγώνει.

«Ποια υπόθεση;» ρώτησε.

Ο εισαγγελέας δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κοίταξε το βιβλίο.

«Θα σας πω όταν είμαι βέβαιος», είπε. «Και μέχρι τότε, θα κάνετε κάτι για μένα: θα σταματήσετε να μένετε μόνη.»

Η Ελένη γέλασε πάλι—αλλά τώρα είχε μέσα της κούραση.

«Στο Καστράκι, εισαγγελέα, ακόμα κι όταν είσαι με κόσμο… είσαι μόνος.»

Ο Λυμπέρης κοίταξε για μια στιγμή το παράθυρο. Έξω, χιόνι. Μέσα, χαρτί. Και κάπου ανάμεσα, μια σκιά που δεν έπρεπε να υπάρχει.

«Κάτι τελευταίο», είπε. «Αν ο δράστης είναι “συγγραφικός” όπως λέτε, τότε θα επανέλθει. Θα δώσει νέο στοιχείο “από το πουθενά”. Σωστά;»

Η Ελένη δεν τον άφησε να τελειώσει.

«Δεν θα είναι από το πουθενά. Θα είναι από εκεί που δεν κοιτάμε. Από το “σφραγισμένο”. Από τις παύσεις. Από τα λάθος κλειδιά. Και από τα όνειρα.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το φρύδι.

«Όνειρα;»

Η Ελένη έσφιξε τα δάχτυλά της. Ένιωσε ένα μικρό κάψιμο στην καρδιά—σαν να την άγγιξε κάποιος από μέσα.

«Ο Ανδρέας έρχεται τη νύχτα», είπε. «Και δεν μου μιλάει με λέξεις. Μου μιλάει… μέσα στην καρδιά μου. Σαν να την ξέρει.»

Ο εισαγγελέας στάθηκε ακίνητος. Κι όταν μίλησε, η φωνή του ήταν για πρώτη φορά ανθρώπινη.

«Αν αυτό ισχύει… τότε δεν είστε μόνο μάρτυρας. Είστε δίαυλος. Και οι δίαυλοι… καίγονται πρώτοι.»

Η Ελένη χαμογέλασε αχνά.

«Τότε ας βιαστούμε. Γιατί ο τόπος εδώ… καίει χωρίς φλόγα.»

(Και καθώς γύρισαν προς την έξοδο, η πόρτα—η ίδια πόρτα—έκανε ένα κλικ. Μόνο ένα.)


«Οι μέρες στο Καστράκι δεν είναι μέρες»

Το πρωί στο Καστράκι δεν ξημέρωνε. Άσπριζε.

Η Ελένη ξύπνησε με τη γλώσσα βαριά, σαν να είχε μιλήσει όλη νύχτα. Σήκωσε το χέρι στο στήθος της—εκεί που, όταν ο Ανδρέας “ερχόταν”, ένιωθε ένα παράξενο σφίξιμο. Όχι πανικό. Κάτι σαν ανάμνηση πριν γίνει γεγονός.

Στο τζάμι, το χιόνι είχε γράψει νερά. Σαν ιδρωμένο μέτωπο.

Έπινε καφέ χωρίς να τον γεύεται. Κι έπειτα έκανε αυτό που κάνει πάντα ένας άνθρωπος όταν φοβάται: έβαζε τάξη.

1.     Σημειώσεις στο μαύρο τετράδιο — όχι λογοτεχνία. Χρονολογία, ώρα, κίνηση.

2.     Λίστα επαφών — Πρόεδρος Μηνάς Σταθάτος, έφορος Βερδής, υπαστυνόμος, Ευανθία, γιατρός Σπύρος.

3.     Κοινός παρονομαστής — κλειδιά. Ποιος τα κρατάει, ποιος τα ζητάει, ποιος τα φοβάται.

Βγήκε στην πλατεία. Το χωριό δεν την κοιτούσε κατάματα. Την παρακολουθούσε από πλάγια, σαν να φοβόταν πως αν την κοιτάξει, θα “εγγραφεί” κάτι πάνω του.

Στο καφενείο, οι άντρες έκαναν πως μιλούν για δρόμους και χιόνια. Κι όμως, οι παύσεις τους είχαν ρυθμό. Όταν η Ελένη έμπαινε, έκοβαν. Όταν έφευγε, ξανάρχιζαν. Σαν να υπήρχε αόρατος μαέστρος.

Ο πρόεδρος, ο Μηνάς, την περίμενε έξω απ’ το κοινοτικό γραφείο με χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια.

«Κυρία Κομνηνού… ελπίζω να καταλαβαίνετε… το χωριό δεν αντέχει σκάνδαλα.»

Η Ελένη στάθηκε απέναντί του.

«Το χωριό αντέχει δολοφονίες όμως.»

Το χαμόγελό του έσπασε λίγο.

«Ατυχή… περιστατικά συμβαίνουν παντού.»

«Όχι έτσι», είπε ήσυχα. «Όχι με “ένα κλικ”.»

Ο πρόεδρος ανατρίχιασε—και το έκρυψε αμέσως μέσα σε θυμό.

«Σας παρακαλώ να μην αναπαράγετε… δεισιδαιμονίες.»

Η Ελένη γύρισε προς τη βιβλιοθήκη.

«Δεν είναι δεισιδαιμονία. Είναι μηχανισμός πρόσβασης. Και κάποιος τον δούλευε με συνέπεια.»

Μπήκε στη βιβλιοθήκη αργά. Κάθε μέρα, η ίδια μυρωδιά: υγρασία, χαρτί, κάτι παλιό. Σαν μνήμη που μούχλιασε.

Κι εκεί συνέβη το πρώτο “από το πουθενά”.

Στο γραφείο της Άννας—που είχαν “καθαρίσει” πρόχειρα—βρήκε ένα ποτήρι. Άδειο. Αλλά το χείλος του είχε σημάδι, ένα λεπτό ροζ τόξο: κραγιόν.

Η Άννα δεν φορούσε κραγιόν. Στις φωτογραφίες της, ήταν γυμνή από τέτοια “πολυτέλεια”. Κι όταν μια γυναίκα δεν φορά κραγιόν, συνήθως είτε δεν προλαβαίνει είτε δεν θέλει να φαίνεται.

Η Ελένη δεν άγγιξε το ποτήρι. Φώναξε τον υπαστυνόμο. Εκείνος ήρθε με ύφος “τι άλλο;”.

«Αυτό», είπε η Ελένη δείχνοντας.

«Είναι παλιό», πέταξε εκείνος.

«Τότε γιατί δεν έχει σκόνη;» ρώτησε. «Και γιατί είναι πάνω σε χαρτί της Άννας;»

Ο υπαστυνόμος κατέβασε το βλέμμα.

Κι εκεί, στη γωνία του γραφείου, υπήρχε άλλο ένα μικρό εύρημα: ένα κομματάκι από νύχι—σαν να είχε σπάσει σε πάλη—και μια ίνα σκούρου υφάσματος.

Η Ελένη το μάζεψε με λαβίδα. Το έβαλε σε σακουλάκι. Κι ένιωσε πάλι εκείνο το διπλό βλέμμα μέσα της: η εγκληματολόγος έλεγε “DNA”, η συγγραφέας έλεγε “σημάδι”.

Τότε, από το ράφι πίσω της, έπεσε ένα βιβλίο μόνο του.

Δεν ήταν δυνατόν—μα έπεσε. Άνοιξε σε σελίδα με περιθώριο γεμάτο μικρά γράμματα. Και ανάμεσα στα γράμματα, ένα όνομα υπογραμμισμένο με μανία:

Ανδρέας.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να δένεται κόμπος.

Σαν να μην αρκούσε που τον έβλεπε τη νύχτα. Τώρα τον έβρισκε και στο χαρτί. Σε χαρτί που δεν έπρεπε να φωνάζει.

Κι εκείνη τη στιγμή, ένα μήνυμα ήρθε στο κινητό της—χωρίς αριθμό αποστολέα. Μόνο κενό. Μόνο λέξεις:

«Μην τον ρωτήσεις. Θα τον χαρίσεις.»

Η Ελένη κοίταξε γύρω της. Ήταν μόνη. Κι όμως, ένιωθε πως κάποιος στεκόταν πίσω από τα ράφια, κρατώντας την ανάσα του.

Το ίδιο βράδυ, όταν πήγε να κοιμηθεί, το σπίτι της (το δωμάτιο του ξενώνα) έτριξε σαν να μετακινήθηκε βάρος.

Κι ο Ανδρέας ήρθε.

Όχι σαν σώμα. Σαν ζεστασιά που κάθισε δίπλα της στο στρώμα. Σαν φωνή που δεν περνά από αυτιά.

«Μην ψάχνεις το πρόσωπο», “είπε” μέσα της.
«Ψάξε το κλειδί που λείπει από το σετ.»
Η Ελένη έσφιξε τα μάτια.
«Ποιος είσαι;» προσπάθησε να πει.
Και η απάντηση ήρθε σαν καρφί:
«Είμαι αυτό που της πήραν πρώτα: το δικαίωμα να μιλήσει.»

Ξύπνησε ιδρωμένη, μέσα στο κρύο. Και στο μαξιλάρι—κάτω από την θήκη—βρήκε ένα πράγμα που δεν είχε βάλει εκεί:

Ένα μικρό μεταλλικό δοντάκι κλειδιού.

Το ίδιο σπασμένο “δόντι” που είχαν βρει ως ένδειξη… τώρα ήταν δεύτερο.

Δύο σπασμένα δόντια.
Άρα δύο κλειδιά.
Άρα δύο άνθρωποι με πρόσβαση.
Ή ένας άνθρωπος με δύο πρόσωπα.

Κι η Άννα Μπαλή, η νεκρή βιβλιοθηκονόμος, άρχισε να φαίνεται στην Ελένη όχι σαν θύμα, αλλά σαν κάποια που κρατούσε κάτι και της το πήραν βίαια—όχι μόνο τη ζωή.


 «Ο Ανδρέας μέσα της»

Την επόμενη μέρα, η Ελένη δεν πήγε κατευθείαν στη βιβλιοθήκη. Πήγε στον γιατρό, τον Σπύρο—όχι για ιατρική συμβουλή. Για να δει αν τα μάτια του κάνουν εκείνο που κάνουν τα μάτια των ανθρώπων που ξέρουν: αποφεύγουν.

Ο Σπύρος την άφησε να καθίσει χωρίς πολλά.

«Δεν κοιμηθήκατε», είπε.

Η Ελένη χαμογέλασε πικρά.

«Κοιμήθηκα. Απλώς… δεν ήμουν μόνη.»

Ο Σπύρος δεν γέλασε. Μόνο έβαλε ένα ποτήρι νερό μπροστά της. Το ίδιο ποτήρι—σκέφτηκε—που σε άλλα σπίτια γίνεται απόδειξη.

«Αν μου πείτε “Ανδρέας”», είπε ο γιατρός, «θα σας πω κάτι που δεν θα σας αρέσει.»

Η Ελένη πάγωσε. Το όνομα δεν το είχε ξεστομίσει. Κι όμως, εκείνος το έφερε.

«Πείτε το», είπε σιγανά.

Ο Σπύρος την κοίταξε σαν να ζύγιζε αν αντέχει.

«Σ’ αυτόν τον τόπο, κάποια ονόματα δεν είναι άνθρωποι. Είναι… λειτουργίες. Ρόλοι που περνούν από σώμα σε σώμα. Όπως περνά ο φόβος. Όπως περνά η ντροπή.»

Η Ελένη ένιωσε έναν παλμό μέσα στο στέρνο. Σαν να συμφωνούσε κάτι μέσα της.

«Και τι σχέση έχει με την Άννα;» ρώτησε.

Ο γιατρός έσκυψε λίγο.

«Η Άννα δεν πέθανε επειδή ήταν καλή βιβλιοθηκονόμος. Πέθανε επειδή άνοιξε λάθος ντουλάπι. Και όταν άνοιξε… είδε κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει σε δημόσια βιβλιοθήκη.»

Η Ελένη άπλωσε το χέρι στο τραπέζι.

«Τι;»

Ο Σπύρος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Όχι εδώ. Όχι με το στόμα. Το στόμα είναι αδύναμο. Εσείς το ξέρετε καλύτερα από μένα. Εσείς γράφετε.»

Η Ελένη σηκώθηκε απότομα.

«Μη μου λέτε για γραφή. Κάποιος χρησιμοποιεί τη γραφή για να θάψει, όχι για να αποκαλύψει.»

Ο Σπύρος κράτησε την ψυχραιμία του.

«Τότε κοιτάξτε την “Μετάθεση”. Από πού ήρθε η Άννα. Ποιος υπέγραψε. Και—κυρίως—ποιος δεν υπέγραψε.»

Η Ελένη έφυγε με το στομάχι γεμάτο μέταλλο.

Στη βιβλιοθήκη, δεν πήγε στο γραφείο. Πήγε στα ράφια με τα παλιά πρακτικά του κοινοτικού συμβουλίου. Εκεί όπου κανείς δεν διαβάζει, γιατί όλοι “ξέρουν” την ιστορία—και η γνώση τους είναι η μισή αλήθεια.

Βρήκε ένα βιβλίο πρακτικών του 1986. Το άνοιξε. Σε μια σελίδα υπήρχε σημείωση με μολύβι, αχνή, σαν να τη γράψανε με τρεμάμενο χέρι:

«ΑΝΔΡΕΑΣ — ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΟ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΟ»

Η Ελένη ένιωσε το κεφάλι της να βουίζει.

Τότε, κάτι ακόμα: μέσα στις σελίδες, μια μικρή φωτογραφία—κομμένη βιαστικά. Ένα νεαρό αγόρι, περίπου δεκαοκτώ, μπροστά στη βιβλιοθήκη. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, ένα όνομα με μπλε στυλό:

Ανδρέας Κ.

Το επίθετο κομμένο.

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια. Κι εκεί, πίσω από τα βλέφαρα, ο Ανδρέας ήρθε πάλι—όχι σαν εικόνα. Σαν φράση που καρφώνεται στην καρδιά:

«Δεν είμαι ο δολοφόνος της. Είμαι η αιτία που την σκότωσαν.»

Η Ελένη ψιθύρισε, μόνη της ανάμεσα στα ράφια:

«Άννα… τι βρήκες;»

Και σαν απάντηση, από το βάθος του κτιρίου ακούστηκε το κλικ της πόρτας.

Ένα κλικ.

Η Ελένη κατέβηκε προς το πίσω δωμάτιο, χωρίς να το σκεφτεί. Η κορδέλα ήταν ακόμα εκεί—αλλά τώρα ήταν κομμένη. Όχι σκισμένη. Κομμένη καθαρά.

Κάποιος είχε μπει. Και είχε βγει.
Και είχε αφήσει κάτι.

Στο πάτωμα, κάτω από την ντουλάπα αρχειοθέτησης, υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί, διπλωμένο πολύ μικρό. Η Ελένη το άνοιξε με γάντια.

Ήταν σελίδα από παλιό βιβλίο, αλλά πάνω της είχε γραφτεί με σύγχρονο στυλό:

«Αν συνεχίσεις, θα σε κάνουμε βιβλίο κι εσένα.»

Η Ελένη ένιωσε φόβο—όχι για την ίδια. Γιατί κατάλαβε κάτι χειρότερο:

Η Άννα δεν είχε πεθάνει “γιατί έμαθε”.
Είχε πεθάνει γιατί προσπάθησε να προστατέψει κάποιον.

Κι ο μόνος “κάποιος” που εμφανιζόταν παντού—στο χαρτί, στη σκιά, στο στήθος της—ήταν ο Ανδρέας.

Το βράδυ, όταν έπεσε να κοιμηθεί, ο Ανδρέας ήρθε ξανά, πιο καθαρός. Σαν να είχε αποφασίσει να πάψει να κρύβεται.

Δεν τον είδε με μάτια. Τον “ένιωσε” σαν χέρι που ακουμπά την καρδιά της από μέσα.

«Ελένη…» είπε χωρίς ήχο.
Και μόνο που είπε το όνομά της, εκείνη ένιωσε ότι τον είχε γνωρίσει πριν—σε άλλη πόλη, άλλο χρόνο, άλλη υπόθεση. Ή σε άλλο βιβλίο.

«Γιατί έρχεσαι σε μένα;» “ρώτησε” μέσα της.

Η απάντηση ήρθε σαν αλήθεια που πονάει:

«Γιατί εσύ δεν φοβάσαι να θυμάσαι. Κι εκείνη… η Άννα… πέθανε επειδή θυμόταν αντί για όλους.»

Η Ελένη δάκρυσε χωρίς να το θέλει.

«Τι ήσουν για την Άννα;»

Κι ο Ανδρέας, για πρώτη φορά, δεν απάντησε ευθέως. Μόνο της έδωσε εικόνα:

Ένα κορίτσι—η Άννα—σκυμμένο πάνω από φάκελο.
Μια υπογραφή που λείπει.
Ένα χέρι αντρικό που παίρνει πίσω ένα χαρτί.
Και μια φράση που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά:

«Αν μιλήσεις, θα πεθάνεις. Αν σωπάσεις, θα πεθάνω εγώ.»

Η Ελένη ξύπνησε με την καρδιά να χτυπά. Και αυτή τη φορά, στο κομοδίνο υπήρχε κάτι που δεν είχε βάλει:

Ένα μικρό, φτηνό σταυρουδάκι—σαν αυτά που φορούν οι υπάλληλοι “για καλή τύχη”.

Στην πίσω πλευρά, χαραγμένα δυο γράμματα:

Α.Κ.

Η Ελένη κατάλαβε ότι ο Ανδρέας δεν ήταν μόνο έρωτας ή φάντασμα ή παρηγοριά.

Ήταν δεσμός.
Και ο δεσμός είχε δέσει την Άννα στο θάνατο—και τώρα έδενε την ίδια την Ελένη στην αλήθεια.

Και η αλήθεια, στο Καστράκι, δεν “αποκαλύπτεται”.

Ζητάει αντάλλαγμα.


Ανάκριση προέδρου & εφόρου — “σπάσιμο” άλλοθι (με ρωγμή στα κλειδιά)

(Αίθουσα Κοινοτικού Γραφείου. Μυρίζει υγρασία, σόμπα και χαρτί που έχει “δει” πολλά. Ο πρόεδρος Μηνάς Σταθάτος κάθεται στην κεφαλή. Δίπλα του, ο έφορος Βερδής με τον χαρτοφύλακα-ασπίδα. Ο εισαγγελέας Λυμπέρης απέναντι. Η Ελένη λίγο πιο πίσω, σαν σκιά που κρατά σημειώσεις.)

Ο Λυμπέρης άνοιξε ένα λεπτό φάκελο χωρίς βιασύνη. Δεν τον άνοιγε “για να διαβάσει”. Τον άνοιγε για να θυμίσει ότι η πραγματικότητα δεν διαπραγματεύεται.

«Κύριε πρόεδρε», είπε, «θα πάμε με ώρες. Η ώρα δεν έχει συναισθήματα.»

Ο Μηνάς χαμογέλασε αυτό το υπηρεσιακό χαμόγελο—το “δεν ξέρω, άρα δεν φταίω”.

«Φυσικά. Ό,τι χρειαστείτε.»

Ο εισαγγελέας γύρισε στον έφορο.

«Κύριε Βερδή. Είπατε—σε προηγούμενη κουβέντα—ότι “επίσημα” υπάρχουν δύο κλειδιά και ένα “σφραγισμένο” στο δημαρχείο.»

Ο Βερδής έγνεψε. Το πηγούνι του έτρεμε ανεπαίσθητα.

«Ναι. Ένα εγώ, ένα η βιβλιοθηκονόμος… και το παλιό. Το… σφραγισμένο.»

Η Ελένη ένιωσε να τη διαπερνά η φράση “το παλιό” σαν να είχε ηλικία, σαν να είχε μνήμη. Το “σφραγισμένο” ήταν πάντα ο τρόπος του χωριού να λέει: μην κοιτάς.

Ο εισαγγελέας έσκυψε λίγο.

«Ποιος έχει πρόσβαση σε αυτό;»

Ο πρόεδρος απάντησε πριν προλάβει ο Βερδής, με υπερβολική αυτοπεποίθηση—και ακριβώς γι’ αυτό πρόδωσε κάτι.

«Μόνο εγώ. Το κρατάω στο χρηματοκιβώτιο. Και… υπάρχει διαδικασία. Δεν ανοίγει έτσι.»

Η Ελένη έκανε ένα μικρό σημείωμα: “μόνο εγώ” = ποτέ μόνο αυτός.

Ο Λυμπέρης έγειρε πίσω.

«Ωραία. Τώρα οι ώρες. Τη νύχτα του φόνου, πού ήσασταν;»

Ο πρόεδρος έφτιαξε τον γιακά.

«Στο σπίτι μου. Με τη γυναίκα μου. Έβλεπα ειδήσεις. Έπεσε το ρεύμα για λίγο, αλλά…»

«Τι ώρα;» τον έκοψε ο εισαγγελέας.

«Ε… γύρω στις έντεκα.»

Ο Λυμπέρης δεν έγραψε. Σήκωσε μόνο το βλέμμα του—και αυτό αρκούσε για να κάνει την ώρα “έντεκα” να φαίνεται ξαφνικά πολύ βολική.

«Και εσείς, κύριε Βερδή;»

Ο έφορος έγλειψε τα χείλη του.

«Ήμουν στο καφενείο ως τις δέκα και κάτι. Μετά πήγα σπίτι. Μόνος μου.»

Ο πρόεδρος πετάχτηκε:

«Τον είδαν όλοι. Δεν χρειάζεται—»

«Χρειάζεται», είπε ήρεμα ο εισαγγελέας. «Γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι τι πιστεύει το χωριό. Είναι τι αντέχει να ειπωθεί στο δικαστήριο.»

Η λέξη δικαστήριο έπεσε βαριά. Ακόμα και η σόμπα έμοιαζε να σβήνει.

Ο Λυμπέρης άνοιξε δεύτερο χαρτί: φωτοτυπία από αναφορά/σημείωση του υπαστυνόμου. Μερικές γραμμές μόνο, αλλά ήταν αρκετές.

«Έχουμε κατάθεση ότι η πόρτα “έκανε ένα κλικ, όχι δύο”.»

Ο πρόεδρος κούνησε χέρι σαν να έδιωχνε μύγα.

«Φήμες…»

Ο εισαγγελέας δεν κοίταξε τον πρόεδρο. Κοίταξε τον έφορο.

«Κύριε Βερδή… πόσα κλειδιά υπάρχουν; Μην μου απαντήσετε “επίσημα”. Μου απαντάτε πρακτικά.»

Ο Βερδής κατάπιε.

«Δύο… και… το παλιό…»

Η Ελένη έκανε μισό βήμα μπροστά, χωρίς να ζητήσει άδεια.

«Και το τρίτο», είπε. «Το πραγματικό. Για την καταπακτή.»

Ο πρόεδρος γύρισε απότομα:

«Τι καταπακτή;»

Αυτό ήταν το πρώτο σπάσιμο. Η λέξη βγήκε σαν αντανακλαστικό, όχι σαν υποκριτική άγνοια.

Ο εισαγγελέας τον κάρφωσε.

«Δεν ξέρατε;»

Ο πρόεδρος προσπάθησε να μαζευτεί.

«Δεν… υπάρχουν καταπακτές. Μην πιστεύετε…»

Η Ελένη άνοιξε τη τσάντα της και έβγαλε—με γάντια—μια φωτογραφία/σημείωση: η σιδερένια καταπακτή κάτω από το χαλί στο πίσω δωμάτιο. Κλειδωμένη. Και κανένα από τα δύο κλειδιά δεν μπαίνει.

Ο Βερδής χλόμιασε.

Ο πρόεδρος κοίταξε την φωτογραφία σαν να έβλεπε ατύχημα που τον αφορά.

Ο εισαγγελέας μίλησε αργά.

«Άρα υπάρχει κλειδί που δεν έχετε δηλώσει. Και κάποιος που το έχει… μπήκε κάτω από το κτίριο. Ή προσπάθησε. Αυτό δεν είναι “φήμη”. Είναι μηχανική πραγματικότητα.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πυκνή. Και μέσα της, ο Βερδής έκανε το δεύτερο λάθος.

«Το… κλειδί της καταπακτής… δεν το έχει κανείς πια», είπε.

Ο Λυμπέρης δεν σήκωσε φρύδι. Δεν χρειαζόταν.

«Πώς το ξέρετε ότι είναι “της καταπακτής”; Εγώ δεν είπα “καταπακτή”. Είπα “κάτω από το κτίριο”.»

Ο έφορος άνοιξε το στόμα—και το έκλεισε ξανά. Σαν να κατάλαβε ότι μόλις υπέγραψε μόνος του.

Ο πρόεδρος πετάχτηκε, με θυμό τώρα:

«Φτάνει. Μη στήνετε παγίδες σε ανθρώπους του χωριού!»

Ο εισαγγελέας χαμογέλασε ψυχρά.

«Δεν στήνω παγίδες. Στήνω ερωτήσεις. Οι ενοχές είναι που πέφτουν μέσα τους.»

Η Ελένη ένιωσε, για πρώτη φορά, κάτι σαν μικρή συμμαχία. Όχι συμπάθεια. Συντονισμό.

Ο Λυμπέρης γύρισε στον πρόεδρο.

«Είπατε: “μόνο εγώ έχω πρόσβαση στο σφραγισμένο”. Σωστά;»

«Σωστά.»

«Τότε θα το ανοίξουμε τώρα.»

Ο πρόεδρος πήγε να αρνηθεί, αλλά δεν είχε πια χώρο. Η λέξη “τώρα” ήταν εντολή.

Ο Μηνάς σηκώθηκε, άνοιξε συρτάρι, έβγαλε κλειδί χρηματοκιβωτίου. Το χέρι του έτρεμε.

Και καθώς περπατούσε προς το γραφείο, η Ελένη είδε κάτι: στο μπρελόκ του κλειδιού, κρεμόταν ένα δεύτερο μεταλλικό κομμάτι—σαν κλειδί παλιό, πιο στενό.

Δεύτερο κλειδί στο ίδιο μπρελόκ.
Δύο κλειδιά. Δύο ζωές. Μία ιστορία.

Ο εισαγγελέας το είδε κι εκείνος.

«Ενδιαφέρον», είπε απλά. «Δεν μοιάζει με κλειδί χρηματοκιβωτίου αυτό.»

Ο πρόεδρος πάγωσε.

«Είναι… για αποθήκη.»

Η Ελένη ψιθύρισε—όχι στον εισαγγελέα. Στον εαυτό της:

«Ή για καταπακτή.»


Η αποκάλυψη του “σφραγισμένου” — ο φάκελος που συνδέει Τρίπολη–Καστράκι

(Ο πρόεδρος ανοίγει το χρηματοκιβώτιο. Μέσα, ένας φάκελος με κόκκινη σφραγίδα. Ο έφορος κρατά ανάσα. Η Ελένη νιώθει το χιόνι έξω να βαραίνει σαν να είναι μέσα.)

Ο Μηνάς έβαλε τα δάχτυλα στη σφραγίδα, διστακτικά, σαν να φοβόταν ότι θα κοπεί. Ο εισαγγελέας του έκανε νόημα να σταματήσει.

«Θα το ανοίξω εγώ. Για να μην έχουμε “λάθη”.»

Έσκισε τη σφραγίδα προσεκτικά. Άνοιξε.

Μέσα δεν υπήρχαν μόνο έγγραφα. Υπήρχε ζωή σε χαρτί: κιτρινισμένα πρακτικά, φωτογραφίες, και ένα μικρό μπλε τετράδιο σαν σχολικό—ίδιος “τύπος” με το μπλε της Άννας που είχε αναφέρει η Ελένη στις σημειώσεις της.

Ο Λυμπέρης έβγαλε πρώτα ένα εξώφυλλο φακέλου με τίτλο:

ΥΠΟΘΕΣΗ: ΑΝΔΡΕΑΣ (ΚΩΔ. 1986)

Ο Βερδής έβγαλε έναν πνιχτό ήχο.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να “χτυπά” εκείνο το δικό της χτύπημα—όχι αίμα, αλλά προαίσθηση.

Ο εισαγγελέας διάβασε:

·        Αναφορά κοινωνικής υπηρεσίας (1986): «ανήλικος άνδρας, αγνώστου πατρός, μητέρα άφαντη/“έφυγε”, τοποθέτηση προσωρινή.»

·        Πρακτικό κοινοτικού συμβουλίου: «λόγοι “ηθικής τάξης” – να μη μαθευτεί. Να “διευθετηθεί”.»

·        Επιστολή προς υπηρεσία Τρίπολης: «παραλαβή φακέλου. Μη κοινοποιηθεί.»

·        Και μια φωτογραφία: παιδί/έφηβος μπροστά στη βιβλιοθήκη. Πίσω: Ανδρέας Κ. (το επίθετο κομμένο).

Η Ελένη ένιωσε σαν να έβλεπε τον ύπνο της τυπωμένο.

Ο Λυμπέρης άφησε κάτω τη φωτογραφία και έβγαλε ένα δεύτερο ντοκουμέντο: μια λίστα δωρεών βιβλιοθήκης από εκείνη την εποχή—“τοπικές καταγραφές”—και μια σημείωση στο περιθώριο:

«Το υλικό (κιβώτιο) να κρυφτεί στο κάτω μέρος. ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΙ.»

Η Ελένη θυμήθηκε την καταπακτή, το χαλί, το τρίτο κλειδί—και ένιωσε ότι η βιβλιοθήκη δεν ήταν ποτέ μόνο βιβλιοθήκη. Ήταν θησαυροφυλάκιο μιας ντροπής.

Ο εισαγγελέας γύρισε στον πρόεδρο.

«Μηνά Σταθάτο… αυτό το “διευθετηθεί” τι σημαίνει; Υιοθεσία; Μεταφορά; Απόκρυψη;»

Ο πρόεδρος δεν απάντησε. Κοίταξε το πάτωμα.

Ο έφορος ψέλλισε:

«Ήταν παλιά. Άλλοι… τότε…»

Η Ελένη τον διέκοψε κοφτά.

«Η Άννα δεν πέθανε για “παλιά”. Πέθανε γιατί αυτά τα παλιά δεν πέθαναν ποτέ.»

Και τότε—σαν να μην έφτανε—ο Λυμπέρης τράβηξε μια ακόμα σελίδα: εκτύπωση email/επιστολής από Τρίπολη για την Άννα Μπαλή. Σχεδόν ίδια με εκείνη που είχε βρει η Ελένη στον φάκελο “Μετάθεση”: επιμονή της Άννας να ελέγξει παλαιά αρχεία δωρεών/καταλόγων, “να διευθετηθεί διακριτικά”.

Ο εισαγγελέας σταμάτησε.

Το κοίταξε ξανά.

Και είπε κάτι που δεν ήταν ερώτηση πια. Ήταν συμπέρασμα:

«Η Άννα μετατέθηκε εδώ για να την τακτοποιήσουν. Όχι για να εργαστεί.»

Η Ελένη ένιωσε το αίμα της να ανεβαίνει.

«Κι εκείνη», είπε, «έκανε το λάθος που κάνουν οι έντιμοι: άνοιξε φακέλους που δεν της ανήκαν.»

Ο πρόεδρος ψιθύρισε, σχεδόν άθελά του:

«Αν άνοιγε… θα γινόταν χαμός…»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το κεφάλι.

«Χάος; Ή αποκάλυψη;»

Ο πρόεδρος δεν απάντησε. Αλλά τα μάτια του είπαν ναι.

Και τότε η Ελένη κατάλαβε:
το “σφραγισμένο” δεν έκρυβε μόνο ένα παιδί από το 1986.
Έκρυβε μια αλυσίδα ανθρώπων που “διευθετήθηκαν”: με μεταθέσεις, με σιωπές, με απειλές.

Η Άννα ήταν ο τελευταίος κρίκος—και την έσπασαν.


Η σκηνή όπου ο εισαγγελέας καταλαβαίνει: “Ανδρέας” δεν είναι όνομα — είναι κωδικός

(Βράδυ. Το κοινοτικό γραφείο έχει αδειάσει. Ο Λυμπέρης μένει μόνος με τον φάκελο. Η σόμπα τρίζει. Έξω το χιόνι σβήνει ήχους. Ο εισαγγελέας δεν είναι άνθρωπος των μεταφυσικών, αλλά είναι άνθρωπος της επανάληψης: όταν κάτι επαναλαμβάνεται, είναι μοτίβο.)

Ο Λυμπέρης άπλωσε τα έγγραφα στο τραπέζι σε σειρά:
1986 – “Ανδρέας (κωδ.)” – “μην ανοίξει” – κιβώτιο κάτω από τη βιβλιοθήκη.
2026 – Άννα Μπαλή – επιμονή σε παλαιά αρχεία – “να διευθετηθεί διακριτικά”.

Και στη μέση: το “Ανδρέας”.

Ο εισαγγελέας είχε δει πολλά ψέματα. Τα ψέματα, σχεδόν πάντα, έχουν υπερβολή.
Αυτό εδώ είχε οικονομία. Σαν υπηρεσιακή γλώσσα. Σαν κώδικας.

Ξανακοίταξε τον τίτλο:

ΥΠΟΘΕΣΗ: ΑΝΔΡΕΑΣ (ΚΩΔ. 1986)

Σημείωσε στο χαρτί του:

·        Ανδρέας = όνομα

·        Ανδρέας = πρόσωπο

·        Ανδρέας = κάλυμμα

Και τότε θυμήθηκε κάτι που του είχε πει η Ελένη Κομνηνού—ότι στο χωριό όταν ρωτάς “Ανδρέας;” οι απαντήσεις έρχονται με περίεργη βεβαιότητα: «Δεν έχουμε Ανδρέα εδώ. Ποτέ δεν είχαμε.»

“Ποτέ δεν είχαμε.”
Αυτό δεν το λέει κανείς για άνθρωπο.
Το λέει για κάτι που έχει συμφωνηθεί να μην υπάρχει.

Ο Λυμπέρης έβγαλε το κινητό του, άνοιξε σημειώσεις. Έγραψε:

ΑΝΔΡΕΑΣ = Α.Ν.ΔΡ.Ε.Α.Σ.;

Χαμογέλασε με την ίδια δυσπιστία που έχει ένας δικαστικός όταν πιάνει τον εαυτό του να σκέφτεται σαν κρυπτογράφος.

Και όμως… η υπόθεση είχε ήδη κλειδιά, “σφραγισμένα”, καταπακτές, τρίτα κλειδιά.
Οι άνθρωποι που κρύβουν πράγματα αγαπούν τους μηχανισμούς. Ο κώδικας είναι ο πιο καθαρός μηχανισμός.

Πήρε ένα χαρτί του 1986 και διάβασε την υπογραφή: “Α. Κ.” (κομμένη, μισή). Θυμήθηκε το σταυρουδάκι που είχε περιγράψει η Ελένη (με χαραγμένο Α.Κ.). Δεν ήξερε αν ήταν “όνειρο” ή στοιχείο, αλλά στο μυαλό του όλα γίνονταν πλέον ίδια υφή: υλικό που πρέπει να επαληθευτεί.

Έσκυψε πιο κοντά σε μια υπηρεσιακή σφραγίδα. Η σφραγίδα έγραφε:

ΑΡΧΕΙΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ – ΔΡ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ – ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ

Ο Λυμπέρης πάγωσε.

Σήκωσε τα γράμματα ένα-ένα:

Α (Αρχείο)
Ν (Νομαρχίας)
ΔΡ (Δρ. Εποπτεία)
Α (Απόρρητο)
Σ (Συμβάντων)

Κοίταξε ξανά.

Και ξανά.

Ήταν άκομψο, τυχαίο, αλλά ακριβώς αυτό που θα σκαρφιζόταν μια υπηρεσία που θέλει να κρύψει κάτι “καθαρά” μέσα στο χαρτί.

ΑΝΔΡΑΣ.

Η λέξη έλειπε ένα Ε για να γίνει “Ανδρέας”. Το Ε… υπήρχε αλλού: σε μια δεύτερη γραμμή της ίδιας σφραγίδας:

Ειδικός Έλεγχος

Ο εισαγγελέας ένιωσε για πρώτη φορά εκείνο το αίσθημα που μισεί: το αίσθημα ότι κάποιος άλλος έχει γράψει το σενάριο πριν από αυτόν.

Έγραψε στο χαρτί του, με έντονα γράμματα:

ΑΝΔΡΕΑΣ = Αρχείο Νομαρχίας / Δρ. Εποπτεία / Απόρρητο / Συμβάντων + Ειδικός Έλεγχος

Δεν είναι άνθρωπος.
Είναι φάκελος-κατηγορία.
Και μέσα σε αυτόν τον φάκελο έχουν χωρέσει άνθρωποι.

Σηκώθηκε απότομα. Πήγε στο παράθυρο. Έξω, χιόνι.

Και τότε κατάλαβε το πιο άσχημο:

Η Ελένη έλεγε “ο Ανδρέας μού μιλάει στην καρδιά”.
Αν ο Ανδρέας είναι κωδικός, τότε αυτό που “της μιλάει” δεν είναι φάντασμα.
Είναι η ίδια η υπόθεση—η πίεση του κρυμμένου—που βρίσκει δίαυλο μέσα της.

Ο Λυμπέρης γύρισε στο τραπέζι, μάζεψε τα χαρτιά. Στο τελευταίο έγγραφο υπήρχε φράση (στεγνή, υπηρεσιακή):

«Το υλικό παραμένει στο κάτω μέρος. Να μην ανοιχθεί χωρίς εντολή.»

Και δίπλα, χειρόγραφη προσθήκη:

«Αν ανοιχτεί, θα χρειαστεί “διευθέτηση”.»

Ο εισαγγελέας ψιθύρισε:

«Άρα η Άννα… άνοιξε. Και τη διευθέτησαν.»

Πήρε το παλτό του. Βγήκε.

Στο διάδρομο, συνάντησε την Ελένη που περίμενε σαν να τον ήξερε ήδη.

«Το κατάλαβες;» τον ρώτησε χωρίς πρόλογο.

Ο Λυμπέρης δεν τη ρώτησε “πώς ξέρεις ότι το κατάλαβα”. Δεν είχε σημασία. Σ’ αυτό το χωριό, οι πληροφορίες κυκλοφορούσαν σαν καπνός.

«Ναι», είπε. «Ο Ανδρέας δεν είναι όνομα. Είναι ετικέτα. Είναι κωδικός για να θάβουν ιστορίες χωρίς να γράφουν ονόματα.»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

«Και τώρα;»

Ο εισαγγελέας κοίταξε προς τη βιβλιοθήκη, εκεί που κάτω από χαλί υπήρχε καταπακτή κλειδωμένη και ένα τρίτο κλειδί που “δεν υπάρχει”.

«Τώρα», είπε, «θα ανοίξουμε αυτό που δεν έπρεπε να ανοιχτεί. Αλλά όχι μόνοι. Γιατί όποιος άνοιξε πρώτος… πέθανε.»

Η Ελένη ένιωσε τον Ανδρέα μέσα της—όχι σαν φωνή, αλλά σαν βάρος.

Και σαν να απάντησε το χωριό, από μακριά, ακούστηκε το γνωστό:

κλικ.
Ένα. Όχι δύο.


«Το χιόνι δεν σβήνει τα ίχνη. Τα φωτίζει.»

Η νύχτα στο Καστράκι δεν είχε ουρανό.
Είχε σιωπή.

Το χιόνι έπεφτε χωρίς βιασύνη, σαν να ήξερε πως δεν υπάρχει κανείς να το σταματήσει. Κάλυπτε τις σκεπές, τα πεζούλια, τα ξεχασμένα μονοπάτια—μα δεν κατάφερνε να καλύψει εκείνη τη λεπτή αίσθηση πως κάτι κινείται μέσα στο χωριό όταν όλα δείχνουν ακίνητα.

Στο μικρό ξενοδοχείο, η Ελένη Κομνηνού στεκόταν πίσω από την κουρτίνα του δωματίου της και κοιτούσε τον δρόμο. Όχι γιατί περίμενε κάποιον.
Αλλά γιατί είχε αρχίσει να φοβάται το αντίθετο: πως κανείς δεν θα ερχόταν όταν θα έπρεπε.

Φορούσε ένα λεπτό πλεκτό, σκούρο, σχεδόν μαύρο, που έκανε το δέρμα της να φαίνεται πιο λευκό απ’ το χιόνι. Τα μαλλιά της, καστανά και βαριά, ήταν πιασμένα πρόχειρα πίσω, αλλά δύο τούφες έπεφταν στα ζυγωματικά της σαν να μην υπάκουαν ούτε στην ίδια. Το πρόσωπό της είχε εκείνη την ωριμότητα που δεν χαρίζεται από χρόνια—χαρίζεται από υποθέσεις. Από απώλειες. Από βλέμματα που έμειναν ανοιχτά όταν έπρεπε να κλείσουν.

Ήταν γύρω στα σαράντα, ίσως λίγο παραπάνω, αλλά το σώμα της—ψηλό, λεπτό, νευρικό—έμοιαζε να κινείται με μια ένταση που δεν είχε ηλικία. Σαν να είχε πάντα μέσα της ένα «πρέπει» που δεν τελείωνε.

Το δωμάτιο μύριζε καλοριφέρ και χαρτί. Στο κομοδίνο, δίπλα σε μια κούπα τσάι που είχε κρυώσει, υπήρχαν οι σημειώσεις της: ημερομηνίες, ονόματα, κλειδιά, κλικ. Και ανάμεσά τους, μια λέξη που δεν έφευγε ποτέ:

Ανδρέας.

Η Ελένη άγγιξε την άκρη του τετραδίου σαν να ακουμπούσε πληγή. Και τότε… το άκουσε.

Βήματα στον διάδρομο.

Όχι τα βιαστικά βήματα του ξενοδόχου.
Όχι τα ελαφριά βήματα μιας γυναίκας που πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο.

Ήταν βήματα άντρα. Σταθερά. Αργά. Με ένα βάρος που δεν ήταν μόνο σώμα—ήταν απόφαση.

Και ύστερα, ένα χτύπημα στην πόρτα.

Όχι δυνατό.
Όχι τυπικό.

Δύο χτυπήματα. Σαν να ρωτούσε: μπορώ;
Και ταυτόχρονα σαν να έλεγε: πρέπει.

Η Ελένη δεν μίλησε αμέσως. Πήγε προς την πόρτα και στάθηκε πίσω της. Ένιωσε κάτι στο στήθος—όχι φόβο. Όχι ακριβώς.

Κάτι σαν προαίσθηση ότι αυτή η στιγμή δεν ήταν απλώς μια επίσκεψη.

Άνοιξε.

Ο εισαγγελέας Λυμπέρης στεκόταν στο κατώφλι, και το χιόνι πίσω του έκανε το σκοτάδι να φαίνεται πιο βαθύ.

Ήταν ψηλός—πάνω από ένα και ογδόντα—με ώμους φαρδιούς, αλλά όχι “φουσκωμένους”. Σώμα άντρα που δεν γυμνάζεται για επίδειξη, αλλά επειδή κουβαλάει μέρες βαριές. Το παλτό του, σκούρο γκρι, είχε πάνω του μικρούς κρυστάλλους από χιόνι που έλιωναν αργά. Σαν να έφερνε μέσα στο δωμάτιο το ίδιο το χωριό.

Το πρόσωπό του… αυστηρό, με σαγόνι κοφτό και βλέμμα που συνήθως δεν άφηνε χώρο για συναισθήματα. Μα αυτή τη φορά—για πρώτη φορά—η αυστηρότητα έμοιαζε να έχει ρωγμή. Μια ρωγμή που δεν φαινόταν στους άλλους. Φαινόταν μόνο σ’ εκείνη.

Ήταν κάπου στα σαράντα πέντε. Τα μαλλιά του σκούρα, με λίγες ασημένιες γραμμές στους κροτάφους. Και τα μάτια του… μάτια ανθρώπου που έχει δει πολλές αλήθειες να “τακτοποιούνται”.

Η Ελένη τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

Ο Λυμπέρης, αντί να μπει αμέσως, έμεινε στο κατώφλι. Ένας άντρας που σέβεται τις πόρτες. Ή που φοβάται τι θα γίνει αν τις περάσει.

«Συγγνώμη για την ώρα», είπε χαμηλά.

Η φωνή του δεν ήταν η ίδια που είχε στο κοινοτικό γραφείο. Εκείνη η φωνή είχε “νόμο”. Αυτή είχε… άνθρωπο.

Η Ελένη έκανε στην άκρη.

«Περάστε.»

Και εκείνος πέρασε.

Όταν μπήκε, το δωμάτιο μίκρυνε. Όχι από χώρο—από ένταση. Σαν να γέμισε αέρας με κάτι που δεν είχε όνομα ακόμα.

Ο Λυμπέρης έβγαλε το παλτό του αργά. Το κρέμασε στην καρέκλα. Η κίνηση ήταν απλή, αλλά είχε κάτι που έμοιαζε… οικείο. Σαν να ανήκε ήδη εκεί. Σαν να είχε ξαναμπεί σε αυτό το δωμάτιο σε άλλη ζωή.

Η Ελένη στάθηκε απέναντί του. Και για πρώτη φορά, τον είδε όχι ως εισαγγελέα—αλλά ως άντρα.

Και ο Λυμπέρης… την είδε όχι ως εγκληματολόγο. Ούτε ως “συγγραφέα”.

Την είδε σαν γυναίκα που κουβαλάει κάτι αόρατο στους ώμους της.

«Δεν ήρθα για κατάθεση», είπε εκείνος.

Η Ελένη σήκωσε ελαφρά το φρύδι.

«Τότε;»

Ο Λυμπέρης άνοιξε το στόμα, μα δεν βγήκε λέξη αμέσως. Σαν να διάλεγε όχι την αλήθεια—την ασφαλή αλήθεια.

«Ήρθα… γιατί δεν μου άρεσε που σας άφησα να φύγετε μόνη σήμερα.»

Η Ελένη ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα. Σαν κάτι να την άγγιξε από μέσα. Δεν ήταν χαρά. Ήταν κάτι πιο επικίνδυνο: ανακούφιση.

«Με προστατεύετε, εισαγγελέα;» είπε, αλλά η φωνή της δεν ήταν ειρωνική. Ήταν δοκιμή.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Όχι πολύ. Αλλά αρκετό ώστε η ανάσα του να “φτάσει” την ατμόσφαιρα της.

«Όχι», είπε. «Προσπαθώ να προστατεύσω… την υπόθεση.»

Η Ελένη χαμογέλασε ελάχιστα.

«Ψέματα.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε. Και το βλέμμα του, αντί να την παγώσει, την ζέστανε. Γιατί είχε μέσα του κάτι που δεν είχε ποτέ ως τώρα: θαυμασμό.

«Εντάξει», παραδέχτηκε. «Ψέματα.»

Μια παύση.

Και μέσα στην παύση, το χιόνι έξω χτυπούσε το τζάμι σαν να ήθελε να μπει.

Η Ελένη πήγε προς το μικρό τραπέζι.

«Θα πιείτε κάτι;»

Ο Λυμπέρης την παρακολούθησε καθώς περπατούσε. Η κίνησή της ήταν ήρεμη, αλλά κάτω από αυτήν υπήρχε ένταση. Σαν να περπατούσε πάνω σε λεπτό πάγο.

«Όχι», είπε. «Αν πιω… θα χαλαρώσω. Και δεν πρέπει.»

Η Ελένη γύρισε προς το μέρος του.

«Και γιατί δεν πρέπει;»

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε αμέσως. Πλησίασε το παράθυρο. Κοίταξε το χιόνι.

«Γιατί όταν χαλαρώνω», είπε τελικά, «αρχίζω να θυμάμαι.»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Όχι για εκείνον. Για τον τρόπο που το είπε. Σαν να ήταν τιμωρία.

«Κι εγώ θυμάμαι όταν δεν πρέπει», είπε εκείνη. «Γι’ αυτό γράφω. Για να βάλω τη μνήμη σε σειρά. Να μην με σκοτώνει.»

Ο Λυμπέρης γύρισε αργά προς το μέρος της.

«Η Άννα…» είπε, και η φωνή του έπεσε. «Δεν πρόλαβε να βάλει τίποτα σε σειρά.»

Η Ελένη ένιωσε το δωμάτιο να σκοτεινιάζει. Σαν να μπήκε η Άννα ανάμεσά τους, αόρατη, και να τους χώρισε.

«Δεν την άφησαν», είπε η Ελένη. «Την “διευθέτησαν”.»

Ο Λυμπέρης έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Έπειτα τα άνοιξε, και τώρα φαινόταν πως κάτι μέσα του είχε ήδη σπάσει.

«Ξέρετε τι με πονάει περισσότερο;» είπε.

Η Ελένη δεν μίλησε. Περίμενε.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα. Μετά άλλο ένα. Και στάθηκε τόσο κοντά που αν άπλωνε το χέρι του, θα άγγιζε τα μαλλιά της.

Δεν το έκανε. Ακόμα.

«Με πονάει που την είδα στα χαρτιά… πριν τη δω νεκρή.»

Η Ελένη πάγωσε.

«Τι εννοείτε;»

Ο Λυμπέρης πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Στην Τρίπολη… πριν χρόνια… είχα μια υπόθεση. Μια κοπέλα που ζητούσε προστασία. Μια μετακίνηση. Ένα “να φύγει από εδώ”. Και τότε… οι υπηρεσίες είπαν πως “θα τακτοποιηθεί”.»

Η Ελένη ένιωσε τη λέξη να την χτυπάει στο πρόσωπο.

Τακτοποιηθεί.

Ήταν η ίδια λέξη. Η ίδια βρωμερή ευγένεια.

«Ήταν η Άννα;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης κούνησε το κεφάλι αργά.

«Όχι. Αλλά ήταν… το ίδιο μοτίβο.»

Η Ελένη έσφιξε τα χέρια της.

«Και δεν κάνατε τίποτα;»

Ο Λυμπέρης δεν θύμωσε. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό. Δεν θύμωσε, γιατί είχε ήδη κατηγορήσει τον εαυτό του.

«Έκανα ό,τι μου επέτρεπε η θέση μου. Ό,τι μου επέτρεπε το σύστημα. Και μετά… κοιμήθηκα. Και νόμιζα ότι το ξεπλήρωσα με δουλειά.»

Η Ελένη τον κοίταξε και κατάλαβε. Ο πόνος δεν ήταν “συμπάθεια”. Ήταν κοινός τόπος.

«Κι εγώ…» είπε σιγανά, «δεν κοιμάμαι. Γιατί όταν κοιμάμαι… έρχεται ο Ανδρέας.»

Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους σαν σπίθα.

Ο Λυμπέρης σήκωσε το βλέμμα αμέσως. Το βλέμμα του σκλήρυνε, αλλά όχι απέναντί της. Απέναντι στη λέξη.

«Ανδρέας», επανέλαβε.

Η Ελένη έγνεψε.

«Σαν να είναι μέσα μου. Σαν να ξέρει την καρδιά μου καλύτερα από μένα. Και… σαν να με οδηγεί.»

Ο Λυμπέρης πλησίασε κι άλλο. Τώρα ήταν τόσο κοντά που η Ελένη ένιωθε τη ζέστη του σώματός του μέσα στο κρύο του δωματίου.

«Δεν είναι όνομα», είπε εκείνος χαμηλά. «Είναι κωδικός.»

Η Ελένη χαμογέλασε πικρά.

«Το ξέρω. Αλλά… εγώ τον νιώθω σαν άνθρωπο.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το χέρι του αργά. Δεν την άγγιξε αμέσως. Πρώτα σταμάτησε στον αέρα, σαν να ζητούσε άδεια από κάτι αόρατο.

Κι ύστερα… άγγιξε πολύ απαλά μια τούφα μαλλιών που είχε πέσει στο μάγουλό της. Την έσπρωξε πίσω από το αυτί της, με κίνηση σχεδόν ανεπαίσθητη.

Ήταν τόσο μικρό που θα μπορούσε να περάσει ως “τυχαίο”.

Αλλά δεν ήταν.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της. Όχι γιατί φοβήθηκε. Αλλά γιατί ένιωσε—για μια στιγμή—πως κάποιος την βλέπει χωρίς να την εξετάζει.

Ο Λυμπέρης κατέβασε το χέρι του αργά.

«Συγγνώμη», είπε.

Η Ελένη κούνησε το κεφάλι. Δεν είπε “μην το κάνετε”. Δεν είπε “κάντε το ξανά”.

Είπε μόνο:

«Μην ζητάτε συγγνώμη για πράγματα που σας κρατούν άνθρωπο.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε σαν να του έδωσε κάτι που δεν είχε πάρει ποτέ στη ζωή του: άδεια να νιώσει.

«Ξέρετε τι άλλο με τρομάζει;» είπε.

Η Ελένη ψιθύρισε:

«Τι;»

Ο Λυμπέρης έσκυψε λίγο πιο κοντά. Τώρα η φωνή του δεν ήταν για το δωμάτιο. Ήταν μόνο για εκείνη.

«Ότι σας βρίσκω… επικίνδυνα όμορφη.»

Η Ελένη δεν γέλασε. Δεν έκανε πίσω. Μόνο τα μάτια της σκοτείνιασαν—όχι από θυμό. Από κάτι που πάλευε να μη γεννηθεί.

«Είμαι επικίνδυνη γενικά», είπε.

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε αχνά. Το χαμόγελο δεν του πήγαινε—κι όμως, τον έκανε πιο αληθινό.

«Ναι», είπε. «Αλλά σήμερα… δεν είναι αυτό που με τραβάει.»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα. Και εκεί, στο βάθος της σκέψης της, πέρασε η Άννα. Σαν ψίθυρος: μην ξεχνάς γιατί είσαι εδώ.

Η θλίψη μπήκε ανάμεσά τους σαν τρίτος άνθρωπος.

«Πονάει αυτή η υπόθεση», είπε η Ελένη.

Ο Λυμπέρης έγνεψε.

«Γιατί…» άρχισε εκείνος, και σταμάτησε.

Η Ελένη συμπλήρωσε, σχεδόν χωρίς να το θέλει:

«Γιατί δεν είναι μόνο για την Άννα. Είναι για όλους όσους “διευθετήθηκαν”.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε. Τα μάτια του είχαν σκοτάδι, αλλά όχι κρύο. Είχαν εκείνο το σκοτάδι που έρχεται όταν ένας άνθρωπος παραδέχεται κάτι.

«Και για μένα», είπε. «Είναι και κάτι άλλο.»

Η Ελένη ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

«Τι;»

Ο Λυμπέρης έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του ένα μικρό χαρτί. Δίπλωμα παλιό. Φωτοτυπία. Μια υπογραφή. Και δυο γράμματα.

Α.Κ.

Το άφησε πάνω στο τραπέζι.

«Αυτό το “Α.Κ.”», είπε, «δεν το είδα πρώτη φορά εδώ.»

Η Ελένη πάγωσε.

«Πού;»

Ο Λυμπέρης ανέπνευσε βαθιά.

«Σε μια δικογραφία στην Τρίπολη. Πριν δεκαπέντε χρόνια. Ένας μάρτυρας που εξαφανίστηκε. Ένας φάκελος που “χάθηκε”. Και ένα όνομα που κανείς δεν έλεγε δυνατά. Όχι γιατί φοβόταν τον άνθρωπο… αλλά γιατί φοβόταν αυτό που σήμαινε.»

Η Ελένη ψιθύρισε:

«Ανδρέας…»

Ο Λυμπέρης έγνεψε.

«Τότε νόμιζα ότι ήταν απλώς ένας άνθρωπος που γλίστρησε. Τώρα καταλαβαίνω… ότι ήταν ο τρόπος τους να ονομάζουν κάτι χωρίς να το ονομάζουν.»

Η Ελένη ένιωσε ένα ρίγος.

«Και τι σχέση έχει αυτό με τη ζωή σας;» τον ρώτησε.

Ο Λυμπέρης χαμήλωσε το βλέμμα.

«Είχα αδελφή», είπε.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να σταματά για ένα κλάσμα.

«Τι;»

«Μικρότερη. Δεκαεννιά χρονών. Έξυπνη. Με βλέμμα σαν το δικό σας—όχι ίδιο, αλλά… ίδιο θάρρος. Μια μέρα ήρθε σπίτι και είπε: “Ξέρω κάτι που δεν πρέπει να ξέρω.”»

Η Ελένη δεν ανάσαινε πια.

«Και;»

Ο Λυμπέρης σήκωσε τα μάτια του. Ήταν υγρά. Αλλά δεν κύλησε δάκρυ. Δεν του επέτρεπε ο εαυτός του.

«Και μετά… εξαφανίστηκε.»

Η Ελένη ένιωσε το δωμάτιο να γέρνει.

«Και δεν την βρήκατε;»

Ο Λυμπέρης γέλασε χωρίς χαρά.

«Την έψαξα. Έγινα αυτό που είμαι για να την βρω. Και κάθε φορά που έφτανα κοντά… υπήρχε ένας τοίχος. Ένας κώδικας. Ένα “σφραγισμένο”. Ένα “διευθετήθηκε”.»

Η Ελένη ένιωσε τα μάτια της να καίνε.

«Γι’ αυτό είστε εδώ», είπε. «Όχι μόνο για την Άννα.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε σαν να τον ξεγύμνωσε.

«Ναι.»

Η Ελένη κατέβασε το βλέμμα. Τα δάχτυλά της άγγιξαν το τετράδιο. Την λέξη “Ανδρέας”. Σαν να ήταν πληγή κοινή.

«Κι εγώ», είπε σιγανά, «έχασα κάποιον. Όχι έτσι. Αλλά… χάθηκε μέσα μου.»

Ο Λυμπέρης πλησίασε πιο κοντά. Τώρα δεν υπήρχε πια “χώρος ασφαλείας”. Τώρα υπήρχε μόνο η απόσταση δύο ανθρώπων που καταλαβαίνουν.

«Ποιον;»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.

«Τον Ανδρέα», είπε. «Όχι τον κωδικό. Τον άνθρωπο. Ή… αυτό που νόμιζα ότι ήταν άνθρωπος. Πριν χρόνια. Σε μια υπόθεση. Πριν αρχίσω να γράφω για να αντέχω.»

Ο Λυμπέρης έμεινε ακίνητος. Σαν να τον χτύπησε κάτι στο κέντρο του στήθους.

«Τον γνώριζες;» ψιθύρισε.

Η Ελένη άνοιξε τα μάτια της.

«Δεν ξέρω πια τι γνώριζα. Ξέρω μόνο ότι όταν τον σκέφτομαι… η καρδιά μου κάνει το ίδιο πράγμα που κάνει η πόρτα της βιβλιοθήκης: ένα κλικ. Και μετά… τίποτα δεν είναι ασφαλές.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε αργά το χέρι του. Αυτή τη φορά, δεν πήγε στα μαλλιά της.

Πήγε στο χέρι της.

Τα δάχτυλά του ακούμπησαν τα δικά της—ελαφρά, σαν να δοκίμαζε θερμοκρασία. Σαν να ρωτούσε: αν σε κρατήσω, θα σπάσεις;

Η Ελένη δεν τράβηξε το χέρι της. Μόνο ένιωσε τη ζεστασιά να ανεβαίνει από τα δάχτυλα προς το στήθος.

«Ελένη…» είπε ο Λυμπέρης, και το είπε όπως δεν το είχε πει ποτέ κανείς εκείνη τη βδομάδα: χωρίς επάγγελμα, χωρίς ρόλο. Μόνο όνομα.

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα της.

«Λυμπέρη…»

Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, ο Λυμπέρης έκανε κάτι που δεν θα έκανε ποτέ σε αίθουσα ανάκρισης:
έσκυψε λίγο πιο κοντά.

Η ανάσα του άγγιξε το πρόσωπό της.

Η Ελένη ένιωσε την στιγμή να βαραίνει. Σαν να ερχόταν ένα φιλί όχι από επιθυμία μόνο—αλλά από ανάγκη. Από την ανάγκη δύο ανθρώπων να ξεχάσουν για ένα δευτερόλεπτο πως ο κόσμος σκοτώνει.

Τα χείλη του πλησίασαν.

Και τότε…

Ένα χτύπημα στην πόρτα.

Τρεις φορές. Απότομα. Επιτακτικά.

Η Ελένη τινάχτηκε σαν να την έπιασαν.

Ο Λυμπέρης γύρισε το κεφάλι αργά. Τα μάτια του σκοτείνιασαν.

Η Ελένη πήγε στην πόρτα. Δεν ρώτησε “ποιος”. Την άνοιξε.

Στο κατώφλι δεν ήταν άνθρωπος.

Ήταν ένα χαρτί, περασμένο κάτω από την πόρτα. Διπλωμένο.

Η Ελένη το πήρε. Το άνοιξε.

Μία μόνο φράση, γραμμένη με κεφαλαία:

«ΑΝ ΤΟΛΜΗΣΕΤΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΤΟ ΚΑΤΩ ΜΕΡΟΣ, ΘΑ ΣΑΣ ΚΛΕΙΔΩΣΟΥΜΕ ΜΕΣΑ.»

Ο Λυμπέρης πήρε το χαρτί από τα χέρια της. Το διάβασε. Και το κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν—σαν να ήθελε να το τσακίσει, αλλά συγκρατήθηκε.

Η Ελένη ψιθύρισε:

«Μας παρακολουθούν.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

«Μας γράφουν», είπε. «Όπως έγραψαν την Άννα.»

Η Ελένη ένιωσε την θλίψη να επιστρέφει σαν κύμα. Αλλά μαζί της, κάτι άλλο: πείσμα.

«Δεν θα τους αφήσω», είπε.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Και αυτή τη φορά, δεν ήταν διστακτικός. Έβαλε το χέρι του στο μάγουλό της, απαλά—όχι σαν κατάκτηση. Σαν υπόσχεση.

«Ούτε εγώ», είπε.

Η Ελένη ένιωσε το δέρμα της να ανατριχιάζει.

«Γιατί;» τον ρώτησε, σχεδόν άγρια. «Γιατί πονάει τόσο αυτή η υπόθεση και τους δυο μας;»

Ο Λυμπέρης κράτησε το βλέμμα της.

«Γιατί…» είπε αργά, «ό,τι κρύβεται στο σφραγισμένο… δεν σκότωσε μόνο την Άννα. Σκότωσε και κάτι μέσα μας πριν χρόνια. Και τώρα… επέστρεψε να τελειώσει τη δουλειά.»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.

«Και ο Ανδρέας;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης χαμήλωσε τη φωνή.

«Ο Ανδρέας είναι το κλειδί που ανοίγει όλα τα λάθος δωμάτια.»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια. Και μέσα στο σκοτάδι τους, άκουσε ξανά εκείνη τη φωνή—όχι από έξω. Από μέσα.

«Μην τον φιλήσεις ακόμη…»
«Θα τον χάσεις πριν τον βρεις.»

Άνοιξε τα μάτια της απότομα.

Ο Λυμπέρης την κοιτούσε. Σαν να κατάλαβε πως κάτι πέρασε από μέσα της.

«Τον άκουσες;» ρώτησε.

Η Ελένη έγνεψε.

«Ναι.»

Ο Λυμπέρης πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να αποφάσισε κάτι που δεν είχε αποφασίσει ποτέ στη ζωή του.

«Τότε δεν έχουμε χρόνο», είπε. «Αύριο ανοίγουμε την καταπακτή. Μαζί.»

Η Ελένη ένιωσε τη λέξη “μαζί” να την χτυπάει πιο δυνατά κι από την καταπακτή.

Κι εκείνος, πριν φύγει—ή ίσως πριν το μετανιώσει—έσκυψε ξανά.

Όχι για φιλί στα χείλη.

Αλλά για κάτι πιο επικίνδυνο:
ένα φιλί στον κρόταφο.
Μικρό. Σιωπηλό. Σαν σφραγίδα που δεν φαίνεται.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη.

Ο Λυμπέρης έκανε πίσω, σαν να φοβήθηκε τον εαυτό του. Πήρε το παλτό του.

Στάθηκε στην πόρτα.

Και πριν βγει, είπε:

«Αν πάθετε κάτι… δεν θα είμαι πια εισαγγελέας. Θα είμαι… κάτι άλλο.»

Η Ελένη δεν ρώτησε “τι”.

Το ήξερε.

Ο Λυμπέρης έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Και η Ελένη έμεινε μόνη.

Μόνο που αυτή τη φορά… δεν ήταν η ίδια μοναξιά.

Γιατί τώρα, η νύχτα είχε αφήσει μέσα στο δωμάτιο δύο πράγματα:

1.     έναν φόβο που είχε γίνει κοινός

2.     και έναν έρωτα που δεν είχε γεννηθεί ακόμη—αλλά είχε ήδη αρχίσει να αναπνέει.

Και έξω, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει, σαν να σκέπαζε τον κόσμο…

ενώ κάτω από τον κόσμο, κάτι περίμενε να ανοίξει.


«Η κάθοδος στην καταπακτή»

 

Το πρωί δεν ήρθε καθαρό. Ήρθε βαρύ.

Το χιόνι είχε σκληρύνει πάνω στα πεζούλια σαν άσπρη πέτσα. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι, μα η αίσθηση του βλέμματος υπήρχε παντού—όχι σαν άνθρωποι που κοιτούν, αλλά σαν σπίτια που θυμούνται.

 

Η Ελένη και ο Λυμπέρης έφτασαν στη βιβλιοθήκη πριν ανοίξει για το κοινό. Δεν μίλησαν πολύ στον δρόμο. Η σιωπή τους δεν ήταν άβολη· ήταν προετοιμασία. Και κάτι ανάμεσά τους—μια λεπτή, χθεσινή ζεστασιά—έμοιαζε να έχει ντυθεί τώρα με καθήκον.

Ο Λυμπέρης φορούσε σήμερα ένα πιο απλό παλτό, δίχως γραβάτα. Σαν να είχε αφήσει σκόπιμα την “ιδιότητα” στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Η Ελένη είχε τυλίξει τον λαιμό της με ένα κασκόλ σκούρο, και τα μαλλιά της ήταν πιασμένα αυστηρά, αλλά τα μάτια της—τα μάτια της δεν πιάνονταν πουθενά. Έμοιαζαν σαν να προχωρούν μισό βήμα μπροστά από το σώμα.

Στο κατώφλι της βιβλιοθήκης τούς περίμενε ο υπαστυνόμος με δύο άντρες. Κι από πιο πέρα, σχεδόν κρυμμένοι πίσω από το παράθυρο του καφενείου, άνθρωποι του χωριού που “δεν κοιτούν”, αλλά δεν χάνουν τίποτα.

Ο Λυμπέρης έγνεψε τυπικά στον υπαστυνόμο.

«Κανείς μέσα. Κανείς έξω. Αν ακουστεί τίποτα, μου το λέτε πριν αναπνεύσετε.»

Ο υπαστυνόμος ψέλλισε «μάλιστα» με μια υπακοή που έμοιαζε και φόβος.

Η Ελένη πέρασε πρώτη στη βιβλιοθήκη. Όχι από θράσος. Από ένστικτο. Σαν να την τραβούσε κάτι κάτω από τα ράφια.

Το πίσω δωμάτιο ήταν όπως το είχαν αφήσει: η κορδέλα κομμένη καθαρά, η μυρωδιά του κρύου μετάλλου και εκείνη η λεπτή υποψία πως κάποιος είχε σταθεί εδώ πρόσφατα, χωρίς να αφήσει βήματα.

Το χαλί ήταν στη θέση του. Φτηνό, παλιό, με ξεθωριασμένα γεωμετρικά σχέδια. Ένα χαλί που φώναζε: πάτα με, μη σκέφτεσαι.

Η Ελένη γονάτισε και σήκωσε μια γωνία. Η ανάσα της έγινε λευκή, ενώ μέσα ήταν ζεστά.

Κάτω, φάνηκε η σιδερένια καταπακτή.

Στο κέντρο της: μια κλειδαριά στενή, παράξενη, σαν να είχε φτιαχτεί για κλειδί που δεν κυκλοφορεί πια.

Ο Λυμπέρης στάθηκε δίπλα της και άφησε ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο στην παλάμη του—το κλειδί που είχε δει η Ελένη στο μπρελόκ του προέδρου. Ένα κλειδί που “ήταν για αποθήκη”.

Η Ελένη τον κοίταξε.

«Το πήρατε;»

 

«Το δανείστηκα», είπε ήρεμα. «Με τη σωστή διαδικασία: με το βλέμμα μου πάνω του όταν νόμιζε ότι δεν τον κοιτάζει κανείς.»

Η Ελένη χαμογέλασε άκρη-άκρη. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε να χρησιμοποιεί το ένστικτο, όχι μόνο τον νόμο.

Ο Λυμπέρης έσκυψε.

«Έτοιμη;»

Η Ελένη δεν απάντησε. Έβαλε γάντια. Πήρε βαθιά ανάσα. Και τότε—εντελώς ασυναίσθητα—κοίταξε το πάτωμα δίπλα στην κιμωλία του σώματος της Άννας.

Σαν να της έλεγε: έρχομαι.

Ο Λυμπέρης έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά.

Ένα κλικ.

Μόνο ένα.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να κάνει το ίδιο.

Ο Λυμπέρης γύρισε το κλειδί αργά. Ο μηχανισμός αντιστάθηκε, σαν να είχε χρόνια να υποκύψει. Και ύστερα… άνοιξε.

Η καταπακτή αναστέναξε.

Ήταν ήχος μετάλλου—αλλά ακουγόταν σαν ανθρώπινος.

Το πρώτο πράγμα που βγήκε από μέσα δεν ήταν αέρας.

Ήταν μυρωδιά.

Υγρασία παλιά, χώμα, σκουριά. Και κάτι άλλο—κάτι λεπτό σαν χαλασμένο σαπούνι, σαν αποστειρωμένο δωμάτιο που κάποτε προσπάθησε να είναι “καθαρό”.

Ο υπαστυνόμος έκανε ένα βήμα πίσω.

«Θεέ μου…»

Ο Λυμπέρης δεν κοίταξε πίσω. Μόνο έβγαλε έναν φακό από την τσέπη και φώτισε το άνοιγμα.

Μια στενή μεταλλική σκάλα κατέβαινε προς το σκοτάδι.

Η Ελένη ένιωσε για μια στιγμή εκείνη τη γνωστή πίεση στο στήθος.

 

Κι έπειτα, σαν ψίθυρος από μέσα της:

«Κάτω… είναι αυτό που φοβήθηκαν να πουν. Και αυτό που ήθελαν να ξεχάσουν.»

Δεν είπε τίποτα. Μόνο κοίταξε τον Λυμπέρη.

Εκείνος κατάλαβε.

«Μένουν οι άλλοι πάνω», είπε. «Εμείς κατεβαίνουμε.»

Ο υπαστυνόμος πήγε να μιλήσει, αλλά ο Λυμπέρης του έκοψε την ανάσα με ένα βλέμμα.

«Κανείς. Όσο λιγότεροι ξέρουν, τόσο λιγότεροι “διευθετούν”.»

Η Ελένη ακούμπησε το χείλος της καταπακτής. Το μέταλλο ήταν παγωμένο.

Κατέβηκε πρώτη.

Η σκάλα έτριξε κάτω από το βάρος της, σαν να διαμαρτυρόταν που ξυπνούσαν το κάτω μέρος.

Ο Λυμπέρης ακολούθησε, κρατώντας το φως χαμηλά.

Κάθε σκαλί ήταν σαν κατάβαση σε άλλη εποχή. Σαν να κατέβαιναν σε ημερομηνίες, όχι σε μέτρα.

Στο τέλος της σκάλας υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο—χαμηλοτάβανο, με τοίχους από πέτρα και τσιμέντο. Στο πάτωμα, νερό σε λεπτές λιμνούλες. Και στις γωνίες, παλιά κιβώτια, σακιά, σκουριασμένα ράφια.

Κι ένα πράγμα που δεν ταίριαζε με τίποτα:

Μια καρέκλα.

Όχι πλαστική. Όχι “αποθήκης”.

Μια καρέκλα ξύλινη, βαριά, σαν από γραφείο παλιό.

Και γύρω από το ένα μπράτσο της, δεμένο ένα κομμάτι σχοινί—ξεραμένο από χρόνια.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να κλείνει.

«Εδώ…» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης πλησίασε. Έσκυψε. Άγγιξε με γάντι το σχοινί.

 

«Δεν είναι απλώς αποθήκη», είπε.

Η φωνή του ήταν ξύλινη. Αλλά στα μάτια του φάνηκε κάτι σαν οργή που κρατιέται με δόντια.

Ο φακός έπεσε πάνω σε ένα κιβώτιο στο βάθος.

Ξύλινο. Με σκουριασμένα καρφιά. Και πάνω του, σβησμένη με τα χρόνια, μια σφραγίδα με κόκκινη μπογιά:

1986

Η Ελένη ένιωσε να της κόβονται τα γόνατα.

«Το κιβώτιο…»

Ο Λυμπέρης πλησίασε. Το φως έτρεμε λίγο στο χέρι του—όχι από φόβο. Από κάτι πιο βαθύ.

Το κιβώτιο ήταν δεμένο με σύρμα. Ο Λυμπέρης έβγαλε έναν μικρό κόφτη από την τσέπη του. Δεν ρώτησε πώς τον έχει. Οι άνθρωποι σαν κι αυτόν μαθαίνουν να έχουν “εργαλεία”.

Έκοψε το σύρμα.

Κλικ.

Η Ελένη έσφιξε τα δόντια. Όλα εδώ κάτω μιλούσαν με κλικ.

Σήκωσαν το καπάκι.

Η μυρωδιά ανέβηκε σαν ανάσα από τάφο.

Μέσα δεν υπήρχαν μόνο χαρτιά.

Υπήρχαν αντικείμενα—πράγματα που κρατούν άνθρωποι όταν δεν έχουν τίποτα άλλο:

Ένα μικρό παιδικό παπούτσι, ξεθωριασμένο.

Μια κορδέλα μαλλιών.

Ένα κομποσκοίνι σπασμένο.

Και ένα τετράδιο μπλε, σχολικό, με κιτρινισμένες σελίδες.

Ο Λυμπέρης άνοιξε το τετράδιο με προσοχή.

 

Στο πρώτο φύλλο, με παιδικά γράμματα, έγραφε:

«ΑΝΔΡΕΑΣ»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά, σαν να προσπάθησε να ανέβει από το υπόγειο προς το φως.

Ο Λυμπέρης ξεφύλλισε.

Οι σελίδες είχαν γραμμές, ημερομηνίες, λίγες λέξεις.

Και μετά—μια φράση που έκοψε τον αέρα:

«Αν το διαβάζεις, σημαίνει ότι δεν με έσωσαν.»

Η Ελένη σήκωσε το χέρι στο στόμα.

Ο Λυμπέρης διάβαζε πιο κάτω:

«Με κλείνουν εδώ κάτω. Λένε ότι φταίω. Λένε ότι είμαι “λάθος”. Λένε ότι δεν πρέπει να υπάρχω. Μου είπαν ότι θα με πάνε στην Τρίπολη. Μου είπαν ότι θα γίνει “τακτοποίηση”.»

Η λέξη ξανά.

΄΄Τακτοποίηση΄΄.

Η Ελένη ένιωσε να την σφίγγει ο λαιμός.

Ο Λυμπέρης γύρισε άλλη σελίδα.

Και τότε είδαν κάτι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει σε παιδικό τετράδιο:

Μια ζωγραφιά.

Ένα κλειδί.

Και δίπλα, ένα χιονισμένο σπίτι.

Κάτω από το κλειδί, με τρεμάμενη γραφή:

«ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ»

Η Ελένη ένιωσε να την διαπερνά παγωνιά.

Σαν να τους κορόιδευε το ίδιο το βιβλίο. Σαν να τους έλεγε: νόμιζες ότι το γράφεις εσύ;

Ο Λυμπέρης σταμάτησε. Κοίταξε την Ελένη.

«Αυτό…» ψιθύρισε. «Είναι τίτλος.»

Η Ελένη δεν απάντησε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει, αλλά δεν έπεφτε δάκρυ. Το κρατούσε. Όπως κρατούσε τα πάντα.

Ο Λυμπέρης συνέχισε το ξεφύλλισμα.

Στη μέση του τετραδίου υπήρχε μια σελίδα διπλωμένη, κρυμμένη. Σαν κάποιος να είχε φοβηθεί να την αφήσει ανοιχτή.

Την άνοιξε.

Και εκεί… υπήρχε γραμμένο ένα όνομα.

Όχι “Ανδρέας”.

Ένα άλλο.

Άννα.

Η Ελένη πάγωσε.

Ο Λυμπέρης διάβασε, σιγά, για να μην ξυπνήσει το υπόγειο:

«Η Άννα είναι καλή. Μου έφερε ψωμί. Μου είπε να μη μιλήσω σε κανέναν. Μου είπε ότι θα με βοηθήσει να φύγω. Μου είπε ότι στην Τρίπολη έχει ανθρώπους. Μου είπε να θυμάμαι το όνομά της.»

Η Ελένη ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της.

«Δεν γίνεται…» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης συνέχισε:

«Η Άννα λέει ότι αν σωθώ, θα σωθεί κι εκείνη. Γιατί κι εκείνη είναι κλειδωμένη. Όχι εδώ κάτω. Αλλού.»

Η Ελένη έπιασε το μπράτσο του Λυμπέρη. Ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιξε έτσι—όχι ερωτικά, όχι τρυφερά.

Απελπισμένα.

«Η Άννα… τότε…» είπε, με φωνή που έτρεμε.

Ο Λυμπέρης έγνεψε, αργά.

«Ήταν εδώ. Πριν σαράντα χρόνια;» είπε, και μετά διόρθωσε τον εαυτό του: «Όχι… πριν τόσα. Αλλά… αρκετά παλιά ώστε να έχει περάσει από χέρια, να έχει αλλάξει πρόσωπα… και να επιστρέψει.»

 

Η Ελένη προσπάθησε να βάλει χρονολογία. Το μυαλό της έτρεχε σαν να έψαχνε να πιαστεί από αριθμούς.

«Αν η Άννα ήταν εδώ το ’86… τότε δεν είναι η ίδια Άννα—»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε με μάτια σκληρά.

«Ή είναι.»

Η Ελένη ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται.

«Δεν…»

Ο Λυμπέρης έβγαλε από το κιβώτιο μια φωτογραφία—κιτρινισμένη. Στην άκρη, μια νεαρή γυναίκα, ίσως δεκαέξι, δεκαεπτά. Φορούσε μια ζακέτα. Τα μαλλιά της πιασμένα. Τα μάτια της μεγάλα. Φοβισμένα. Αλλά πεισματάρικα.

Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας, με μολύβι:

ΑΝΝΑ Μ. — ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ — ΚΑΣΤΡΑΚΙ

Η Ελένη κράτησε τη φωτογραφία σαν να ήταν θερμή, ενώ ήταν χαρτί παγωμένο.

«Η Άννα…» ψιθύρισε. «Η Άννα δεν ήταν απλώς υπάλληλος. Ήταν…»

«Μάρτυρας», είπε ο Λυμπέρης. «Ή θύμα που επέζησε. Και επέστρεψε.»

Η Ελένη ένιωσε το κεφάλι της να βουίζει.

«Και την σκότωσαν γιατί… θυμήθηκε;»

Ο Λυμπέρης κοίταξε γύρω—την καρέκλα με το σχοινί, το νερό, τα κιβώτια, το υπόγειο που ήταν καταφύγιο και φυλακή μαζί.

«Όχι μόνο γιατί θυμήθηκε», είπε. «Αλλά γιατί προσπάθησε να ανοίξει αυτό… ξανά. Να το φέρει στο φως. Και να σώσει κάποιον. Ίσως… να σώσει πάλι τον ίδιο άνθρωπο.»

Η Ελένη ένιωσε τη λέξη να ανεβαίνει μόνη της στα χείλη της:

«Ανδρέας.»

Και τότε—σαν να απάντησε το υπόγειο—ακούστηκε ένας μικρός ήχος.

Όχι από πάνω.

Από την γωνία.

 

Ένα στάξιμο νερού; Ή κάτι άλλο;

Ο Λυμπέρης σήκωσε τον φακό. Το φως έπεσε σε έναν τοίχο όπου υπήρχαν χαρακιές. Γραμμές. Σαν να τις είχε κάνει κάποιος με νύχι ή με κλειδί.

Πλησίασαν.

Οι χαρακιές σχημάτιζαν γράμματα.

Όχι όλα καθαρά. Αλλά αρκετά.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΕΙ

κι από κάτω, πιο αχνά:

ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΤΕ

Η Ελένη ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

Ο Λυμπέρης ψιθύρισε:

«Κάποιος ήταν εδώ… μετά.»

Η Ελένη κοίταξε το τετράδιο.

Στο τέλος, στις τελευταίες σελίδες, υπήρχε κάτι ακόμα. Ένα φύλλο κολλημένο. Πάνω του, αποτύπωμα από σφραγίδα υπηρεσίας—και δίπλα, δακτυλικό αποτύπωμα με μελάνι. Σαν να “έκλεισαν” την υπόθεση με τρόπο που να μοιάζει επίσημος.

Ο Λυμπέρης διάβασε τη σφραγίδα. Τα δόντια του σφίχτηκαν.

Και τότε είπε κάτι που έμοιαζε να βγαίνει από χρόνια μέσα του:

«Αυτό δεν είναι μόνο του χωριού. Αυτό είναι… δίκτυο.»

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα της.

«Και ο Ανδρέας;»

Ο Λυμπέρης κοίταξε τη λέξη στον τοίχο.

«Ο Ανδρέας δεν είναι μόνο κωδικός. Είναι άνθρωπος που κάποτε προσπάθησε να σωθεί. Και κάποιος… τον κράτησε κλειδωμένο για να σωθεί ο ίδιος.»

Η Ελένη ένιωσε τα μάτια της να καίνε.

 

Κι εκεί, κάτω από τη βιβλιοθήκη, κατάλαβε κάτι χειρότερο:

Η Άννα δεν πέθανε απλώς επειδή “έμαθε”.

Πέθανε γιατί προσπάθησε να επανορθώσει.

Για κάτι που είχε κάνει ή δεν είχε κάνει τότε.

Για κάτι που άφησε να συμβεί το ’86.

Και ο μόνος που συνέχιζε να έρχεται στα όνειρα της Ελένης… ήταν ο μόνος που δεν βρήκε ποτέ έξοδο.

Ο Λυμπέρης έκλεισε το τετράδιο αργά, σαν να έκλεινε στόμα.

Κοίταξε την Ελένη. Και για μια στιγμή, δεν ήταν εισαγγελέας. Ήταν άντρας που κρατάει στα χέρια του μια αλήθεια που πονάει.

«Ελένη…» είπε, «αν αυτό βγει προς τα έξω… θα μας κυνηγήσουν. Όχι για την Άννα. Για το ’86.»

Η Ελένη πήρε το τετράδιο από τα χέρια του.

Το κράτησε πάνω στο στήθος της.

Και τότε, μέσα της, ήρθε εκείνη η φωνή—όχι ψίθυρος πια. Σχεδόν προσταγή:

«Αν το κρατήσεις, θα καείς.»

«Αν το αφήσεις, θα πεθάνει ξανά.»

Η Ελένη ψιθύρισε, σαν να μιλούσε σε κάποιον που την ακούει από μέσα:

«Δεν θα σε αφήσω.»

Ο Λυμπέρης την άκουσε. Και κατάλαβε ότι δεν μιλούσε σε εκείνον.

Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, τόσο κοντά που η θέρμη του σώματός του έσπασε την παγωνιά του υπογείου.

«Θα βγούμε τώρα», είπε. «Και θα πάμε απευθείας σε ασφαλές μέρος. Αυτό το κιβώτιο—»

Η Ελένη τον διέκοψε.

«Όχι. Θα πάρουμε μόνο ό,τι χρειάζεται. Τα υπόλοιπα… θα καταλάβουν ότι τα είδαμε αν τα μετακινήσουμε.»

 

Ο Λυμπέρης την κοίταξε. Για πρώτη φορά, δεν είχε αντίρρηση.

«Σωστά», είπε.

Πήραν: το μπλε τετράδιο, τη φωτογραφία της “Άννας Μ.”, και ένα μικρό κλειδί που βρέθηκε στον πάτο του κιβωτίου—σκουριασμένο, αλλά με δόντια που έμοιαζαν ίδια με τα “σπασμένα” δόντια που είχαν βρει. Σαν να ήταν η μήτρα όλων των κλειδιών. Σαν πρωτότυπο.

Η Ελένη το κοίταξε.

«Αυτό είναι το πρώτο κλειδί», είπε. «Το κλειδί που γεννάει τα άλλα.»

Ο Λυμπέρης έγνεψε.

«Και το κλειδί… είναι πάντα πιο ένοχο από την πόρτα.»

Ξεκίνησαν να ανεβαίνουν.

Πριν κλείσουν την καταπακτή, η Ελένη κοίταξε για τελευταία φορά το υπόγειο. Την καρέκλα. Το σχοινί. Τις χαρακιές.

Και ψιθύρισε:

«Άννα… πόσες φορές προσπάθησες να σώσεις τον Ανδρέα;»

Η απάντηση δεν ήρθε από το υπόγειο.

Ήρθε από το πάνω μέρος—από το πάτωμα της βιβλιοθήκης.

Ένας ήχος από βήματα.

Πάνω από το κεφάλι τους.

Κάποιος είχε μπει.

Ο Λυμπέρης ανέβηκε ένα σκαλί πιο γρήγορα. Έσβησε τον φακό. Στάθηκε ακίνητος.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της.

Και τότε, μέσα από την σχισμή της καταπακτής, ακούστηκε καθαρά:

Ένα κλικ.

Ένα μόνο.

Και μια φωνή—αντρική—πολύ χαμηλή, σαν να μιλούσε στον ίδιο τον χώρο:

«Ανδρέα… είσαι ακόμα εδώ;»

Η Ελένη ένιωσε το αίμα της να γίνεται πάγος.

Ο Λυμπέρης γύρισε προς το μέρος της, με μάτια που έλεγαν: τώρα αρχίζει.

Και μέσα στην καρδιά της Ελένης, ο Ανδρέας “μίλησε” ξανά, πιο καθαρά από ποτέ:

«Δεν είμαι κάτω.»

«Είμαι έξω.»

Κι εκείνη κατάλαβε την πιο τρομακτική ανατροπή:

Ο Ανδρέας—ο άνθρωπος—ίσως είχε σωθεί.

Αλλά ο Ανδρέας—ο κωδικός—είχε μείνει.

Και τώρα, κάποιος τον χρησιμοποιούσε για να σκοτώνει όσους θυμούνται.

(Η καταπακτή έκλεισε αθόρυβα. Το υπόγειο κατάπιε την ανάσα τους. Και πάνω, η βιβλιοθήκη συνέχισε να μοιάζει αθώα—όπως πάντα.)


Το χωριό που θυμάται

Το καπάκι έκλεισε πίσω τους με έναν ήχο που δεν ήταν μεταλλικός. Ήταν οριστικός.

Ο Λυμπέρης στάθηκε πρώτος. Το φως του φακού του έτρεμε, όχι από το χέρι του, αλλά από κάτι βαθύτερο. Η Κομνηνού δεν μίλησε. Έσκυψε, μάζεψε μια χούφτα χώμα από την καταπακτή και το άφησε να πέσει αργά.

— «Δεν ήταν απλώς χώρος», είπε τελικά.
— «Ήταν μνήμη», απάντησε εκείνος.

Δεν χρειάστηκε να εξηγήσουν.

Το επόμενο πρωί, το χωριό ήξερε.

Όχι με λόγια. Με βλέμματα. Με πόρτες που έκλειναν λίγο νωρίτερα. Με τον καφετζή που ξέχασε –τυχαία– να τους φέρει δεύτερο ποτήρι νερό.

Στον πίνακα ανακοινώσεων, κάποιος είχε κολλήσει ένα χαρτί:

«Ο,ΤΙ ΘΑΜΜΕΝΟ, ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΘΑΜΜΕΝΟ»

Χωρίς υπογραφή.

Η Κομνηνού το ξεκόλλησε. Το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε στην τσάντα της.

— «Μας μιλάνε πια», είπε.
— «Μας προειδοποιούν», απάντησε ο Λυμπέρης.
— «Ή μας μετράνε».

Δεν ήταν ένας άνθρωπος. Ήταν ένας μηχανισμός από παλιούς κοινοτάρχες, οικογένειες που «δεν ξεχνούν», και έναν άγραφο όρκο: το χωριό πάνω απ’ όλα.

Η απειλή δεν ήρθε με όπλο. Ήρθε με ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα τους:

«ΔΕΝ ΣΑΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΔΩ.
ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΕΤΕ ΟΠΩΣ ΗΡΘΑΤΕ.»

Η Κομνηνού το διάβασε δύο φορές.

— «Ξέρουν ποιοι είμαστε».
— «Όχι», είπε ο Λυμπέρης. «Ξέρουν τι μπορούμε να γίνουμε γι’ αυτούς».

Το ίδιο βράδυ, στο δωμάτιο του ξενώνα, η ένταση έσπασε.

— «Γιατί δεν μου είπες ότι ήξερες για την καταπακτή;»
— «Γιατί ήλπιζα να μην τη βρούμε».

Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν πιο βαριά από κάθε φωνή.

— «Φοβάσαι», του είπε.
— «Όχι το χωριό», απάντησε. «Εμένα».

Η Κομνηνού πλησίασε. Όχι ερωτικά. Ανθρώπινα.

— «Δεν είσαι πια αυτός που ήσουν», του είπε.
— «Ούτε εσύ».

Τα χέρια τους άγγιξαν για μια στιγμή. Δεν φιλήθηκαν. Ήταν πιο επικίνδυνο απ’ αυτό.

 Η απειλή τούς έφερνε πιο κοντά, όχι επειδή ένιωθαν ασφαλείς, αλλά επειδή μόνο μαζί είχαν νόημα.

Το ίδιο βράδυ, η Ελένη Κομνηνού δεν κοιμήθηκε. Θυμήθηκε τον πατέρα της. Έναν φάκελο που δεν άνοιξε ποτέ. Ένα «μην ανακατεύεσαι» που της κόστισε μια ζωή.

Ο Λυμπέρης, μόνος στο μπάνιο, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη.

— «Πάλι αργά», ψιθύρισε.

Ήξερε τι σημαίνει να φτάνεις μετά το «γεγονός».

Για το χωριό, οι δυο τους δεν ήταν επισκέπτες. Δεν ήταν ερευνητές. Ήταν καθρέφτες.

Και τα χωριά δεν αντέχουν να κοιτάζονται σε τέτοιου είδους καθρέφτες!.

Όσο για το μοιραίο λάθος της βιβλιοθηκονόμου.. Δεν ήταν ότι είδε. Ήταν ότι κατάλαβε.

Είχε προσπαθήσει να ενώσει παλιά πρακτικά κοινοτικών συνελεύσεων, δωρεές γης που δεν καταγράφηκαν ποτέ, και ένα βιβλίο επιστροφών… με ονόματα που δεν έπρεπε να υπάρχουν. Δεν κράτησε το στόμα της κλειστό. Και το χειρότερο απ’ όλα, κράτησε αποδείξεις..

Δεν σκαλίζεις παλιές ιστορίες! Δεν δένεις ονόματα με τόπους! Δεν κρατάς αρχεία χωρίς άδεια! Και ποτέ, μα ποτέ, δεν θυμίζεις στο χωριό, ποιο ήταν!

Στο συρτάρι της βρέθηκε ένα χειρόγραφο:

«Η βιβλιοθήκη δεν είναι για να ξεχνάς.
Είναι για να θυμάσαι σωστά.»

Η γνώση, όμως, δεν συγχωρείται όταν δεν ελέγχεται. Και το χωριό δεν τιμώρησε την πράξη της. Τιμώρησε την ανυπακοή της.

 «Η τάξη διατηρείται μόνο όταν όλοι ξεχνούν το ίδιο πράγμα.»


Το χωριό δεν προειδοποιεί δύο φορές

Το χιόνι έπεφτε πάλι, όχι όπως πέφτει σε άλλους τόπους. Εδώ δεν ήταν καιρός· ήταν γλώσσα. Έλεγε πράγματα χωρίς να τα εξηγεί. Έκρυβε ίχνη, αλλά άφηνε άλλα, πιο βαθιά, μέσα στο μυαλό.

Η Κομνηνού περπατούσε στην πλατεία σαν να την έσερνε ένα αόρατο νήμα. Όχι προς το καφενείο, όχι προς τη βιβλιοθήκη. Προς το βλέμμα των άλλων.

Οι χωριανοί είχαν βγει — όχι όλοι, αλλά αρκετοί για να σχηματίσουν εκείνο το γνώριμο, αργό ημικύκλιο. Το ημικύκλιο που δεν είναι συγκέντρωση. Είναι κρίση.

Ο Λυμπέρης στάθηκε δίπλα της, λίγο πίσω. Σαν να της έδινε χώρο να αναπνεύσει, αλλά όχι αρκετό για να φύγει.

Κάποιος βήχας ακούστηκε από το καφενείο. Μετά σιωπή.
Έπειτα, ο παπάς πέρασε από το στενό, χωρίς να τους κοιτάξει, και σταυροκοπήθηκε όχι μπροστά στην εκκλησία, αλλά μπροστά στο καφενείο.

Η Κομνηνού κατάλαβε.

— «Τους έφτασε η μυρωδιά μας», ψιθύρισε.
— «Όχι», είπε ο Λυμπέρης. «Τους έφτασε η μνήμη μας».

Η Καλλιόπη, η γριά με το βλέμμα σαν ξερό χώμα, πλησίασε.
Δεν χαιρέτησε. Δεν ρώτησε.

Έβγαλε από την τσέπη της μια διπλωμένη σελίδα, σκισμένη από τετράδιο, και την άφησε να πέσει στο χιόνι ανάμεσά τους.

Η Κομνηνού έσκυψε. Την πήρε.

Ήταν χειρόγραφη.

Με μελάνι ξεθωριασμένο, σαν να είχε γραφτεί χρόνια πριν.


Απόσπασμα από “Πρακτικό Συμφωνίας” (χωρίς ημερομηνία)

«Συμφωνούμε άπαντες να μη γραφτεί.
Να μη ειπωθεί.
Να μη θυμηθεί.
Διότι όποιος θυμάται, δείχνει.
Κι όποιος δείχνει, καταδικάζει.»


Η Κομνηνού ένιωσε το χαρτί να την καίει.

— «Αυτό… είναι ο νόμος σας;» είπε, υψώνοντας τη φωνή της.
Κανείς δεν απάντησε.

Η Καλλιόπη έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά, τόσο μικρό που έμοιαζε με συγκατάβαση.

— «Όχι, κορίτσι μου», είπε. «Αυτό είναι η ανάγκη μας».

Ο Λυμπέρης σφίχτηκε.
Η Κομνηνού το κατάλαβε όχι από το πρόσωπό του, αλλά από τον τρόπο που τα δάχτυλά του έκλεισαν σε γροθιά και μετά άνοιξαν, σαν να έδιωχνε κάτι από μέσα του.

— «Ποιοι είστε εσείς για να αποφασίζετε τι θα θυμάται ένα χωριό;» είπε εκείνος.

Και τότε ακούστηκε η πρώτη φωνή από το πλήθος. Ένας άντρας με τραχύ πρόσωπο, μάτια που δεν είχαν ποτέ κοιτάξει μακριά από την πλατεία.

— «Εμείς είμαστε το χωριό!».

Κι αυτό δεν ήταν απάντηση. Ήταν απόφαση.

Η Κομνηνού ένιωσε μια παράξενη ψυχρότητα.

— «Η βιβλιοθηκονόμος…» είπε χαμηλά, «τι λάθος έκανε;»

Σιωπή.

Κάποιος έφτυσε στο χιόνι.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε — ένα χαμόγελο που δεν είχε δόντια, αλλά είχε ιστορία.

— «Έκανε το μοναδικό λάθος που δεν συγχωρείται εδώ».
— «Ποιο;»
— «Έγραψε σωστά».

Η Κομνηνού ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται.

— «Δηλαδή… δεν τη σκοτώσατε επειδή ήξερε».
— «Όχι», είπε η Καλλιόπη. «Τη σκοτώσαμε επειδή κατέγραψε».

Ο Λυμπέρης έκανε να μιλήσει, αλλά η Κομνηνού τον έκοψε με μια κίνηση.

— «Τι κατέγραψε;»

Η Καλλιόπη πλησίασε τόσο που η ανάσα της μύριζε καπνό και χώμα.

— «Τα ονόματα», είπε.

Και τότε η Κομνηνού κατάλαβε τη συμβολική φρίκη:

Μια νεκρή βιβλιοθηκονόμος σε δημοτική βιβλιοθήκη δεν είναι “φόνος”.
Είναι μήνυμα προς τη γνώση.
Είναι το χωριό που λέει: «η μνήμη ανήκει σε εμάς».

Ο Λυμπέρης έγειρε προς το αυτί της.

— «Φεύγουμε», ψιθύρισε.
— «Όχι ακόμα», είπε εκείνη. «Τώρα αρχίζει».

Το πλήθος άρχισε να διαλύεται σαν να μην είχε υπάρξει.
Αλλά πριν φύγει ο τελευταίος, ακούστηκε μια φωνή, γυναικεία αυτή τη φορά, κοφτή:

— «Αν συνεχίσετε… θα βρείτε κι άλλον νεκρό. Κι αυτή τη φορά δεν θα είναι βιβλιοθηκονόμος».

Η Κομνηνού δεν γύρισε να δει ποια το είπε.

Γιατί το ήξερε ήδη.

Δεν ήταν απειλή.

Ήταν προφητεία.


Μετά τα μεσάνυχτα, οι άνθρωποι λένε την αλήθεια

Το ξενοδοχείο είχε εκείνη την παλιά μυρωδιά των τόπων που φιλοξενούν ξένους μόνο όταν είναι αναγκαίο.
Σαπούνι, υγρασία, ξύλο. Και κάτι άλλο. Κάτι που έμοιαζε με… αναμονή.

Η Κομνηνού δεν έβγαλε καν το παλτό.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού με το σημείωμα στο χέρι.

«ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΕΤΕ ΟΠΩΣ ΗΡΘΑΤΕ.»

Το διάβασε ξανά και ξανά, μέχρι που οι λέξεις έχασαν το σχήμα τους και έγιναν μόνο βάρος.

Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.

Μια φορά.

Και δεύτερη.

Όχι επίμονο. Όχι δειλό.

Σαν άνθρωπος που δεν ζητάει άδεια. Ζητάει συγχώρεση.

Η Κομνηνού σηκώθηκε αργά. Άνοιξε.

Ο Λυμπέρης στεκόταν εκεί, χωρίς μπουφάν, σαν να είχε βγει από το δωμάτιό του βιαστικά. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα, τα μάτια του σκοτεινά. Όχι από κούραση. Από κάτι που τον είχε ξυπνήσει.

— «Δεν μπορούσα να μείνω μόνος», είπε.

Η Κομνηνού δεν του απάντησε αμέσως.

— «Σε απειλούν;» ρώτησε τελικά.
— «Μας απειλούν», είπε. «Αλλά… δεν είναι αυτό».

Έκανε ένα βήμα μέσα. Η πόρτα έκλεισε πίσω του μόνη της, σχεδόν ήσυχα.
Και ξαφνικά, ο χώρος έγινε μικρός. Πολύ μικρός για δύο ανθρώπους που κρατούσαν τόσα μέσα τους.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε όπως δεν την είχε κοιτάξει ποτέ.
Όχι σαν συνεργάτιδα.
Ούτε σαν γυναίκα.

Σαν μοναδική διέξοδο.

— «Θα σε χάσω», είπε χαμηλά.

Η Κομνηνού γέλασε πικρά.

— «Δεν είμαστε καν μαζί, Λυμπέρη».
— «Είμαστε», απάντησε. «Από τότε που κατεβήκαμε εκεί κάτω».

Η λέξη “κάτω” δεν σήμαινε την καταπακτή.
Σήμαινε τον βυθό τους.

Η Κομνηνού έκανε να μιλήσει, αλλά εκείνος την έκοψε με ένα βήμα πιο κοντά.
Η ανάσα του χτύπησε στο πρόσωπό της.

— «Μη μου πεις να φύγω», είπε.
— «Δεν θα σου το πω», ψιθύρισε εκείνη.
— «Μη μου πεις ότι δεν νιώθεις».
— «Νιώθω», είπε. Και η φωνή της έσπασε.

Και τότε δεν υπήρχε πια χώρος για λέξεις.

Την άγγιξε σαν να φοβόταν ότι αν το κάνει πιο δυνατά, θα σπάσει κάτι μέσα της.
Εκείνη όμως δεν έσπασε.
Άνοιξε.

Όχι με τρυφερότητα.
Με εκείνη την απελπισμένη παραδοχή του ανθρώπου που κουβαλάει χρόνια παγωμένο πόνο και ξαφνικά βρίσκει θερμότητα.

Ο Λυμπέρης την κράτησε σαν να την έσωζε από κάτι αόρατο.
Κι εκείνη τον κράτησε σαν να τον εμπόδιζε να φύγει από τη ζωή της πριν καν μπει.

Οι κινήσεις τους ήταν βιαστικές, σπασμένες, σχεδόν θυμωμένες — όχι μεταξύ τους, αλλά με το χρόνο, με το χωριό, με την αλήθεια που τους κυνηγούσε.

Και μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, αποκαλύφθηκαν.

Όχι με εξομολογήσεις.
Με σώματα που δεν μπορούσαν πια να προσποιηθούν.

Η Κομνηνού άφησε έναν ήχο που δεν είχε βγει ποτέ από το στόμα της.
Και αμέσως μετά, σαν να ντράπηκε, γύρισε το πρόσωπο.

Ο Λυμπέρης την σταμάτησε.

— «Μη κρύβεσαι», είπε.
— «Δεν ξέρω πώς να…»
— «Ξέρεις», είπε. «Απλώς δεν σε άφησαν ποτέ».

Η φράση την χτύπησε σαν χαστούκι.

Η Κομνηνού πάγωσε.

— «Ποιος;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε αμέσως.
Έκλεισε τα μάτια σαν άνθρωπος που βλέπει κάτι παλιό.

— «Ο πατέρας μου», είπε τελικά. «Μου έμαθε ότι η αγάπη είναι αδυναμία. Και η αδυναμία… τιμωρείται».

Η Κομνηνού έμεινε ακίνητη.

— «Κι εσύ;» ρώτησε εκείνος, σαν να την έγδυνε αυτή τη φορά με λόγια. «Τι σου έμαθαν;»

Η Κομνηνού κατάπιε.

— «Ότι αν δώσεις κάτι… θα στο πάρουν».
— «Ποιος;»
— «Όλοι», είπε. «Όλοι όσοι λένε πως σ’ αγαπάνε».

Ο Λυμπέρης την φίλησε στο μέτωπο.
Όχι σαν εραστής.
Σαν άνθρωπος που μόλις άκουσε την αλήθεια ενός άλλου ανθρώπου και δεν άντεξε να μην την τιμήσει.

— «Δεν θα σου το πάρω», είπε. «Θα το κρατήσω μαζί σου».

Και τότε η Κομνηνού λύγισε.

Όχι από ηδονή.
Από ανακούφιση.

Από εκείνο το σπάνιο πράγμα που δεν είχε ξαναζήσει: να μην χρειάζεται να είναι δυνατή.

Έμειναν έτσι για λίγο, ακίνητοι, με τις ανάσες τους να ησυχάζουν, σαν να είχαν γυρίσει από πόλεμο.

Και τότε ακούστηκε ο ήχος.

Από τον διάδρομο.

Ένα τρίξιμο.

Και μετά… ένα πολύ ελαφρύ σύρσιμο.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε αμέσως. Πήγε στην πόρτα.
Κοίταξε από το ματάκι.

— «Τι είναι;» ψιθύρισε η Κομνηνού.

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε αμέσως.

Μόνο όταν γύρισε, το πρόσωπό του ήταν άλλο.
Σκληρό. Επαγγελματικό. Σαν να ξαναφόρεσε την πανοπλία του μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.

— «Μας άκουγαν», είπε.

Η Κομνηνού ένιωσε το αίμα να παγώνει.

— «Ποιος;»
— «Δεν ξέρω. Αλλά ξέρω κάτι άλλο».

Πλησίασε. Έπιασε το χέρι της.

— «Τώρα δεν είσαι πια μόνο η Κομνηνού για αυτούς».
— «Τι είμαι;»
— «Είσαι ο λόγος που μπορώ να τα βάλω μαζί τους».

Η Κομνηνού έσφιξε τα δάχτυλά του.

— «Κι εσύ;» τον ρώτησε. «Τι είσαι εσύ πια για το χωριό;»

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε χωρίς χαρά.

— «Είμαι το λάθος τους».

Έξω, στον διάδρομο, κάτι απομακρύνθηκε.
Και μετά ακούστηκε ένα ψιθυριστό γέλιο.
Σαν παιδί.
Σαν γέρος.
Σαν μνήμη.

Η Κομνηνού ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα — όχι από φόβο.

Από τη βεβαιότητα πως αυτό που γεννήθηκε ανάμεσά τους, δεν θα τους σώσει.

Θα τους δέσει.

Και ό,τι δένει, πονάει όταν το τραβάνε.

Ο Λυμπέρης άγγιξε το μάγουλό της.

— «Θα φύγεις αν σου πω να φύγεις;»
— «Όχι», είπε.
— «Θα μείνεις αν σου πω να μείνεις;»
— «Ναι», είπε. «Αλλά όχι επειδή μου το λες».

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

— «Τότε γιατί;»

Η Κομνηνού πήρε ανάσα.

— «Γιατί… αν φύγω τώρα, θα τους αφήσω να πιστέψουν πως μπορούν να σκοτώνουν τη γνώση».
— «Και γιατί αλλιώς;»
— «Γιατί αν φύγω… θα σε αφήσω εδώ μόνο».

Ο Λυμπέρης έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

— «Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που μου είπες ποτέ», ψιθύρισε.

Και στο σκοτάδι του δωματίου, εκεί που το χωριό νόμιζε ότι τους παρακολουθεί…

εκείνοι, για πρώτη φορά, έγιναν αληθινοί..


Το βιβλίο που δεν έπρεπε να υπάρχει

Η βιβλιοθήκη τη νύχτα δεν είχε ήχους.
Είχε αναπνοές.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης μπήκαν από την πίσω πόρτα, εκείνη που δεν έτριζε τόσο — όχι γιατί ήταν πιο καινούργια, αλλά γιατί δεν τη χρησιμοποιούσαν ποτέ. Τα βήματά τους ήταν προσεκτικά, όχι από φόβο μήπως ακουστούν, αλλά από σεβασμό σε κάτι που έμοιαζε να τους παρακολουθεί.

Το φως του φακού έγλειφε τα ράφια.
Οι σκιές δεν κρύβονταν. Στέκονταν.

— «Μυρίζει αλλιώς», ψιθύρισε ο Λυμπέρης.
— «Μυρίζει… κλειδωμένο», απάντησε η Κομνηνού.

Στο γραφείο της νεκρής βιβλιοθηκονόμου, το ξύλο είχε ακόμα το σημάδι από ένα παλιό χτύπημα — σαν να είχε καρφωθεί πάνω του μια απόφαση. Η Κομνηνού άγγιξε την άκρη του συρταριού. Δεν άνοιγε.

— «Είναι κολλημένο», είπε.
Ο Λυμπέρης έσκυψε, κοίταξε από κάτω.

— «Όχι», απάντησε. «Είναι σφραγισμένο».

Με μια λεπτή λάμα, σχεδόν χειρουργική, ξεκόλλησε το κάτω μέρος του ξύλου. Κάτι έπεσε στο πάτωμα. Ένας μικρός φάκελος, χοντρός, κιτρινισμένος, δεμένος με σπάγκο.

Η Κομνηνού τον σήκωσε σαν να κρατούσε οστό.

Πάνω του υπήρχε σφραγίδα.

Όχι της βιβλιοθήκης.

Της κοινότητας.

Και από πάνω, μια λέξη γραμμένη με κεφαλαία:

ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΟ

Η Κομνηνού κατάπιε.

— «Αυτό… είναι απόφαση», ψιθύρισε.
— «Είναι καταδίκη», είπε ο Λυμπέρης.

Έλυσαν τον σπάγκο.

Μέσα υπήρχε ένα διπλωμένο χαρτί, με γραφή προσεκτική, καθαρή, σχεδόν ευλαβική. Η Κομνηνού διάβασε μεγαλόφωνα. Η φωνή της έτρεμε..

«Ονόματα που δεν πρέπει να ειπωθούν δημόσια.
Ονόματα που δεν πρέπει να καταγραφούν πουθενά.
Ονόματα που έχουν ήδη καταγραφεί.
Κι αυτό είναι το λάθος μου.»

1.     Μαυρογιάννης Παναγιώτης

2.     Μαυρογιάννη Ευγενία

3.     Μαυρογιάννης Στέφανος

4.     Παπαδάκης π. Ιωακείμ

5.     Γεροδήμος Αθανάσιος

6.     Σπύρου “ο Γιατρός”

7.     Κοντογιώργης Νικόλαος (πρώην πρόεδρος)

8.     Χήρα Μ. (το όνομα σβησμένο)

«Αν με βρουν, θα πουν πως ήταν ατύχημα.
Αν βρεθεί αυτό, θα πουν πως δεν υπήρξα ποτέ.»

Η Κομνηνού σήκωσε το βλέμμα της αργά.

— «Μαυρογιάννης…» είπε.
Ο Λυμπέρης έγνεψε.

— «Η οικογένεια-δυναστεία», είπε. «Οι “ιδιοκτήτες” του χωριού χωρίς να φαίνονται».

Η Κομνηνού έδειξε το άλλο όνομα.
Το τέταρτο.

— «Παπαδάκης π. Ιωακείμ», ψιθύρισε. «Ο παπάς».

Ο Λυμπέρης έσφιξε τα δόντια.

— «Κρατάει τα κλειδιά της σιωπής», είπε. «Κι εμείς μόλις τα κλέψαμε».

Η Κομνηνού κράτησε το χαρτί κοντά στο στήθος της.

— «Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος της», είπε.
— «Ναι», απάντησε ο Λυμπέρης. «Δεν έμαθε απλώς. Δεν υποψιάστηκε. Δεν ψιθύρισε. Έγραψε. Και σφράγισε.»

Και τότε ακούστηκε ο ήχος.

Από το βάθος της βιβλιοθήκης.

Όχι βήμα.

Όχι τρίξιμο.

Ένα ελαφρύ… χτύπημα βιβλίου πάνω σε ξύλο.
Σαν κάποιος να έκλεισε έναν τόμο με προσοχή.

Ο Λυμπέρης γύρισε αμέσως.

— «Δεν είμαστε μόνοι», είπε.

Και η Κομνηνού κατάλαβε ότι το ντοκουμέντο δεν ήταν μόνο αποκάλυψη.

Ήταν δόλωμα…


Η παγίδα που στήνεται με ψαλμούς

Την επόμενη μέρα, το χωριό φόρεσε το πιο αθώο του πρόσωπο.

Η πλατεία είχε παιδιά.
Το καφενείο είχε φωνές.
Ο φούρνος είχε μυρωδιά ζεστού ψωμιού.

Κι όμως, κάτι ήταν αλλιώς: οι άνθρωποι δεν τους κοιτούσαν πια με περιέργεια.

Τους κοιτούσαν με συμφωνία.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης περπατούσαν δίπλα δίπλα. Όχι αγκαλιασμένοι. Όχι τρυφερά. Αλλά με μια ενότητα που φώναζε πιο δυνατά από κάθε φιλί.

Ο Λυμπέρης έσκυψε προς το αυτί της.

— «Θα μας “κάψουν”», είπε.
— «Πώς;»
— «Με τον πιο παλιό τρόπο. Με ηθική. Με ψέμα. Με κοινό βλέμμα».

Η Κομνηνού δεν απάντησε.
Γιατί το είδε.

Στην είσοδο της εκκλησίας, μια ανακοίνωση:

ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Απόψε 23:30

Η Κομνηνού ένιωσε ένα ρίγος.

— «Καθαρμός…» είπε.
— «Εξαγνισμός», συμπλήρωσε ο Λυμπέρης. «Από ποιον; Από εμάς».

Το ίδιο βράδυ, όταν το ρολόι πλησίασε μεσάνυχτα, ο παπάς χτύπησε την καμπάνα. Όχι όπως τις Κυριακές. Όχι γιορτινά. Τρεις φορές, αργά.

Σαν κηδεία.

Η εκκλησία γέμισε.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης μπήκαν τελευταίοι. Όχι γιατί άργησαν. Αλλά γιατί ήθελαν να δουν ποιος θα γυρίσει να τους κοιτάξει.

Γύρισαν όλοι.

Η λειτουργία άρχισε. Οι ψαλμοί ήταν χαμηλοί, σχεδόν υπνωτικοί. Κι όμως, κάτω από κάθε “Κύριε ελέησον” υπήρχε ένα άλλο μήνυμα:

“Δείξτε τους.”
“Κάντε τους ξένους.”
“Κάντε τους βρώμικους.”

Η Κομνηνού ένιωσε την παγίδα να κλείνει, όταν ο παπάς Ιωακείμ ανέβηκε στον άμβωνα.

Δεν ήταν ψηλός.
Δεν ήταν επιβλητικός.
Ήταν κάτι χειρότερο: ήταν βέβαιος.

— «Αδελφοί μου…» είπε με ήρεμη φωνή.
«Ο Θεός αγαπά τη σιωπή. Η σιωπή είναι ταπεινότητα. Η σιωπή είναι σωτηρία».

Η Κομνηνού ένιωσε τον Λυμπέρη να σφίγγεται δίπλα της.

Ο παπάς συνέχισε:

— «Και ο διάβολος… αγαπά τις ερωτήσεις.
Αγαπά τα χαρτιά.
Αγαπά τα αρχεία.
Αγαπά εκείνους που πιστεύουν πως η αλήθεια είναι πάνω από την κοινότητα».

Κάποιος βήχας.
Κάποιο χαμηλό μουρμουρητό.

Και τότε, το τελειωτικό:

— «Κι ακόμα περισσότερο… αγαπά τη σάρκα που ξεχνά τον φόβο του Θεού».

Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω τους.
Όχι σαν άνθρωπος.
Σαν δικαστής.

Και εκείνη τη στιγμή, η Κομνηνού κατάλαβε το σχέδιο:

Δεν θα τους σκότωναν πρώτα.
Θα τους απομόνωναν.
Θα τους έκαναν “ανήθικους”.
Θα τους έκαναν “μιαρό ζευγάρι”.
Και μετά, ό,τι κι αν τους συνέβαινε, θα έμοιαζε… δίκαιο.

Ο Λυμπέρης έσκυψε.

— «Μας στήνουν κοινωνική εκτέλεση», είπε.
— «Και μετά πραγματική», απάντησε η Κομνηνού.

Τότε η πόρτα της εκκλησίας άνοιξε απότομα.

Ένα κορίτσι μπήκε μέσα τρέχοντας. Ήταν η μικρή από το μπακάλικο, δεν θα ‘ταν πάνω από δεκαεπτά.

— «Πατέρα Ιωακείμ!» φώναξε. «Στη βιβλιοθήκη… κάτι έγινε!»

Ο παπάς δεν ξαφνιάστηκε.
Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό.

Κατέβηκε αργά από τον άμβωνα, σαν να ήξερε ήδη.

Και το χωριό σηκώθηκε όρθιο μαζί του.

Σαν στρατός.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης αντάλλαξαν ένα βλέμμα.

— «Είναι παγίδα», είπε εκείνη.
— «Ναι», απάντησε εκείνος. «Και πάμε μέσα της»…


Ο άνθρωπος που κρατάει τα κλειδιά της σιωπής

Η βιβλιοθήκη ήταν ανοιχτή.

Αυτό από μόνο του ήταν έγκλημα.

Το χωριό στεκόταν έξω, κυκλικά, σαν να είχε ξανακάνει την ίδια τελετή εκατό φορές. Στη μέση, η πόρτα ορθάνοιχτη, σαν στόμα που περίμενε να καταπιεί.

Ο παπάς Ιωακείμ μπήκε πρώτος.

Όχι από θάρρος.

Από ιδιοκτησία.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης ακολούθησαν.
Και τότε το είδαν.

Στο πάτωμα, μπροστά από το γραφείο, υπήρχε ένα βιβλίο ανοιχτό.
Και δίπλα του… ένα εσώρουχο.

Γυναικείο!

Σαν να είχε πέσει εκεί βιαστικά.

Η Κομνηνού ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της.

— «Όχι!…» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα μπροστά, αλλά η Κομνηνού τον κράτησε.

— «Μην το αγγίξεις!», είπε. «Είναι σκηνοθεσία!».

Ο παπάς γύρισε αργά προς το πλήθος που είχε μαζευτεί στην είσοδο.

— «Βλέπετε;» είπε ήρεμα.
«Ο τόπος της γνώσης έγινε τόπος αμαρτίας!».

Η Κομνηνού ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει όχι από ντροπή, αλλά από οργή.

— «Ψεύδεστε!» είπε δυνατά.

Ο παπάς την κοίταξε σαν να κοίταζε παιδί.

— «Παιδί μου», είπε. «Η αμαρτία πάντα φωνάζει πως είναι αθώα».

Και τότε εμφανίστηκε ο Στέφανος Μαυρογιάννης.

Δεν μπήκε βιαστικά.
Μπήκε σαν να του ανήκε ο χώρος. Σαν να μην υπήρχε βιβλιοθήκη, αλλά κληρονομιά.

Πλησίασε τον παπά. Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί.

Ο παπάς έγνεψε.

Η Κομνηνού κατάλαβε: ο Ιωακείμ ήταν η φωνή. Οι Μαυρογιάννηδες ήταν η δύναμη.

Ο Λυμπέρης προχώρησε, σταθερός.

— «Αρκετά», είπε. «Πού είναι το αρχείο της βιβλιοθηκονόμου;»

Ο παπάς χαμογέλασε.
Ένα χαμόγελο γλυκό, σχεδόν πατρικό.

— «Ποια βιβλιοθηκονόμος;» ρώτησε.

Η Κομνηνού πάγωσε.

— «Η γυναίκα που δολοφονήθηκε εδώ», είπε κοφτά.

Ο παπάς αναστέναξε, σαν να άκουγε κάτι κουραστικό.

— «Πέθανε», είπε. «Όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι. Από το θέλημα του Θεού».

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα μπροστά.

— «Όχι», είπε. «Από το θέλημα του χωριού».

Ο παπάς δεν άλλαξε έκφραση.

Μόνο σήκωσε το χέρι του και έβγαλε από την τσέπη του κάτι μικρό, μεταλλικό.

Ένα κλειδί.

Παλιό.

Μαύρο.

Και πάνω του χαραγμένος ένας σταυρός.

— «Αυτό», είπε ο παπάς, «είναι το κλειδί της σιωπής».

Η Κομνηνού ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

— «Κλειδώνετε τι;» ρώτησε.
— «Τις πόρτες που δεν πρέπει να ανοίγουν», είπε ο παπάς.

Ο Στέφανος Μαυρογιάννης πλησίασε τον Λυμπέρη.

— «Φύγετε», είπε ήρεμα.
— «Δεν φεύγουμε», απάντησε ο Λυμπέρης.

Ο Μαυρογιάννης χαμογέλασε.

— «Τότε θα φύγετε αλλιώς».

Και τότε συνέβη το πιο φριχτό.

Ο παπάς έκανε τον σταυρό του.

Και είπε δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι:

— «Απόψε, το χωριό θα καθαρίσει.
Και όποιος δεν είναι μαζί μας… είναι εναντίον μας».

Η Κομνηνού κατάλαβε πως δεν ήταν πια υπόθεση εγκλήματος.

Ήταν ιερή αποστολή.

Και όταν ένα χωριό βαφτίζει την βία “κάθαρση”…τότε δεν υπάρχει νόμος να σε προστατέψει. Μόνο άνθρωπος.

Ο Λυμπέρης γύρισε προς την Κομνηνού και της έπιασε το χέρι.
Σφιχτά. Όχι ρομαντικά. Σαν όρκο.

— «Από εδώ και πέρα», της είπε χαμηλά, «αν πέσει ένας… πέφτουμε μαζί».

Η Κομνηνού τον κοίταξε.

Και κατάλαβε ότι η παγίδα τους είχε πετύχει…αλλά όχι όπως ήθελαν.

Γιατί τους “έκαψαν” στο χωριό.

Όμως τους σφράγισαν μεταξύ τους.

Και τώρα, δεν υπήρχε επιστροφή..


Η ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

Το πανηγύρι, που ακολούθησε μετά την αγρυπνία, δεν ήταν πια πανηγύρι.

Ήταν ένα στόμα ανοιχτό, που περίμενε να καταπιεί.
Οι πάγκοι με τα κρέατα κάπνιζαν ακόμη, οι λαμπτήρες κρέμονταν σαν κουρασμένα μάτια, τα βιολιά έπαιζαν — μα ο ρυθμός τους είχε κάτι από επιτάχυνση καρδιάς πριν από έγκλημα.

Στην πλατεία, κάτω από την κεντρική καρυδιά, ο Μαυρογιάννης στάθηκε όρθιος πάνω σε μια καρέκλα. Ήταν ο τύπος του άντρα που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να τον ακούσουν. Είχε αυτό το βλέμμα του ανθρώπου που ξέρει πως έχει ήδη κερδίσει.

Δίπλα του, ο έφορος της βιβλιοθήκης κρατούσε έναν φάκελο. Χαρτιά. Σφραγίδες. Σαν να μπορούσαν οι σφραγίδες να δέσουν την αλήθεια με σύρμα.

Ο υπαστυνόμος στεκόταν λίγο πιο πίσω, με τα χέρια σταυρωμένα, μισό χαμόγελο — το χαμόγελο του ανθρώπου που έχει αποφασίσει ποιος φταίει πριν ακόμη ρωτήσει.

Και πιο πέρα, σχεδόν αθόρυβα, ο παπάς Ιωακείμ.
Σαν σκιά που δεν φεύγει ποτέ από το φως.
Σαν νύχι μέσα σε προσευχή.

Ο Λυμπέρης και η Κομνηνού έφτασαν μαζί.
Δεν κρατιούνταν από το χέρι. Όχι από φόβο. Από πείσμα.
Αλλά ο τρόπος που περπατούσαν — πλάι πλάι, σαν ενιαίο σώμα — έκανε τον όχλο να αγριέψει.

Ένας ψίθυρος άρχισε και φούσκωσε:

— Να τους…
— Κοίτα πώς…
— Δεν ντρέπονται…

Ο Μαυρογιάννης σήκωσε το χέρι.

Η μουσική κόπηκε σαν νήμα.

— Ήρθαν στο πανηγύρι του χωριού μας, είπε. Και καλά έκαναν. Να ακούσουν. Να τελειώνουμε.

Η Κομνηνού έκανε ένα βήμα μπροστά.

— Τελειώνουμε με τι, κύριε Μαυρογιάννη;

Το “κύριε” της ήταν μαχαίρι.
Δεν είχε σεβασμό. Είχε ειρωνεία που έκαιγε.

Ο Μαυρογιάννης χαμογέλασε αργά.

— Με την αρρώστια. Με το δηλητήριο. Με την ντροπή.

Και τότε… ο έφορος έβγαλε από τον φάκελο κάτι μικρό. Κάτι γελοίο, αν δεν ήταν τόσο φρικτό.

Το γυναικείο εσώρουχο που είχε βρεθεί στο πάτωμα της βιβλιοθήκης!

Το κράτησε με δύο δάχτυλα, σαν απόδειξη, σαν λάφυρο.

Το πλήθος ρούφηξε αέρα.

Η Κομνηνού πάγωσε.
Όχι από ντροπή. Από οργή.

Ο Λυμπέρης έκανε να μιλήσει, αλλά ο υπαστυνόμος πρόλαβε. Η φωνή του ήταν κοφτή, καθαρή, “νόμιμη”:

— Βρέθηκε κοντά στο σημείο. Και υπάρχει μαρτυρία ότι… σχετίζεται με εσάς.

— Ποια μαρτυρία; είπε η Κομνηνού.

— Του χωριού, είπε ο υπαστυνόμος.

Η Κομνηνού γέλασε. Ένα γέλιο χωρίς χαρά.

— Του χωριού; Αυτό είναι απόδειξη; Οι ψίθυροι;

Ο έφορος κούνησε το κεφάλι, με ύφος ανθρώπου που “λυπάται”.

— Κυρία Κομνηνού… οι ψίθυροι εδώ είναι νόμος.

Ο Λυμπέρης έσφιξε τις γροθιές του.

— Αυτό είναι αηδία. Δεν έχετε δικαίωμα—

— Δικαίωμα; πετάχτηκε μια γυναίκα από το πλήθος. Εσύ έχεις δικαίωμα να μας πατάς;

— Εγώ δεν πάτησα κανέναν! φώναξε ο Λυμπέρης.

— Την πάτησες! ούρλιαξε άλλος. Τη βιβλιοθηκονόμο! Τη βρήκαν σαν σκυλί!

Και τότε ακούστηκε η φωνή του παπά Ιωακείμ.
Όχι δυνατή.
Αλλά έκοψε την πλατεία στα δύο.

— Μην φωνάζετε, τέκνα μου… Η αλήθεια δεν χρειάζεται φωνές.

Ο Λυμπέρης γύρισε προς αυτόν.

— Πάτερ, πείτε τους. Δεν κάναμε τίποτα. Πείτε τους!

Ο παπάς Ιωακείμ τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά. Σαν να τον ζύγιζε.

— Η αλήθεια… είπε αργά, είναι σαν την ψυχή. Αν τη λερώσεις, δεν καθαρίζει εύκολα.

— Εγώ δεν λέρωσα τίποτα! είπε ο Λυμπέρης.

— Όλοι λερώνουμε, παιδί μου, είπε ο παπάς. Άλλοι με πράξεις. Άλλοι με παρουσία.

Η Κομνηνού έκανε ένα βήμα. Τα μάτια της άστραψαν.

— Τι εννοείτε “με παρουσία”; Ότι φταίμε που υπάρχουμε;

Ο παπάς έγνεψε ελαφρά, σαν να της έκανε χάρη που καταλάβαινε.

— Φταίτε που ανακατεύετε το νερό, ενώ οι άνθρωποι εδώ έχουν μάθει να πίνουν λάσπη χωρίς να μιλάνε.

Κάποιος γέλασε.
Κάποιος έφτυσε κάτω.
Κάποιος πέταξε ένα ποτήρι που έσπασε δίπλα στα πόδια της Κομνηνού.

Ο υπαστυνόμος σήκωσε τα χέρια σαν να “προστάτευε”:

— Ηρεμία! Είπα ηρεμία!

Μα δεν ήταν ηρεμία αυτό που ήθελε.
Ήθελε να σιγουρευτεί πως η βία θα γίνει… με τη σωστή σειρά.

Ο Μαυρογιάννης κοίταξε την Κομνηνού σαν να κοιτάζει ζώο που πρέπει να φύγει από το κοπάδι.

— Θα φύγετε. Απόψε. Τελεσίγραφο!

— Και αν δεν φύγουμε; είπε εκείνη.

Ο Μαυρογιάννης χαμογέλασε.

— Τότε… θα σας φύγουμε εμείς.

Το πλήθος έκανε ένα βήμα μπροστά.

Ο Λυμπέρης στάθηκε μπροστά της, ενστικτωδώς.
Ένας νεαρός τον έσπρωξε.

— Κάνε άκρη, ρε.

Ο Λυμπέρης δεν έκανε.

— Μην την ακουμπάς, είπε.

— Α, έτσι; είπε ο νεαρός. Εσύ θα μας πεις;

Και τότε, σαν σπίθα σε ξερόχορτο, άναψε το πρώτο χαστούκι.
Όχι από τον Λυμπέρη.

Από έναν χωριανό που χτύπησε τον Λυμπέρη στο στόμα.

Ο ήχος ήταν ξερός.

Το αίμα φάνηκε αμέσως.

Η Κομνηνού έκανε να ουρλιάξει, αλλά ο δεύτερος χτύπος ήρθε πιο γρήγορα. Κάποιος τον άρπαξε από το μπουφάν, τον τράβηξε.

— Να φύγετε!
— Να φύγετε!
— Να φύγετε!

Το πανηγύρι έγινε κύκλος.
Και ο κύκλος έγινε παγίδα.

Ο παπάς Ιωακείμ δεν κουνήθηκε.
Μόνο έκανε τον σταυρό του.

Και ψιθύρισε, σχεδόν τρυφερά:

— Η κάθαρση πονάει. Αλλά σώζει.

Η Κομνηνού κατάλαβε εκείνη τη στιγμή κάτι που της πάγωσε το αίμα:

Ο παπάς δεν προσπαθούσε να τους γλιτώσει.
Προσπαθούσε να τους τελειώσει..


Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΧΛΟΥ

Δεν έτρεξαν αμέσως.

Πρώτα περπάτησαν γρήγορα, σαν να μπορούσαν με αξιοπρέπεια να ξεφύγουν από την ταπείνωση.
Αλλά όταν άκουσαν πίσω τους βήματα, όταν η πλατεία άρχισε να ξεβράζει ανθρώπους σαν κύμα, τότε έτρεξαν.

Η Κομνηνού έσφιξε το χέρι του Λυμπέρη.

— Έλα. Μη γυρίσεις. ΜΗ ΓΥΡΙΣΕΙΣ.

— Θα μας κυνηγήσουν, είπε εκείνος λαχανιασμένος.

— Το ξέρω, είπε. Κι εγώ θα τους θυμάμαι όλους έναν-έναν.

Έστριψαν σε ένα στενό. Ένα σκυλί γάβγισε. Ένα παράθυρο έκλεισε βιαστικά.
Το χωριό είχε μάθει να μη βλέπει.

Μπροστά τους φάνηκε το μικρό ξενοδοχείο. Ένα κτίριο που δεν ανήκε σε κανέναν. Ή σε όλους. Ένα μέρος όπου έμεναν οι “ξένοι”. Και οι ξένοι, στο χωριό, ήταν πάντα ένοχοι.

Η Κομνηνού άνοιξε την πόρτα με το κλειδί της, σχεδόν την έσπασε.

Ανέβηκαν τις σκάλες. Το ξύλο έτριζε. Το κτίριο έμοιαζε να τους προδίδει.

Μπήκαν στο δωμάτιο.

Κλειδί.
Κλείδωμα.
Σύρτης.
Καρέκλα στην πόρτα.

Η Κομνηνού στάθηκε ακίνητη, με την πλάτη στο ξύλο, σαν να κρατούσε με το σώμα της ολόκληρο το χωριό έξω.

Ο Λυμπέρης ακουμπήθηκε στον τοίχο. Το αίμα από το στόμα του είχε ξεραθεί στο πηγούνι.

— Συγγνώμη… είπε.

Η Κομνηνού γύρισε απότομα.

— Μη ζητάς συγγνώμη. Δεν έκανες τίποτα.

— Σε έμπλεξα.

— Εγώ μπλέχτηκα μόνη μου, είπε. Εγώ επέλεξα να σε κοιτάξω.

Η σιωπή ανάμεσά τους είχε μέσα της όλη τη νύχτα που ερχόταν.
Και όλο το τέλος που φοβόντουσαν.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε σαν άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα και ξαφνικά του δίνεται κάτι απαγορευμένο:

— Γιατί;…

Η Κομνηνού πήγε κοντά του. Αργά. Χωρίς βιασύνη.

— Γιατί είσαι μόνος, είπε. Και γιατί… εγώ δεν αντέχω άλλο να είμαι σωστή.

Του ακούμπησε το πρόσωπο.
Τα δάχτυλά της βρήκαν το αίμα.
Δεν τραβήχτηκε.

— Πονάς;

— Όχι, είπε. Όχι όσο…

Δεν τελείωσε.

Δεν χρειαζόταν.

Η Κομνηνού τον φίλησε.

Όχι για να τον παρηγορήσει.
Για να τον πάρει από τον κόσμο.
Για να τον βγάλει από την πλατεία.
Για να τον κάνει δικό της — έστω για μια νύχτα.

Ο Λυμπέρης ανταπέδωσε με μια πείνα που δεν ήταν μόνο σώμα. Ήταν πείνα να πιστέψει πως υπάρχει κάπου μια αλήθεια που δεν λερώνεται.

Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της.
Η Κομνηνού τον τράβηξε κοντά, πιο κοντά, σαν να ήθελε να σβήσει την απόσταση που τους είχαν επιβάλει.

Το δωμάτιο ήταν μικρό. Το κρεβάτι στενό. Το φως χαμηλό.
Αλλά η ένταση ήταν τεράστια.

Οι ανάσες τους γέμισαν τον χώρο.
Οι κινήσεις τους έγιναν όλο και πιο αποφασιστικές, σαν να έπρεπε να κλέψουν χρόνο από τον θάνατο.

Η Κομνηνού ψιθύρισε στο αυτί του:

— Απόψε δεν υπάρχει χωριό. Δεν υπάρχει νόμος. Δεν υπάρχει τίποτα.

— Κι αύριο; είπε εκείνος.

Η Κομνηνού σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.
Το βλέμμα της σκλήρυνε.

— Αύριο… θα πολεμήσουμε.

Και τον φίλησε ξανά, πιο βαθιά, σαν σφραγίδα.

Η νύχτα τους κατάπιε.

Όχι σαν αμαρτία.
Σαν σωτηρία.

Κι αν έξω υπήρχε ο Θεός του παπά Ιωακείμ, μέσα στο δωμάτιο υπήρχε μόνο η αλήθεια του δέρματος:
ότι δύο άνθρωποι μπορούν να ανήκουν ο ένας στον άλλο, ακόμα κι όταν όλοι οι άλλοι τους θέλουν νεκρούς..


ΤΟ ΕΣΩΡΟΥΧΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ

Το ξημέρωμα δεν μπήκε από το παράθυρο.
Μπήκε από τον ήχο.

Ένα χτύπημα.

Δυνατό.

Μεθοδικό.

Σαν να χτυπούσε ο ίδιος ο νόμος την πόρτα.

Η Κομνηνού πετάχτηκε πρώτη. Το σώμα της ήταν ακόμη ζεστό, αλλά το μυαλό της είχε γίνει πέτρα.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε αμέσως, σαν στρατιώτης που δεν πρόλαβε να κοιμηθεί.

Χτύπος ξανά.

— Ανοίξτε, ακούστηκε η φωνή του υπαστυνόμου. ΤΩΡΑ.

Η Κομνηνού πήγε προς την πόρτα, αλλά πριν φτάσει… σταμάτησε.

Κοίταξε κάτω.

Και πάγωσε.

Στο πάτωμα, δίπλα από το κρεβάτι, ήταν κάτι που δεν υπήρχε χθες. Κάτι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει, γιατί δεν είχε πώς να μπει.

Το ίδιο γυναικείο εσώρουχο.

Το ίδιο “στοιχείο”.

Μόνο που τώρα ήταν διπλωμένο προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά.
Σαν κάποιος να το άφησε εκεί με πρόθεση.

Ο Λυμπέρης ακολούθησε το βλέμμα της.

— Όχι… είπε. Όχι, δεν—

Η Κομνηνού σήκωσε το χέρι της.

— Μη μιλάς. Το ξέρω.

Και τότε ακούστηκε τρίτος χτύπος.

Πιο δυνατός.

— Θα σπάσω την πόρτα! φώναξε ο υπαστυνόμος.

Η Κομνηνού πήρε μια ανάσα. Γρήγορη, βαθιά.
Και πήγε στο παράθυρο.

Κοίταξε κάτω.

Η είσοδος του ξενοδοχείου είχε κόσμο.

Όχι απλά αστυνομία.

Χωριανούς.

Σαν να ήταν γιορτή.

Και στο κέντρο τους, ο υπαστυνόμος.
Ο έφορος της βιβλιοθήκης.
Και… ο παπάς Ιωακείμ.

Ο παπάς δεν κοιτούσε το ξενοδοχείο σαν να περιμένει εξέλιξη.
Το κοιτούσε σαν να κοιτάζει σκηνή που έχει ήδη γράψει.

Η Κομνηνού ένιωσε τον Λυμπέρη πίσω της.

— Μας παγίδεψαν, είπε εκείνος.

Η Κομνηνού γύρισε. Τα μάτια της ήταν καθαρά. Κρύα.
Έτοιμα.

— Όχι, είπε. Δεν μας παγίδεψαν.

Πήγε στο εσώρουχο. Το σήκωσε.

Το κοίταξε σαν να κοιτάζει φίδι.

— Μας έστειλαν μήνυμα.

Ο Λυμπέρης ψιθύρισε:

— Ποιος;

Η Κομνηνού δεν απάντησε αμέσως.

Κοίταξε από το παράθυρο ξανά.

Και είδε τον παπά Ιωακείμ να σηκώνει το βλέμμα του.
Σαν να ένιωσε πως τον κοιτάζει.

Και τότε… ο παπάς χαμογέλασε.

Μόνο λίγο.

Αλλά έφτανε.

Η φωνή του ακούστηκε από κάτω, καθαρή, αδύνατο πώς, σαν να ανέβαινε στον αέρα χωρίς εμπόδιο:

— Τέκνα μου…
— Σήμερα θα καθαρίσει ο τόπος.

Η Κομνηνού έσφιξε το εσώρουχο στη γροθιά της.

— Θα το πληρώσει, είπε.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

— Ποιος;

Η Κομνηνού πήγε προς την πόρτα. Έβγαλε την καρέκλα.
Έβαλε το χέρι της στο κλειδί.

— Όλοι, είπε.
— Αλλά πρώτος… ο παπάς.

Και πριν ανοίξει, ψιθύρισε κάτι που έμοιαζε με όρκο:

— Εγώ δεν ήρθα εδώ για να φύγω σαν ένοχη.
— Ήρθα εδώ για να βρω την αλήθεια. Το έγκλημα εις βάρος της βιβλιοθηκονόμου!

Η πόρτα άνοιξε.

Και το χωριό περίμενε..


Ο άνθρωπος που έφερε σιωπή χωρίς να ζητήσει συγγνώμη

Το πρωί, το Καστράκι ξύπνησε σαν να είχε αποφασίσει συλλογικά ότι τίποτα δεν συνέβη.

Ο φούρνος άνοιξε στην ώρα του. Η μυρωδιά του ψωμιού κύλησε στην πλατεία σαν επιχείρημα. Το καφενείο είχε φλυαρία. Παιδιά έτρεξαν με τα μπουφάν ανοιχτά — εκείνο το θράσος της παιδικής ηλικίας απέναντι στο κρύο. Οι γυναίκες που χθες σήκωναν δάχτυλα, σήμερα σήκωναν τσάντες με ψώνια. Ούτε βλέμματα καρφωμένα, ούτε κραυγές.

Μόνο κάτι που δεν ήταν ειρήνη.

Ήταν… σκηνοθεσία.

Η Κομνηνού το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή. Από το πώς οι άνθρωποι απέφευγαν να της δώσουν ολόκληρο το πρόσωπό τους. Της έδιναν μόνο μισό. Ένα προφίλ. Μια ευγένεια. Σαν να λένε: “Σήμερα θα είμαστε καλοί, γιατί μας βλέπει κάποιος άλλος”.

Ο Λυμπέρης περπατούσε δίπλα της χωρίς να μιλά. Η σιωπή του δεν ήταν αμηχανία· ήταν υπολογισμός. Κάθε τόσο, το βλέμμα του ανέβαινε στις στέγες, στα παράθυρα, στις κουρτίνες που κινούνταν ένα χιλιοστό. Όταν μια πόρτα έκλεινε πιο γρήγορα, εκείνος δεν γύριζε. Μόνο έσφιγγε ελαφρά το σαγόνι.

— Θα τους το είπε κάποιος, ψιθύρισε η Κομνηνού, χωρίς να κοιτάζει τον ίδιο, αλλά το χωριό.
— Τι;
— Ότι δεν τους συμφέρει να μας κάνουν άλλο θέαμα.

Ο Λυμπέρης πήρε μια ανάσα.

— Ή ότι έρχεται έλεγχος, είπε. Ή ότι… έρχεται άνθρωπος.

Κι εκείνη τη στιγμή, σαν να επιβεβαιώθηκε ο ίδιος ο φόβος του, ακούστηκε ο ήχος που δεν ανήκε στο χωριό: Ένα μαύρο τζιπ ανέβηκε αργά τον κεντρικό δρόμο και σταμάτησε έξω από το κοινοτικό γραφείο.

Η πόρτα άνοιξε και κατέβηκε μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με παλτό αυστηρό, μαλλιά πιασμένα πίσω, και εκείνο το βλέμμα που δεν ψάχνει έγκριση. Δεν ήταν “καλοντυμένη”. Ήταν τακτοποιημένη με τρόπο που έλεγε: «Δεν είμαι εδώ για να μου φερθείτε ωραία. Είμαι εδώ για να τελειώνουμε.»

Κρατούσε φάκελο.

Κι όταν προχώρησε, οι χωριανοί — που μέχρι πριν από λίγο έκαναν πως γελούν — μίκρυναν. Το γέλιο τους ξεφούσκωσε, σαν να το τρύπησε μια βελόνα.

Ο πρόεδρος, ο Μηνάς Σταθάτος, βγήκε σχεδόν τρέχοντας.

— Κυρία… κυρία επιθεωρήτρια, είπε.

Η γυναίκα τον κοίταξε με ψυχρότητα που δεν ήταν προσωπική. Ήταν επαγγελματική.

— Δεν είμαι επιθεωρήτρια, κύριε πρόεδρε. Συντονίστρια είμαι. Και δεν ήρθα να σας κλείσω το χωριό. Ήρθα να σας ανοίξω το στόμα.

Η λέξη “στόμα” έπεσε στην πλατεία σαν πέτρα σε παγωμένο νερό.

Η Κομνηνού προχώρησε πρώτη, σχεδόν ενστικτωδώς.

— Ελένη Κομνηνού, είπε. Εγκληματολόγος. Και αυτός είναι ο εισαγγελέας Λυμπέρης.

Η γυναίκα γύρισε και τους κοίταξε σαν να τους περίμενε.

— Το ξέρω, είπε. Με λένε Δέσποινα Καρρά. Από το Υπουργείο. Και… (σταμάτησε για μισό δευτερόλεπτο, σαν να διάλεγε αν θα πει αλήθεια ή όχι) …έχω περάσει απ’ αυτό το χωριό παλιά. Πολύ παλιά.

Ο Λυμπέρης σήκωσε το φρύδι.

— Πόσο παλιά;

Η Καρρά χαμογέλασε χωρίς χαρά.

— Τότε που εδώ μέσα έμαθαν να ζουν σαν να είναι 1962, για να μη χρειαστεί να παραδεχτούν τι έγινε το 1967. Αυτά τα χρόνια δεν περνούν. Απλώς… κρύβονται.

Η Κομνηνού ένιωσε ένα κρύο που δεν είχε σχέση με τον καιρό.

— Ξέρετε για την υπόθεση; ρώτησε.

— Ξέρω για το φαινόμενο, είπε η Καρρά. Κι έπειτα κοίταξε τον πρόεδρο. Κι εσείς, κύριε Σταθάτο, ξέρετε για μένα. Γι’ αυτό σήμερα το χωριό φοράει το “καλό” του πρόσωπο.

Ο πρόεδρος χαμογέλασε αμήχανα. Ένα χαμόγελο που έλεγε “αυτή δεν είναι δική μας”.

— Εμείς… δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε, είπε.

Η Καρρά δεν του απάντησε.

Γύρισε στο πλήθος. Σαν να διάβαζε παλμούς. Σαν να ήξερε ήδη ποιος θα λιποθυμήσει, ποιος θα φτύσει, ποιος θα γελάσει νευρικά.

— Θέλω να γίνει σήμερα μια συνάντηση, είπε. Στο σχολείο. Όλοι όσοι έχουν ρόλο. Πρόεδρος. Έφορος. Υπαστυνόμος. Παπάς. Και εσείς οι δύο. (Κοίταξε την Κομνηνού και τον Λυμπέρη.) Θα μιλήσουμε σαν άνθρωποι. Όχι σαν χωριό.

Η λέξη “όχι σαν χωριό” προκάλεσε ένα τράβηγμα στο πλήθος. Σαν να τους ξερίζωνε κάτι.

Και τότε, από κάπου ανάμεσα στις γυναίκες, ακούστηκε μια φωνή χαμηλή:

— Να ’ναι καλά η Δέσποινα… είπε κάποια. Να μας γλιτώσει.

Η Καρρά γύρισε απότομα.

— Μη με χρησιμοποιείς σαν “γλιτώσιμο”, είπε. Δεν ήρθα να σας γλιτώσω. Ήρθα να σας βάλω να διαλέξετε: ή αλήθεια ή κηδεία.

Η πλατεία σώπασε.

Και για πρώτη φορά από τότε που πάτησε στο Καστράκι, η Κομνηνού ένιωσε πως οι άνθρωποι γύρω της δεν έπαιζαν απλώς θέατρο.

Φοβόντουσαν.

Όχι την ίδια.

Κάτι παλιότερο.

Κάτι που είχε ημερομηνία.

Και είχε γίνει κανόνας..


Το σχολείο, οι παλιοί κανόνες και το “πρωτόκολλο της ντροπής”

Το σχολείο ήταν κρύο. Όχι από έλλειψη θέρμανσης. Από εκείνο το κρύο που αφήνουν μέσα τους τα δωμάτια όταν έχουν ακούσει πολλά και δεν τους επιτρέπεται να τα επαναλάβουν.

Η αίθουσα της έκτης τάξης είχε ξύλινα θρανία και έναν πίνακα με κιμωλία που δεν έγραφε πια καλά. Στους τοίχους, ξεθωριασμένες ζωγραφιές: ήλιοι, σπίτια, σημαίες. Η αθωότητα σαν διακόσμηση.

Η Καρρά στάθηκε όρθια μπροστά στον πίνακα, χωρίς να καθίσει. Αυτό ήταν το πρώτο της μήνυμα: δεν ήρθα για παρέα.

Ο πρόεδρος κάθισε σφιγμένος, ο έφορος Βερδής έπαιζε νευρικά με τα χαρτιά του, ο υπαστυνόμος είχε το βλέμμα ενός ανθρώπου που δεν θέλει να φαίνεται ότι “φοβάται”, κι ο παπάς Ιωακείμ κρατούσε τα χέρια του σταυρωμένα σαν να προσεύχεται, αλλά τα δάχτυλά του έτριζαν.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης πήραν θέσεις δίπλα δίπλα. Όχι ενωμένοι “ρομαντικά”. Ενωμένοι σαν νομική πραγματικότητα: δύο άνθρωποι που αν πέσει ο ένας, θα πέσει και ο άλλος.

Η Καρρά άνοιξε τον φάκελο.

Δεν έβγαλε χαρτιά αμέσως.

Πρώτα τους κοίταξε.

— Θα ξεκινήσω με κάτι απλό, είπε. Γιατί χθες, στο πανηγύρι, κάνατε αυτό που κάνατε;

Ο πρόεδρος πήγε να μιλήσει, αλλά η Καρρά σήκωσε το χέρι.

— Όχι εσείς πρώτος. Εσείς έχετε μάθει να μιλάτε για να φαίνεστε. Θέλω να μιλήσει αυτός που κάνει πράξη. (Κοίταξε τον υπαστυνόμο.) Εσείς.

Ο υπαστυνόμος κατάπιε.

— Κύρια Καρρά… εμείς εδώ έχουμε… τρόπους.

— Ακριβώς, είπε εκείνη. Τρόπους. Παλιάς Ελλάδας. Τρόπους δεκαετίας του ’60. Με “ηθική”, με “ντροπή”, με δημόσια διαπόμπευση. Και θέλω να μου πείτε: ποιος σας το δίδαξε αυτό;

Σιωπή.

Ο παπάς Ιωακείμ κούνησε ελάχιστα το κεφάλι, σαν να έλεγε “η παράδοση”.

Η Καρρά τον πρόλαβε.

— Μην μου πείτε “η παράδοση”. Η παράδοση δεν φτιάχνει σκευωρίες. Η παράδοση φτιάχνει ψωμί και μνημόσυνα. Εσείς φτιάχνετε αλυσίδα.

Έβαλε το χέρι στον φάκελο και έβγαλε ένα χαρτί κιτρινισμένο. Παλιά γραφομηχανή. Σφραγίδα ξεθωριασμένη.

— Αυτό, είπε, είναι ένα “πρωτόκολλο κοινοτικής ευπρέπειας”. Επίσημα δεν υπάρχει. Ανεπίσημα, το τηρείτε σαν ευαγγέλιο. Υπογράφτηκε το 1968.

Ο Λυμπέρης ανασηκώθηκε.

— 1968… δηλαδή…

Η Καρρά τον κοίταξε.

— Χούντα, ναι. Αλλά μη σας ξεγελά η λέξη. Δεν ήταν ιδεολογία. Ήταν εργαλείο. Ένας τρόπος να κρατήσουν όλοι το στόμα τους κλειστό για κάτι που είχε γίνει λίγο πριν. Κάτι που δεν ήθελαν να βγει ποτέ από το χωριό, γιατί τότε θα καίγονταν σπίτια. Θα χάνονταν δουλειές. Θα έμπαιναν φυλακές.

Η Κομνηνού ένιωσε την καρδιά της να χτυπά.

— Για τι μιλάμε; είπε. Για έγκλημα;

Η Καρρά δεν απάντησε κατευθείαν. Κοίταξε τον έφορο.

— Για εκείνη που γράφτηκε “λάθος”, είπε.

Ο Βερδής άσπρισε.

Η Κομνηνού κατάλαβε ότι η Καρρά είχε διαβάσει βαθύτερα απ’ όσο τους είχε πει.

— Η βιβλιοθηκονόμος, ψιθύρισε.

Ο παπάς Ιωακείμ σήκωσε το βλέμμα του για πρώτη φορά. Τώρα, το βλέμμα του δεν ήταν “πνευματικό”. Ήταν πολιτικό.

— Προσέχετε, είπε. Οι λέξεις έχουν συνέπειες.

Η Καρρά γέλασε κοφτά.

— Οι λέξεις έχουν συνέπειες μόνο όταν δεν τις ελέγχετε, πάτερ. Και αυτό είναι όλο το πρόβλημά σας.

Γύρισε στην Κομνηνού.

— Εσείς χθες είδατε ένα “εσώρουχο” να γίνεται απόδειξη. Αυτό το χωριό έχει ένα ένστικτο: όταν απειλείται η σιωπή του, βρίσκει έναν τρόπο να κάνει τον ξένο να φαίνεται βρώμικος.

Η Κομνηνού έσφιξε τα δάχτυλά της.

— Το ίδιο “στοιχείο” εμφανίστηκε και στο δωμάτιό μας, είπε. Διπλωμένο. Σαν τελετουργία.

Ο υπαστυνόμος έκανε μια κίνηση σαν να θέλει να πεταχτεί, αλλά η Καρρά τον κάρφωσε.

— Όχι. Εσείς θα κάτσετε. (Και μετά, ήρεμα, σαν να έκοβε ψωμί:) Πείτε μου, κυρία Κομνηνού… κοιτάξατε το ρούχο με τρόπο εγκληματολογικό ή σας έπιασε ο θυμός;

Η Κομνηνού πάγωσε. Έπειτα απάντησε αργά.

— Το κράτησα σαν φίδι.

— Ωραία, είπε η Καρρά. Άρα δεν το ψάξατε.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παλτού της και έβγαλε ένα μικρό διάφανο σακουλάκι. Μέσα υπήρχε ένα κομμάτι υφάσματος, κομμένο από ραφή.

Ο Λυμπέρης πετάχτηκε.

— Τι είναι αυτό;

— Είναι η ραφή από το “εσώρουχο”, είπε η Καρρά. Το πήρα χθες βράδυ. Πριν προλάβουν να το “εξαφανίσουν” ή να το “ξαναβάλουν” αλλού. Και μέσα στη ραφή… (σήκωσε το σακουλάκι στο φως) …υπάρχει κάτι που δεν είναι ύφασμα.

Η Κομνηνού πλησίασε.

Ένα μικροσκοπικό, επίπεδο αντικείμενο φαινόταν σαν σκιά.

— Μικροφίλμ; ψιθύρισε.

— Παλιό κόλπο, είπε η Καρρά. Κόλπο δεκαετίας ’60. Όταν δεν υπήρχαν κινητά, αλλά υπήρχε φόβος. Έκρυβαν χαρτιά σε στριφώματα, σε φόδρες, σε ραφές. Για να περάσουν σύνορα. Ή για να περάσουν… χωριά.

Ο παπάς Ιωακείμ σηκώθηκε αργά.

— Αυτά είναι συκοφαντίες—

Η Καρρά γύρισε με ηρεμία που τρόμαζε.

— Πάτερ, καθίστε. Γιατί αν συνεχίσετε, θα αναγκαστώ να σας ρωτήσω κάτι απλό: ποιος έχει τα κλειδιά της αποθήκης των αμφίων; Ποιος έχει τα κλειδιά της βιβλιοθήκης; Ποιος κρατά τα κλειδιά “για να προστατεύει”;

Ο παπάς έμεινε όρθιος για ένα δευτερόλεπτο ακόμη. Μετά κάθισε.

Η Καρρά κοίταξε τον πρόεδρο.

— Σήμερα το χωριό σας θα ρίξει τους τόνους. Θα σας δείτε να γίνεστε “ευγενικοί”. Θα φέρετε γλυκό στους ξένους. Θα πείτε “μην παρεξηγείτε”. Αυτό θα είναι το νέο σας θέατρο.

— Και γιατί να το κάνουμε; είπε ο πρόεδρος, με φωνή που προσπαθούσε να βρει θάρρος.

Η Καρρά έσκυψε ελάχιστα προς το μέρος του.

— Γιατί αν δεν το κάνετε, θα μάθουν οι έξω τι κάνετε εδώ μέσα. Και τότε, το πρωτόκολλο σας… θα γίνει χαρτί δικογραφίας.

Η αίθουσα πάγωσε.

Και τότε η Καρρά είπε το δεύτερο μαχαίρι:

— Υπάρχει και κάτι άλλο. Το εσώρουχο δεν είναι της Κομνηνού. Δεν είναι καν σύγχρονο. Είναι… παλιό. Πολύ παλιό.

Γύρισε το σακουλάκι και έδειξε το ύφασμα.

Στο εσωτερικό, ξεθωριασμένα, υπήρχαν δύο γράμματα ραμμένα με κλωστή:

Α.Μ.

Η Κομνηνού ψιθύρισε:

— Άννα Μπαλή…

Ο Βερδής έβγαλε έναν ήχο σαν να πνίγεται.

Και για πρώτη φορά, το “σκάνδαλο” έγινε αυτό που έπρεπε να είναι εξαρχής:

ίχνος.

Όχι γελοιοποίηση.

Και τώρα, κάποιος που ήξερε να κρύβει μηνύματα “παλιά”, έπαιζε μαζί τους “καινούργια”.


Η λανθάνουσα ειρήνευση και το νέο πρόσωπο που δεν ήρθε για να σώσει κανέναν

Το απόγευμα, σαν με εντολή που δεν ειπώθηκε, το Καστράκι άρχισε να γίνεται… ανεκτό.

Η Κομνηνού το είδε πρώτα στον φούρνο: η γυναίκα πίσω από τον πάγκο τής έδωσε ψωμί χωρίς να πετάξει μπηχτή. Στο καφενείο, δύο άντρες τής έκαναν χώρο να περάσει, όχι από σεβασμό, αλλά από φόβο για την Καρρά. Και στην πλατεία, μια γιαγιά είπε “καλησπέρα” τόσο καθαρά, που ακουγόταν σαν δήλωση.

Ο Λυμπέρης δεν ξεγελάστηκε.

— Δεν ηρέμησαν, είπε. Έβαλαν φίμωτρο.

— Αυτό θέλουμε για λίγο, απάντησε η Κομνηνού. Όχι αγάπη. Χρόνο.

Στο ξενοδοχείο «Δρυάδα», η Καρρά τούς περίμενε στο μικρό σαλόνι, μπροστά στο τζάκι που έκαιγε σαν να μην ήθελε να ζεστάνει· μόνο να φωτίσει.

Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα μικρό φορητό φωτεινό κουτί και μεγεθυντικός φακός. Όχι υπερσύγχρονα. Όχι “CSI”. Απλά εργαλεία, σαν αυτά που θα είχε κάποιος που ξέρει τη δουλειά του χωρίς να πουλά εντυπωσιασμό.

— Θα το ανοίξω εδώ, είπε. Μπροστά σας. Για να μη μπορεί κανείς να πει ότι “φυτέψαμε” κάτι.

Η Κομνηνού κάθισε απέναντι, ο Λυμπέρης στο πλάι. Και για πρώτη φορά, ένιωσαν ότι υπάρχει ένας τρίτος στον χώρο που δεν τους θέλει ούτε θύματα ούτε ήρωες. Τους θέλει χρήσιμους.

Η Καρρά έβγαλε προσεκτικά το κρυμμένο αντικείμενο από τη ραφή. Ήταν ένα λεπτό κομμάτι διαφανές, σαν παλιό φιλμ φωτογραφικής μηχανής, αλλά μικρότερο. Το έβαλε στο φως.

Στην αρχή φάνηκαν μόνο σκιές.

Μετά, γραμμές.

Και μετά… γράμματα.

Η Κομνηνού έσκυψε.

— Είναι… κατάλογος; ψιθύρισε.

Η Καρρά ένευσε.

— Είναι μισός κατάλογος. Μισή αλήθεια.

Ο Λυμπέρης πήρε ανάσα.

— Ονόματα;

— Όχι ακριβώς ονόματα, είπε η Καρρά. Είναι συσχετίσεις. “Ποιος ήταν πού”, “ποιος κλείδωσε τι”, “ποιος είδε και δεν είπε”.

Η Κομνηνού ένιωσε να της ανεβαίνει κάτι σαν οργή και ανακούφιση μαζί.

— Τότε το χωριό δεν έφτιαξε την ιστορία με το εσώρουχο για να μας γελοιοποιήσει, είπε. Κάποιος άλλος το χρησιμοποίησε για να μας οδηγήσει εδώ.

Η Καρρά άφησε το φιλμ κάτω.

— Ναι. Και αυτός ο κάποιος είναι είτε μέσα στο χωριό είτε πάνω από το χωριό. Και ξέρει πώς να τους χειριστεί. Γιατί τους μιλά στη γλώσσα τους: ντροπή, τιμή, παλιά κόλπα.

Ο Λυμπέρης έγειρε προς τα μπρος.

— Ποια είστε πραγματικά, κυρία Καρρά; Γιατί ξέρετε τόσα; Και γιατί μπήκατε έτσι;

Η Καρρά τον κοίταξε για λίγες στιγμές. Ύστερα μίλησε χαμηλά.

— Όταν ήμουν δεκαεπτά, ήρθα εδώ ως πρακτική κοινωνική λειτουργός. Τότε. Τότε που οι γυναίκες δεν μιλούσαν. Τότε που οι άντρες έκαναν τους νόμους στο καφενείο. Και τότε που ένα κορίτσι… χάθηκε. Όχι σαν σώμα. Σαν λέξη.

Η Κομνηνού ένιωσε τον αέρα να αλλάζει.

— Η Άννα Μπαλή; είπε.

Η Καρρά δεν απάντησε αμέσως. Σαν να μην ήθελε να δώσει σε κανέναν την ικανοποίηση του ονόματος. Μετά ένευσε.

— Το χωριό έμαθε τότε να λειτουργεί σαν μηχανή. Όταν εμφανίζεται κίνδυνος, γυρίζει σε εκείνη την εποχή. Γιατί τότε έμαθε να “σώζεται”: με σιωπή, με διαπόμπευση του ξένου, με “ηθική”. Όχι επειδή είναι ανόητοι. Επειδή είναι εκπαιδευμένοι.

Ο Λυμπέρης έσφιξε τη γροθιά του.

— Εκπαιδευμένοι από ποιον;

Η Καρρά χαμήλωσε το βλέμμα.

— Από τον φόβο τους. Και από έναν άνθρωπο που δεν γέρασε ποτέ μέσα τους.

Η Κομνηνού κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν μεταφορά. Ήταν προειδοποίηση.

— Μιλάτε για τον παπά; είπε.

Η Καρρά χαμογέλασε ελάχιστα.

— Ο παπάς είναι πρόσωπο. Εγώ μιλάω για ρόλο. Σήμερα ο ρόλος φορά ράσο. Αύριο μπορεί να φορά στολή. Τότε φορούσε… (κοίταξε το φιλμ) …σφραγίδα.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε και άρχισε να περπατά στο μικρό σαλόνι.

— Άρα η “ειρήνη” που βλέπουμε έξω είναι πλαστή.

— Φυσικά, είπε η Καρρά. Είναι μόνο για να κερδίσετε χρόνο. Κι εγώ ήρθα για να σας τον αγοράσω.

Η Κομνηνού την κοίταξε με μια οξύτητα που δεν ήταν δυσπιστία. Ήταν ανάγκη.

— Και τι ζητάτε ως αντάλλαγμα;

Η Καρρά ανασήκωσε τους ώμους.

— Να μη με κάνετε καλή. Δεν ήρθα να σας σώσω. Ήρθα να σας κρατήσω ζωντανούς μέχρι να κάνετε εσείς τη βρώμικη δουλειά.

Πήρε το φιλμ και το έκλεισε σε φάκελο.

— Απόψε, είπε, θα γίνει κάτι άλλο. Το χωριό θα επιχειρήσει να “εξαγνιστεί”. Θα ανάψει κερί. Θα ψάλει. Θα κάνει μια μικρή τελετή που θα μοιάζει αθώα. Θα σας καλέσουν “για συμφιλίωση”. Θα σας βάλουν να καθίσετε μπροστά, για να σας δουν όλοι. Κι εκεί, κάποιος θα προσπαθήσει να σας περάσει το δεύτερο μήνυμα.

Ο Λυμπέρης σταμάτησε.

— Ποιο δεύτερο μήνυμα;

Η Καρρά τον κοίταξε.

— Αυτό που δεν χωρά σε ραφές. Αυτό που χωρά μόνο σε ανθρώπους.

Η Κομνηνού ένιωσε την τρίχα στον αυχένα της να σηκώνεται.

— Δηλαδή;

Η Καρρά έσκυψε ελαφρά προς την Κομνηνού.

— Δηλαδή, κάποιος θα επιχειρήσει να σας δώσει πληροφορία ζωντανά. Κι αυτός ο κάποιος θα κινδυνεύσει.

Ο Λυμπέρης ψιθύρισε:

— Ποιος;

Η Καρρά δεν απάντησε.

Μόνο άνοιξε την πόρτα του σαλονιού και κοίταξε έξω, προς το χωριό που, κάτω από το χιόνι, έμοιαζε ξανά ήρεμο. Σχεδόν όμορφο.

— Να θυμάστε, είπε τελικά, χωρίς να γυρίσει: όταν ένα χωριό παριστάνει ότι ηρέμησε, κάποιος έδωσε εντολή να ηρεμήσει. Και οι εντολές εδώ… δεν είναι ποτέ αθώες.

Η Κομνηνού κοίταξε τον Λυμπέρη. Για πρώτη φορά μετά το πανηγύρι, δεν υπήρχε ανάμεσά τους μόνο ένταση. Υπήρχε και κάτι άλλο: μια κοινή κατανόηση ότι η “ισορροπία” που επέστρεψε, ήταν απλώς η σιωπή πριν από κάτι χειρότερο.

Έξω, στην πλατεία, άναψε το πρώτο κερί.

Και μέσα στο ξενοδοχείο, πάνω στο τραπέζι, ο φάκελος με το φιλμ έμοιαζε με μικρό φέρετρο: όχι για σώμα, αλλά για μυστικό.

Η Κομνηνού άγγιξε ασυναίσθητα το στήθος της, σαν να έψαχνε το δικό της “κρυμμένο” σημείο.

Και τότε κατάλαβε την πιο ύπουλη ανατροπή απ’ όλες:

Το εσώρουχο δεν ήταν εργαλείο ντροπής.

Ήταν ταχυδρομείο.

Και όποιος το έστειλε, ήξερε ότι εκείνοι θα ντρέπονταν πρώτα…

για να θυμώσουν μετά…

και να ψάξουν στο τέλος.

Ακριβώς με αυτή τη σειρά!..


Οι ψαλμοί που δεν ήταν προσευχή

Η εκκλησία του χωριού δεν είχε ποτέ πολλή θέρμανση. Όχι από αμέλεια· από επιλογή. Το κρύο λειτουργούσε σαν φίλτρο: έκοβε τις μεγάλες κινήσεις, τις φωνές, τα περιττά συναισθήματα. Έμεναν μόνο όσα άντεχαν.

Η πρόσκληση ήρθε το απόγευμα, με τρόπο που δεν σήκωνε άρνηση αλλά ούτε φώναζε εξαναγκασμό. Ένα παιδί χτύπησε την πόρτα του ξενοδοχείου, άφησε έναν φάκελο χωρίς όνομα, χωρίς σφραγίδα. Μέσα, ένα χαρτί διπλωμένο προσεκτικά:

«Σήμερα, μετά τον εσπερινό. Για να μπει τέλος στην ένταση. Να είστε παρόντες.»

Η Κομνηνού το διάβασε δύο φορές. Ο Λυμπέρης μία.

— Τελετή καθαρμού, είπε εκείνος. Θα μας δείξουν ότι “όλα είναι εντάξει”.

— Ή ότι θέλουν μάρτυρες, απάντησε η Κομνηνού.

Η Καρρά στεκόταν κοντά στο παράθυρο. Δεν κοίταζε το χαρτί. Κοίταζε έξω, τα πρώτα φώτα που άναβαν στα σπίτια.

— Θα πάτε, είπε. Και θα καθίσετε μπροστά. Όχι δίπλα στον παπά. Δίπλα στον πρόεδρο. Εκεί φαίνεται ποιος “ανήκει”.

— Κι εσείς; ρώτησε ο Λυμπέρης.

Η Καρρά φόρεσε το παλτό της.

— Εγώ δεν θα φανώ. Αν με δουν, θα προσέχουν τα λόγια τους. Σήμερα δεν θέλουμε προσεκτικά λόγια. Θέλουμε… μικρά λάθη.

Η εκκλησία γέμισε αργά. Όχι από πίστη· από περιέργεια και υποχρέωση. Οι άνθρωποι κάθονταν με αποστάσεις, σαν να φοβούνταν μήπως ακουμπήσουν λάθος σώμα και τους κολλήσει ευθύνη.

Ο παπάς Ιωακείμ βγήκε στο αναλόγιο με ύφος γαλήνιο. Πολύ γαλήνιο. Εκείνο το ύφος που δεν προσεύχεται· επιβλέπει.

Οι ψαλμοί άρχισαν χαμηλά. Όχι θριαμβευτικά. Σαν να ήθελαν να κατευνάσουν κάτι που σάλευε κάτω από τα στασίδια.

Η Κομνηνού ένιωθε τα βλέμματα πάνω της, αλλά όχι εχθρικά. Ήταν βλέμματα που έλεγαν: “Σήμερα δεν θα σου κάνουμε κακό. Σήμερα θέλουμε να τελειώσει.”

Ο Λυμπέρης κράτησε το σώμα του ακίνητο. Τα χέρια του στα γόνατα. Δεν έδειχνε αλαζονεία· έδειχνε παρουσία.

Στη δεύτερη ψαλμωδία, ο παπάς σταμάτησε. Κοίταξε το εκκλησίασμα.

— Αδέρφια, είπε, περάσαμε μέρες δοκιμασίας. Η δοκιμασία φέρνει ένταση. Και η ένταση… αμαρτία.

Μια παύση. Υπολογισμένη.

— Σήμερα, όμως, ήρθαμε να αποδείξουμε ότι το χωριό μας ξέρει να συγχωρεί. Και να ζητά συγχώρεση.

Κάποιοι έγνεψαν. Κάποιοι κατέβασαν το βλέμμα. Ήταν το συλλογικό “ναι” που δεν χρειάζεται φωνή.

Ο πρόεδρος σηκώθηκε πρώτος.

— Ως κοινότητα, είπε, ίσως παρασυρθήκαμε. Ίσως υπήρξαν παρεξηγήσεις. Θέλουμε να δείξουμε ότι δεν έχουμε τίποτα εναντίον των ανθρώπων που ήρθαν να κάνουν τη δουλειά τους.

Δεν είπε “συγγνώμη”. Δεν το χρειαζόταν. Το χωριό δεν ζητούσε συγγνώμη. Δήλωνε κανονικότητα!

Ο παπάς γύρισε προς την Κομνηνού και τον Λυμπέρη.

— Αν θέλουν, είπε, μπορούν κι εκείνοι να πουν έναν λόγο.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε πρώτος. Δεν μίλησε αμέσως. Άφησε τον χρόνο να βαραίνει.

— Δεν ήρθαμε για να κρίνουμε το χωριό, είπε τελικά. Ήρθαμε για να βρούμε αλήθεια. Κι η αλήθεια… δεν φοβάται τις προσευχές.

Ήταν λόγια προσεκτικά. Ούτε πρόκληση, ούτε υποταγή.

Η Κομνηνού σηκώθηκε κι εκείνη.

— Είμαι εδώ για να ακούσω, είπε. Όχι για να συγκρουστώ. Αλλά να ξέρετε: ό,τι λέγεται ψιθυριστά, ακούγεται δυνατότερα από ό,τι φωνάζεται.

Ένα κύμα μουρμούρας. Όχι θυμός. Μια ελαφριά ενόχληση. Σαν να τους χάλασε λίγο το σενάριο.

Και τότε συνέβη κάτι που δεν ήταν στο πρόγραμμα.

Από τα πίσω στασίδια σηκώθηκε ένας άντρας γύρω στα σαράντα πέντε. Ψηλός, αδύνατος, με ρούχα απλά, χέρια που έδειχναν δουλειά γραφείου, όχι χωραφιού. Δεν ήταν “γνωστός” με την έννοια του χωριού. Ήταν γνωστός με την έννοια του “πάντα εδώ, ποτέ μπροστά”.

— Να μιλήσω κι εγώ, πάτερ; είπε.

Η φωνή του δεν έτρεμε. Δεν ήταν ηρωική. Ήταν… αναγκαστική.

Ο παπάς δίστασε ελάχιστα. Ένα λάθος. Το πρώτο.

— Αν είναι για ειρήνη, είπε.

Ο άντρας προχώρησε δύο βήματα. Δεν πήγε μπροστά. Στάθηκε στο μέσο. Εκεί που βλέπουν όλοι.

— Με λένε Στέφανο Μαρκάκη, είπε. Είμαι λογιστής. Εδώ. Τριάντα χρόνια.

Η Κομνηνού ένιωσε ένα ελαφρύ τράβηγμα στο στομάχι. Όνομα. Επάγγελμα. Θέση.

— Δεν ήρθα να κατηγορήσω κανέναν, συνέχισε. Ούτε να υπερασπιστώ. Αλλά… ακούω για συγχώρεση και νιώθω ότι συγχωρούμε κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ.

Σιωπή. Πιο βαριά.

Ο παπάς χαμογέλασε σφιχτά.

— Αδερφέ Στέφανε—

— Όχι, πάτερ, είπε εκείνος. Αφήστε με. Για μία φορά.

Κοίταξε την Κομνηνού. Όχι σαν σωτήρα. Σαν… μάρτυρα.

— Εγώ θυμάμαι, είπε, όταν ήμουν παιδί, μια γυναίκα που δεν ξαναείδα. Μας είπαν ότι “έφυγε”. Μας είπαν να μην ρωτάμε. Και μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι όποιος ρωτά… χαλάει την ησυχία.

Κάποιος έκανε να μιλήσει. Δεν πρόλαβε.

— Το λέω αυτό, συνέχισε, γιατί χθες είδα το χωριό να θυμώνει όχι από δικαιοσύνη, αλλά από φόβο. Και σήμερα το βλέπω να συγχωρεί όχι από αγάπη, αλλά από ανάγκη.

Ο πρόεδρος σηκώθηκε απότομα.

— Αυτά δεν είναι ώρα—

— Είναι ακριβώς η ώρα, είπε ο Στέφανος. Γιατί αν δεν είναι τώρα, δεν θα είναι ποτέ.

Ο παπάς έκανε ένα βήμα μπροστά.

— Αρκετά.

Και τότε ο Στέφανος είπε τη φράση που δεν μπορούσε να παρθεί πίσω:

— Αν θέλετε ειρήνη, βρείτε πρώτα πού πήγαν τα χαρτιά της παλιάς κοινότητας. Όχι τα καινούργια. Τα πριν το ’70. Γιατί εγώ τα είδα. Και δεν έπρεπε να τα δω.

Η εκκλησία πάγωσε.

Η Κομνηνού ένιωσε τον Λυμπέρη να σφίγγει ελαφρά το μπράτσο της. Όχι για να την κρατήσει. Για να της πει: αυτός είναι.

Ο παπάς μίλησε κοφτά.

— Τελειώνουμε εδώ.

Αλλά ήταν αργά.

Ο Στέφανος γύρισε προς την Κομνηνού, χωρίς θεατρινισμούς.

— Αν θέλετε να μιλήσουμε, είπε, όχι εδώ. Όχι τώρα. Ξέρετε πού θα με βρείτε.

Και κάθισε.

Οι ψαλμοί ξανάρχισαν άγαρμπα. Όχι σαν προσευχή. Σαν κάλυψη. Σαν να έπεφτε χιόνι για να σβήσει ίχνη.

Ο κόσμος άρχισε να σηκώνεται. Κάποιοι έλεγαν “καλό βράδυ”. Κάποιοι απέφευγαν βλέμματα. Η ειρήνη είχε επιτευχθεί — στα χαρτιά!

Έξω, στο προαύλιο, η Καρρά περίμενε στη σκιά.

— Αυτός είναι, είπε πριν προλάβουν να μιλήσουν. Και τώρα είναι εκτεθειμένος.

— Το ήξερε, είπε η Κομνηνού.

Η Καρρά ένευσε.

— Ναι. Και αυτό τον κάνει επικίνδυνο. Όχι για εμάς. Για εκείνους.

Ο Λυμπέρης κοίταξε πίσω, την εκκλησία που άδειαζε.

— Η παγίδα έπιασε, είπε.

— Όχι, απάντησε η Καρρά. Η παγίδα άνοιξε. Και τώρα κάποιος θα προσπαθήσει να την κλείσει πάνω σε άνθρωπο.

Η Κομνηνού ένιωσε ξανά εκείνη τη γνώριμη αίσθηση: όχι φόβο, αλλά ευθύνη.

Η δήθεν-συμφιλίωση είχε τελειώσει.

Και το χωριό, για πρώτη φορά, είχε μιλήσει μπροστά σε λάθος κοινό..


Ατύχημα χωρίς φωνές

Το χωριό κοιμήθηκε νωρίς εκείνο το βράδυ, αλλά όχι ήσυχα. Έπεσε εκείνη η σιωπή που δεν είναι ύπνος· είναι επιτήρηση. Σαν να κρατά το σκοτάδι βάρδιες.

Η Κομνηνού δεν κοιμόταν. Στεκόταν στο παράθυρο του ξενοδοχείου και κοιτούσε τα φώτα να σβήνουν ένα-ένα, με ρυθμό σχεδόν συντονισμένο. Ο Λυμπέρης διάβαζε ξανά και ξανά τις σημειώσεις από την εκκλησία, σαν να περίμενε να εμφανιστεί μέσα στις λέξεις ένα κρυφό πρόσωπο.

Η Καρρά είχε φύγει “να κάνει μια βόλτα”. Έτσι το είπε. Αλλά η Κομνηνού ήξερε ότι οι “βόλτες” της Καρράς είχαν τη διάρκεια και την οικονομία μιας ανάκρισης.

— Θα πάμε στον Στέφανο; ρώτησε ο Λυμπέρης.

Η Κομνηνού έγνεψε.

— Όχι αμέσως. Αν πάμε τώρα, τον καίμε. Κι αν δεν πάμε ποτέ, τον αφήνουμε.

Ο Λυμπέρης σήκωσε το βλέμμα.

— Πότε είναι σωστό, Ελένη;

— Όταν δεν θα είναι επιλογή, είπε εκείνη.

Στις δύο παρά δέκα, χτύπησε η πόρτα.

Όχι δυνατά. Όχι νευρικά. Ένα χτύπημα που δεν ζητούσε άδεια, αλλά ήξερε ότι θα του ανοίξουν.

Η Καρρά μπήκε χωρίς να βγάλει το παλτό.

— Πάμε τώρα, είπε.

— Τι έγινε; ρώτησε η Κομνηνού.

Η Καρρά δεν απάντησε αμέσως. Μόνο έδειξε προς το παράθυρο.

Στον δρόμο κάτω, ένα φως αυτοκινήτου έσβησε, όχι καθώς παρκάριζε, αλλά καθώς σταματούσε.

— Δεν είναι δικό μας, είπε η Καρρά. Και δεν είναι τουρίστας.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε.

— Στον Στέφανο;

Η Καρρά ένευσε.

— Θα προσπαθήσουν να τον “μαζέψουν”. Όχι να τον σκοτώσουν. Όχι απόψε. Απόψε θέλουν να τον κάνουν να μοιάζει… αναξιόπιστος.

Κατέβηκαν τα σκαλιά χωρίς να μιλούν. Ο αέρας μύριζε ξύλο και καπνό. Το χιόνι είχε πατηθεί και ξαναπαγώσει — ένα λεπτό στρώμα που γλιστρά χωρίς να φαίνεται.

Το σπίτι του Στέφανου ήταν λίγο έξω από τον πυρήνα, εκεί που το χωριό σταματά να είναι “κοινότητα” και γίνεται “απομόνωση”. Φως δεν φαινόταν από τα παράθυρα. Αυτό από μόνο του ήταν λάθος. Ένας άνθρωπος που ξέρει ότι τον κοιτάνε, αφήνει φως.

Τον βρήκαν στην αυλή.

Δεν ήταν πεσμένος θεατρικά. Ήταν καθισμένος μισοξαπλωμένος στο πρώτο σκαλί, σαν να προσπάθησε να ανέβει και τον πρόδωσε το σώμα. Το κεφάλι του γύρισε ελάχιστα όταν τους είδε.

— Μην… φωνάξετε, είπε. Δεν είναι… τίποτα.

Η Καρρά γονάτισε δίπλα του, χωρίς πανικό. Άγγιξε τον καρπό του, έπειτα το μέτωπό του.

— Δεν είναι τίποτα, είπε ήρεμα. Είναι απλώς ένα “τίποτα” που σε βάζει στο κρεβάτι για δέκα μέρες και σε κάνει να λες άλλα όταν σε ρωτάνε.

Η Κομνηνού ένιωσε τη λέξη “άλλα” να καρφώνεται.

Ο Στέφανος προσπάθησε να χαμογελάσει.

— Γλίστρησα, είπε. Πάγος.

— Ναι, είπε η Καρρά. Πάγος.

Ο Λυμπέρης γύρισε γύρω. Κοίταξε το έδαφος. Τα ίχνη. Δεν υπήρχε πάλη, δεν υπήρχε σύρσιμο. Μόνο κάτι παράξενο: στο πατημένο χιόνι, μια λεπτή γραμμή, σαν να πέρασε κάτι μεταλλικό.

Η Καρρά σηκώθηκε και άνοιξε το μικρό πορτάκι του ηλεκτρικού ρολογιού δίπλα στην πόρτα. Ένα κλικ. Έπειτα ένα δεύτερο. Τίποτα.

— Έκοψαν το ρεύμα τοπικά; ρώτησε η Κομνηνού.

— Όχι, είπε η Καρρά. Δεν το έκοψαν. Το “έκαναν” να πέσει, για να βγει έξω. Κι όταν βγήκε, τον περίμενε ο πάγος.

Ο Στέφανος κατάπιε.

— Δεν με περίμενε κανείς, είπε γρήγορα. Σας το λέω.

Η Κομνηνού έσκυψε κοντά του.

— Στέφανε… ποιος ξέρει ότι θα μιλούσες;

Ο Στέφανος κοίταξε αλλού.

— Όλοι.

— Όχι, είπε η Καρρά. Όχι όλοι. Μόνο όσοι κατάλαβαν τι είπες. Και πόσο κοστίζει.

Ο Λυμπέρης έβγαλε το κινητό. Δεν είχε σήμα.

Η Καρρά το κοίταξε, χωρίς ειρωνεία.

— Εδώ το σήμα είναι πολιτικό, είπε. Όχι τεχνικό.

Η Κομνηνού πήρε ανάσα.

— Σε ποιον τηλεφώνησες μετά την εκκλησία; ρώτησε τον Στέφανο.

Ο Στέφανος σφίχτηκε.

— Σε κανέναν.

Η Καρρά έβγαλε από την τσέπη της ένα λεπτό γάντι και άνοιξε την τσέπη του παλτού του Στέφανου, χωρίς να ζητήσει άδεια. Έβγαλε ένα μικρό χαρτάκι, διπλωμένο. Πάνω είχε έναν αριθμό τηλεφώνου και δύο λέξεις:

“Μηνάς – Περιφέρεια”

Ο Λυμπέρης σήκωσε το βλέμμα.

— Ο πρόεδρος;

Ο Στέφανος έκλεισε τα μάτια.

— Δεν… τηλεφώνησα. Μου… το έβαλαν.

Η Καρρά δεν τον μάλωσε. Μόνο τον κοίταξε.

— Κανείς δεν σου “βάζει” κάτι αν δεν ξέρει ότι θα πιάσει, είπε. Θέλουν αύριο να πουν: “Ο λογιστής έχει σχέσεις με την εξουσία.” Να σε κάνουν εργαλείο. Να σε κάνουν ύποπτο. Να σε κλείσουν μέσα σε ένα κουτί που δεν ακούγεται.

Η Κομνηνού ένιωσε τον θυμό της να ανεβαίνει αλλά δεν τον άφησε να φανεί.

— Θα έρθεις μαζί μας, είπε. Τώρα.

Ο Στέφανος έκανε μια κίνηση να σηκωθεί και έβγαλε ένα μικρό βογκητό. Το γόνατό του δεν ήταν σπασμένο. Ήταν στραμπουλιγμένο. Πολύ “καθαρό” για ατύχημα· πολύ “βρώμικο” για να μην είναι χρήσιμο.

Ο Λυμπέρης τον σήκωσε με προσοχή.

Καθώς περπατούσαν, ο Στέφανος ψιθύρισε χωρίς να κοιτάζει κανέναν:

— Δεν φοβήθηκα τον πάγο. Φοβήθηκα ότι αύριο θα ξυπνήσω και θα έχουν αποφασίσει ότι… εγώ είπα ψέματα. Και όλοι θα το πιστέψουν, γιατί θα τους βολεύει.

Η Καρρά τον κοίταξε.

— Αυτό είναι το χωριό σου, είπε. Και αυτό είναι η πολιτική του: να κάνει την αλήθεια θέμα πλειοψηφίας.


Τα χαρτιά δεν ήταν σε γραφείο

Τον κράτησαν στο ξενοδοχείο, στο πιο απομονωμένο δωμάτιο. Όχι για προστασία μόνο, αλλά για να μην γίνει ο Στέφανος “θέαμα”. Ό,τι γίνεται θέαμα στο χωριό, γίνεται ιδιοκτησία του.

Η Καρρά έφερε έναν γιατρό από διπλανό χωριό — όχι τον ντόπιο. Κι αυτό από μόνο του ήταν πολιτική πράξη. Ένας ξένος γιατρός είναι μήνυμα: δεν σας εμπιστευόμαστε.

Ο γιατρός είπε “διάστρεμμα”, έβαλε ελαστικό επίδεσμο, έφυγε γρήγορα. Δεν ρώτησε πολλά. Σαν να ήξερε ότι η γνώση εδώ κοστίζει.

Ο Στέφανος καθόταν στο κρεβάτι, με το πόδι ψηλά. Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης απέναντι. Η Καρρά όρθια, κοντά στην πόρτα.

— Είπες “χαρτιά της παλιάς κοινότητας”, είπε η Κομνηνού. Πού τα είδες;

Ο Στέφανος έγλειψε τα χείλη του.

— Δεν ήταν… όλα. Ήταν ένα μέρος. Φάκελοι. Βιβλία πρωτοκόλλου. Ένα κουτί με σφραγίδες.

— Πού; επέμεινε ο Λυμπέρης.

Ο Στέφανος δίστασε.

— Αν το πω, θα ξέρετε. Και αν ξέρετε, θα πρέπει να μπείτε. Κι αν μπείτε… θα σηκώσετε πέτρα που πατάει ολόκληρο το χωριό.

Η Καρρά κούνησε το κεφάλι.

— Καλώς ήρθες στην πραγματικότητα, είπε. Πες.

Ο Στέφανος πήρε ανάσα.

— Στο αρχείο της κοινότητας δεν υπάρχουν. Ούτε στο σχολείο. Ούτε στην εκκλησία.

Η Κομνηνού ένιωσε ένα λεπτό ρεύμα ανακούφισης — κι αμέσως μετά δυσπιστία. Όταν ένα μυστικό δεν είναι εκεί που “πρέπει”, είναι κάπου που το προστατεύει κάτι ισχυρότερο.

— Πού, λοιπόν; ρώτησε.

Ο Στέφανος κοίταξε την Καρρά.

— Στην… Περιφέρεια. Αλλά όχι στο κτίριο. Σε χώρο αποθήκης. Παλιό. Με κλειδιά “προσωπικά”. Δεν περνάνε από πρωτόκολλο.

Ο Λυμπέρης ανασηκώθηκε.

— Δηλαδή κάποιος τα πήρε από εδώ και τα “παρκάρισε” σε κρατική αποθήκη;

Ο Στέφανος ένευσε.

— Με πρόσχημα “ψηφιοποίηση”. Είπαν ότι θα καταγραφούν. Αλλά… δεν καταγράφηκαν ποτέ.

Η Κομνηνού ένιωσε το πολιτικό βάθος να ανοίγει σαν ρωγμή:

όχι απλώς χωριό. Διαδρομή. Θεσμική διαδρομή.

— Πότε έγινε αυτό; ρώτησε.

Ο Στέφανος δεν απάντησε αμέσως.

— Όταν ανέλαβε ο Μηνάς πρόεδρος… την πρώτη φορά. Μετά από εκείνη τη φωτιά στο παλιό δημαρχείο.

Ο Λυμπέρης πάγωσε.

— Φωτιά;

— Μικρή, είπε ο Στέφανος. “Τυχαία”. Έκαψε κάτι παλιά ντουλάπια. Μετά από αυτό, ήρθαν από την Περιφέρεια “για ασφάλεια αρχείων”. Και τα πήραν.

Η Καρρά χαμογέλασε χωρίς χαρά.

— Πολύ ωραίο, είπε. Η φωτιά είναι η πιο καθαρή υπογραφή: δεν αφήνει ίχνη, αφήνει φόβο.

Η Κομνηνού έγειρε μπροστά.

— Πώς ξέρεις ότι είναι στην αποθήκη; Πώς τα είδες;

Ο Στέφανος άφησε το βλέμμα του να πέσει.

— Δούλευα για έναν εργολάβο που έκανε καταγραφή υλικών. Μου ζήτησαν να περάσω “έναν πίνακα”. Πήγα… και είδα κουτιά. Με σφραγίδες. Με την παλιά ονομασία της κοινότητας. Και… (κατάπιε) …είδα και το “πρωτόκολλο ευπρέπειας”.

Ο Λυμπέρης σφίχτηκε.

— Το 1968.

Ο Στέφανος ένευσε.

— Ναι. Εκεί ήταν. Και μια λίστα. Όχι με ονόματα καθαρά. Με αρχικά. Με ρόλους.

Η Κομνηνού ένιωσε την εικόνα να δένει με το μικροφίλμ.

— Αυτό είναι που κάποιος προσπαθεί να μας δώσει, είπε. Το φιλμ έχει “συσχετίσεις”. Τα χαρτιά έχουν “επίσημη σκιά”.

Η Καρρά κοίταξε τον Λυμπέρη.

— Αν αυτά είναι σε περιφερειακή αποθήκη, η υπόθεση δεν είναι “χωριό που κάνει τα δικά του”. Είναι αρχείο που κρατιέται όμηρος. Και όποιος το κρατά, έχει δύναμη: μπορεί να θάψει, να εκβιάσει, να προστατεύσει.

Ο Λυμπέρης μίλησε αργά:

— Άρα πάμε σε πολιτική προστασία. Σε δίκτυο.

Ο Στέφανος ψιθύρισε:

— Και σε… ανταλλάγματα.

— Ποια ανταλλάγματα; ρώτησε η Κομνηνού.

Ο Στέφανος έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι, σαν να δείχνει κάτι που δεν φαίνεται.

— Άδειες. Επιδοτήσεις. Δουλειές. Ένας δρόμος που εγκρίθηκε “θαυματουργά”. Ένα έργο που δεν κόπηκε. Κάποιοι διορισμοί. Όλα αυτά… αγοράζουν σιωπή.

Η Κομνηνού έμεινε σιωπηλή. Δεν χρειαζόταν να πει “το περίμενα”. Αυτό ήταν το χειρότερο: το περίμενε.

Η Καρρά έκλεισε τα μάτια για λίγο, σαν να μετρούσε βήματα.

— Αύριο, είπε, θα ζητήσουμε επίσημα πρόσβαση. Θα τους δώσουμε χρόνο να εξαφανίσουν.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

— Και τότε τι;

Η Καρρά άνοιξε τα μάτια.

— Τότε θα πάμε ανεπίσημα. Απόψε.

Η Κομνηνού ένιωσε ένα τσίμπημα.

— Δεν γίνεται “ανεπίσημα” με εισαγγελέα.

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε άσχημα.

— Γίνεται όταν η πολιτική έχει ήδη μπει στην υπόθεση. Τότε το νόμιμο και το παράνομο δεν είναι αντίθετα. Είναι… εργαλεία.

Ο Στέφανος τους κοίταξε, για πρώτη φορά με πραγματικό φόβο.

— Αν πάτε, είπε, δεν θα σας σταματήσουν με όπλο. Θα σας σταματήσουν με χαρτί. Θα σας βγάλουν τρελούς. Θα πουν ότι παραβιάσατε διαδικασία. Κι αυτό… εδώ πιάνει.

Η Καρρά έσκυψε προς το μέρος του.

— Γι’ αυτό, Στέφανε, χρειαζόμαστε κάτι άλλο. Όχι μόνο έγγραφα. Χρειαζόμαστε μάρτυρα που σπάει. Από μέσα.

Και τότε γύρισε προς την πόρτα, σαν να άκουσε κάτι.

Ένα αχνό τρίξιμο από τον διάδρομο. Πολύ ελαφρύ. Κάποιος πέρασε και στάθηκε για μισό δευτερόλεπτο.

Η Κομνηνού σηκώθηκε απότομα και άνοιξε την πόρτα.

Στον διάδρομο δεν υπήρχε κανείς.

Αλλά κάτω, στο πάτωμα, ήταν ένα μικρό κομμάτι χαρτί. Σαν από σημειωματάριο. Σκισμένο βιαστικά.

Πάνω, με μολύβι:

“Ο Βερδής δεν αντέχει άλλο.”

Κι από κάτω:

“Αν τον αφήσετε μόνο, θα τον πάρουν.”


 

Ο “καλός” που έσπασε χωρίς να κλάψει

Ο έφορος Βερδής ήταν από αυτούς που στο χωριό τους θεωρούν “καλούς”. Όχι γιατί είναι άγιος, αλλά γιατί είναι χρήσιμος: κρατά τα κλειδιά, κρατά τη γραφειοκρατία, κρατά τον τόνο χαμηλό.

Και ο χαμηλός τόνος είναι το πιο βολικό όπλο.

Τον βρήκαν αργά, στο μικρό γραφείο δίπλα στο κοινοτικό, όπου κρατούσε κάτι σαν αποθήκη βιβλίων και φακέλων. Το φως ήταν αναμμένο, αλλά η κουρτίνα τραβηγμένη. Δεν ήθελε να τον βλέπουν.

Η Καρρά δεν μπήκε πρώτη. Άφησε την Κομνηνού να μπει, κι έπειτα τον Λυμπέρη. Ήταν κι αυτό μήνυμα: “δεν είναι επίθεση, είναι συνομιλία”.

Ο Βερδής σηκώθηκε απότομα.

— Τι κάνετε εδώ τέτοια ώρα; είπε, με φωνή που προσπαθούσε να είναι διοικητική.

Η Κομνηνού έκλεισε την πόρτα πίσω της.

— Ήρθαμε να σας γλιτώσουμε από μια απόφαση που δεν είναι δική σας, είπε.

Ο Βερδής γέλασε νευρικά.

— Εγώ… δεν χρειάζομαι γλιτωμό!

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα.

— Ο Στέφανος έπαθε “ατύχημα”. Μικρό. Τέλειο. Σαν προειδοποίηση. Αν αύριο διαρρεύσει ότι έχει σχέσεις με την Περιφέρεια, θα είναι επειδή κάποιος το έστησε.

Το πρόσωπο του Βερδή άλλαξε. Όχι δραματικά. Αλλά σαν να έπεσε πάνω του μια σκιά που την ήξερε.

— Δεν ξέρω τίποτα, είπε γρήγορα.

Η Καρρά μίλησε από το πλάι, ήρεμα:

— Ξέρετε. Το θέμα είναι ότι κουβαλάτε χρόνια τη γνώση σας σαν να είναι τσάντα με ψώνια: βαριά, αλλά λέτε “θα τη φέρω μέχρι το σπίτι”. Και κάθε μέρα γίνεται βαρύτερη.

Ο Βερδής τους κοίταξε. Τα μάτια του δεν ήταν υγρά. Δεν ήταν μελό. Ήταν κουρασμένα.

— Τι θέλετε; είπε.

Η Κομνηνού έβγαλε το χαρτί από τον διάδρομο και το ακούμπησε στο γραφείο.

— Κάποιος είπε ότι δεν αντέχετε άλλο.

Ο Βερδής κοίταξε το χαρτί, κι ύστερα το έσπρωξε πίσω σαν να καίει.

— Δεν ξέρετε πώς είναι, είπε.

Ο Λυμπέρης απάντησε κοφτά:

— Ξέρω ακριβώς πώς είναι. Είναι συνενοχή που φοράει γραβάτα.

Η λέξη “συνενοχή” έμεινε στον αέρα. Ο Βερδής ανοιγόκλεισε τα μάτια, σαν να έψαχνε αν υπάρχει κάμερα.

— Δεν έχω κάνει τίποτα, είπε τελικά.

Η Καρρά πλησίασε λίγο. Όχι απειλητικά. Σαν να πήγαινε να χαμηλώσει μια λάμπα.

— Όλοι που “δεν έκαναν τίποτα”, έφτιαξαν το σύστημα, είπε. Γιατί το “τίποτα” είναι η κόλλα του.

Ο Βερδής έσφιξε τα δόντια του. Έπειτα, μίλησε σαν να έβγαζε κάτι που του καθόταν στο λαιμό χρόνια.

— Τα πήραν, είπε.

— Ποιοι; ρώτησε η Κομνηνού.

Ο Βερδής κοίταξε την πόρτα. Μετά μίλησε πιο χαμηλά.

— Δεν ήταν “η Περιφέρεια” σαν θεσμός. Ήταν δύο άνθρωποι. Ένας υπηρεσιακός… κι ένας “συνεργάτης”. Από εδώ. Από το χωριό. Ο συνεργάτης κρατούσε την ψυχραιμία. Ο υπηρεσιακός κρατούσε τη σφραγίδα.

Ο Λυμπέρης ρώτησε:

— Ο πρόεδρος;

Ο Βερδής δεν απάντησε. Αυτό ήταν απάντηση.

Η Κομνηνού ένιωσε να σφίγγεται.

— Γιατί;

Ο Βερδής άφησε ένα μικρό, σχεδόν αόρατο γέλιο.

— Γιατί το αρχείο είναι δύναμη. Με το αρχείο, μπορείς να πεις σε κάποιον: “θυμάσαι τι έγινε τότε;” Και ο άλλος, ακόμα κι αν δεν έκανε τίποτα, φοβάται ότι θα φανεί ότι έκανε.

Η Καρρά έγνεψε.

— Εκβιασμός με μνήμη.

Ο Βερδής συνέχισε, πιο γρήγορα τώρα, σαν να φοβόταν ότι αν σταματήσει θα το μετανιώσει:

— Όταν έγινε η “φωτιά”, ήμουν εδώ. Είδα τις ντουλάπες να καίγονται στα χαρτιά, ενώ στην πραγματικότητα… είχαν αδειάσει από πριν. Μετά ήρθαν, έγραψαν ένα χαρτί “για ψηφιοποίηση”, το υπέγραψαν, και έφυγαν με τα κουτιά. Κι εγώ… εγώ υπέγραψα ως μάρτυρας παραλαβής.

Ο Λυμπέρης δεν φώναξε. Αυτό ήταν το ανατριχιαστικό: η σιωπή του.

— Υπογράψατε, είπε μόνο.

Ο Βερδής σήκωσε το βλέμμα.

— Ναι. Γιατί τότε μου είπαν: “Ή υπογράφεις ή αύριο θα βγει ότι ο πατέρας σου…” (σταμάτησε) …κι ο πατέρας μου ήταν “καλός άνθρωπος”. Όπως λέτε.

Η Κομνηνού ρώτησε απαλά:

— Και γιατί μιλάτε τώρα;

Ο Βερδής χαμήλωσε το κεφάλι.

— Γιατί χθες… είδα το χωριό να κάνει την ίδια δουλειά που έκανε πάντα: να λερώσει τον ξένο για να καθαρίσει τον εαυτό του. Και κατάλαβα ότι δεν σταματάει ποτέ. Σήμερα είστε εσείς. Αύριο θα είναι η κόρη μου αν φύγει για σπουδές και γυρίσει με “λάθος ιδέες”.

Σήκωσε το βλέμμα. Και τότε έσπασε.

Όχι με δάκρυα. Όχι με κραυγή.

Έσπασε με μια φράση απλή, άδεια, σαν ομολογία που δεν ζητά συγχώρεση:

— Δεν θέλω να πεθάνω ως άνθρωπος που “δεν ήξερε”.

Η Καρρά έμεινε ακίνητη.

— Πού είναι η αποθήκη; ρώτησε.

Ο Βερδής έβγαλε από το συρτάρι ένα μικρό μπλοκ, έσκισε μια σελίδα, ζωγράφισε έναν πρόχειρο χάρτη. Έγραψε μια διεύθυνση. Όχι του χωριού. Της πόλης.

Και δίπλα, ένα όνομα:

“Κ. Σ. – Υπηρεσιακός”

Ο Λυμπέρης πήρε το χαρτί.

— Αυτός ζει, είπε.

Ο Βερδής ένευσε.

— Ζει. Και τρώει με ανθρώπους που τον χαιρετούν. Αυτό είναι το χειρότερο: δεν είναι τέρας. Είναι γραφείο.

Η Κομνηνού ένιωσε ένα ρίγος.

— Θα έρθετε μαζί μας; ρώτησε.

Ο Βερδής κοίταξε τα χέρια του.

— Όχι, είπε. Αν φύγω, θα καταλάβουν. Και θα καεί ό,τι μείνει. Αλλά… (σήκωσε το βλέμμα) …θα σας δώσω κάτι άλλο.

Άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε ένα παλιό βιβλίο πρωτοκόλλου. Όχι ολόκληρο. Μόνο το εξώφυλλο και τις πρώτες σελίδες, σαν κάποιος να το έκοψε.

— Αυτό έμεινε εδώ “κατά λάθος”, είπε. Ή “κατά λάθος” το κράτησα εγώ.

Ο Λυμπέρης το άνοιξε. Στις πρώτες σελίδες υπήρχε μια καταχώριση με ημερομηνία, σφραγίδα, και μια υπογραφή που επαναλαμβανόταν.

Το όνομα δεν φαινόταν καθαρά.

Αλλά το αρχικό… ήταν ίδιο με εκείνο στο μικροφίλμ.

Η Κομνηνού κοίταξε την Καρρά. Η Καρρά δεν χαμογέλασε. Μόνο ένευσε: ναι, δένει.

Πριν φύγουν, ο Βερδής είπε χαμηλά:

— Μην πάτε αύριο με αίτημα. Θα σας μπλοκάρουν. Πηγαίνετε σαν… υπηρεσιακός έλεγχος. Σαν κάτι που ήδη αποφασίστηκε. Αυτό φοβούνται: όχι τον νόμο. Τη διοίκηση.

Ο Λυμπέρης τον κοίταξε.

— Αυτό είναι πολιτική.

Ο Βερδής κούνησε το κεφάλι.

— Όχι. Αυτό είναι επιβίωση.

Βγήκαν στο κρύο.

Και καθώς απομακρύνονταν, η Κομνηνού σκέφτηκε το πιο τρομακτικό: ο “καλός” δεν ήταν καθαρός. Ήταν απλώς… αργοπορημένος.

Και το σύστημα που κρατούσε το χωριό στο 1968 δεν ήταν νοσταλγία.

Ήταν μηχανισμός διαχείρισης ντροπής.

Με ανταλλάγματα.

Με χαρτιά.

Με φωτιές που δεν καίνε ξύλο, αλλά μνήμη..


 

 

 

Επιχείρηση-Σφραγίδα

Το πρωί δεν είχε ήλιο. Είχε εκείνο το άσπρο φως που κάνει τα πράγματα να φαίνονται “καθαρά” χωρίς να είναι. Η Κομνηνού το παρατήρησε καθώς κατέβαιναν προς το τζιπ της Καρράς: το χωριό ήταν ήσυχο, αλλά η ησυχία δεν έμοιαζε με μεταμέλεια. Έμοιαζε με εντολή που εκτελείται σωστά.

Η Καρρά τους περίμενε με έναν φάκελο κάτω από το μπράτσο και ένα δεύτερο στο κάθισμα, ήδη ανοιγμένο.

— Θα πάμε σαν έλεγχος, είπε. Όχι σαν έρευνα.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

— Χωρίς ένταλμα.

— Δεν το χρειάζεσαι όταν δεν ψάχνεις “έγκλημα”, απάντησε εκείνη. Όταν ψάχνεις “διοικητική ασυνέπεια”. Αυτή τη λέξη φοβούνται περισσότερο από τη λέξη “έγκλημα”. Γιατί η διοικητική ασυνέπεια γράφεται σε πίνακες. Και στους πίνακες… όλοι χάνουν.

Η Κομνηνού έδεσε τη ζώνη της.

— Πώς το στήνεις;

Η Καρρά άνοιξε τον φάκελο και τους έδειξε ένα έγγραφο με επίσημη κεφαλίδα, σωστή διατύπωση, σφραγίδα που δεν ήταν απειλητική αλλά ήταν αναγνωρίσιμη. Όχι “ένταλμα”. Ένα “υπηρεσιακό σημείωμα” με τη φράση:

«Έκτακτος διοικητικός έλεγχος αποθήκης αρχείων – διαπίστωση τήρησης διαδικασιών φύλαξης/πρόσβασης.»

— Αυτό δεν έχει δόντια, είπε ο Λυμπέρης.

— Έχει δόντια, είπε η Καρρά. Απλώς δαγκώνει αθόρυβα.

Ο δρόμος προς την πόλη ήταν ολισθηρός. Το χιόνι είχε μαζευτεί στα πλάγια σαν μνήμη που δεν καθαρίζεται ποτέ εντελώς. Η Καρρά οδηγούσε σταθερά, χωρίς βιασύνη. Κι αυτό από μόνο του ήταν μέρος του σχεδίου: κανείς δεν φοβάται έναν άνθρωπο που τρέχει· φοβούνται τον άνθρωπο που δεν χρειάζεται να τρέξει.

Η αποθήκη ήταν σε ένα βιομηχανικό τετράγωνο, πίσω από συνεργεία και αποθήκες οικοδομικών. Κτίριο χαμηλό, με μεταλλική πόρτα, πινακίδα ξεθωριασμένη που έγραφε “ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΠΟΘΗΚΗ ΥΛΙΚΟΥ / ΑΡΧΕΙΟΥ”. Από μακριά έμοιαζε άσχετο. Από κοντά, έμοιαζε ακριβώς όπως έπρεπε: τίποτα που να τραβά τα μάτια.

Ένας φύλακας βγήκε από το κουβούκλιο, με καφέ στο χέρι, και τους κοίταξε μισό δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο είναι φυσιολογικό. Ήταν εκείνο το μισό δευτερόλεπτο που δηλώνει: “Δεν σας περίμενα, αλλά σας περίμεναν.”

Η Καρρά κατέβηκε πρώτη.

— Καλημέρα, είπε. Έκτακτος διοικητικός έλεγχος. Θέλω πρόσβαση στο χώρο αρχείων των κοινοτήτων.

Ο φύλακας προσπάθησε να χαμογελάσει.

— Ποιας υπηρεσίας;

Η Καρρά του έδειξε το χαρτί, όχι σαν να ζητά άδεια, αλλά σαν να εξηγεί κάτι αυτονόητο.

Ο φύλακας διάβασε, ξαναδιάβασε, και το βλέμμα του πήγε ασυναίσθητα στο κινητό του.

— Να… να πάρω τον προϊστάμενο;

— Φυσικά, είπε η Καρρά. Πάρτε τον. Και πείτε του ότι θα περιμένω εντός.

Η λέξη “εντός” έκανε τον φύλακα να ανοιγοκλείσει τα μάτια. Ήταν σαν να του έδωσε εντολή που δεν μπορούσε να αρνηθεί χωρίς να γραφτεί κάπου.

Η πόρτα άνοιξε με θόρυβο μεταλλικό. Μπήκαν σε διάδρομο με φώτα νέον που έτρεμαν ελαφρά. Μυρωδιά χαρτιού, υγρασίας και παλιού πλαστικού. Στους τοίχους, χαρτιά με κανόνες: “Απαγορεύεται το κάπνισμα”, “Υποχρεωτική καταγραφή εισόδου/εξόδου”, “Χρήση γαντιών”.

— Όλα αυτά είναι για να δείχνουν ότι υπάρχει σύστημα, ψιθύρισε η Κομνηνού.

Η Καρρά ένευσε.

— Και το σύστημα είναι για να κρύβει ποιος κάνει κουμάντο.

Ένας άντρας με σακάκι εμφανίστηκε στο βάθος. Γύρω στα πενήντα, πρόσωπο “υπηρεσιακό”, βλέμμα που δεν επιτίθεται — αξιολογεί. Πίσω του ένας νεότερος υπάλληλος κρατούσε ένα τάμπλετ.

— Κυρία Καρρά, είπε ο προϊστάμενος με φωνή που προσπαθούσε να είναι φιλική. Δεν είχαμε ενημέρωση.

— Γι’ αυτό είναι έκτακτος, απάντησε η Καρρά. Θέλω να δω τα πρωτόκολλα πρόσβασης για τα αρχεία κοινοτήτων και τη φυσική τους κατάσταση. Ειδικά όσα “μεταφέρθηκαν για ψηφιοποίηση” την τελευταία δεκαετία.

Ο προϊστάμενος χαμογέλασε.

— Η ψηφιοποίηση… είναι μεγάλη διαδικασία.

— Και η υπεκφυγή μεγαλύτερη, είπε η Καρρά, χωρίς να αλλάξει τόνο. Πάμε.

 

Ο προϊστάμενος έκανε νόημα και προχώρησε. Τους οδήγησε σε μια αίθουσα με ράφια μεταλλικά, κουτιά ομοιόμορφα, ετικέτες. Ήταν τόσο τακτοποιημένα που γίνονταν ύποπτα.

Ο νεότερος υπάλληλος άνοιξε το τάμπλετ.

— Ποια κοινότητα ζητάτε;

Η Καρρά δεν είπε “Καστράκι” αμέσως. Άφησε πρώτα τη σιωπή να μετρήσει αντιδράσεις.

— Την παλιά κοινότητα Καστράκι, είπε τελικά.

Ο προϊστάμενος δεν αντέδρασε έντονα. Αλλά το αριστερό του μάτι έκανε μια μικρή κίνηση, σχεδόν αόρατη. Ένα τικ. Η Κομνηνού το είδε. Ο Λυμπέρης το είδε.

— Βεβαίως, είπε ο προϊστάμενος. Έχουμε τα κουτιά. Είναι… τακτοποιημένα.

Προχώρησαν ως ένα ράφι. Τρία κουτιά. Καφέ, σκληρό χαρτόνι. Ετικέτες: “ΚΑΣΤΡΑΚΙ – ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ”, “ΚΑΣΤΡΑΚΙ – ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ”, “ΚΑΣΤΡΑΚΙ – ΔΙΑΦΟΡΑ”.

Η Καρρά φόρεσε γάντια.

— Θα ανοίξω, είπε.

Ο προϊστάμενος χαμογέλασε ξανά, λίγο πιο σφιχτά.

— Φυσικά.

Η Καρρά άνοιξε το πρώτο κουτί. Μέσα υπήρχαν φάκελοι, καθαροί, τακτοποιημένοι, με ημερομηνίες σχετικά πρόσφατες. Έγγραφα που δεν πονούν κανέναν: αναθέσεις μικρών έργων, αιτήματα, απαντήσεις.

— Ωραία, είπε η Καρρά. Ας δούμε το δεύτερο.

Το δεύτερο κουτί είχε πάλι “αθώα” χαρτιά. Η Κομνηνού έριξε μια ματιά στον Λυμπέρη: όλα μπροστά. Πάρα πολύ μπροστά.

Η Καρρά ακούμπησε το χέρι της στον πάτο του δεύτερου κουτιού.

Και τότε, με μια κίνηση σχεδόν τρυφερή, σαν να χαϊδεύει, ένιωσε την αντίσταση: ο πάτος δεν ήταν πάτος. Ήταν πλάκα.

Η Καρρά δεν έδειξε έκπληξη. Αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο: ότι το περίμενε.

— Εδώ, είπε απλά.

 

Ο προϊστάμενος συνοφρυώθηκε ελάχιστα.

— Τι εδώ;

Η Καρρά έβαλε τα δάχτυλα στη γωνία και τράβηξε. Η πλάκα σηκώθηκε σαν καπάκι.

Και κάτω, υπήρχε δεύτερο επίπεδο.

Φάκελοι δεμένοι με σπάγγο. Παλιό χαρτί. Σφραγίδες ξεθωριασμένες. Καταχωρίσεις με γραφομηχανή.

Το “αθώο” κουτί είχε διπλό πάτο.

Η Κομνηνού ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται, όχι από φόβο, αλλά από την καθαρότητα του μηχανισμού. Αυτό δεν ήταν αυθόρμητο. Ήταν τεχνική.

Ο Λυμπέρης έσκυψε. Είδε μια ημερομηνία: 1968.

Είδε μια λέξη σε τίτλο φακέλου: “ΕΥΠΡΕΠΕΙΑ / ΣΥΜΦΩΝΙΑ”.

Ο προϊστάμενος έκανε μισό βήμα πίσω.

— Αυτό… δεν ξέρω… είπε.

Η Καρρά τον κοίταξε ήρεμα.

— Αυτό το “δεν ξέρω” θα το γράψω στο πρακτικό, είπε. Και μετά θα δούμε πόσο εύκολα ζει ένας προϊστάμενος με “δεν ξέρω” όταν έχει ευθύνη φύλαξης.

Ο προϊστάμενος κατάπιε.

— Κυρία Καρρά, ίσως πρέπει να… να ενημερωθεί η Νομική Υπηρεσία—

— Η Νομική Υπηρεσία ενημερώνεται όταν κρύβετε κάτι που δεν πρέπει να ανοίγει, είπε εκείνη. Εγώ σήμερα είμαι εδώ για να δω αν το κρύβετε. Το είδα. Πάμε παρακάτω.

Η Καρρά έπιασε ένα τρίτο κουτί. Το “ΔΙΑΦΟΡΑ”.

— Όχι, είπε ο προϊστάμενος γρήγορα. Αυτό— αυτό είναι υλικό μη ταξινομημένο.

— Τότε ακόμα χειρότερα, είπε η Καρρά. Τα “μη ταξινομημένα” είναι ο παράδεισος των εξυπηρετήσεων.

Άνοιξε το κουτί.

Πάνω, πάλι αθώα: εφημερίδες, κάτι φωτοτυπίες, ένα παλιό βιβλιαράκι. Όμως η Καρρά δεν ακούμπησε καν τα επάνω. Πήγε κατευθείαν στον πάτο.

 

Διπλός.

Και εδώ.

Σήκωσε τον πάτο.

Κάτω υπήρχε ένα μικρό, λεπτό ντοσιέ με κόκκινη ταινία. Πάνω του, γραμμένο με στυλό: “ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙ”.

Ο Λυμπέρης ένιωσε ένα παράξενο ρίγος. Όχι γιατί έγραφε “μην ανοίγει”, αλλά γιατί η φράση ήταν πολύ ανθρώπινη. Όχι γραφειοκρατική. Ήταν μήνυμα από κάποιον.

Την ίδια στιγμή, το κινητό του δόνησε.

Σήμα. Εδώ. Στην αποθήκη.

Η Καρρά τον κοίταξε σαν να περίμενε ακριβώς αυτό.

Ο Λυμπέρης σήκωσε το κινητό. Άγνωστος αριθμός.

— Μίλα, είπε η Καρρά χαμηλά, χωρίς να του δίνει εντολή. Σαν να του δίνει ρόλο.

Ο Λυμπέρης απάντησε.

— Λυμπέρης.

Στην άλλη άκρη, μια φωνή ανδρική, ήρεμη, καλλιεργημένη. Η φωνή ενός ανθρώπου που έχει μάθει να μιλά χωρίς να αφήνει ίχνη.

— Κύριε εισαγγελέα, καλημέρα σας. Συγγνώμη για την ενόχληση. Δεν θα σας κρατήσω.

Ο Λυμπέρης έσφιξε λίγο το κινητό.

— Ποιος είναι;

Η φωνή γέλασε ελάχιστα, όχι ειρωνικά. Σαν να του έλεγε “ξέρετε πώς πάει αυτό”.

— Ας πούμε ότι είμαι άνθρωπος που ενδιαφέρεται να μην ξεφύγουν τα πράγματα από τη σωστή θεσμική οδό.

Ο Λυμπέρης κοίταξε την Καρρά. Εκείνη δεν φάνηκε να ακούει, αλλά άκουγε. Όλο της το σώμα ήταν ακίνητο, σαν κεραία.

— Ποια είναι η σωστή οδός; ρώτησε ο Λυμπέρης.

 

— Η οδός που δεν δημιουργεί αχρείαστες αναταράξεις, είπε η φωνή. Η οδός που προστατεύει τους θεσμούς. Και τους ανθρώπους. Θα σας έλεγα λοιπόν— με ευγένεια, όπως αρμόζει— να μην ανοίξετε αυτό το κουτί.

Ο Λυμπέρης ένιωσε την ψυχραιμία του να πιέζεται από κάτι πιο ύπουλο: από τη φιλικότητα.

— Ποιο κουτί; ρώτησε, ενώ ήξερε.

— Αυτό που μόλις βρήκατε, είπε η φωνή. Το κόκκινο. Μην κάνετε αυτό το λάθος. Δεν θα σας ωφελήσει.

Η Κομνηνού ένιωσε το αίμα της να ανεβαίνει, αλλά κράτησε το πρόσωπό της ήρεμο. Αυτή ήταν η πολιτική φρίκη: κανείς δεν απειλούσε. Όλοι “συμβούλευαν”.

— Αυτό είναι παρεμπόδιση δικαιοσύνης, είπε ο Λυμπέρης.

— Όχι, κύριε εισαγγελέα, είπε η φωνή με ακόμα περισσότερη ηρεμία. Αυτό είναι πρόληψη θεσμικής κρίσης. Υπάρχουν πράγματα που, όταν ανοίγουν, δεν κλείνουν. Και τότε όλοι— κι εσείς μαζί— θα βρεθείτε σε μια ιστορία που δεν γράψατε εσείς.

Μικρή παύση. Τόση όσο για να περάσει μέσα του το υπονοούμενο: “υπάρχουν φάκελοι και για σένα”.

Η Καρρά έκανε ένα μικρό νεύμα στον Λυμπέρη: άσ’ τον να μιλήσει. Άσ’ τον να εκτεθεί.

— Πώς ξέρετε ότι βρήκαμε το κουτί; ρώτησε ο Λυμπέρης.

Η φωνή χαμογέλασε ξανά.

— Γιατί το σύστημα δεν κοιμάται, κύριε εισαγγελέα. Και γιατί άνθρωποι σαν εσάς, όταν κάνουν κάτι, το κάνουν με τρόπο που φαίνεται.

Ο Λυμπέρης ένιωσε την προσβολή κρυμμένη μέσα στο “κομπλιμέντο”.

— Τι θέλετε; είπε.

— Να συνεχίσετε την έρευνά σας, είπε η φωνή. Αλλά όχι εδώ. Όχι έτσι. Να στείλετε επίσημο αίτημα. Να περιμένετε. Να το πάρει η διαδικασία.

Η Καρρά ψιθύρισε από δίπλα, αρκετά ώστε να το ακούσει μόνο ο Λυμπέρης:

— Δηλαδή να τους δώσουμε χρόνο.

Ο Λυμπέρης μίλησε στην κλήση:

— Θα κάνω ό,τι προβλέπει ο νόμος.

 

— Πολύ σωστά, είπε η φωνή. Ο νόμος είναι καλός όταν δεν γίνεται εργαλείο εκδίκησης. Σας σέβομαι. Γι’ αυτό σας τηλεφωνώ. Σας προτείνω να δείξετε κι εσείς σεβασμό.

— Σε ποιον; ρώτησε ο Λυμπέρης.

Η φωνή χαμήλωσε.

— Στην πραγματικότητα. Καλή σας μέρα.

Η γραμμή έκλεισε.

Για ένα δευτερόλεπτο, ακούστηκε μόνο το βουητό του νέον.

Ο προϊστάμενος κοίταζε το πάτωμα. Ο νεότερος υπάλληλος είχε παγώσει με το τάμπλετ, σαν να έγινε μάρτυρας κάτι που δεν έπρεπε να γίνει.

Η Καρρά μίλησε πρώτη.

— Ωραία, είπε. Τώρα ξέρουμε ότι είμαστε στο σωστό κουτί.

Η Κομνηνού κοίταξε το κόκκινο ντοσιέ.

— Το ανοίγουμε; ρώτησε χαμηλά.

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε αμέσως. Γιατί αυτό ήταν το σημείο που η ιστορία γινόταν καθαρά πολιτική: αν το άνοιγε, θα έλεγαν ότι παραβίασε. Αν δεν το άνοιγε, θα έλεγαν ότι φοβήθηκε.

Η Καρρά έβαλε το χέρι της πάνω στο ντοσιέ, όχι για να το ανοίξει, αλλά για να το κρατήσει.

— Δεν θα το ανοίξουμε εδώ, είπε. Γιατί εδώ έχουν μάτια. Θα το πάρουμε ως “τεκμήριο φύλαξης” στο πλαίσιο διοικητικού ελέγχου. Θα υπογράψουν ότι παραλάβαμε το υλικό για εξέταση πρωτοκόλλων.

Ο προϊστάμενος πετάχτηκε.

— Αυτό δεν γίνεται χωρίς—

Η Καρρά τον κοίταξε. Ήρεμα.

— Γίνεται αν θέλετε να συνεχίσετε να είστε προϊστάμενος μέχρι το μεσημέρι, είπε.

Ο Λυμπέρης κατάλαβε. Αυτό ήταν το παιχνίδι της Καρρά: δεν χτυπάει με νόμο. Χτυπάει με ιεραρχία.

Ο προϊστάμενος πήρε μια ανάσα.

 

— Να… να γίνει πρακτικό, είπε.

— Θα γίνει, είπε η Καρρά. Και θα γράψει την αλήθεια: διπλός πάτος, μη καταγεγραμμένα αρχεία, πρόσβαση μη πρωτοκολλημένη.

Η Κομνηνού κοίταξε τα κουτιά. Τα “αθώα” χαρτιά μπροστά, τα κρίσιμα πίσω. Η ιστορία ολόκληρου του χωριού χωρούσε σε μια κατασκευή χαρτονιού: η βιτρίνα και το από κάτω.

Ο Λυμπέρης κράτησε το κόκκινο ντοσιέ στα χέρια του, σαν κάτι που ζυγίζει περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.

— Αυτός που τηλεφώνησε, είπε σιγά, δεν μας απείλησε.

Η Καρρά ένευσε.

— Αυτό είναι το καλύτερο. Η απειλή σε κάνει να αντιδράσεις. Η ευγένεια σε κάνει να αναρωτηθείς μήπως εσύ φταις.

Η Κομνηνού ένιωσε μια ψυχρή βεβαιότητα.

— Δεν είναι “κάποιος” μόνο, είπε. Είναι δίκτυο. Και το δίκτυο έχει πρωτόκολλο.

Η Καρρά χαμογέλασε για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, αλλά το χαμόγελο ήταν λεπτό σαν λεπίδα.

— Ναι, είπε. Και σήμερα… του πατήσαμε το δάχτυλο.

Βγήκαν από την αποθήκη με το ντοσιέ και δύο φακέλους από τον διπλό πάτο, σφραγισμένους σε σακούλες, με υπογραφές παραλαβής.

Ο φύλακας τους κοίταξε σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά δεν είπε. Οι άνθρωποι του συστήματος δεν μιλούν όταν κάτι γράφεται.

Στο αυτοκίνητο, πριν βάλει μπρος η Καρρά, ο Λυμπέρης κοίταξε το κινητό του. Ο αριθμός δεν φαινόταν πια. Ήταν σαν να μην υπήρξε κλήση.

— Δεν άφησε ίχνος, είπε.

Η Καρρά έβαλε μπρος.

— Άφησε ίχνος σε εμάς, είπε. Και αυτό του αρκεί. Τώρα ξέρει ότι καταλάβαμε.

Η Κομνηνού κοίταξε το ντοσιέ στα γόνατα του Λυμπέρη.

— Και τώρα; ρώτησε.

Ο Λυμπέρης πήρε ανάσα.

 

— Τώρα το ανοίγουμε εκεί που δεν μπορούν να μας πουν ότι “το ανοίξαμε λάθος”.

Η Καρρά γύρισε το κεφάλι της ελάχιστα.

— Και εκεί που, αν μας πάρουν τηλέφωνο ξανά, θα έχουμε κι εμείς κάτι να πούμε.

Το τζιπ έφυγε.

Πίσω τους, η αποθήκη έμεινε ακίνητη. Ένα κτίριο χωρίς πρόσωπο. Αλλά η Κομνηνού ήξερε πια: τα πιο επικίνδυνα πρόσωπα είναι αυτά που μοιάζουν με κτίρια.

Και το πιο τρομακτικό ήταν ότι κανείς δεν είχε φωνάξει.

Κανείς δεν είχε τρέξει.

Κανείς δεν είχε απειλήσει.

Μόνο ένα ευγενικό:

«Μην ανοίξεις αυτό το κουτί.»

Κι αυτό ήταν αρκετό για να καταλάβεις ότι το κουτί δεν ήταν απλώς χαρτιά.

Ήταν εξουσία..


 

Το κόκκινο ντοσιέ

Δεν το άνοιξαν στο αυτοκίνητο.

Ούτε στο ξενοδοχείο αμέσως.

Το έβαλαν στο τραπέζι του μικρού σαλονιού, κάτω από το ίδιο φως που έκανε τα πάντα να φαίνονται λίγο πιο γυμνά απ’ όσο είναι. Η Καρρά έκλεισε τις κουρτίνες, όχι για μυστικότητα θεατρική, αλλά για να κόψει τις αντανακλάσεις. Ο Λυμπέρης έβγαλε το κινητό του, το άφησε ανάποδα, σαν να το ντρεπόταν. Η Κομνηνού φόρεσε γάντια, όχι επειδή φοβόταν το αποτύπωμα, αλλά επειδή φοβόταν την επιπολαιότητα: το ντοσιέ αυτό δεν ήταν μόνο στοιχείο — ήταν παγίδα διαδικασίας.

— Πριν, είπε η Καρρά, να θυμάστε: αυτό δεν είναι “ομολογία”. Είναι “έγγραφο”. Και τα έγγραφα δεν φωνάζουν. Κάνουν κάτι χειρότερο: σε τοποθετούν.

Ο Λυμπέρης άνοιξε το κόκκινο ντοσιέ με κίνηση αργή, τελετουργική, αλλά χωρίς επίδειξη.

Μέσα, δεν υπήρχαν πολλά. Αυτό ήταν το πρώτο χτύπημα. Όταν ένα σύστημα θέλει να κρατήσει έλεγχο, δεν κρατά χιλιάδες σελίδες. Κρατά λίγες, τέτοιες που αν τις διαβάσεις σωστά, δεν μπορείς να κάνεις πίσω.

Πρώτη σελίδα: ένα “Υπηρεσιακό Σημείωμα” χωρίς λογότυπο, αλλά με κωδικό στο πάνω δεξί περιθώριο:

Δ/Δ-ΕΣ/ΦΑΚ 12-Β / (ΕΣΩΤ.)

Κάτω αριστερά, μια σφραγίδα κυκλική, πατημένη τόσο ελαφρά που σχεδόν χανόταν. Όχι Περιφέρεια. Όχι Δήμος. Όχι Υπουργείο. Ήταν κάτι πιο άβολο: γραφείο.

Και στο κέντρο της σφραγίδας, δύο γράμματα που δεν έγραφαν τίτλο· έγραφαν εξουσία:

Γ.Σ.

Ο Λυμπέρης δεν μίλησε. Αλλά η Κομνηνού είδε τη μικρή αλλαγή στο πρόσωπό του: σαν να αναγνώρισε κάτι που δεν ήθελε να αναγνωρίσει.

Η Καρρά έγειρε πάνω από τη σελίδα.

— Δεν είναι επίσημος φορέας, είπε. Είναι “Γραφείο Συντονισμού”. Αυτά δεν τα βρίσκεις σε πινακίδες. Τα βρίσκεις σε τηλεφωνήματα.

Η Κομνηνού παρατήρησε τη γλώσσα του κειμένου. Δεν ήταν νομική. Δεν ήταν διοικητική. Ήταν κάτι ενδιάμεσο — εκεί που γεννιέται η πραγματική πολιτική: περιγραφή κινδύνου.

Στον τίτλο έγραφε:

«Θέμα: Διαχείριση ευαίσθητης περίπτωσης – Καστράκι / Υπόθεση Α.Μ.»

Ο Λυμπέρης διάβασε δυνατά την πρώτη παράγραφο, σαν να ήθελε να την κάνει χειροπιαστή:

— «Η παρούσα αφορά την εξασφάλιση κοινωνικής ηρεμίας και την αποφυγή επαναφοράς γεγονότων που δύνανται να προκαλέσουν αναταράξεις ευρύτερης κλίμακας…»

Η Καρρά χαμογέλασε ψυχρά.

— “Κοινωνική ηρεμία”. Η ωραιότερη λέξη για φίμωση.

Η Κομνηνού έδειξε μια φράση πιο κάτω, υπογραμμισμένη με μολύβι από κάποιον παλιό αναγνώστη:

«Η τοπική συναίνεση επιτυγχάνεται με ανταποδοτικά μέτρα.»

— Ανταποδοτικά, ψιθύρισε. Επιδοτήσεις. Έργα. Διορισμοί.

Ο Λυμπέρης γύρισε σελίδα.

Η δεύτερη σελίδα δεν είχε κείμενο “στρογγυλό”. Είχε πίνακα. Αυτό ήταν το δεύτερο χτύπημα. Το σύστημα αγαπά τους πίνακες γιατί μοιάζουν αντικειμενικοί.

Στην κορυφή: «ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΡΟΛΩΝ / ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ».

Αριστερά: “ΡΟΛΟΣ”. Δεξιά: “ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΟ”. Και μια τρίτη στήλη, πιο λεπτή, με τίτλο:

“ΜΟΧΛΟΣ”.

Ο Λυμπέρης κοίταξε την Καρρά. Εκείνη ένευσε: διάβασέ το.

Και διάβασε.

·        ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣΔιατήρηση έργου/οδικής πρόσβασηςΜΟΧΛΟΣ: Παλαιό πρωτόκολλο / υπογραφή 1968

·        ΕΦΟΡΟΣ/ΑΡΧΕΙΟΑποφυγή πειθαρχικούΜΟΧΛΟΣ: Παραλαβή/μεταφορά μη πρωτοκολλημένη

·        ΕΝΩΣΗ/ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣΕπιδότηση / “τακτοποίηση”ΜΟΧΛΟΣ: Οικονομικός έλεγχος

·        ΙΕΡΕΑΣ (ΡΟΛΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΑΤΕΥΝΑΣΜΟΥ)Διατήρηση επιρροής / “ησυχία”ΜΟΧΛΟΣ: Δημόσια αφήγηση / ντροπή

·        ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣΜετάθεση “καλή” / κάλυψηΜΟΧΛΟΣ: Εσωτερική αναφορά

Η Κομνηνού ένιωθε ότι δεν διάβαζε έγγραφο. Διάβαζε χάρτη εξουσίας.

— Δεν είναι λίστα εγκληματιών, είπε. Είναι λίστα λειτουργιών.

Ο Λυμπέρης έδειξε κάτι στο κάτω μέρος.

— Εδώ… έχει και “ΞΕΝΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ”.

Η Καρρά πλησίασε.

Κάτω από τον πίνακα, μια μικρή ενότητα:

«Διαχείριση εξωτερικών παρεμβάσεων».

Και από κάτω, με κουκίδες:

·        “Ομαλοποίηση μέσω τελετουργίας (εκκλησία/συμφιλίωση)”

·        “Δημιουργία αμφιβολίας για αξιοπιστία μάρτυρα (ατύχημα/φήμη/σύνδεση με εξουσία)”

·        “Ανακατεύθυνση μέσω ηθικού σκανδάλου (τεκμήριο ντροπής)”

Η Κομνηνού σταμάτησε στην τελευταία φράση.

— Το “εσώρουχο”, είπε χαμηλά.

Η Καρρά δεν απάντησε αμέσως. Μόνο έδειξε με το δάχτυλο μια υποσημείωση δίπλα στο “τεκμήριο ντροπής”:

«Μέθοδος: παλαιό αντικείμενο / ενσωμάτωση μηνύματος / πολλαπλή χρήση.»

— Άρα, είπε ο Λυμπέρης, το σύστημα είχε “εργαλειοθήκη”. Και την ξαναχρησιμοποίησε.

Η Καρρά ένευσε.

— Και κάποιος σήμερα τη χειρίζεται με άνεση. Αυτό σημαίνει συνέχεια. Όχι απλώς μίμηση.

Η τρίτη σελίδα ήταν αυτή που έκανε την ατμόσφαιρα να αλλάξει.

Δεν είχε πίνακα.

Είχε μια “Κατάσταση Προστασίας”.

Στην κορυφή:

«ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Α.Μ. – ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ / ΟΡΟΙ ΣΙΩΠΗΣ»

Και από κάτω, μια σύντομη περιγραφή, κομμένη, σαν να μην ήθελε να γίνει αφήγηση:

«Η Α.Μ. δεν αντιμετωπίζεται ως “εξαφάνιση” αλλά ως γεγονός με δυνητική πολιτική εκμετάλλευση. Η διατήρηση της σιωπής εξασφαλίζεται με α) ανταποδοτικά, β) επιλεκτική προστασία, γ) προειδοποιήσεις. Σε περίπτωση διαρροής, εφαρμόζεται μέθοδος “αναστροφής ευθύνης”.»

Η Κομνηνού ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

— “Αναστροφή ευθύνης”… είπε. Να κάνει το θύμα ύποπτο. Να κάνει τον ξένο βρώμικο.

Ο Λυμπέρης γύρισε την επόμενη σελίδα.

Ήταν η τελευταία. Και ήταν η πιο ήσυχη. Η πιο ανατριχιαστική.

Ένα μικρό σημείωμα, μισή σελίδα, με γραφή που δεν ήταν της γραφομηχανής. Ήταν χειρόγραφο, καθαρό, σίγουρο. Σαν υπογραφή ανθρώπου που δεν φοβάται.

Στην κορυφή, μόνο:

«ΟΔΗΓΙΑ»

Και από κάτω:

«Η υπόθεση χρησιμοποιείται ως μηχανισμός σταθεροποίησης. Όποιος ζητεί αλήθεια, ζητεί αναστάτωση. Η αναστάτωση κοστίζει και αποτρέπεται. Σε κάθε αλλαγή προσώπων στο χωριό, υπενθυμίζεται το πλαίσιο. Σε κάθε έλεγχο, ενεργοποιείται η “τελετουργία” και ο “ηθικός αντιπερισπασμός”.»

Στο τέλος, δύο στοιχεία:

1.     ένα σύμβολο που έμοιαζε με υπογραφή αλλά ήταν στην πραγματικότητα κωδικός:
“ΣΥΝΤ.-3”

2.     και δίπλα, η ίδια σφραγίδα: Γ.Σ.

Ο Λυμπέρης άφησε το χαρτί στο τραπέζι σαν να μην ήθελε να το κρατά.

— Δεν είναι χωριό, είπε τελικά. Είναι πρόγραμμα.

Η Καρρά έβαλε τα γάντια της στο τραπέζι, σαν να έκλεινε μια πράξη.

— Είναι “μηχανισμός σταθεροποίησης”, είπε. Αυτό που γράφει. Δηλαδή: μια υπόθεση που θα έπρεπε να οδηγήσει σε τιμωρία… έγινε νόμισμα. Έγινε εργαλείο για να κρατιούνται άνθρωποι στη θέση τους.

Η Κομνηνού κοιτούσε τη σφραγίδα.

— Το “Γ.Σ.”… είπε. Αν δεν είναι Περιφέρεια, αν δεν είναι Υπουργείο… τότε ποιο γραφείο είναι αυτό;

Η Καρρά πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να ζύγιζε τι μπορεί να ειπωθεί χωρίς να γίνει υπερβολή.

— Υπάρχουν γραφεία που αλλάζουν όνομα κάθε λίγα χρόνια, είπε. Αλλά κρατάνε την ίδια λειτουργία: συντονίζουν “ευαισθησίες”. Δεν υπογράφουν μεγάλα. Υπογράφουν μικρά. Τηλεφωνούν. Εξαφανίζουν ίχνη. Και αφήνουν σφραγίδες που μοιάζουν ασήμαντες, ώστε να μην τις κυνηγά κανείς.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε και άρχισε να περπατά αργά.

— Ο άνθρωπος “από πάνω” είναι κομμάτι αυτού, είπε. Δεν είπε όνομα. Δεν απείλησε. Μίλησε σαν “θεσμός”.

Η Κομνηνού άγγιξε με το γάντι την ένδειξη “ΣΥΝΤ.-3”.

— Αυτός είναι ο θεσμικός του ίσκιος, είπε. Κωδικός. Όχι πρόσωπο.

Η Καρρά ένευσε.

— Κι όταν ένας άνθρωπος κρύβεται πίσω από κωδικό, δεν φοβάται την αστυνομία. Φοβάται μόνο να χαλάσει η μηχανή.

Η Κομνηνού κοίταξε τον Λυμπέρη.

— Τι κάνουμε μ’ αυτό; Δεν είναι απλώς στοιχείο. Είναι… πολιτικό εκρηκτικό.

Ο Λυμπέρης στάθηκε.

— Το πολιτικό εκρηκτικό δεν το πετάς, είπε. Το κουβαλάς μέχρι να βρεις πού να το ακουμπήσεις ώστε να μην σε σκοτώσει.

Η Καρρά πλησίασε και έδειξε έναν φάκελο από τον διπλό πάτο που είχαν πάρει μαζί.

— Υπάρχει κι άλλο, είπε. Αυτό εδώ είναι “κατάσταση ανταποδοτικών”. Χρονολογίες, ποσά, έργα. Αν τα δέσουμε με τις αλλαγές προσώπων στο χωριό και με τις “ενεργοποιήσεις τελετουργίας”, θα δείξουμε όχι μόνο ότι έγινε συγκάλυψη, αλλά ότι έγινε διαχείριση.

Η Κομνηνού ένιωσε το ενδιαφέρον της να γίνεται σχεδόν θυμός.

— Και η Άννα; είπε. Η Άννα δεν είναι πια “υπόθεση”. Είναι εργαλείο.

Η Καρρά την κοίταξε σταθερά.

— Αυτό είναι το πιο άσχημο είδος θανάτου, είπε. Να σε κάνουν μηχανισμό.

Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν σιωπηλοί.

Έξω, ακούστηκε ένα αυτοκίνητο να περνά. Μια πόρτα να κλείνει κάπου. Μια ζωή κανονική.

Κι όμως, πάνω στο τραπέζι, το κόκκινο ντοσιέ έλεγε το αντίθετο: ότι η κανονικότητα εδώ δεν ήταν αθωότητα. Ήταν προϊόν.

Ο Λυμπέρης πήρε το κινητό του και το κοίταξε σαν να περίμενε να χτυπήσει ξανά.

Δεν χτύπησε.

Αλλά η Κομνηνού ήξερε: το επόμενο βήμα δεν θα ήταν τηλεφώνημα. Θα ήταν κάτι πιο λεπτό.

Κάτι σαν πρόσκληση.

Ή σαν προσφορά.

Ή σαν “συμβουλή” από κάποιον που θα εμφανιστεί ως σύμμαχος.

Η Καρρά έκλεισε το ντοσιέ, το έδεσε με κορδόνι, το έβαλε σε δεύτερο φάκελο, και έγραψε απέξω, με καθαρά γράμματα:

“ΥΛΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ – ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΦΥΛΑΞΗ”

— Από εδώ και πέρα, είπε, δεν είμαστε απλώς ερευνητές. Είμαστε φορείς ενός πράγματος που πολλοί θα προτιμούσαν να μην υπάρχει.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

— Και ποιος είναι ο σωστός αποδέκτης;

Η Καρρά έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα είπε:

— Όχι “ο σωστός”. Ο “ασφαλής”. Κι αυτός… δεν είναι πάντα ο ίδιος.

Η Κομνηνού κατάλαβε πως η πολιτική κλιμάκωση είχε πια περάσει σε άλλο επίπεδο: από τα χωριάτικα βλέμματα, στις σφραγίδες χωρίς φορείς, στους κωδικούς χωρίς πρόσωπα.

Κι εκεί, η πιο απλή κίνηση — ένα άνοιγμα φακέλου — γινόταν πράξη που μπορούσε να ανατινάξει ζωές.

Όχι επειδή οι άνθρωποι ήταν “κακοί”.

Αλλά επειδή η μηχανή είχε μάθει να προστατεύει τον εαυτό της.

Και τώρα… κάποιος θα ερχόταν να τους ρωτήσει, ευγενικά, αν θέλουν να γίνουν κι αυτοί μέρος της..


 

Η προσφορά που μύριζε “σωστή οδό” και η διαρροή που μύριζε χωριό

Η μέρα μετά το κόκκινο ντοσιέ δεν άρχισε με απειλές.

Άρχισε με ευγένεια.

Η Κομνηνού το κατάλαβε από το πρώτο “καλημέρα” που άκουσε στον δρόμο προς τον φούρνο. Δεν ήταν το καλημέρα της προηγούμενης μέρας, εκείνο το καλημέρα-μάσκα επειδή υπήρχε η Καρρά στον ορίζοντα. Ήταν ένα καλημέρα “κανονικό”, τόσο κανονικό που γινόταν προσβλητικό.

Σαν να έλεγαν: “Είδαμε ότι κινείστε. Τώρα θα σας φερθούμε σαν να μην κινείστε.”

Στο καφενείο, οι καρέκλες δεν έτριξαν. Οι άντρες δεν γύρισαν όλοι μαζί. Μόνο δύο βλέμματα, σύντομα, πέρασαν πάνω της και έφυγαν. Η ντροπή του χωριού είχε αλλάξει μορφή: δεν ήταν πια ξεσπάσματα. Ήταν αποφυγή.

Η Κομνηνού πήρε ψωμί και γύρισε στο ξενοδοχείο. Στο λόμπι, η ρεσεψιονίστ την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν είναι περιέργεια, αλλά “συμμετοχή” — σαν να ήθελε να πει κάτι αλλά φοβόταν να ακουστεί.

— Κυρία… είπε χαμηλά, όταν κανείς άλλος δεν ήταν κοντά. Προσέχετε.

— Τι; ρώτησε η Κομνηνού.

Η κοπέλα έκανε μια μικρή κίνηση με το κεφάλι προς την πόρτα.

— Λένε… ότι πήγατε και πήρατε χαρτιά από αποθήκη. Ότι κάνατε… παράνομο έλεγχο. Ότι ο εισαγγελέας… (κατάπιε) …ότι “έχει δικούς του”.

Η Κομνηνού ένιωσε την καρδιά της να σκληραίνει.

— Ποιος το λέει;

Η ρεσεψιονίστ κούνησε το κεφάλι.

— Δεν το λέει ένας. Το λέει το χωριό. Σαν να το έμαθε μαζί.

Η Κομνηνού ανέβηκε επάνω χωρίς να πει άλλα. Στο σαλόνι, ο Λυμπέρης ήταν ήδη εκεί. Το κινητό του στο τραπέζι. Η Καρρά καθόταν δίπλα στο παράθυρο, σαν να διάβαζε τον δρόμο, όχι τον καιρό.

— Το ξεκίνησαν, είπε ο Λυμπέρης πριν προλάβει η Κομνηνού να μιλήσει.

— Ποιο; ρώτησε εκείνη, παρόλο που ήξερε.

Ο Λυμπέρης έδειξε το κινητό του.

— Με πήραν από το Πρωτοδικείο. “Ακούγεται”, λέει, “ότι κινείστε χωρίς διαδικασία”. Όχι επίσημη κλήση. Ένα… ενδιαφέρον τηλεφώνημα.

Η Καρρά ένευσε.

— Η αντιστροφή, είπε. Πριν προλάβεις να κατηγορήσεις, σε κάνουν κατηγορούμενο. Και το κάνουν με τρόπο που μοιάζει “θεσμικός”. Τηλεφωνήματα, ψίθυροι, “ακούγεται”.

Η Κομνηνού έσφιξε το ψωμί στα χέρια της, τόσο που σχεδόν σκίστηκε η σακούλα.

— Έχουμε παραλαβή με πρακτικό, είπε. Έχουμε υπογραφές.

— Δεν τους νοιάζει, είπε η Καρρά. Τους νοιάζει να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι είστε “έξω” από την οδό. Γιατί τότε ο κόσμος θα πει: “Ε, αφού κι αυτοί κάνουν τα δικά τους…”

Ο Λυμπέρης μίλησε αργά:

— Άρα κάποιος φροντίζει το χωριό και το δικαστήριο να αρχίσουν να αμφιβάλλουν πριν μιλήσουμε.

Η Καρρά κοίταξε το ρολόι της.

— Και τώρα θα έρθει το δεύτερο: η “βοήθεια”.

Σαν να ήταν σύνθημα, ακούστηκε χτύπος στην πόρτα.

Όχι άγριος. Όχι βιαστικός.

Ακριβώς ο χτύπος της εξουσίας που έχει χρόνο.

Η Καρρά σηκώθηκε, πήγε και άνοιξε. Στην πόρτα στεκόταν ένας άντρας γύρω στα εξήντα, με παλτό καλό, χαρτοφύλακα δερμάτινο, και εκείνο το πρόσωπο που δεν έχει πολλά χαρακτηριστικά γιατί έχει περάσει χρόνια προσπαθώντας να φαίνεται “ουδέτερος”.

Δίπλα του, ένας νεότερος άντρας, καθαρός, σιωπηλός, με βλέμμα που καταγράφει.

— Κυρία Καρρά, είπε ο μεγαλύτερος με φωνή εξασκημένη στην οικειότητα. Χαίρομαι που σας βρίσκω. Ονομάζομαι Αλέξανδρος Σαραντής. Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης.

Η Κομνηνού ένιωσε το βάρος του τίτλου να πέφτει στο δωμάτιο. Όχι γιατί ήταν τρομερός, αλλά γιατί ήταν αρκετός ώστε να κάνει κάποιον να σκύψει χωρίς να το καταλάβει.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε.

— Εισαγγελέας Λυμπέρης.

Ο Σαραντής χαμογέλασε με σεβασμό.

— Κύριε εισαγγελέα. Κατανοώ πλήρως το έργο σας. Και γι’ αυτό ήρθα. Να διευκολύνω. Να μη γίνει παρεξήγηση.

Η Καρρά δεν του έδωσε χέρι αμέσως. Τον κοίταξε σαν να τον ζύγιζε.

— Ποια παρεξήγηση;

Ο Σαραντής άνοιξε τον χαρτοφύλακά του και έβγαλε ένα έγγραφο, με σφραγίδα και πρωτόκολλο. Αυτή τη φορά, κανονική διοίκηση. Κανονικά γράμματα. Κανονική φόρμα.

— Υπάρχουν φήμες, είπε απαλά, ότι έγινε παραλαβή υλικού χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη οδός. Ξέρετε πώς είναι τα πράγματα στην επαρχία. Μικρές γλώσσες. Μεγάλοι μύθοι.

Ο Λυμπέρης σφίχτηκε.

— Έχουμε πρακτικό παραλαβής.

— Δεν αμφιβάλλω, είπε ο Σαραντής. Δεν αμφιβάλλω καθόλου. Αλλά ακριβώς για να μη δημιουργηθούν σκιές, προτείνω μια απλή λύση: δώστε μου το υλικό. Θα το παραλάβω υπηρεσιακά. Θα το πάω σωστά. Με πρωτόκολλο. Με διαβίβαση. Με ασφάλεια. Θα σας επιστραφεί ως αντίγραφο, και θα κινήσουμε διαδικασία χωρίς να μπορεί κανείς να πει λέξη.

Η Κομνηνού ένιωσε το αίμα της να παγώνει από την καθαρότητα της παγίδας. “Δώστε μου το υλικό” — αυτό δεν ήταν βοήθεια. Ήταν μεταφορά ελέγχου.

Η Καρρά μίλησε ήρεμα, σχεδόν τυπικά:

— Και γιατί να μην το κάνουμε εμείς;

Ο Σαραντής χαμογέλασε σαν να περίμενε την ερώτηση.

— Γιατί εσείς είστε ήδη μέσα στην υπόθεση. Είστε πρόσωπα. Εγώ είμαι… διαδρομή. Αν το πάρει η διαδρομή, καθαρίζει η εικόνα σας.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα μικρό βήμα.

— Η “διαδρομή” που τηλεφωνεί ευγενικά; είπε.

Ο Σαραντής δεν αντέδρασε.

— Δεν γνωρίζω σε τι αναφέρεστε, είπε. Αλλά καταλαβαίνω ότι είστε πιεσμένοι. Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεστε έναν θεσμικό ενδιάμεσο. Και σας διαβεβαιώ: κανείς δεν θέλει να σας εμποδίσει. Όλοι θέλουν να γίνει σωστά.

Η λέξη “σωστά” αιωρήθηκε. Ήταν η ίδια λέξη που είχε ακουστεί στο τηλεφώνημα “από πάνω”. Όχι ως ίδια φωνή — αλλά ως ίδιος κόσμος.

Η Καρρά τον κοίταξε βαθιά.

— Ποιος σας έστειλε; ρώτησε.

Ο Σαραντής έδειξε αμυδρά έκπληξη, σαν να τον αδίκησαν.

— Μα… κανείς. Οι φήμες. Η ανάγκη να προλάβουμε την παραπληροφόρηση. Έχω ευθύνη να προστατεύω τη διοίκηση από σκάνδαλα.

Η Κομνηνού ένιωσε ότι η “προστασία” ήταν η νέα λέξη για τη συγκάλυψη.

Η Καρρά έδειξε προς την καρέκλα.

— Καθίστε, είπε. Να σας κεράσουμε καφέ.

Ο Σαραντής κάθισε αμέσως. Αυτό επίσης ήταν σημάδι: δεν ήταν άνθρωπος που φοβάται να καθίσει σε λάθος σπίτι.

Ο νεότερος άντρας έμεινε όρθιος. Παρατηρούσε το δωμάτιο σαν να έκανε απογραφή: πόρτες, παράθυρα, γωνίες.

Ο Σαραντής ακούμπησε τον χαρτοφύλακα στα γόνατα.

— Θα είμαι ευθύς, είπε. Ό,τι κρατάτε μπορεί να δημιουργήσει πολιτική ένταση. Το χωριό είναι μικρό, αλλά οι συνέπειες όχι. Κάποιες φορές, η δικαιοσύνη πρέπει να συνεργάζεται με τη διοίκηση για να μην καταρρεύσουν πράγματα.

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε σκληρά.

— Τα “πράγματα” που καταρρέουν είναι άνθρωποι, κύριε Γενικέ.

Ο Σαραντής κράτησε τον τόνο του αμετακίνητα ήπιο.

— Συμφωνώ. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που ζουν από την τάξη. Από τη συνέχεια. Αν ανοίξουν όλοι οι φάκελοι, δεν θα καταστραφούν μόνο ένοχοι. Θα καταστραφούν και αθώοι που απλώς ήταν… κοντά.

Η Καρρά σήκωσε το φρύδι.

— Αυτή είναι η λογική της ομηρίας, είπε. “Μη μιλάτε, γιατί θα πάρετε μαζί σας και άλλους.”

Ο Σαραντής κούνησε το κεφάλι.

— Όχι. Είναι η λογική της ευθύνης.

Η Κομνηνού τον κοίταξε. Κάτι στη φράση αυτή δεν ήταν απλώς ρητορική. Ήταν παγιωμένο μάθημα. Σαν να είχε εκπαιδευτεί να την λέει.

— Θα σας κάνω μια ερώτηση, είπε η Κομνηνού ήρεμα. Αν το υλικό αυτό είναι “επικίνδυνο”, γιατί να σας το δώσουμε;

Ο Σαραντής χαμογέλασε με κατανόηση.

— Γιατί εγώ μπορώ να το μεταφέρω χωρίς να σας λερώσει. Εσείς τώρα ήδη σας λερώνουν. Έχετε ακούσει τι λένε;

Η Κομνηνού δεν απάντησε.

Ο Σαραντής συνέχισε:

— Ότι κάνατε “παράνομο έλεγχο”. Ότι ο εισαγγελέας πιέζει υπηρεσίες. Ότι υπάρχει προσωπικό κίνητρο. Ότι… (σταμάτησε λίγο, σαν να μην ήθελε να πει το πιο χυδαίο) …ότι η υπόθεση έγινε εργαλείο προβολής.

Ο Λυμπέρης χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, αλλά όχι δυνατά. Μια κίνηση που έλεγε “φτάνει”.

— Ποιος το διαρρέει αυτό;

Ο Σαραντής σήκωσε τους ώμους.

— Η επαρχία, κύριε εισαγγελέα. Η επαρχία είναι στόμα.

Η Καρρά γέλασε ελάχιστα.

— Όχι, είπε. Η επαρχία είναι αυτί. Το στόμα είναι κάπου αλλού.

Ο Σαραντής δεν έχασε τον έλεγχο.

— Σας το λέω ως φίλος. Δώστε μου το υλικό. Θα το πάω στο σωστό γραφείο. Θα πάρετε αριθμό πρωτοκόλλου. Θα υπάρξει διαβίβαση. Θα προστατευθείτε.

Η Καρρά έσκυψε προς τα εμπρός.

— Ποιο “σωστό γραφείο”; ρώτησε.

Ο Σαραντής έκανε μια μικρή παύση, πολύ μικρή, αλλά υπαρκτή. Ήταν η παύση του ανθρώπου που πρέπει να θυμηθεί τι επιτρέπεται να πει.

— Στο Γραφείο… Συντονισμού Διοικητικών Υποθέσεων, είπε τελικά, σαν να διάβαζε από τα μέσα του. Εκεί υπάρχει ασφάλεια.

Η Κομνηνού ένιωσε την ανάσα της να κολλά. Γραφείο Συντονισμού. Γ.Σ. Η σφραγίδα. Δεν είπε “Γ.Σ.” ρητά — αλλά το είπε.

Η Καρρά δεν του το έδειξε ότι το κατάλαβε. Μόνο έγειρε λίγο το κεφάλι.

— Ενδιαφέρον, είπε. Δεν ήξερα ότι ένα τέτοιο γραφείο ασχολείται με “ευαίσθητες περιπτώσεις”.

Ο Σαραντής χαμογέλασε.

— Ασχολείται με υποθέσεις που μπορούν να προκαλέσουν αναταράξεις. Αυτό είναι αρμοδιότητά του.

Ο Λυμπέρης τον κοίταξε.

— Μπορείτε να μου το δώσετε γραπτώς; ότι ζητάτε να παραλάβετε το υλικό και να το μεταφέρετε εκεί;

Ο Σαραντής άνοιξε τον χαρτοφύλακα.

— Φυσικά. Θα κάνουμε πράξη παράδοσης-παραλαβής. Με σφραγίδα. Με υπογραφές. Θα είναι όλα διάφανα.

Η Καρρά άφησε μια σιωπή να πέσει, σαν να κέρδιζε χρόνο.

— Θα σας απαντήσουμε σε μία ώρα, είπε.

Ο Σαραντής σηκώθηκε αμέσως, σαν να μην τον πείραζε καθόλου να περιμένει. Σαν να ήξερε ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ του.

— Βεβαίως. Θα είμαι στο καφενείο. Και… (κοίταξε τον Λυμπέρη) …σας παρακαλώ, μην το πάρετε προσωπικά. Αυτό δεν είναι μάχη. Είναι διαχείριση.

Έφυγε αφήνοντας πίσω του μια μυρωδιά από κολόνια και διοικητική αυτοπεποίθηση.

Μόλις έκλεισε η πόρτα, η Καρρά μίλησε πρώτη:

— Αυτό ήταν. Η προσφορά.

Ο Λυμπέρης πήγε προς το παράθυρο.

— Θέλει να το πάρει “σωστά”. Δηλαδή να το πάρει ώστε να εξαφανιστεί νόμιμα.

Η Κομνηνού κάθισε.

— Και η αντιστροφή ήδη τρέχει. Αν δεν του το δώσουμε, θα πουν ότι κρύβουμε. Αν του το δώσουμε, θα πουν ότι συνεργαστήκαμε.

Η Καρρά ένευσε.

— Αυτό είναι το τέλειο δίλημμα: και οι δύο επιλογές σου καίνε τα χέρια.

Ο Λυμπέρης γύρισε.

— Πώς βγήκε η διαρροή τόσο γρήγορα; Μόνο λίγοι ήξεραν.

Η Καρρά δεν μίλησε αμέσως. Πήγε στο τραπέζι, άνοιξε ένα τετράδιο, έγραψε τρεις λέξεις:

“Αποθήκη – Σήμα – Τηλέφωνο”

— Στην αποθήκη το σήμα εμφανίστηκε, είπε. Αυτό σημαίνει είτε συσκευή ενισχυτή είτε “επιτρεπτό δίκτυο”. Κι έπειτα ήρθε το τηλεφώνημα “από πάνω”. Και σήμερα ήρθε ο Σαραντής, που δεν είναι ο “από πάνω”, αλλά είναι η δημόσια μάσκα. Άρα: κάποιος βλέπει σε πραγματικό χρόνο.

Η Κομνηνού έσφιξε τα δάχτυλά της.

— Και στο χωριό, ήδη ετοιμάζουν το αφήγημα.

Σαν για να το επιβεβαιώσει, χτύπησε το κινητό της Κομνηνού. Ένας αριθμός τοπικός.

Απάντησε.

Μια γυναικεία φωνή, η ίδια που χθες της είπε “να μας γλιτώσει” στην πλατεία, τώρα έλεγε κάτι διαφορετικό. Ήταν το ίδιο στόμα, άλλη εντολή.

— Κυρία Ελένη; Να σας πω… εδώ λένε πως πήγατε και “κλέψατε” χαρτιά. Ότι τα κάνατε να φαίνονται… για να κατηγορήσετε ανθρώπους. Εγώ δεν τα πιστεύω, αλλά… να προσέχετε.

Η Κομνηνού έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο.

— Ποιος “λέει”; ρώτησε.

— Ε, ξέρετε… είπε η γυναίκα. Ο πρόεδρος… ο παπάς… και κάτι παιδιά που ήρθαν από την πόλη. Εγώ δεν ξέρω.

Η γραμμή έκλεισε.

Η Κομνηνού άφησε το κινητό στο τραπέζι.

— Το έριξαν ήδη στο στόμα του χωριού. “Κλέψαμε χαρτιά.”

Ο Λυμπέρης κοίταξε την Καρρά.

— Θα έρθουν να μας ζητήσουν τα χαρτιά “για να καθαρίσουμε”.

Η Καρρά ένευσε.

— Και ο Σαραντής είναι η καθαρή εκδοχή. Αν δεν πετύχει, θα έρθει η βρώμικη.

Η Κομνηνού πήρε ανάσα.

— Τι κάνουμε;

Η Καρρά πήρε το κόκκινο ντοσιέ, το χτύπησε ελαφρά στο τραπέζι σαν να του έδινε ρυθμό.

— Θα κάνουμε κάτι που το σύστημα μισεί, είπε. Θα σπάσουμε τη διαδρομή.

Ο Λυμπέρης συνοφρυώθηκε.

— Δηλαδή;

Η Καρρά άνοιξε μια τσάντα και έβγαλε δύο φακέλους άδειους, σφραγίδες υπηρεσιακές, κι ένα σετ αυτοκόλλητα πρωτοκόλλου.

— Θα του δώσουμε κάτι, είπε.

Η Κομνηνού πάγωσε.

— Όχι το ντοσιέ.

— Όχι το ντοσιέ, είπε η Καρρά. Θα του δώσουμε “το ντοσιέ” που θέλει να πάρει: αθώα χαρτιά μπροστά, αντίγραφα δεύτερης διαλογής, και ένα σημείωμα που να τον κάνει να πιστέψει ότι πέτυχε. Και την ίδια στιγμή, θα στείλουμε το πραγματικό υλικό αλλού.

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε χωρίς χαρά.

— Αυτό είναι κόλπο.

— Είναι επιβίωση, είπε η Καρρά. Το σύστημα παίζει με αφήγημα. Θα του δώσουμε αφήγημα να μασήσει, για να κερδίσουμε χρόνο.

Η Κομνηνού σκέφτηκε γρήγορα.

— Και πού θα πάει το πραγματικό;

Η Καρρά κοίταξε τον Λυμπέρη.

— Σε έναν αποδέκτη που δεν είναι “ασφαλής”, είπε. Είναι απρόβλεπτος.

Ο Λυμπέρης κατάλαβε πριν το πει.

— Επιθεώρηση; Εσωτερικές Υποθέσεις; Κάποιον που δεν υπακούει στο Γ.Σ.;

Η Καρρά ένευσε.

— Και θα αφήσουμε ίχνος ότι το κάναμε νόμιμα. Όχι για να σωθούμε από το χωριό. Για να σωθούμε από το “πάνω”.

Η Κομνηνού σηκώθηκε.

— Και η αντιστροφή στο χωριό; Αν γυρίσουμε με αυτό το παιχνίδι, θα μας κάψουν.

Η Καρρά πήρε το παλτό της.

— Θα τους κόψουμε τη γλώσσα με τρόπο που δεν φαίνεται βία. Θα πάμε στον Στέφανο. Θα βγάλουμε δημόσια, με μία πρόταση, ότι έγινε “ατύχημα” μετά από διακοπή ρεύματος. Όχι κατηγορία. Μόνο γεγονός. Και θα κοιτάξουμε ποιος θα αντιδράσει.

Ο Λυμπέρης κούνησε το κεφάλι.

— Πολιτική ανάκριση.

— Ακριβώς, είπε η Καρρά. Πολιτική ανάκριση είναι να λες κάτι αθώο και να παρατηρείς ποιος φοβάται.

Η Κομνηνού πήρε μια βαθιά ανάσα. Τώρα έπρεπε να αποφασίσουν όχι μόνο τι είναι αλήθεια, αλλά πώς ταξιδεύει η αλήθεια χωρίς να την κατασπαράξει το δίκτυο.

Στο μεταξύ, στο καφενείο, ο Σαραντής θα έπινε τον καφέ του ήρεμος, σίγουρος ότι το σύστημα, όπως πάντα, θα πάρει αυτό που θέλει. Είχε μάθει να περιμένει. Είχε μάθει να λέει “σωστή οδός”.

Και στο χωριό, η “διαρροή” θα φούσκωνε σαν ζύμη: όλοι θα την επαναλάμβαναν, όχι γιατί την πίστευαν, αλλά γιατί τους έδινε ρόλο σε κάτι μεγάλο.

Η Κομνηνού κοίταξε την Καρρά.

— Πόσο χρόνο έχουμε;

Η Καρρά χαμογέλασε ελάχιστα, σαν να μην ρωτήθηκε “πόσο”, αλλά “πώς”.

— Όσο χρειάζεται για να πιστέψουν ότι κέρδισαν, είπε. Και μετά… όσο αντέξουμε.

Και κάπου μέσα στο χωριό, μια πόρτα έκλεισε πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.

Όχι απειλή.

Υπενθύμιση.

Ότι η ειρήνη ήταν πάντα προσωρινή!..

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]





Δεν υπάρχουν σχόλια: