Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ: ΄΄ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ΄΄..

 [...]

Μεγάλος διάλογος: Ο εισαγγελέας από την Τρίπολη & η εγκληματολόγος-συγγραφέας Ελένη Κομνηνού

(Δημοτική Βιβλιοθήκη Καστρακίου. Μεσημέρι που μοιάζει βράδυ. Το χιόνι κολλάει στα τζάμια σαν άσπρη μούχλα. Η αίθουσα πίσω—εκεί όπου βρέθηκε η Άννα Μπαλή—μένει κλειστή με κορδέλες. Μυρίζει χαρτί, κρύο μέταλλο και κάτι που δεν λέγεται.)

Ο εισαγγελέας μπήκε χωρίς να βιαστεί. Το παλτό του ήταν καθαρό, η ματιά του ακόμα καθαρότερη—εκείνο το βλέμμα που δεν στέκεται στους ανθρώπους, αλλά στις λεπτομέρειες που τους προδίδουν.

«Κυρία Κομνηνού;» είπε.

Η Ελένη δεν σηκώθηκε αμέσως. Κρατούσε τα γάντια της στο ένα χέρι, σαν να φοβόταν να τα φορέσει ξανά. Το άλλο της χέρι ακουμπούσε—ασυναίσθητα—στον φάκελο που είχε κρυμμένο μέσα στο μπουφάν.

«Ναι. Εσείς είστε ο εισαγγελέας από Τρίπολη.»

«Λυμπέρης», συστήθηκε. «Αναλαμβάνω την εποπτεία. Και πριν αρχίσουμε… θέλω να μου εξηγήσετε κάτι απλό: με ποια ιδιότητα βρίσκεστε εδώ; Ερευνητική ή… λογοτεχνική;»

Η Ελένη χαμογέλασε μισά. Δεν ήταν ευγένεια. Ήταν αντίσταση.

«Και οι δύο είναι επικίνδυνες», είπε. «Αλλά σήμερα με ενδιαφέρει η πρώτη. Η δεύτερη—αν επιμείνει—είναι απλώς το σύμπτωμα.»

Ο Λυμπέρης κοίταξε τον χώρο. Τα ράφια ήταν στη θέση τους, μα η ησυχία όχι. Σαν να είχε μετακινηθεί.

«Η αστυνομία μού είπε ότι απαιτήσατε να σας παραδοθούν κλειδιά, κινητά… και ότι κάνατε αναφορές σε “λάθος κλειδί”.»

Η Ελένη γύρισε προς το γραφείο. Πάνω του είχε ένα σακουλάκι αποδεικτικών με ένα μικρό μεταλλικό κομμάτι—σαν σπασμένο δόντι κλειδιού—κι ένα δεύτερο κλειδί, παλιό, σκουριασμένο, από άλλο σετ.

«Το λάθος κλειδί δεν είναι λεπτομέρεια», είπε. «Είναι δήλωση. Κάποιος ήθελε να πιστέψει η Άννα ότι είναι ασφαλής—ή ότι είναι παγιδευμένη. Η πόρτα έκανε ένα κλικ. Όχι δύο.»

Ο εισαγγελέας δεν ρώτησε «ποιος το είπε». Το σημείωσε πρώτα μέσα του και μετά το άφησε να πέσει σαν πέτρα.

«Ποιος σας μίλησε για το “ένα κλικ”;»

Η Ελένη άργησε μισό δευτερόλεπτο.

«Μια γυναίκα του χωριού. Η Ευανθία. Καθαρίστρια. Μιλάει σαν να ξεσκονίζει ενοχές.»

Ο Λυμπέρης έβγαλε σημειωματάριο. Η κίνηση ήταν τυπική, αλλά η φωνή του όχι.

«Κυρία Κομνηνού, σε τέτοιο τόπο, η λέξη “καθαρίστρια” δεν σημαίνει μόνο σφουγγαρίστρα. Σημαίνει πρόσβαση. Ωράριο. Κλειδιά. Σημαίνει… μάτια.»

Η Ελένη τον κάρφωσε.

«Το ξέρω. Αλλά εδώ, εισαγγελέα, όλοι έχουν μάτια. Απλώς έχουν συμφωνήσει να τα κλείνουν όταν πρέπει.»

Ο Λυμπέρης γύρισε απότομα προς την κορδέλα που έκλεινε το πίσω δωμάτιο.

«Θέλω να δω τη σκηνή. Με εσάς μπροστά, όχι με αφηγήσεις.»

«Θα τη δείτε», είπε η Ελένη. «Αλλά να ξέρετε: δεν είναι σκηνή. Είναι μήνυμα.»

Έβγαλε από την τσέπη της τα γάντια, τα φόρεσε αργά, τελετουργικά. Ο εισαγγελέας παρατήρησε πως της έσφιγγαν υπερβολικά—σαν να ήθελε πόνο, όχι προστασία.

Πήγαν πίσω.

Η αίθουσα ήταν μικρή, χαμηλή, με δυο ντουλάπες αρχειοθέτησης. Εκεί, στο πάτωμα, τώρα άδειο, υπήρχε μια κιμωλία που οριοθετούσε τη θέση του σώματος. Και δίπλα—σε προθήκη—το βιβλίο: χειρόγραφο, ανοιχτό εκεί που “έμεινε”.

Ο Λυμπέρης έσκυψε, χωρίς να ακουμπήσει.

«Τι βλέπετε;»

Η Ελένη μίλησε σαν να άνοιγε σφραγισμένο δωμάτιο μέσα της:

«Βλέπω πτώση προς τα δεξιά. Άτσαλο χέρι. Όχι θεατρικό. Άρα πιθανό αιφνιδιασμός. Βλέπω πως δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Και βλέπω το βιβλίο ανοιχτό δίπλα της—όχι μπροστά της. Αυτό σημαίνει ότι ή το κρατούσε κάποιος άλλος ή… της το άφησαν εκεί.»

Ο εισαγγελέας σήκωσε το βλέμμα.

«Αυτό είναι εγκληματολογικό. Ωραία. Τώρα… συγγραφικό;»

Η Ελένη άφησε μια ανάσα που έμοιαζε με γέλιο, αλλά δεν είχε χαρά.

«Συγγραφικά; Βλέπω πως κάποιος θέλει να μας βάλει να διαβάσουμε. Να σταθούμε εδώ και να πούμε “ποια ιστορία δεν πρόλαβε να τελειώσει;”»

Ο Λυμπέρης ίσιωσε την πλάτη.

«Μ’ άλλα λόγια, πιστεύετε ότι ο δράστης σκηνοθέτησε λογοτεχνικά.»

«Πιστεύω πως σκηνοθέτησε ηθικά. Σ’ έναν τόπο που η ηθική είναι εργαλείο επιβολής. Η Άννα ήταν “ξένο βιβλίο στο ράφι”. Έφερε μετάθεση από την Τρίπολη. Εδώ δεν συγχωρούν τους ξένους—ιδίως όταν ξέρουν να αρχειοθετούν.»

Ο εισαγγελέας πάγωσε ανεπαίσθητα στο άκουσμα της Τρίπολης.

«Από την Τρίπολη», επανέλαβε. «Έχετε στοιχεία;»

Η Ελένη τράβηξε τον φάκελο από μέσα της. Τον άνοιξε ελάχιστα, σαν να φοβόταν ότι θα βγει αέρας παλιός.

«Βρήκα αυτό στον “σφραγισμένο” φάκελο της βιβλιοθήκης. Επάνω γράφει: “Α. ΜΠΑΛΗ — ΜΕΤΑΘΕΣΗ”. Και μέσα… υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ταιριάζουν. Υπογραφές που λείπουν. Και μια σφραγίδα… μισή.»

Ο Λυμπέρης έσκυψε πάνω απ’ τον φάκελο αλλά δεν άπλωσε χέρι. Σαν να είχε μάθει πως κάποια χαρτιά “δείχνουν” τον άνθρωπο που τα ακουμπά.

«Ποιος σας άφησε να μπείτε σε σφραγισμένο αρχείο;»

Η Ελένη τον κοίταξε ίσια.

«Κανείς. Αυτό είναι το ενδιαφέρον: δεν μπήκα. Με άφησαν να περάσω. Κάποιος… ήθελε να το βρω.»

Η λέξη “ήθελε” αιωρήθηκε. Έξω, το χιόνι χτύπησε το τζάμι σαν να χειροκροτούσε χωρίς ήχο.

Ο εισαγγελέας έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή—όχι από κούραση. Από αναγνώριση.

«Κυρία Κομνηνού…» είπε χαμηλά, «εγώ δεν ήρθα εδώ για να γράψουμε ατμόσφαιρα. Ήρθα για να δέσω μια υπόθεση στο δικαστήριο.»

Η Ελένη πλησίασε ένα βήμα.

«Και εγώ ήρθα για να τη λύσω πριν “δεθεί” η λάθος αλήθεια. Γιατί εδώ, εισαγγελέα, τους αρέσει να δένουν ανθρώπους. Σε ρόλους. Σε σιωπές. Σε “έτσι είναι τα πράγματα”.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το πηγούνι.

«Μιλάτε σαν να είστε απέναντί μου.»

«Είμαι απέναντι στην αδράνεια», είπε. «Και η αδράνεια φοράει συχνά γραβάτα.»

Η φράση του τσίμπησε τον εγωισμό, αλλά δεν αντέδρασε όπως θα περίμενε κανείς. Αντί να θυμώσει, έσκυψε ξανά προς το βιβλίο.

«Τι γράφει;» ρώτησε.

«Η αστυνομία λέει “ημερολόγιο”. Εγώ λέω “κατάθεση”.»

Ο εισαγγελέας κούνησε το κεφάλι, δίνοντας άδεια.

Η Ελένη διάβασε με φωνή προσεκτική, σχεδόν τρυφερή—σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει κάτι.

«…Κάποιος μπαίνει όταν η πόρτα κάνει ένα κλικ. Όχι δύο. Κάποιος ξέρει. Κάποιος κρατάει τα κλειδιά σαν να κρατάει το στόμα μου. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Φοβάμαι τη διαρροή.»

Ο Λυμπέρης έμεινε ακίνητος.

«Διαρροή», επανέλαβε. «Τι διαρρέει;»

Η Ελένη τον κοίταξε, και για πρώτη φορά η φωνή της δεν ήταν μόνο επαγγελματική. Ήταν προσωπική.

«Η αλήθεια. Και σε μικρούς τόπους, η αλήθεια δεν είναι πληροφορία. Είναι ρήγμα.»

Ο εισαγγελέας πήρε ανάσα βαθιά.

«Ποιοι έχουν πρόσβαση; Πρόεδρος. Έφορος. Υπαστυνόμος. Καθαρίστρια. Ποιος άλλος;»

Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε το παράθυρο. Στο τζάμι, η αντανάκλασή της—και για ένα κλάσμα—μια δεύτερη σκιά πίσω της, που δεν ταίριαζε σε κανέναν μέσα στο δωμάτιο.

«Και κάποιος ακόμη», είπε.

Ο εισαγγελέας σήκωσε το βλέμμα απότομα.

«Ποιος;»

Η Ελένη κατάπιε.

«Ανδρέας.»

Ο Λυμπέρης έδειξε—σχεδόν ασυναίσθητα—μια μικρή, ανεπαίσθητη ταραχή. Όχι επειδή πίστεψε στο όνομα. Επειδή το αναγνώρισε.

«Τι σχέση έχει ο Ανδρέας;»

Η Ελένη ένιωσε κάτι να ανεβαίνει από το στομάχι στο στήθος: θυμός, φόβος, μια παράλογη τρυφερότητα. Όλα μαζί.

«Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος ή… κάτι που ο τόπος καταπίνει και το φτύνει όταν πρέπει. Τον είδα. Τον άκουσα. Και—ναι—σας προλαβαίνω: μπορεί να είναι το μυαλό μου. Αλλά αν είναι το μυαλό μου, τότε το μυαλό μου έχει πρόσβαση σε πράγματα που δεν του έδωσα.»

Ο εισαγγελέας σταυροπόδησε αργά, σαν να έστηνε δικαστήριο μέσα σε μια βιβλιοθήκη.

«Κυρία Κομνηνού, θα μιλήσουμε καθαρά: είστε μόνη, σε απομονωμένο χωριό, σε υπόθεση ανθρωποκτονίας. Το στρες φτιάχνει… αφηγήσεις.»

Η Ελένη γέλασε ξερά.

«Και οι ένοχοι φτιάχνουν άλλοθι. Τι προτιμάτε; Να πιστέψουμε ότι φταίει το στρες ή ότι κάποιος εδώ έχει μάθει να “γράφει” τα γεγονότα πριν συμβούν;»

Ο Λυμπέρης χτύπησε ελαφρά το σημειωματάριο με το δάχτυλό του.

«Θα σας ζητήσω κάτι που δεν σας αρέσει: θα τηρήσουμε διαδικασία. Και θα μου δώσετε ονόματα με αποδείξεις, όχι διαισθήσεις.»

Η Ελένη πλησίασε το βιβλίο.

«Θα σας δώσω αυτό που μπορώ. Αλλά να ξέρετε κάτι: εδώ η διαδικασία είναι η αγαπημένη κρυψώνα των ενόχων. Κρύβονται πίσω από το “δεν είδα”, το “δεν άκουσα”, το “δεν ξέρω”. Και το χωριό τους χειροκροτεί με σιωπή.»

Ο εισαγγελέας έσκυψε πιο κοντά, χαμήλωσε τη φωνή.

«Και γιατί εσείς; Γιατί ήρθατε εσείς;»

Η Ελένη τον κοίταξε σαν να την έβρισε.

«Με κάλεσαν για διακριτικότητα. Που σημαίνει: να μην ανοίξουν στόματα. Αλλά εγώ… ανοίγω αρχεία.»

Ο Λυμπέρης κούνησε το κεφάλι. Έπειτα, σαν να πήρε απόφαση, είπε:

«Στην Τρίπολη υπάρχει παλιά υπόθεση. Μια εξαφάνιση. Ένα όνομα που δεν κλείδωσε ποτέ. Αν το “Ανδρέας” που λέτε είναι εκείνος… τότε αυτή η ανθρωποκτονία δεν είναι τοπική. Είναι συνέχεια.»

Η Ελένη ένιωσε το δέρμα της να παγώνει.

«Ποια υπόθεση;» ρώτησε.

Ο εισαγγελέας δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κοίταξε το βιβλίο.

«Θα σας πω όταν είμαι βέβαιος», είπε. «Και μέχρι τότε, θα κάνετε κάτι για μένα: θα σταματήσετε να μένετε μόνη.»

Η Ελένη γέλασε πάλι—αλλά τώρα είχε μέσα της κούραση.

«Στο Καστράκι, εισαγγελέα, ακόμα κι όταν είσαι με κόσμο… είσαι μόνος.»

Ο Λυμπέρης κοίταξε για μια στιγμή το παράθυρο. Έξω, χιόνι. Μέσα, χαρτί. Και κάπου ανάμεσα, μια σκιά που δεν έπρεπε να υπάρχει.

«Κάτι τελευταίο», είπε. «Αν ο δράστης είναι “συγγραφικός” όπως λέτε, τότε θα επανέλθει. Θα δώσει νέο στοιχείο “από το πουθενά”. Σωστά;»

Η Ελένη δεν τον άφησε να τελειώσει.

«Δεν θα είναι από το πουθενά. Θα είναι από εκεί που δεν κοιτάμε. Από το “σφραγισμένο”. Από τις παύσεις. Από τα λάθος κλειδιά. Και από τα όνειρα.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το φρύδι.

«Όνειρα;»

Η Ελένη έσφιξε τα δάχτυλά της. Ένιωσε ένα μικρό κάψιμο στην καρδιά—σαν να την άγγιξε κάποιος από μέσα.

«Ο Ανδρέας έρχεται τη νύχτα», είπε. «Και δεν μου μιλάει με λέξεις. Μου μιλάει… μέσα στην καρδιά μου. Σαν να την ξέρει.»

Ο εισαγγελέας στάθηκε ακίνητος. Κι όταν μίλησε, η φωνή του ήταν για πρώτη φορά ανθρώπινη.

«Αν αυτό ισχύει… τότε δεν είστε μόνο μάρτυρας. Είστε δίαυλος. Και οι δίαυλοι… καίγονται πρώτοι.»

Η Ελένη χαμογέλασε αχνά.

«Τότε ας βιαστούμε. Γιατί ο τόπος εδώ… καίει χωρίς φλόγα.»

(Και καθώς γύρισαν προς την έξοδο, η πόρτα—η ίδια πόρτα—έκανε ένα κλικ. Μόνο ένα.)


«Οι μέρες στο Καστράκι δεν είναι μέρες»

Το πρωί στο Καστράκι δεν ξημέρωνε. Άσπριζε.

Η Ελένη ξύπνησε με τη γλώσσα βαριά, σαν να είχε μιλήσει όλη νύχτα. Σήκωσε το χέρι στο στήθος της—εκεί που, όταν ο Ανδρέας “ερχόταν”, ένιωθε ένα παράξενο σφίξιμο. Όχι πανικό. Κάτι σαν ανάμνηση πριν γίνει γεγονός.

Στο τζάμι, το χιόνι είχε γράψει νερά. Σαν ιδρωμένο μέτωπο.

Έπινε καφέ χωρίς να τον γεύεται. Κι έπειτα έκανε αυτό που κάνει πάντα ένας άνθρωπος όταν φοβάται: έβαζε τάξη.

1.      Σημειώσεις στο μαύρο τετράδιο — όχι λογοτεχνία. Χρονολογία, ώρα, κίνηση.

2.      Λίστα επαφών — Πρόεδρος Μηνάς Σταθάτος, έφορος Βερδής, υπαστυνόμος, Ευανθία, γιατρός Σπύρος.

3.      Κοινός παρονομαστής — κλειδιά. Ποιος τα κρατάει, ποιος τα ζητάει, ποιος τα φοβάται.

Βγήκε στην πλατεία. Το χωριό δεν την κοιτούσε κατάματα. Την παρακολουθούσε από πλάγια, σαν να φοβόταν πως αν την κοιτάξει, θα “εγγραφεί” κάτι πάνω του.

Στο καφενείο, οι άντρες έκαναν πως μιλούν για δρόμους και χιόνια. Κι όμως, οι παύσεις τους είχαν ρυθμό. Όταν η Ελένη έμπαινε, έκοβαν. Όταν έφευγε, ξανάρχιζαν. Σαν να υπήρχε αόρατος μαέστρος.

Ο πρόεδρος, ο Μηνάς, την περίμενε έξω απ’ το κοινοτικό γραφείο με χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια.

«Κυρία Κομνηνού… ελπίζω να καταλαβαίνετε… το χωριό δεν αντέχει σκάνδαλα.»

Η Ελένη στάθηκε απέναντί του.

«Το χωριό αντέχει δολοφονίες όμως.»

Το χαμόγελό του έσπασε λίγο.

«Ατυχή… περιστατικά συμβαίνουν παντού.»

«Όχι έτσι», είπε ήσυχα. «Όχι με “ένα κλικ”.»

Ο πρόεδρος ανατρίχιασε—και το έκρυψε αμέσως μέσα σε θυμό.

«Σας παρακαλώ να μην αναπαράγετε… δεισιδαιμονίες.»

Η Ελένη γύρισε προς τη βιβλιοθήκη.

«Δεν είναι δεισιδαιμονία. Είναι μηχανισμός πρόσβασης. Και κάποιος τον δούλευε με συνέπεια.»

Μπήκε στη βιβλιοθήκη αργά. Κάθε μέρα, η ίδια μυρωδιά: υγρασία, χαρτί, κάτι παλιό. Σαν μνήμη που μούχλιασε.

Κι εκεί συνέβη το πρώτο “από το πουθενά”.

Στο γραφείο της Άννας—που είχαν “καθαρίσει” πρόχειρα—βρήκε ένα ποτήρι. Άδειο. Αλλά το χείλος του είχε σημάδι, ένα λεπτό ροζ τόξο: κραγιόν.

Η Άννα δεν φορούσε κραγιόν. Στις φωτογραφίες της, ήταν γυμνή από τέτοια “πολυτέλεια”. Κι όταν μια γυναίκα δεν φορά κραγιόν, συνήθως είτε δεν προλαβαίνει είτε δεν θέλει να φαίνεται.

Η Ελένη δεν άγγιξε το ποτήρι. Φώναξε τον υπαστυνόμο. Εκείνος ήρθε με ύφος “τι άλλο;”.

«Αυτό», είπε η Ελένη δείχνοντας.

«Είναι παλιό», πέταξε εκείνος.

«Τότε γιατί δεν έχει σκόνη;» ρώτησε. «Και γιατί είναι πάνω σε χαρτί της Άννας;»

Ο υπαστυνόμος κατέβασε το βλέμμα.

Κι εκεί, στη γωνία του γραφείου, υπήρχε άλλο ένα μικρό εύρημα: ένα κομματάκι από νύχι—σαν να είχε σπάσει σε πάλη—και μια ίνα σκούρου υφάσματος.

Η Ελένη το μάζεψε με λαβίδα. Το έβαλε σε σακουλάκι. Κι ένιωσε πάλι εκείνο το διπλό βλέμμα μέσα της: η εγκληματολόγος έλεγε “DNA”, η συγγραφέας έλεγε “σημάδι”.

Τότε, από το ράφι πίσω της, έπεσε ένα βιβλίο μόνο του.

Δεν ήταν δυνατόν—μα έπεσε. Άνοιξε σε σελίδα με περιθώριο γεμάτο μικρά γράμματα. Και ανάμεσα στα γράμματα, ένα όνομα υπογραμμισμένο με μανία:

Ανδρέας.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να δένεται κόμπος.

Σαν να μην αρκούσε που τον έβλεπε τη νύχτα. Τώρα τον έβρισκε και στο χαρτί. Σε χαρτί που δεν έπρεπε να φωνάζει.

Κι εκείνη τη στιγμή, ένα μήνυμα ήρθε στο κινητό της—χωρίς αριθμό αποστολέα. Μόνο κενό. Μόνο λέξεις:

«Μην τον ρωτήσεις. Θα τον χαρίσεις.»

Η Ελένη κοίταξε γύρω της. Ήταν μόνη. Κι όμως, ένιωθε πως κάποιος στεκόταν πίσω από τα ράφια, κρατώντας την ανάσα του.

Το ίδιο βράδυ, όταν πήγε να κοιμηθεί, το σπίτι της (το δωμάτιο του ξενώνα) έτριξε σαν να μετακινήθηκε βάρος.

Κι ο Ανδρέας ήρθε.

Όχι σαν σώμα. Σαν ζεστασιά που κάθισε δίπλα της στο στρώμα. Σαν φωνή που δεν περνά από αυτιά.

«Μην ψάχνεις το πρόσωπο», “είπε” μέσα της.
«Ψάξε το κλειδί που λείπει από το σετ.»
Η Ελένη έσφιξε τα μάτια.
«Ποιος είσαι;» προσπάθησε να πει.
Και η απάντηση ήρθε σαν καρφί:
«Είμαι αυτό που της πήραν πρώτα: το δικαίωμα να μιλήσει.»

Ξύπνησε ιδρωμένη, μέσα στο κρύο. Και στο μαξιλάρι—κάτω από την θήκη—βρήκε ένα πράγμα που δεν είχε βάλει εκεί:

Ένα μικρό μεταλλικό δοντάκι κλειδιού.

Το ίδιο σπασμένο “δόντι” που είχαν βρει ως ένδειξη… τώρα ήταν δεύτερο.

Δύο σπασμένα δόντια.
Άρα δύο κλειδιά.
Άρα δύο άνθρωποι με πρόσβαση.
Ή ένας άνθρωπος με δύο πρόσωπα.

Κι η Άννα Μπαλή, η νεκρή βιβλιοθηκονόμος, άρχισε να φαίνεται στην Ελένη όχι σαν θύμα, αλλά σαν κάποια που κρατούσε κάτι και της το πήραν βίαια—όχι μόνο τη ζωή.


 «Ο Ανδρέας μέσα της»

Την επόμενη μέρα, η Ελένη δεν πήγε κατευθείαν στη βιβλιοθήκη. Πήγε στον γιατρό, τον Σπύρο—όχι για ιατρική συμβουλή. Για να δει αν τα μάτια του κάνουν εκείνο που κάνουν τα μάτια των ανθρώπων που ξέρουν: αποφεύγουν.

Ο Σπύρος την άφησε να καθίσει χωρίς πολλά.

«Δεν κοιμηθήκατε», είπε.

Η Ελένη χαμογέλασε πικρά.

«Κοιμήθηκα. Απλώς… δεν ήμουν μόνη.»

Ο Σπύρος δεν γέλασε. Μόνο έβαλε ένα ποτήρι νερό μπροστά της. Το ίδιο ποτήρι—σκέφτηκε—που σε άλλα σπίτια γίνεται απόδειξη.

«Αν μου πείτε “Ανδρέας”», είπε ο γιατρός, «θα σας πω κάτι που δεν θα σας αρέσει.»

Η Ελένη πάγωσε. Το όνομα δεν το είχε ξεστομίσει. Κι όμως, εκείνος το έφερε.

«Πείτε το», είπε σιγανά.

Ο Σπύρος την κοίταξε σαν να ζύγιζε αν αντέχει.

«Σ’ αυτόν τον τόπο, κάποια ονόματα δεν είναι άνθρωποι. Είναι… λειτουργίες. Ρόλοι που περνούν από σώμα σε σώμα. Όπως περνά ο φόβος. Όπως περνά η ντροπή.»

Η Ελένη ένιωσε έναν παλμό μέσα στο στέρνο. Σαν να συμφωνούσε κάτι μέσα της.

«Και τι σχέση έχει με την Άννα;» ρώτησε.

Ο γιατρός έσκυψε λίγο.

«Η Άννα δεν πέθανε επειδή ήταν καλή βιβλιοθηκονόμος. Πέθανε επειδή άνοιξε λάθος ντουλάπι. Και όταν άνοιξε… είδε κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει σε δημόσια βιβλιοθήκη.»

Η Ελένη άπλωσε το χέρι στο τραπέζι.

«Τι;»

Ο Σπύρος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Όχι εδώ. Όχι με το στόμα. Το στόμα είναι αδύναμο. Εσείς το ξέρετε καλύτερα από μένα. Εσείς γράφετε.»

Η Ελένη σηκώθηκε απότομα.

«Μη μου λέτε για γραφή. Κάποιος χρησιμοποιεί τη γραφή για να θάψει, όχι για να αποκαλύψει.»

Ο Σπύρος κράτησε την ψυχραιμία του.

«Τότε κοιτάξτε την “Μετάθεση”. Από πού ήρθε η Άννα. Ποιος υπέγραψε. Και—κυρίως—ποιος δεν υπέγραψε.»

Η Ελένη έφυγε με το στομάχι γεμάτο μέταλλο.

Στη βιβλιοθήκη, δεν πήγε στο γραφείο. Πήγε στα ράφια με τα παλιά πρακτικά του κοινοτικού συμβουλίου. Εκεί όπου κανείς δεν διαβάζει, γιατί όλοι “ξέρουν” την ιστορία—και η γνώση τους είναι η μισή αλήθεια.

Βρήκε ένα βιβλίο πρακτικών του 1986. Το άνοιξε. Σε μια σελίδα υπήρχε σημείωση με μολύβι, αχνή, σαν να τη γράψανε με τρεμάμενο χέρι:

«ΑΝΔΡΕΑΣ — ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΟ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΟ»

Η Ελένη ένιωσε το κεφάλι της να βουίζει.

Τότε, κάτι ακόμα: μέσα στις σελίδες, μια μικρή φωτογραφία—κομμένη βιαστικά. Ένα νεαρό αγόρι, περίπου δεκαοκτώ, μπροστά στη βιβλιοθήκη. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας, ένα όνομα με μπλε στυλό:

Ανδρέας Κ.

Το επίθετο κομμένο.

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια. Κι εκεί, πίσω από τα βλέφαρα, ο Ανδρέας ήρθε πάλι—όχι σαν εικόνα. Σαν φράση που καρφώνεται στην καρδιά:

«Δεν είμαι ο δολοφόνος της. Είμαι η αιτία που την σκότωσαν.»

Η Ελένη ψιθύρισε, μόνη της ανάμεσα στα ράφια:

«Άννα… τι βρήκες;»

Και σαν απάντηση, από το βάθος του κτιρίου ακούστηκε το κλικ της πόρτας.

Ένα κλικ.

Η Ελένη κατέβηκε προς το πίσω δωμάτιο, χωρίς να το σκεφτεί. Η κορδέλα ήταν ακόμα εκεί—αλλά τώρα ήταν κομμένη. Όχι σκισμένη. Κομμένη καθαρά.

Κάποιος είχε μπει. Και είχε βγει.
Και είχε αφήσει κάτι.

Στο πάτωμα, κάτω από την ντουλάπα αρχειοθέτησης, υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί, διπλωμένο πολύ μικρό. Η Ελένη το άνοιξε με γάντια.

Ήταν σελίδα από παλιό βιβλίο, αλλά πάνω της είχε γραφτεί με σύγχρονο στυλό:

«Αν συνεχίσεις, θα σε κάνουμε βιβλίο κι εσένα.»

Η Ελένη ένιωσε φόβο—όχι για την ίδια. Γιατί κατάλαβε κάτι χειρότερο:

Η Άννα δεν είχε πεθάνει “γιατί έμαθε”.
Είχε πεθάνει γιατί προσπάθησε να προστατέψει κάποιον.

Κι ο μόνος “κάποιος” που εμφανιζόταν παντού—στο χαρτί, στη σκιά, στο στήθος της—ήταν ο Ανδρέας.

Το βράδυ, όταν έπεσε να κοιμηθεί, ο Ανδρέας ήρθε ξανά, πιο καθαρός. Σαν να είχε αποφασίσει να πάψει να κρύβεται.

Δεν τον είδε με μάτια. Τον “ένιωσε” σαν χέρι που ακουμπά την καρδιά της από μέσα.

«Ελένη…» είπε χωρίς ήχο.
Και μόνο που είπε το όνομά της, εκείνη ένιωσε ότι τον είχε γνωρίσει πριν—σε άλλη πόλη, άλλο χρόνο, άλλη υπόθεση. Ή σε άλλο βιβλίο.

«Γιατί έρχεσαι σε μένα;» “ρώτησε” μέσα της.

Η απάντηση ήρθε σαν αλήθεια που πονάει:

«Γιατί εσύ δεν φοβάσαι να θυμάσαι. Κι εκείνη… η Άννα… πέθανε επειδή θυμόταν αντί για όλους.»

Η Ελένη δάκρυσε χωρίς να το θέλει.

«Τι ήσουν για την Άννα;»

Κι ο Ανδρέας, για πρώτη φορά, δεν απάντησε ευθέως. Μόνο της έδωσε εικόνα:

Ένα κορίτσι—η Άννα—σκυμμένο πάνω από φάκελο.
Μια υπογραφή που λείπει.
Ένα χέρι αντρικό που παίρνει πίσω ένα χαρτί.
Και μια φράση που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά:

«Αν μιλήσεις, θα πεθάνεις. Αν σωπάσεις, θα πεθάνω εγώ.»

Η Ελένη ξύπνησε με την καρδιά να χτυπά. Και αυτή τη φορά, στο κομοδίνο υπήρχε κάτι που δεν είχε βάλει:

Ένα μικρό, φτηνό σταυρουδάκι—σαν αυτά που φορούν οι υπάλληλοι “για καλή τύχη”.

Στην πίσω πλευρά, χαραγμένα δυο γράμματα:

Α.Κ.

Η Ελένη κατάλαβε ότι ο Ανδρέας δεν ήταν μόνο έρωτας ή φάντασμα ή παρηγοριά.

Ήταν δεσμός.
Και ο δεσμός είχε δέσει την Άννα στο θάνατο—και τώρα έδενε την ίδια την Ελένη στην αλήθεια.

Και η αλήθεια, στο Καστράκι, δεν “αποκαλύπτεται”.

Ζητάει αντάλλαγμα.


Ανάκριση προέδρου & εφόρου — “σπάσιμο” άλλοθι (με ρωγμή στα κλειδιά)

(Αίθουσα Κοινοτικού Γραφείου. Μυρίζει υγρασία, σόμπα και χαρτί που έχει “δει” πολλά. Ο πρόεδρος Μηνάς Σταθάτος κάθεται στην κεφαλή. Δίπλα του, ο έφορος Βερδής με τον χαρτοφύλακα-ασπίδα. Ο εισαγγελέας Λυμπέρης απέναντι. Η Ελένη λίγο πιο πίσω, σαν σκιά που κρατά σημειώσεις.)

Ο Λυμπέρης άνοιξε ένα λεπτό φάκελο χωρίς βιασύνη. Δεν τον άνοιγε “για να διαβάσει”. Τον άνοιγε για να θυμίσει ότι η πραγματικότητα δεν διαπραγματεύεται.

«Κύριε πρόεδρε», είπε, «θα πάμε με ώρες. Η ώρα δεν έχει συναισθήματα.»

Ο Μηνάς χαμογέλασε αυτό το υπηρεσιακό χαμόγελο—το “δεν ξέρω, άρα δεν φταίω”.

«Φυσικά. Ό,τι χρειαστείτε.»

Ο εισαγγελέας γύρισε στον έφορο.

«Κύριε Βερδή. Είπατε—σε προηγούμενη κουβέντα—ότι “επίσημα” υπάρχουν δύο κλειδιά και ένα “σφραγισμένο” στο δημαρχείο.»

Ο Βερδής έγνεψε. Το πηγούνι του έτρεμε ανεπαίσθητα.

«Ναι. Ένα εγώ, ένα η βιβλιοθηκονόμος… και το παλιό. Το… σφραγισμένο.»

Η Ελένη ένιωσε να τη διαπερνά η φράση “το παλιό” σαν να είχε ηλικία, σαν να είχε μνήμη. Το “σφραγισμένο” ήταν πάντα ο τρόπος του χωριού να λέει: μην κοιτάς.

Ο εισαγγελέας έσκυψε λίγο.

«Ποιος έχει πρόσβαση σε αυτό;»

Ο πρόεδρος απάντησε πριν προλάβει ο Βερδής, με υπερβολική αυτοπεποίθηση—και ακριβώς γι’ αυτό πρόδωσε κάτι.

«Μόνο εγώ. Το κρατάω στο χρηματοκιβώτιο. Και… υπάρχει διαδικασία. Δεν ανοίγει έτσι.»

Η Ελένη έκανε ένα μικρό σημείωμα: “μόνο εγώ” = ποτέ μόνο αυτός.

Ο Λυμπέρης έγειρε πίσω.

«Ωραία. Τώρα οι ώρες. Τη νύχτα του φόνου, πού ήσασταν;»

Ο πρόεδρος έφτιαξε τον γιακά.

«Στο σπίτι μου. Με τη γυναίκα μου. Έβλεπα ειδήσεις. Έπεσε το ρεύμα για λίγο, αλλά…»

«Τι ώρα;» τον έκοψε ο εισαγγελέας.

«Ε… γύρω στις έντεκα.»

Ο Λυμπέρης δεν έγραψε. Σήκωσε μόνο το βλέμμα του—και αυτό αρκούσε για να κάνει την ώρα “έντεκα” να φαίνεται ξαφνικά πολύ βολική.

«Και εσείς, κύριε Βερδή;»

Ο έφορος έγλειψε τα χείλη του.

«Ήμουν στο καφενείο ως τις δέκα και κάτι. Μετά πήγα σπίτι. Μόνος μου.»

Ο πρόεδρος πετάχτηκε:

«Τον είδαν όλοι. Δεν χρειάζεται—»

«Χρειάζεται», είπε ήρεμα ο εισαγγελέας. «Γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι τι πιστεύει το χωριό. Είναι τι αντέχει να ειπωθεί στο δικαστήριο.»

Η λέξη δικαστήριο έπεσε βαριά. Ακόμα και η σόμπα έμοιαζε να σβήνει.

Ο Λυμπέρης άνοιξε δεύτερο χαρτί: φωτοτυπία από αναφορά/σημείωση του υπαστυνόμου. Μερικές γραμμές μόνο, αλλά ήταν αρκετές.

«Έχουμε κατάθεση ότι η πόρτα “έκανε ένα κλικ, όχι δύο”.»

Ο πρόεδρος κούνησε χέρι σαν να έδιωχνε μύγα.

«Φήμες…»

Ο εισαγγελέας δεν κοίταξε τον πρόεδρο. Κοίταξε τον έφορο.

«Κύριε Βερδή… πόσα κλειδιά υπάρχουν; Μην μου απαντήσετε “επίσημα”. Μου απαντάτε πρακτικά.»

Ο Βερδής κατάπιε.

«Δύο… και… το παλιό…»

Η Ελένη έκανε μισό βήμα μπροστά, χωρίς να ζητήσει άδεια.

«Και το τρίτο», είπε. «Το πραγματικό. Για την καταπακτή.»

Ο πρόεδρος γύρισε απότομα:

«Τι καταπακτή;»

Αυτό ήταν το πρώτο σπάσιμο. Η λέξη βγήκε σαν αντανακλαστικό, όχι σαν υποκριτική άγνοια.

Ο εισαγγελέας τον κάρφωσε.

«Δεν ξέρατε;»

Ο πρόεδρος προσπάθησε να μαζευτεί.

«Δεν… υπάρχουν καταπακτές. Μην πιστεύετε…»

Η Ελένη άνοιξε τη τσάντα της και έβγαλε—με γάντια—μια φωτογραφία/σημείωση: η σιδερένια καταπακτή κάτω από το χαλί στο πίσω δωμάτιο. Κλειδωμένη. Και κανένα από τα δύο κλειδιά δεν μπαίνει.

Ο Βερδής χλόμιασε.

Ο πρόεδρος κοίταξε την φωτογραφία σαν να έβλεπε ατύχημα που τον αφορά.

Ο εισαγγελέας μίλησε αργά.

«Άρα υπάρχει κλειδί που δεν έχετε δηλώσει. Και κάποιος που το έχει… μπήκε κάτω από το κτίριο. Ή προσπάθησε. Αυτό δεν είναι “φήμη”. Είναι μηχανική πραγματικότητα.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πυκνή. Και μέσα της, ο Βερδής έκανε το δεύτερο λάθος.

«Το… κλειδί της καταπακτής… δεν το έχει κανείς πια», είπε.

Ο Λυμπέρης δεν σήκωσε φρύδι. Δεν χρειαζόταν.

«Πώς το ξέρετε ότι είναι “της καταπακτής”; Εγώ δεν είπα “καταπακτή”. Είπα “κάτω από το κτίριο”.»

Ο έφορος άνοιξε το στόμα—και το έκλεισε ξανά. Σαν να κατάλαβε ότι μόλις υπέγραψε μόνος του.

Ο πρόεδρος πετάχτηκε, με θυμό τώρα:

«Φτάνει. Μη στήνετε παγίδες σε ανθρώπους του χωριού!»

Ο εισαγγελέας χαμογέλασε ψυχρά.

«Δεν στήνω παγίδες. Στήνω ερωτήσεις. Οι ενοχές είναι που πέφτουν μέσα τους.»

Η Ελένη ένιωσε, για πρώτη φορά, κάτι σαν μικρή συμμαχία. Όχι συμπάθεια. Συντονισμό.

Ο Λυμπέρης γύρισε στον πρόεδρο.

«Είπατε: “μόνο εγώ έχω πρόσβαση στο σφραγισμένο”. Σωστά;»

«Σωστά.»

«Τότε θα το ανοίξουμε τώρα.»

Ο πρόεδρος πήγε να αρνηθεί, αλλά δεν είχε πια χώρο. Η λέξη “τώρα” ήταν εντολή.

Ο Μηνάς σηκώθηκε, άνοιξε συρτάρι, έβγαλε κλειδί χρηματοκιβωτίου. Το χέρι του έτρεμε.

Και καθώς περπατούσε προς το γραφείο, η Ελένη είδε κάτι: στο μπρελόκ του κλειδιού, κρεμόταν ένα δεύτερο μεταλλικό κομμάτι—σαν κλειδί παλιό, πιο στενό.

Δεύτερο κλειδί στο ίδιο μπρελόκ.
Δύο κλειδιά. Δύο ζωές. Μία ιστορία.

Ο εισαγγελέας το είδε κι εκείνος.

«Ενδιαφέρον», είπε απλά. «Δεν μοιάζει με κλειδί χρηματοκιβωτίου αυτό.»

Ο πρόεδρος πάγωσε.

«Είναι… για αποθήκη.»

Η Ελένη ψιθύρισε—όχι στον εισαγγελέα. Στον εαυτό της:

«Ή για καταπακτή.»


Η αποκάλυψη του “σφραγισμένου” — ο φάκελος που συνδέει Τρίπολη–Καστράκι

(Ο πρόεδρος ανοίγει το χρηματοκιβώτιο. Μέσα, ένας φάκελος με κόκκινη σφραγίδα. Ο έφορος κρατά ανάσα. Η Ελένη νιώθει το χιόνι έξω να βαραίνει σαν να είναι μέσα.)

Ο Μηνάς έβαλε τα δάχτυλα στη σφραγίδα, διστακτικά, σαν να φοβόταν ότι θα κοπεί. Ο εισαγγελέας του έκανε νόημα να σταματήσει.

«Θα το ανοίξω εγώ. Για να μην έχουμε “λάθη”.»

Έσκισε τη σφραγίδα προσεκτικά. Άνοιξε.

Μέσα δεν υπήρχαν μόνο έγγραφα. Υπήρχε ζωή σε χαρτί: κιτρινισμένα πρακτικά, φωτογραφίες, και ένα μικρό μπλε τετράδιο σαν σχολικό—ίδιος “τύπος” με το μπλε της Άννας που είχε αναφέρει η Ελένη στις σημειώσεις της.

Ο Λυμπέρης έβγαλε πρώτα ένα εξώφυλλο φακέλου με τίτλο:

ΥΠΟΘΕΣΗ: ΑΝΔΡΕΑΣ (ΚΩΔ. 1986)

Ο Βερδής έβγαλε έναν πνιχτό ήχο.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να “χτυπά” εκείνο το δικό της χτύπημα—όχι αίμα, αλλά προαίσθηση.

Ο εισαγγελέας διάβασε:

·         Αναφορά κοινωνικής υπηρεσίας (1986): «ανήλικος άνδρας, αγνώστου πατρός, μητέρα άφαντη/“έφυγε”, τοποθέτηση προσωρινή.»

·         Πρακτικό κοινοτικού συμβουλίου: «λόγοι “ηθικής τάξης” – να μη μαθευτεί. Να “διευθετηθεί”.»

·         Επιστολή προς υπηρεσία Τρίπολης: «παραλαβή φακέλου. Μη κοινοποιηθεί.»

·         Και μια φωτογραφία: παιδί/έφηβος μπροστά στη βιβλιοθήκη. Πίσω: Ανδρέας Κ. (το επίθετο κομμένο).

Η Ελένη ένιωσε σαν να έβλεπε τον ύπνο της τυπωμένο.

Ο Λυμπέρης άφησε κάτω τη φωτογραφία και έβγαλε ένα δεύτερο ντοκουμέντο: μια λίστα δωρεών βιβλιοθήκης από εκείνη την εποχή—“τοπικές καταγραφές”—και μια σημείωση στο περιθώριο:

«Το υλικό (κιβώτιο) να κρυφτεί στο κάτω μέρος. ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΙ.»

Η Ελένη θυμήθηκε την καταπακτή, το χαλί, το τρίτο κλειδί—και ένιωσε ότι η βιβλιοθήκη δεν ήταν ποτέ μόνο βιβλιοθήκη. Ήταν θησαυροφυλάκιο μιας ντροπής.

Ο εισαγγελέας γύρισε στον πρόεδρο.

«Μηνά Σταθάτο… αυτό το “διευθετηθεί” τι σημαίνει; Υιοθεσία; Μεταφορά; Απόκρυψη;»

Ο πρόεδρος δεν απάντησε. Κοίταξε το πάτωμα.

Ο έφορος ψέλλισε:

«Ήταν παλιά. Άλλοι… τότε…»

Η Ελένη τον διέκοψε κοφτά.

«Η Άννα δεν πέθανε για “παλιά”. Πέθανε γιατί αυτά τα παλιά δεν πέθαναν ποτέ.»

Και τότε—σαν να μην έφτανε—ο Λυμπέρης τράβηξε μια ακόμα σελίδα: εκτύπωση email/επιστολής από Τρίπολη για την Άννα Μπαλή. Σχεδόν ίδια με εκείνη που είχε βρει η Ελένη στον φάκελο “Μετάθεση”: επιμονή της Άννας να ελέγξει παλαιά αρχεία δωρεών/καταλόγων, “να διευθετηθεί διακριτικά”.

Ο εισαγγελέας σταμάτησε.

Το κοίταξε ξανά.

Και είπε κάτι που δεν ήταν ερώτηση πια. Ήταν συμπέρασμα:

«Η Άννα μετατέθηκε εδώ για να την τακτοποιήσουν. Όχι για να εργαστεί.»

Η Ελένη ένιωσε το αίμα της να ανεβαίνει.

«Κι εκείνη», είπε, «έκανε το λάθος που κάνουν οι έντιμοι: άνοιξε φακέλους που δεν της ανήκαν.»

Ο πρόεδρος ψιθύρισε, σχεδόν άθελά του:

«Αν άνοιγε… θα γινόταν χαμός…»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το κεφάλι.

«Χάος; Ή αποκάλυψη;»

Ο πρόεδρος δεν απάντησε. Αλλά τα μάτια του είπαν ναι.

Και τότε η Ελένη κατάλαβε:
το “σφραγισμένο” δεν έκρυβε μόνο ένα παιδί από το 1986.
Έκρυβε μια αλυσίδα ανθρώπων που “διευθετήθηκαν”: με μεταθέσεις, με σιωπές, με απειλές.

Η Άννα ήταν ο τελευταίος κρίκος—και την έσπασαν.


Η σκηνή όπου ο εισαγγελέας καταλαβαίνει: “Ανδρέας” δεν είναι όνομα — είναι κωδικός

(Βράδυ. Το κοινοτικό γραφείο έχει αδειάσει. Ο Λυμπέρης μένει μόνος με τον φάκελο. Η σόμπα τρίζει. Έξω το χιόνι σβήνει ήχους. Ο εισαγγελέας δεν είναι άνθρωπος των μεταφυσικών, αλλά είναι άνθρωπος της επανάληψης: όταν κάτι επαναλαμβάνεται, είναι μοτίβο.)

Ο Λυμπέρης άπλωσε τα έγγραφα στο τραπέζι σε σειρά:
1986 – “Ανδρέας (κωδ.)” – “μην ανοίξει” – κιβώτιο κάτω από τη βιβλιοθήκη.
2026 – Άννα Μπαλή – επιμονή σε παλαιά αρχεία – “να διευθετηθεί διακριτικά”.

Και στη μέση: το “Ανδρέας”.

Ο εισαγγελέας είχε δει πολλά ψέματα. Τα ψέματα, σχεδόν πάντα, έχουν υπερβολή.
Αυτό εδώ είχε οικονομία. Σαν υπηρεσιακή γλώσσα. Σαν κώδικας.

Ξανακοίταξε τον τίτλο:

ΥΠΟΘΕΣΗ: ΑΝΔΡΕΑΣ (ΚΩΔ. 1986)

Σημείωσε στο χαρτί του:

·         Ανδρέας = όνομα

·         Ανδρέας = πρόσωπο

·         Ανδρέας = κάλυμμα

Και τότε θυμήθηκε κάτι που του είχε πει η Ελένη Κομνηνού—ότι στο χωριό όταν ρωτάς “Ανδρέας;” οι απαντήσεις έρχονται με περίεργη βεβαιότητα: «Δεν έχουμε Ανδρέα εδώ. Ποτέ δεν είχαμε.»

“Ποτέ δεν είχαμε.”
Αυτό δεν το λέει κανείς για άνθρωπο.
Το λέει για κάτι που έχει συμφωνηθεί να μην υπάρχει.

Ο Λυμπέρης έβγαλε το κινητό του, άνοιξε σημειώσεις. Έγραψε:

ΑΝΔΡΕΑΣ = Α.Ν.ΔΡ.Ε.Α.Σ.;

Χαμογέλασε με την ίδια δυσπιστία που έχει ένας δικαστικός όταν πιάνει τον εαυτό του να σκέφτεται σαν κρυπτογράφος.

Και όμως… η υπόθεση είχε ήδη κλειδιά, “σφραγισμένα”, καταπακτές, τρίτα κλειδιά.
Οι άνθρωποι που κρύβουν πράγματα αγαπούν τους μηχανισμούς. Ο κώδικας είναι ο πιο καθαρός μηχανισμός.

Πήρε ένα χαρτί του 1986 και διάβασε την υπογραφή: “Α. Κ.” (κομμένη, μισή). Θυμήθηκε το σταυρουδάκι που είχε περιγράψει η Ελένη (με χαραγμένο Α.Κ.). Δεν ήξερε αν ήταν “όνειρο” ή στοιχείο, αλλά στο μυαλό του όλα γίνονταν πλέον ίδια υφή: υλικό που πρέπει να επαληθευτεί.

Έσκυψε πιο κοντά σε μια υπηρεσιακή σφραγίδα. Η σφραγίδα έγραφε:

ΑΡΧΕΙΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ – ΔΡ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ – ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ

Ο Λυμπέρης πάγωσε.

Σήκωσε τα γράμματα ένα-ένα:

Α (Αρχείο)
Ν (Νομαρχίας)
ΔΡ (Δρ. Εποπτεία)
Α (Απόρρητο)
Σ (Συμβάντων)

Κοίταξε ξανά.

Και ξανά.

Ήταν άκομψο, τυχαίο, αλλά ακριβώς αυτό που θα σκαρφιζόταν μια υπηρεσία που θέλει να κρύψει κάτι “καθαρά” μέσα στο χαρτί.

ΑΝΔΡΑΣ.

Η λέξη έλειπε ένα Ε για να γίνει “Ανδρέας”. Το Ε… υπήρχε αλλού: σε μια δεύτερη γραμμή της ίδιας σφραγίδας:

Ειδικός Έλεγχος

Ο εισαγγελέας ένιωσε για πρώτη φορά εκείνο το αίσθημα που μισεί: το αίσθημα ότι κάποιος άλλος έχει γράψει το σενάριο πριν από αυτόν.

Έγραψε στο χαρτί του, με έντονα γράμματα:

ΑΝΔΡΕΑΣ = Αρχείο Νομαρχίας / Δρ. Εποπτεία / Απόρρητο / Συμβάντων + Ειδικός Έλεγχος

Δεν είναι άνθρωπος.
Είναι φάκελος-κατηγορία.
Και μέσα σε αυτόν τον φάκελο έχουν χωρέσει άνθρωποι.

Σηκώθηκε απότομα. Πήγε στο παράθυρο. Έξω, χιόνι.

Και τότε κατάλαβε το πιο άσχημο:

Η Ελένη έλεγε “ο Ανδρέας μού μιλάει στην καρδιά”.
Αν ο Ανδρέας είναι κωδικός, τότε αυτό που “της μιλάει” δεν είναι φάντασμα.
Είναι η ίδια η υπόθεση—η πίεση του κρυμμένου—που βρίσκει δίαυλο μέσα της.

Ο Λυμπέρης γύρισε στο τραπέζι, μάζεψε τα χαρτιά. Στο τελευταίο έγγραφο υπήρχε φράση (στεγνή, υπηρεσιακή):

«Το υλικό παραμένει στο κάτω μέρος. Να μην ανοιχθεί χωρίς εντολή.»

Και δίπλα, χειρόγραφη προσθήκη:

«Αν ανοιχτεί, θα χρειαστεί “διευθέτηση”.»

Ο εισαγγελέας ψιθύρισε:

«Άρα η Άννα… άνοιξε. Και τη διευθέτησαν.»

Πήρε το παλτό του. Βγήκε.

Στο διάδρομο, συνάντησε την Ελένη που περίμενε σαν να τον ήξερε ήδη.

«Το κατάλαβες;» τον ρώτησε χωρίς πρόλογο.

Ο Λυμπέρης δεν τη ρώτησε “πώς ξέρεις ότι το κατάλαβα”. Δεν είχε σημασία. Σ’ αυτό το χωριό, οι πληροφορίες κυκλοφορούσαν σαν καπνός.

«Ναι», είπε. «Ο Ανδρέας δεν είναι όνομα. Είναι ετικέτα. Είναι κωδικός για να θάβουν ιστορίες χωρίς να γράφουν ονόματα.»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

«Και τώρα;»

Ο εισαγγελέας κοίταξε προς τη βιβλιοθήκη, εκεί που κάτω από χαλί υπήρχε καταπακτή κλειδωμένη και ένα τρίτο κλειδί που “δεν υπάρχει”.

«Τώρα», είπε, «θα ανοίξουμε αυτό που δεν έπρεπε να ανοιχτεί. Αλλά όχι μόνοι. Γιατί όποιος άνοιξε πρώτος… πέθανε.»

Η Ελένη ένιωσε τον Ανδρέα μέσα της—όχι σαν φωνή, αλλά σαν βάρος.

Και σαν να απάντησε το χωριό, από μακριά, ακούστηκε το γνωστό:

κλικ.
Ένα. Όχι δύο.


«Το χιόνι δεν σβήνει τα ίχνη. Τα φωτίζει.»

Η νύχτα στο Καστράκι δεν είχε ουρανό.
Είχε σιωπή.

Το χιόνι έπεφτε χωρίς βιασύνη, σαν να ήξερε πως δεν υπάρχει κανείς να το σταματήσει. Κάλυπτε τις σκεπές, τα πεζούλια, τα ξεχασμένα μονοπάτια—μα δεν κατάφερνε να καλύψει εκείνη τη λεπτή αίσθηση πως κάτι κινείται μέσα στο χωριό όταν όλα δείχνουν ακίνητα.

Στο μικρό ξενοδοχείο, η Ελένη Κομνηνού στεκόταν πίσω από την κουρτίνα του δωματίου της και κοιτούσε τον δρόμο. Όχι γιατί περίμενε κάποιον.
Αλλά γιατί είχε αρχίσει να φοβάται το αντίθετο: πως κανείς δεν θα ερχόταν όταν θα έπρεπε.

Φορούσε ένα λεπτό πλεκτό, σκούρο, σχεδόν μαύρο, που έκανε το δέρμα της να φαίνεται πιο λευκό απ’ το χιόνι. Τα μαλλιά της, καστανά και βαριά, ήταν πιασμένα πρόχειρα πίσω, αλλά δύο τούφες έπεφταν στα ζυγωματικά της σαν να μην υπάκουαν ούτε στην ίδια. Το πρόσωπό της είχε εκείνη την ωριμότητα που δεν χαρίζεται από χρόνια—χαρίζεται από υποθέσεις. Από απώλειες. Από βλέμματα που έμειναν ανοιχτά όταν έπρεπε να κλείσουν.

Ήταν γύρω στα σαράντα, ίσως λίγο παραπάνω, αλλά το σώμα της—ψηλό, λεπτό, νευρικό—έμοιαζε να κινείται με μια ένταση που δεν είχε ηλικία. Σαν να είχε πάντα μέσα της ένα «πρέπει» που δεν τελείωνε.

Το δωμάτιο μύριζε καλοριφέρ και χαρτί. Στο κομοδίνο, δίπλα σε μια κούπα τσάι που είχε κρυώσει, υπήρχαν οι σημειώσεις της: ημερομηνίες, ονόματα, κλειδιά, κλικ. Και ανάμεσά τους, μια λέξη που δεν έφευγε ποτέ:

Ανδρέας.

Η Ελένη άγγιξε την άκρη του τετραδίου σαν να ακουμπούσε πληγή. Και τότε… το άκουσε.

Βήματα στον διάδρομο.

Όχι τα βιαστικά βήματα του ξενοδόχου.
Όχι τα ελαφριά βήματα μιας γυναίκας που πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο.

Ήταν βήματα άντρα. Σταθερά. Αργά. Με ένα βάρος που δεν ήταν μόνο σώμα—ήταν απόφαση.

Και ύστερα, ένα χτύπημα στην πόρτα.

Όχι δυνατό.
Όχι τυπικό.

Δύο χτυπήματα. Σαν να ρωτούσε: μπορώ;
Και ταυτόχρονα σαν να έλεγε: πρέπει.

Η Ελένη δεν μίλησε αμέσως. Πήγε προς την πόρτα και στάθηκε πίσω της. Ένιωσε κάτι στο στήθος—όχι φόβο. Όχι ακριβώς.

Κάτι σαν προαίσθηση ότι αυτή η στιγμή δεν ήταν απλώς μια επίσκεψη.

Άνοιξε.

Ο εισαγγελέας Λυμπέρης στεκόταν στο κατώφλι, και το χιόνι πίσω του έκανε το σκοτάδι να φαίνεται πιο βαθύ.

Ήταν ψηλός—πάνω από ένα και ογδόντα—με ώμους φαρδιούς, αλλά όχι “φουσκωμένους”. Σώμα άντρα που δεν γυμνάζεται για επίδειξη, αλλά επειδή κουβαλάει μέρες βαριές. Το παλτό του, σκούρο γκρι, είχε πάνω του μικρούς κρυστάλλους από χιόνι που έλιωναν αργά. Σαν να έφερνε μέσα στο δωμάτιο το ίδιο το χωριό.

Το πρόσωπό του… αυστηρό, με σαγόνι κοφτό και βλέμμα που συνήθως δεν άφηνε χώρο για συναισθήματα. Μα αυτή τη φορά—για πρώτη φορά—η αυστηρότητα έμοιαζε να έχει ρωγμή. Μια ρωγμή που δεν φαινόταν στους άλλους. Φαινόταν μόνο σ’ εκείνη.

Ήταν κάπου στα σαράντα πέντε. Τα μαλλιά του σκούρα, με λίγες ασημένιες γραμμές στους κροτάφους. Και τα μάτια του… μάτια ανθρώπου που έχει δει πολλές αλήθειες να “τακτοποιούνται”.

Η Ελένη τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

Ο Λυμπέρης, αντί να μπει αμέσως, έμεινε στο κατώφλι. Ένας άντρας που σέβεται τις πόρτες. Ή που φοβάται τι θα γίνει αν τις περάσει.

«Συγγνώμη για την ώρα», είπε χαμηλά.

Η φωνή του δεν ήταν η ίδια που είχε στο κοινοτικό γραφείο. Εκείνη η φωνή είχε “νόμο”. Αυτή είχε… άνθρωπο.

Η Ελένη έκανε στην άκρη.

«Περάστε.»

Και εκείνος πέρασε.

Όταν μπήκε, το δωμάτιο μίκρυνε. Όχι από χώρο—από ένταση. Σαν να γέμισε αέρας με κάτι που δεν είχε όνομα ακόμα.

Ο Λυμπέρης έβγαλε το παλτό του αργά. Το κρέμασε στην καρέκλα. Η κίνηση ήταν απλή, αλλά είχε κάτι που έμοιαζε… οικείο. Σαν να ανήκε ήδη εκεί. Σαν να είχε ξαναμπεί σε αυτό το δωμάτιο σε άλλη ζωή.

Η Ελένη στάθηκε απέναντί του. Και για πρώτη φορά, τον είδε όχι ως εισαγγελέα—αλλά ως άντρα.

Και ο Λυμπέρης… την είδε όχι ως εγκληματολόγο. Ούτε ως “συγγραφέα”.

Την είδε σαν γυναίκα που κουβαλάει κάτι αόρατο στους ώμους της.

«Δεν ήρθα για κατάθεση», είπε εκείνος.

Η Ελένη σήκωσε ελαφρά το φρύδι.

«Τότε;»

Ο Λυμπέρης άνοιξε το στόμα, μα δεν βγήκε λέξη αμέσως. Σαν να διάλεγε όχι την αλήθεια—την ασφαλή αλήθεια.

«Ήρθα… γιατί δεν μου άρεσε που σας άφησα να φύγετε μόνη σήμερα.»

Η Ελένη ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα. Σαν κάτι να την άγγιξε από μέσα. Δεν ήταν χαρά. Ήταν κάτι πιο επικίνδυνο: ανακούφιση.

«Με προστατεύετε, εισαγγελέα;» είπε, αλλά η φωνή της δεν ήταν ειρωνική. Ήταν δοκιμή.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Όχι πολύ. Αλλά αρκετό ώστε η ανάσα του να “φτάσει” την ατμόσφαιρα της.

«Όχι», είπε. «Προσπαθώ να προστατεύσω… την υπόθεση.»

Η Ελένη χαμογέλασε ελάχιστα.

«Ψέματα.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε. Και το βλέμμα του, αντί να την παγώσει, την ζέστανε. Γιατί είχε μέσα του κάτι που δεν είχε ποτέ ως τώρα: θαυμασμό.

«Εντάξει», παραδέχτηκε. «Ψέματα.»

Μια παύση.

Και μέσα στην παύση, το χιόνι έξω χτυπούσε το τζάμι σαν να ήθελε να μπει.

Η Ελένη πήγε προς το μικρό τραπέζι.

«Θα πιείτε κάτι;»

Ο Λυμπέρης την παρακολούθησε καθώς περπατούσε. Η κίνησή της ήταν ήρεμη, αλλά κάτω από αυτήν υπήρχε ένταση. Σαν να περπατούσε πάνω σε λεπτό πάγο.

«Όχι», είπε. «Αν πιω… θα χαλαρώσω. Και δεν πρέπει.»

Η Ελένη γύρισε προς το μέρος του.

«Και γιατί δεν πρέπει;»

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε αμέσως. Πλησίασε το παράθυρο. Κοίταξε το χιόνι.

«Γιατί όταν χαλαρώνω», είπε τελικά, «αρχίζω να θυμάμαι.»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Όχι για εκείνον. Για τον τρόπο που το είπε. Σαν να ήταν τιμωρία.

«Κι εγώ θυμάμαι όταν δεν πρέπει», είπε εκείνη. «Γι’ αυτό γράφω. Για να βάλω τη μνήμη σε σειρά. Να μην με σκοτώνει.»

Ο Λυμπέρης γύρισε αργά προς το μέρος της.

«Η Άννα…» είπε, και η φωνή του έπεσε. «Δεν πρόλαβε να βάλει τίποτα σε σειρά.»

Η Ελένη ένιωσε το δωμάτιο να σκοτεινιάζει. Σαν να μπήκε η Άννα ανάμεσά τους, αόρατη, και να τους χώρισε.

«Δεν την άφησαν», είπε η Ελένη. «Την “διευθέτησαν”.»

Ο Λυμπέρης έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Έπειτα τα άνοιξε, και τώρα φαινόταν πως κάτι μέσα του είχε ήδη σπάσει.

«Ξέρετε τι με πονάει περισσότερο;» είπε.

Η Ελένη δεν μίλησε. Περίμενε.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα. Μετά άλλο ένα. Και στάθηκε τόσο κοντά που αν άπλωνε το χέρι του, θα άγγιζε τα μαλλιά της.

Δεν το έκανε. Ακόμα.

«Με πονάει που την είδα στα χαρτιά… πριν τη δω νεκρή.»

Η Ελένη πάγωσε.

«Τι εννοείτε;»

Ο Λυμπέρης πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Στην Τρίπολη… πριν χρόνια… είχα μια υπόθεση. Μια κοπέλα που ζητούσε προστασία. Μια μετακίνηση. Ένα “να φύγει από εδώ”. Και τότε… οι υπηρεσίες είπαν πως “θα τακτοποιηθεί”.»

Η Ελένη ένιωσε τη λέξη να την χτυπάει στο πρόσωπο.

Τακτοποιηθεί.

Ήταν η ίδια λέξη. Η ίδια βρωμερή ευγένεια.

«Ήταν η Άννα;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης κούνησε το κεφάλι αργά.

«Όχι. Αλλά ήταν… το ίδιο μοτίβο.»

Η Ελένη έσφιξε τα χέρια της.

«Και δεν κάνατε τίποτα;»

Ο Λυμπέρης δεν θύμωσε. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό. Δεν θύμωσε, γιατί είχε ήδη κατηγορήσει τον εαυτό του.

«Έκανα ό,τι μου επέτρεπε η θέση μου. Ό,τι μου επέτρεπε το σύστημα. Και μετά… κοιμήθηκα. Και νόμιζα ότι το ξεπλήρωσα με δουλειά.»

Η Ελένη τον κοίταξε και κατάλαβε. Ο πόνος δεν ήταν “συμπάθεια”. Ήταν κοινός τόπος.

«Κι εγώ…» είπε σιγανά, «δεν κοιμάμαι. Γιατί όταν κοιμάμαι… έρχεται ο Ανδρέας.»

Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους σαν σπίθα.

Ο Λυμπέρης σήκωσε το βλέμμα αμέσως. Το βλέμμα του σκλήρυνε, αλλά όχι απέναντί της. Απέναντι στη λέξη.

«Ανδρέας», επανέλαβε.

Η Ελένη έγνεψε.

«Σαν να είναι μέσα μου. Σαν να ξέρει την καρδιά μου καλύτερα από μένα. Και… σαν να με οδηγεί.»

Ο Λυμπέρης πλησίασε κι άλλο. Τώρα ήταν τόσο κοντά που η Ελένη ένιωθε τη ζέστη του σώματός του μέσα στο κρύο του δωματίου.

«Δεν είναι όνομα», είπε εκείνος χαμηλά. «Είναι κωδικός.»

Η Ελένη χαμογέλασε πικρά.

«Το ξέρω. Αλλά… εγώ τον νιώθω σαν άνθρωπο.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε το χέρι του αργά. Δεν την άγγιξε αμέσως. Πρώτα σταμάτησε στον αέρα, σαν να ζητούσε άδεια από κάτι αόρατο.

Κι ύστερα… άγγιξε πολύ απαλά μια τούφα μαλλιών που είχε πέσει στο μάγουλό της. Την έσπρωξε πίσω από το αυτί της, με κίνηση σχεδόν ανεπαίσθητη.

Ήταν τόσο μικρό που θα μπορούσε να περάσει ως “τυχαίο”.

Αλλά δεν ήταν.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της. Όχι γιατί φοβήθηκε. Αλλά γιατί ένιωσε—για μια στιγμή—πως κάποιος την βλέπει χωρίς να την εξετάζει.

Ο Λυμπέρης κατέβασε το χέρι του αργά.

«Συγγνώμη», είπε.

Η Ελένη κούνησε το κεφάλι. Δεν είπε “μην το κάνετε”. Δεν είπε “κάντε το ξανά”.

Είπε μόνο:

«Μην ζητάτε συγγνώμη για πράγματα που σας κρατούν άνθρωπο.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε σαν να του έδωσε κάτι που δεν είχε πάρει ποτέ στη ζωή του: άδεια να νιώσει.

«Ξέρετε τι άλλο με τρομάζει;» είπε.

Η Ελένη ψιθύρισε:

«Τι;»

Ο Λυμπέρης έσκυψε λίγο πιο κοντά. Τώρα η φωνή του δεν ήταν για το δωμάτιο. Ήταν μόνο για εκείνη.

«Ότι σας βρίσκω… επικίνδυνα όμορφη.»

Η Ελένη δεν γέλασε. Δεν έκανε πίσω. Μόνο τα μάτια της σκοτείνιασαν—όχι από θυμό. Από κάτι που πάλευε να μη γεννηθεί.

«Είμαι επικίνδυνη γενικά», είπε.

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε αχνά. Το χαμόγελο δεν του πήγαινε—κι όμως, τον έκανε πιο αληθινό.

«Ναι», είπε. «Αλλά σήμερα… δεν είναι αυτό που με τραβάει.»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα. Και εκεί, στο βάθος της σκέψης της, πέρασε η Άννα. Σαν ψίθυρος: μην ξεχνάς γιατί είσαι εδώ.

Η θλίψη μπήκε ανάμεσά τους σαν τρίτος άνθρωπος.

«Πονάει αυτή η υπόθεση», είπε η Ελένη.

Ο Λυμπέρης έγνεψε.

«Γιατί…» άρχισε εκείνος, και σταμάτησε.

Η Ελένη συμπλήρωσε, σχεδόν χωρίς να το θέλει:

«Γιατί δεν είναι μόνο για την Άννα. Είναι για όλους όσους “διευθετήθηκαν”.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε. Τα μάτια του είχαν σκοτάδι, αλλά όχι κρύο. Είχαν εκείνο το σκοτάδι που έρχεται όταν ένας άνθρωπος παραδέχεται κάτι.

«Και για μένα», είπε. «Είναι και κάτι άλλο.»

Η Ελένη ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

«Τι;»

Ο Λυμπέρης έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του ένα μικρό χαρτί. Δίπλωμα παλιό. Φωτοτυπία. Μια υπογραφή. Και δυο γράμματα.

Α.Κ.

Το άφησε πάνω στο τραπέζι.

«Αυτό το “Α.Κ.”», είπε, «δεν το είδα πρώτη φορά εδώ.»

Η Ελένη πάγωσε.

«Πού;»

Ο Λυμπέρης ανέπνευσε βαθιά.

«Σε μια δικογραφία στην Τρίπολη. Πριν δεκαπέντε χρόνια. Ένας μάρτυρας που εξαφανίστηκε. Ένας φάκελος που “χάθηκε”. Και ένα όνομα που κανείς δεν έλεγε δυνατά. Όχι γιατί φοβόταν τον άνθρωπο… αλλά γιατί φοβόταν αυτό που σήμαινε.»

Η Ελένη ψιθύρισε:

«Ανδρέας…»

Ο Λυμπέρης έγνεψε.

«Τότε νόμιζα ότι ήταν απλώς ένας άνθρωπος που γλίστρησε. Τώρα καταλαβαίνω… ότι ήταν ο τρόπος τους να ονομάζουν κάτι χωρίς να το ονομάζουν.»

Η Ελένη ένιωσε ένα ρίγος.

«Και τι σχέση έχει αυτό με τη ζωή σας;» τον ρώτησε.

Ο Λυμπέρης χαμήλωσε το βλέμμα.

«Είχα αδελφή», είπε.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να σταματά για ένα κλάσμα.

«Τι;»

«Μικρότερη. Δεκαεννιά χρονών. Έξυπνη. Με βλέμμα σαν το δικό σας—όχι ίδιο, αλλά… ίδιο θάρρος. Μια μέρα ήρθε σπίτι και είπε: “Ξέρω κάτι που δεν πρέπει να ξέρω.”»

Η Ελένη δεν ανάσαινε πια.

«Και;»

Ο Λυμπέρης σήκωσε τα μάτια του. Ήταν υγρά. Αλλά δεν κύλησε δάκρυ. Δεν του επέτρεπε ο εαυτός του.

«Και μετά… εξαφανίστηκε.»

Η Ελένη ένιωσε το δωμάτιο να γέρνει.

«Και δεν την βρήκατε;»

Ο Λυμπέρης γέλασε χωρίς χαρά.

«Την έψαξα. Έγινα αυτό που είμαι για να την βρω. Και κάθε φορά που έφτανα κοντά… υπήρχε ένας τοίχος. Ένας κώδικας. Ένα “σφραγισμένο”. Ένα “διευθετήθηκε”.»

Η Ελένη ένιωσε τα μάτια της να καίνε.

«Γι’ αυτό είστε εδώ», είπε. «Όχι μόνο για την Άννα.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε σαν να τον ξεγύμνωσε.

«Ναι.»

Η Ελένη κατέβασε το βλέμμα. Τα δάχτυλά της άγγιξαν το τετράδιο. Την λέξη “Ανδρέας”. Σαν να ήταν πληγή κοινή.

«Κι εγώ», είπε σιγανά, «έχασα κάποιον. Όχι έτσι. Αλλά… χάθηκε μέσα μου.»

Ο Λυμπέρης πλησίασε πιο κοντά. Τώρα δεν υπήρχε πια “χώρος ασφαλείας”. Τώρα υπήρχε μόνο η απόσταση δύο ανθρώπων που καταλαβαίνουν.

«Ποιον;»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.

«Τον Ανδρέα», είπε. «Όχι τον κωδικό. Τον άνθρωπο. Ή… αυτό που νόμιζα ότι ήταν άνθρωπος. Πριν χρόνια. Σε μια υπόθεση. Πριν αρχίσω να γράφω για να αντέχω.»

Ο Λυμπέρης έμεινε ακίνητος. Σαν να τον χτύπησε κάτι στο κέντρο του στήθους.

«Τον γνώριζες;» ψιθύρισε.

Η Ελένη άνοιξε τα μάτια της.

«Δεν ξέρω πια τι γνώριζα. Ξέρω μόνο ότι όταν τον σκέφτομαι… η καρδιά μου κάνει το ίδιο πράγμα που κάνει η πόρτα της βιβλιοθήκης: ένα κλικ. Και μετά… τίποτα δεν είναι ασφαλές.»

Ο Λυμπέρης σήκωσε αργά το χέρι του. Αυτή τη φορά, δεν πήγε στα μαλλιά της.

Πήγε στο χέρι της.

Τα δάχτυλά του ακούμπησαν τα δικά της—ελαφρά, σαν να δοκίμαζε θερμοκρασία. Σαν να ρωτούσε: αν σε κρατήσω, θα σπάσεις;

Η Ελένη δεν τράβηξε το χέρι της. Μόνο ένιωσε τη ζεστασιά να ανεβαίνει από τα δάχτυλα προς το στήθος.

«Ελένη…» είπε ο Λυμπέρης, και το είπε όπως δεν το είχε πει ποτέ κανείς εκείνη τη βδομάδα: χωρίς επάγγελμα, χωρίς ρόλο. Μόνο όνομα.

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα της.

«Λυμπέρη…»

Κι εκεί, μέσα στη σιωπή, ο Λυμπέρης έκανε κάτι που δεν θα έκανε ποτέ σε αίθουσα ανάκρισης:
έσκυψε λίγο πιο κοντά.

Η ανάσα του άγγιξε το πρόσωπό της.

Η Ελένη ένιωσε την στιγμή να βαραίνει. Σαν να ερχόταν ένα φιλί όχι από επιθυμία μόνο—αλλά από ανάγκη. Από την ανάγκη δύο ανθρώπων να ξεχάσουν για ένα δευτερόλεπτο πως ο κόσμος σκοτώνει.

Τα χείλη του πλησίασαν.

Και τότε…

Ένα χτύπημα στην πόρτα.

Τρεις φορές. Απότομα. Επιτακτικά.

Η Ελένη τινάχτηκε σαν να την έπιασαν.

Ο Λυμπέρης γύρισε το κεφάλι αργά. Τα μάτια του σκοτείνιασαν.

Η Ελένη πήγε στην πόρτα. Δεν ρώτησε “ποιος”. Την άνοιξε.

Στο κατώφλι δεν ήταν άνθρωπος.

Ήταν ένα χαρτί, περασμένο κάτω από την πόρτα. Διπλωμένο.

Η Ελένη το πήρε. Το άνοιξε.

Μία μόνο φράση, γραμμένη με κεφαλαία:

«ΑΝ ΤΟΛΜΗΣΕΤΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΤΟ ΚΑΤΩ ΜΕΡΟΣ, ΘΑ ΣΑΣ ΚΛΕΙΔΩΣΟΥΜΕ ΜΕΣΑ.»

Ο Λυμπέρης πήρε το χαρτί από τα χέρια της. Το διάβασε. Και το κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν—σαν να ήθελε να το τσακίσει, αλλά συγκρατήθηκε.

Η Ελένη ψιθύρισε:

«Μας παρακολουθούν.»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

«Μας γράφουν», είπε. «Όπως έγραψαν την Άννα.»

Η Ελένη ένιωσε την θλίψη να επιστρέφει σαν κύμα. Αλλά μαζί της, κάτι άλλο: πείσμα.

«Δεν θα τους αφήσω», είπε.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Και αυτή τη φορά, δεν ήταν διστακτικός. Έβαλε το χέρι του στο μάγουλό της, απαλά—όχι σαν κατάκτηση. Σαν υπόσχεση.

«Ούτε εγώ», είπε.

Η Ελένη ένιωσε το δέρμα της να ανατριχιάζει.

«Γιατί;» τον ρώτησε, σχεδόν άγρια. «Γιατί πονάει τόσο αυτή η υπόθεση και τους δυο μας;»

Ο Λυμπέρης κράτησε το βλέμμα της.

«Γιατί…» είπε αργά, «ό,τι κρύβεται στο σφραγισμένο… δεν σκότωσε μόνο την Άννα. Σκότωσε και κάτι μέσα μας πριν χρόνια. Και τώρα… επέστρεψε να τελειώσει τη δουλειά.»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.

«Και ο Ανδρέας;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης χαμήλωσε τη φωνή.

«Ο Ανδρέας είναι το κλειδί που ανοίγει όλα τα λάθος δωμάτια.»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια. Και μέσα στο σκοτάδι τους, άκουσε ξανά εκείνη τη φωνή—όχι από έξω. Από μέσα.

«Μην τον φιλήσεις ακόμη…»
«Θα τον χάσεις πριν τον βρεις.»

Άνοιξε τα μάτια της απότομα.

Ο Λυμπέρης την κοιτούσε. Σαν να κατάλαβε πως κάτι πέρασε από μέσα της.

«Τον άκουσες;» ρώτησε.

Η Ελένη έγνεψε.

«Ναι.»

Ο Λυμπέρης πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να αποφάσισε κάτι που δεν είχε αποφασίσει ποτέ στη ζωή του.

«Τότε δεν έχουμε χρόνο», είπε. «Αύριο ανοίγουμε την καταπακτή. Μαζί.»

Η Ελένη ένιωσε τη λέξη “μαζί” να την χτυπάει πιο δυνατά κι από την καταπακτή.

Κι εκείνος, πριν φύγει—ή ίσως πριν το μετανιώσει—έσκυψε ξανά.

Όχι για φιλί στα χείλη.

Αλλά για κάτι πιο επικίνδυνο:
ένα φιλί στον κρόταφο.
Μικρό. Σιωπηλό. Σαν σφραγίδα που δεν φαίνεται.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη.

Ο Λυμπέρης έκανε πίσω, σαν να φοβήθηκε τον εαυτό του. Πήρε το παλτό του.

Στάθηκε στην πόρτα.

Και πριν βγει, είπε:

«Αν πάθετε κάτι… δεν θα είμαι πια εισαγγελέας. Θα είμαι… κάτι άλλο.»

Η Ελένη δεν ρώτησε “τι”.

Το ήξερε.

Ο Λυμπέρης έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Και η Ελένη έμεινε μόνη.

Μόνο που αυτή τη φορά… δεν ήταν η ίδια μοναξιά.

Γιατί τώρα, η νύχτα είχε αφήσει μέσα στο δωμάτιο δύο πράγματα:

1.      έναν φόβο που είχε γίνει κοινός

2.      και έναν έρωτα που δεν είχε γεννηθεί ακόμη—αλλά είχε ήδη αρχίσει να αναπνέει.

Και έξω, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει, σαν να σκέπαζε τον κόσμο…

ενώ κάτω από τον κόσμο, κάτι περίμενε να ανοίξει.


«Η κάθοδος στην καταπακτή»

 

Το πρωί δεν ήρθε καθαρό. Ήρθε βαρύ.

Το χιόνι είχε σκληρύνει πάνω στα πεζούλια σαν άσπρη πέτσα. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι, μα η αίσθηση του βλέμματος υπήρχε παντού—όχι σαν άνθρωποι που κοιτούν, αλλά σαν σπίτια που θυμούνται.

 

Η Ελένη και ο Λυμπέρης έφτασαν στη βιβλιοθήκη πριν ανοίξει για το κοινό. Δεν μίλησαν πολύ στον δρόμο. Η σιωπή τους δεν ήταν άβολη· ήταν προετοιμασία. Και κάτι ανάμεσά τους—μια λεπτή, χθεσινή ζεστασιά—έμοιαζε να έχει ντυθεί τώρα με καθήκον.

Ο Λυμπέρης φορούσε σήμερα ένα πιο απλό παλτό, δίχως γραβάτα. Σαν να είχε αφήσει σκόπιμα την “ιδιότητα” στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Η Ελένη είχε τυλίξει τον λαιμό της με ένα κασκόλ σκούρο, και τα μαλλιά της ήταν πιασμένα αυστηρά, αλλά τα μάτια της—τα μάτια της δεν πιάνονταν πουθενά. Έμοιαζαν σαν να προχωρούν μισό βήμα μπροστά από το σώμα.

Στο κατώφλι της βιβλιοθήκης τούς περίμενε ο υπαστυνόμος με δύο άντρες. Κι από πιο πέρα, σχεδόν κρυμμένοι πίσω από το παράθυρο του καφενείου, άνθρωποι του χωριού που “δεν κοιτούν”, αλλά δεν χάνουν τίποτα.

Ο Λυμπέρης έγνεψε τυπικά στον υπαστυνόμο.

«Κανείς μέσα. Κανείς έξω. Αν ακουστεί τίποτα, μου το λέτε πριν αναπνεύσετε.»

Ο υπαστυνόμος ψέλλισε «μάλιστα» με μια υπακοή που έμοιαζε και φόβος.

Η Ελένη πέρασε πρώτη στη βιβλιοθήκη. Όχι από θράσος. Από ένστικτο. Σαν να την τραβούσε κάτι κάτω από τα ράφια.

Το πίσω δωμάτιο ήταν όπως το είχαν αφήσει: η κορδέλα κομμένη καθαρά, η μυρωδιά του κρύου μετάλλου και εκείνη η λεπτή υποψία πως κάποιος είχε σταθεί εδώ πρόσφατα, χωρίς να αφήσει βήματα.

Το χαλί ήταν στη θέση του. Φτηνό, παλιό, με ξεθωριασμένα γεωμετρικά σχέδια. Ένα χαλί που φώναζε: πάτα με, μη σκέφτεσαι.

Η Ελένη γονάτισε και σήκωσε μια γωνία. Η ανάσα της έγινε λευκή, ενώ μέσα ήταν ζεστά.

Κάτω, φάνηκε η σιδερένια καταπακτή.

Στο κέντρο της: μια κλειδαριά στενή, παράξενη, σαν να είχε φτιαχτεί για κλειδί που δεν κυκλοφορεί πια.

Ο Λυμπέρης στάθηκε δίπλα της και άφησε ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο στην παλάμη του—το κλειδί που είχε δει η Ελένη στο μπρελόκ του προέδρου. Ένα κλειδί που “ήταν για αποθήκη”.

Η Ελένη τον κοίταξε.

«Το πήρατε;»

 

«Το δανείστηκα», είπε ήρεμα. «Με τη σωστή διαδικασία: με το βλέμμα μου πάνω του όταν νόμιζε ότι δεν τον κοιτάζει κανείς.»

Η Ελένη χαμογέλασε άκρη-άκρη. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε να χρησιμοποιεί το ένστικτο, όχι μόνο τον νόμο.

Ο Λυμπέρης έσκυψε.

«Έτοιμη;»

Η Ελένη δεν απάντησε. Έβαλε γάντια. Πήρε βαθιά ανάσα. Και τότε—εντελώς ασυναίσθητα—κοίταξε το πάτωμα δίπλα στην κιμωλία του σώματος της Άννας.

Σαν να της έλεγε: έρχομαι.

Ο Λυμπέρης έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά.

Ένα κλικ.

Μόνο ένα.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να κάνει το ίδιο.

Ο Λυμπέρης γύρισε το κλειδί αργά. Ο μηχανισμός αντιστάθηκε, σαν να είχε χρόνια να υποκύψει. Και ύστερα… άνοιξε.

Η καταπακτή αναστέναξε.

Ήταν ήχος μετάλλου—αλλά ακουγόταν σαν ανθρώπινος.

Το πρώτο πράγμα που βγήκε από μέσα δεν ήταν αέρας.

Ήταν μυρωδιά.

Υγρασία παλιά, χώμα, σκουριά. Και κάτι άλλο—κάτι λεπτό σαν χαλασμένο σαπούνι, σαν αποστειρωμένο δωμάτιο που κάποτε προσπάθησε να είναι “καθαρό”.

Ο υπαστυνόμος έκανε ένα βήμα πίσω.

«Θεέ μου…»

Ο Λυμπέρης δεν κοίταξε πίσω. Μόνο έβγαλε έναν φακό από την τσέπη και φώτισε το άνοιγμα.

Μια στενή μεταλλική σκάλα κατέβαινε προς το σκοτάδι.

Η Ελένη ένιωσε για μια στιγμή εκείνη τη γνωστή πίεση στο στήθος.

 

Κι έπειτα, σαν ψίθυρος από μέσα της:

«Κάτω… είναι αυτό που φοβήθηκαν να πουν. Και αυτό που ήθελαν να ξεχάσουν.»

Δεν είπε τίποτα. Μόνο κοίταξε τον Λυμπέρη.

Εκείνος κατάλαβε.

«Μένουν οι άλλοι πάνω», είπε. «Εμείς κατεβαίνουμε.»

Ο υπαστυνόμος πήγε να μιλήσει, αλλά ο Λυμπέρης του έκοψε την ανάσα με ένα βλέμμα.

«Κανείς. Όσο λιγότεροι ξέρουν, τόσο λιγότεροι “διευθετούν”.»

Η Ελένη ακούμπησε το χείλος της καταπακτής. Το μέταλλο ήταν παγωμένο.

Κατέβηκε πρώτη.

Η σκάλα έτριξε κάτω από το βάρος της, σαν να διαμαρτυρόταν που ξυπνούσαν το κάτω μέρος.

Ο Λυμπέρης ακολούθησε, κρατώντας το φως χαμηλά.

Κάθε σκαλί ήταν σαν κατάβαση σε άλλη εποχή. Σαν να κατέβαιναν σε ημερομηνίες, όχι σε μέτρα.

Στο τέλος της σκάλας υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο—χαμηλοτάβανο, με τοίχους από πέτρα και τσιμέντο. Στο πάτωμα, νερό σε λεπτές λιμνούλες. Και στις γωνίες, παλιά κιβώτια, σακιά, σκουριασμένα ράφια.

Κι ένα πράγμα που δεν ταίριαζε με τίποτα:

Μια καρέκλα.

Όχι πλαστική. Όχι “αποθήκης”.

Μια καρέκλα ξύλινη, βαριά, σαν από γραφείο παλιό.

Και γύρω από το ένα μπράτσο της, δεμένο ένα κομμάτι σχοινί—ξεραμένο από χρόνια.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να κλείνει.

«Εδώ…» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης πλησίασε. Έσκυψε. Άγγιξε με γάντι το σχοινί.

 

«Δεν είναι απλώς αποθήκη», είπε.

Η φωνή του ήταν ξύλινη. Αλλά στα μάτια του φάνηκε κάτι σαν οργή που κρατιέται με δόντια.

Ο φακός έπεσε πάνω σε ένα κιβώτιο στο βάθος.

Ξύλινο. Με σκουριασμένα καρφιά. Και πάνω του, σβησμένη με τα χρόνια, μια σφραγίδα με κόκκινη μπογιά:

1986

Η Ελένη ένιωσε να της κόβονται τα γόνατα.

«Το κιβώτιο…»

Ο Λυμπέρης πλησίασε. Το φως έτρεμε λίγο στο χέρι του—όχι από φόβο. Από κάτι πιο βαθύ.

Το κιβώτιο ήταν δεμένο με σύρμα. Ο Λυμπέρης έβγαλε έναν μικρό κόφτη από την τσέπη του. Δεν ρώτησε πώς τον έχει. Οι άνθρωποι σαν κι αυτόν μαθαίνουν να έχουν “εργαλεία”.

Έκοψε το σύρμα.

Κλικ.

Η Ελένη έσφιξε τα δόντια. Όλα εδώ κάτω μιλούσαν με κλικ.

Σήκωσαν το καπάκι.

Η μυρωδιά ανέβηκε σαν ανάσα από τάφο.

Μέσα δεν υπήρχαν μόνο χαρτιά.

Υπήρχαν αντικείμενα—πράγματα που κρατούν άνθρωποι όταν δεν έχουν τίποτα άλλο:

Ένα μικρό παιδικό παπούτσι, ξεθωριασμένο.

Μια κορδέλα μαλλιών.

Ένα κομποσκοίνι σπασμένο.

Και ένα τετράδιο μπλε, σχολικό, με κιτρινισμένες σελίδες.

Ο Λυμπέρης άνοιξε το τετράδιο με προσοχή.

 

Στο πρώτο φύλλο, με παιδικά γράμματα, έγραφε:

«ΑΝΔΡΕΑΣ»

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά, σαν να προσπάθησε να ανέβει από το υπόγειο προς το φως.

Ο Λυμπέρης ξεφύλλισε.

Οι σελίδες είχαν γραμμές, ημερομηνίες, λίγες λέξεις.

Και μετά—μια φράση που έκοψε τον αέρα:

«Αν το διαβάζεις, σημαίνει ότι δεν με έσωσαν.»

Η Ελένη σήκωσε το χέρι στο στόμα.

Ο Λυμπέρης διάβαζε πιο κάτω:

«Με κλείνουν εδώ κάτω. Λένε ότι φταίω. Λένε ότι είμαι “λάθος”. Λένε ότι δεν πρέπει να υπάρχω. Μου είπαν ότι θα με πάνε στην Τρίπολη. Μου είπαν ότι θα γίνει “τακτοποίηση”.»

Η λέξη ξανά.

΄΄Τακτοποίηση΄΄.

Η Ελένη ένιωσε να την σφίγγει ο λαιμός.

Ο Λυμπέρης γύρισε άλλη σελίδα.

Και τότε είδαν κάτι που δεν θα έπρεπε να υπάρχει σε παιδικό τετράδιο:

Μια ζωγραφιά.

Ένα κλειδί.

Και δίπλα, ένα χιονισμένο σπίτι.

Κάτω από το κλειδί, με τρεμάμενη γραφή:

«ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ»

Η Ελένη ένιωσε να την διαπερνά παγωνιά.

Σαν να τους κορόιδευε το ίδιο το βιβλίο. Σαν να τους έλεγε: νόμιζες ότι το γράφεις εσύ;

Ο Λυμπέρης σταμάτησε. Κοίταξε την Ελένη.

«Αυτό…» ψιθύρισε. «Είναι τίτλος.»

Η Ελένη δεν απάντησε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει, αλλά δεν έπεφτε δάκρυ. Το κρατούσε. Όπως κρατούσε τα πάντα.

Ο Λυμπέρης συνέχισε το ξεφύλλισμα.

Στη μέση του τετραδίου υπήρχε μια σελίδα διπλωμένη, κρυμμένη. Σαν κάποιος να είχε φοβηθεί να την αφήσει ανοιχτή.

Την άνοιξε.

Και εκεί… υπήρχε γραμμένο ένα όνομα.

Όχι “Ανδρέας”.

Ένα άλλο.

Άννα.

Η Ελένη πάγωσε.

Ο Λυμπέρης διάβασε, σιγά, για να μην ξυπνήσει το υπόγειο:

«Η Άννα είναι καλή. Μου έφερε ψωμί. Μου είπε να μη μιλήσω σε κανέναν. Μου είπε ότι θα με βοηθήσει να φύγω. Μου είπε ότι στην Τρίπολη έχει ανθρώπους. Μου είπε να θυμάμαι το όνομά της.»

Η Ελένη ένιωσε κάτι να σπάει μέσα της.

«Δεν γίνεται…» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης συνέχισε:

«Η Άννα λέει ότι αν σωθώ, θα σωθεί κι εκείνη. Γιατί κι εκείνη είναι κλειδωμένη. Όχι εδώ κάτω. Αλλού.»

Η Ελένη έπιασε το μπράτσο του Λυμπέρη. Ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιξε έτσι—όχι ερωτικά, όχι τρυφερά.

Απελπισμένα.

«Η Άννα… τότε…» είπε, με φωνή που έτρεμε.

Ο Λυμπέρης έγνεψε, αργά.

«Ήταν εδώ. Πριν σαράντα χρόνια;» είπε, και μετά διόρθωσε τον εαυτό του: «Όχι… πριν τόσα. Αλλά… αρκετά παλιά ώστε να έχει περάσει από χέρια, να έχει αλλάξει πρόσωπα… και να επιστρέψει.»

 

Η Ελένη προσπάθησε να βάλει χρονολογία. Το μυαλό της έτρεχε σαν να έψαχνε να πιαστεί από αριθμούς.

«Αν η Άννα ήταν εδώ το ’86… τότε δεν είναι η ίδια Άννα—»

Ο Λυμπέρης την κοίταξε με μάτια σκληρά.

«Ή είναι.»

Η Ελένη ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται.

«Δεν…»

Ο Λυμπέρης έβγαλε από το κιβώτιο μια φωτογραφία—κιτρινισμένη. Στην άκρη, μια νεαρή γυναίκα, ίσως δεκαέξι, δεκαεπτά. Φορούσε μια ζακέτα. Τα μαλλιά της πιασμένα. Τα μάτια της μεγάλα. Φοβισμένα. Αλλά πεισματάρικα.

Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας, με μολύβι:

ΑΝΝΑ Μ. — ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ — ΚΑΣΤΡΑΚΙ

Η Ελένη κράτησε τη φωτογραφία σαν να ήταν θερμή, ενώ ήταν χαρτί παγωμένο.

«Η Άννα…» ψιθύρισε. «Η Άννα δεν ήταν απλώς υπάλληλος. Ήταν…»

«Μάρτυρας», είπε ο Λυμπέρης. «Ή θύμα που επέζησε. Και επέστρεψε.»

Η Ελένη ένιωσε το κεφάλι της να βουίζει.

«Και την σκότωσαν γιατί… θυμήθηκε;»

Ο Λυμπέρης κοίταξε γύρω—την καρέκλα με το σχοινί, το νερό, τα κιβώτια, το υπόγειο που ήταν καταφύγιο και φυλακή μαζί.

«Όχι μόνο γιατί θυμήθηκε», είπε. «Αλλά γιατί προσπάθησε να ανοίξει αυτό… ξανά. Να το φέρει στο φως. Και να σώσει κάποιον. Ίσως… να σώσει πάλι τον ίδιο άνθρωπο.»

Η Ελένη ένιωσε τη λέξη να ανεβαίνει μόνη της στα χείλη της:

«Ανδρέας.»

Και τότε—σαν να απάντησε το υπόγειο—ακούστηκε ένας μικρός ήχος.

Όχι από πάνω.

Από την γωνία.

 

Ένα στάξιμο νερού; Ή κάτι άλλο;

Ο Λυμπέρης σήκωσε τον φακό. Το φως έπεσε σε έναν τοίχο όπου υπήρχαν χαρακιές. Γραμμές. Σαν να τις είχε κάνει κάποιος με νύχι ή με κλειδί.

Πλησίασαν.

Οι χαρακιές σχημάτιζαν γράμματα.

Όχι όλα καθαρά. Αλλά αρκετά.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΕΙ

κι από κάτω, πιο αχνά:

ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΤΕ

Η Ελένη ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

Ο Λυμπέρης ψιθύρισε:

«Κάποιος ήταν εδώ… μετά.»

Η Ελένη κοίταξε το τετράδιο.

Στο τέλος, στις τελευταίες σελίδες, υπήρχε κάτι ακόμα. Ένα φύλλο κολλημένο. Πάνω του, αποτύπωμα από σφραγίδα υπηρεσίας—και δίπλα, δακτυλικό αποτύπωμα με μελάνι. Σαν να “έκλεισαν” την υπόθεση με τρόπο που να μοιάζει επίσημος.

Ο Λυμπέρης διάβασε τη σφραγίδα. Τα δόντια του σφίχτηκαν.

Και τότε είπε κάτι που έμοιαζε να βγαίνει από χρόνια μέσα του:

«Αυτό δεν είναι μόνο του χωριού. Αυτό είναι… δίκτυο.»

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα της.

«Και ο Ανδρέας;»

Ο Λυμπέρης κοίταξε τη λέξη στον τοίχο.

«Ο Ανδρέας δεν είναι μόνο κωδικός. Είναι άνθρωπος που κάποτε προσπάθησε να σωθεί. Και κάποιος… τον κράτησε κλειδωμένο για να σωθεί ο ίδιος.»

Η Ελένη ένιωσε τα μάτια της να καίνε.

 

Κι εκεί, κάτω από τη βιβλιοθήκη, κατάλαβε κάτι χειρότερο:

Η Άννα δεν πέθανε απλώς επειδή “έμαθε”.

Πέθανε γιατί προσπάθησε να επανορθώσει.

Για κάτι που είχε κάνει ή δεν είχε κάνει τότε.

Για κάτι που άφησε να συμβεί το ’86.

Και ο μόνος που συνέχιζε να έρχεται στα όνειρα της Ελένης… ήταν ο μόνος που δεν βρήκε ποτέ έξοδο.

Ο Λυμπέρης έκλεισε το τετράδιο αργά, σαν να έκλεινε στόμα.

Κοίταξε την Ελένη. Και για μια στιγμή, δεν ήταν εισαγγελέας. Ήταν άντρας που κρατάει στα χέρια του μια αλήθεια που πονάει.

«Ελένη…» είπε, «αν αυτό βγει προς τα έξω… θα μας κυνηγήσουν. Όχι για την Άννα. Για το ’86.»

Η Ελένη πήρε το τετράδιο από τα χέρια του.

Το κράτησε πάνω στο στήθος της.

Και τότε, μέσα της, ήρθε εκείνη η φωνή—όχι ψίθυρος πια. Σχεδόν προσταγή:

«Αν το κρατήσεις, θα καείς.»

«Αν το αφήσεις, θα πεθάνει ξανά.»

Η Ελένη ψιθύρισε, σαν να μιλούσε σε κάποιον που την ακούει από μέσα:

«Δεν θα σε αφήσω.»

Ο Λυμπέρης την άκουσε. Και κατάλαβε ότι δεν μιλούσε σε εκείνον.

Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, τόσο κοντά που η θέρμη του σώματός του έσπασε την παγωνιά του υπογείου.

«Θα βγούμε τώρα», είπε. «Και θα πάμε απευθείας σε ασφαλές μέρος. Αυτό το κιβώτιο—»

Η Ελένη τον διέκοψε.

«Όχι. Θα πάρουμε μόνο ό,τι χρειάζεται. Τα υπόλοιπα… θα καταλάβουν ότι τα είδαμε αν τα μετακινήσουμε.»

 

Ο Λυμπέρης την κοίταξε. Για πρώτη φορά, δεν είχε αντίρρηση.

«Σωστά», είπε.

Πήραν: το μπλε τετράδιο, τη φωτογραφία της “Άννας Μ.”, και ένα μικρό κλειδί που βρέθηκε στον πάτο του κιβωτίου—σκουριασμένο, αλλά με δόντια που έμοιαζαν ίδια με τα “σπασμένα” δόντια που είχαν βρει. Σαν να ήταν η μήτρα όλων των κλειδιών. Σαν πρωτότυπο.

Η Ελένη το κοίταξε.

«Αυτό είναι το πρώτο κλειδί», είπε. «Το κλειδί που γεννάει τα άλλα.»

Ο Λυμπέρης έγνεψε.

«Και το κλειδί… είναι πάντα πιο ένοχο από την πόρτα.»

Ξεκίνησαν να ανεβαίνουν.

Πριν κλείσουν την καταπακτή, η Ελένη κοίταξε για τελευταία φορά το υπόγειο. Την καρέκλα. Το σχοινί. Τις χαρακιές.

Και ψιθύρισε:

«Άννα… πόσες φορές προσπάθησες να σώσεις τον Ανδρέα;»

Η απάντηση δεν ήρθε από το υπόγειο.

Ήρθε από το πάνω μέρος—από το πάτωμα της βιβλιοθήκης.

Ένας ήχος από βήματα.

Πάνω από το κεφάλι τους.

Κάποιος είχε μπει.

Ο Λυμπέρης ανέβηκε ένα σκαλί πιο γρήγορα. Έσβησε τον φακό. Στάθηκε ακίνητος.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της.

Και τότε, μέσα από την σχισμή της καταπακτής, ακούστηκε καθαρά:

Ένα κλικ.

Ένα μόνο.

Και μια φωνή—αντρική—πολύ χαμηλή, σαν να μιλούσε στον ίδιο τον χώρο:

«Ανδρέα… είσαι ακόμα εδώ;»

Η Ελένη ένιωσε το αίμα της να γίνεται πάγος.

Ο Λυμπέρης γύρισε προς το μέρος της, με μάτια που έλεγαν: τώρα αρχίζει.

Και μέσα στην καρδιά της Ελένης, ο Ανδρέας “μίλησε” ξανά, πιο καθαρά από ποτέ:

«Δεν είμαι κάτω.»

«Είμαι έξω.»

Κι εκείνη κατάλαβε την πιο τρομακτική ανατροπή:

Ο Ανδρέας—ο άνθρωπος—ίσως είχε σωθεί.

Αλλά ο Ανδρέας—ο κωδικός—είχε μείνει.

Και τώρα, κάποιος τον χρησιμοποιούσε για να σκοτώνει όσους θυμούνται.

(Η καταπακτή έκλεισε αθόρυβα. Το υπόγειο κατάπιε την ανάσα τους. Και πάνω, η βιβλιοθήκη συνέχισε να μοιάζει αθώα—όπως πάντα.)


 

Το χωριό που θυμάται

Το καπάκι έκλεισε πίσω τους με έναν ήχο που δεν ήταν μεταλλικός. Ήταν οριστικός.

Ο Λυμπέρης στάθηκε πρώτος. Το φως του φακού του έτρεμε, όχι από το χέρι του, αλλά από κάτι βαθύτερο. Η Κομνηνού δεν μίλησε. Έσκυψε, μάζεψε μια χούφτα χώμα από την καταπακτή και το άφησε να πέσει αργά.

— «Δεν ήταν απλώς χώρος», είπε τελικά.
— «Ήταν μνήμη», απάντησε εκείνος.

Δεν χρειάστηκε να εξηγήσουν.

Το επόμενο πρωί, το χωριό ήξερε.

Όχι με λόγια. Με βλέμματα. Με πόρτες που έκλειναν λίγο νωρίτερα. Με τον καφετζή που ξέχασε –τυχαία– να τους φέρει δεύτερο ποτήρι νερό.

Στον πίνακα ανακοινώσεων, κάποιος είχε κολλήσει ένα χαρτί:

«Ο,ΤΙ ΘΑΜΜΕΝΟ, ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΘΑΜΜΕΝΟ»

Χωρίς υπογραφή.

Η Κομνηνού το ξεκόλλησε. Το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε στην τσάντα της.

— «Μας μιλάνε πια», είπε.
— «Μας προειδοποιούν», απάντησε ο Λυμπέρης.
— «Ή μας μετράνε».

Δεν ήταν ένας άνθρωπος. Ήταν ένας μηχανισμός από παλιούς κοινοτάρχες, οικογένειες που «δεν ξεχνούν», και έναν άγραφο όρκο: το χωριό πάνω απ’ όλα.

Η απειλή δεν ήρθε με όπλο. Ήρθε με ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα τους:

«ΔΕΝ ΣΑΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΔΩ.
ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΕΤΕ ΟΠΩΣ ΗΡΘΑΤΕ.»

Η Κομνηνού το διάβασε δύο φορές.

— «Ξέρουν ποιοι είμαστε».
— «Όχι», είπε ο Λυμπέρης. «Ξέρουν τι μπορούμε να γίνουμε γι’ αυτούς».

Το ίδιο βράδυ, στο δωμάτιο του ξενώνα, η ένταση έσπασε.

— «Γιατί δεν μου είπες ότι ήξερες για την καταπακτή;»
— «Γιατί ήλπιζα να μην τη βρούμε».

Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν πιο βαριά από κάθε φωνή.

— «Φοβάσαι», του είπε.
— «Όχι το χωριό», απάντησε. «Εμένα».

Η Κομνηνού πλησίασε. Όχι ερωτικά. Ανθρώπινα.

— «Δεν είσαι πια αυτός που ήσουν», του είπε.
— «Ούτε εσύ».

Τα χέρια τους άγγιξαν για μια στιγμή. Δεν φιλήθηκαν. Ήταν πιο επικίνδυνο απ’ αυτό.

 Η απειλή τούς έφερνε πιο κοντά, όχι επειδή ένιωθαν ασφαλείς, αλλά επειδή μόνο μαζί είχαν νόημα.

Το ίδιο βράδυ, η Ελένη Κομνηνού δεν κοιμήθηκε. Θυμήθηκε τον πατέρα της. Έναν φάκελο που δεν άνοιξε ποτέ. Ένα «μην ανακατεύεσαι» που της κόστισε μια ζωή.

Ο Λυμπέρης, μόνος στο μπάνιο, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη.

— «Πάλι αργά», ψιθύρισε.

Ήξερε τι σημαίνει να φτάνεις μετά το «γεγονός».

Για το χωριό, οι δυο τους δεν ήταν επισκέπτες. Δεν ήταν ερευνητές. Ήταν καθρέφτες.

Και τα χωριά δεν αντέχουν να κοιτάζονται σε τέτοιου είδους καθρέφτες!.

Όσο για το μοιραίο λάθος της βιβλιοθηκονόμου.. Δεν ήταν ότι είδε. Ήταν ότι κατάλαβε.

Είχε προσπαθήσει να ενώσει παλιά πρακτικά κοινοτικών συνελεύσεων, δωρεές γης που δεν καταγράφηκαν ποτέ, και ένα βιβλίο επιστροφών… με ονόματα που δεν έπρεπε να υπάρχουν. Δεν κράτησε το στόμα της κλειστό. Και το χειρότερο απ’ όλα, κράτησε αποδείξεις..

Δεν σκαλίζεις παλιές ιστορίες! Δεν δένεις ονόματα με τόπους! Δεν κρατάς αρχεία χωρίς άδεια! Και ποτέ, μα ποτέ, δεν θυμίζεις στο χωριό, ποιο ήταν!

Στο συρτάρι της βρέθηκε ένα χειρόγραφο:

«Η βιβλιοθήκη δεν είναι για να ξεχνάς.
Είναι για να θυμάσαι σωστά.»

Η γνώση, όμως, δεν συγχωρείται όταν δεν ελέγχεται. Και το χωριό δεν τιμώρησε την πράξη της. Τιμώρησε την ανυπακοή της.

 «Η τάξη διατηρείται μόνο όταν όλοι ξεχνούν το ίδιο πράγμα.»


Το χωριό δεν προειδοποιεί δύο φορές

Το χιόνι έπεφτε πάλι, όχι όπως πέφτει σε άλλους τόπους. Εδώ δεν ήταν καιρός· ήταν γλώσσα. Έλεγε πράγματα χωρίς να τα εξηγεί. Έκρυβε ίχνη, αλλά άφηνε άλλα, πιο βαθιά, μέσα στο μυαλό.

Η Κομνηνού περπατούσε στην πλατεία σαν να την έσερνε ένα αόρατο νήμα. Όχι προς το καφενείο, όχι προς τη βιβλιοθήκη. Προς το βλέμμα των άλλων.

Οι χωριανοί είχαν βγει — όχι όλοι, αλλά αρκετοί για να σχηματίσουν εκείνο το γνώριμο, αργό ημικύκλιο. Το ημικύκλιο που δεν είναι συγκέντρωση. Είναι κρίση.

Ο Λυμπέρης στάθηκε δίπλα της, λίγο πίσω. Σαν να της έδινε χώρο να αναπνεύσει, αλλά όχι αρκετό για να φύγει.

Κάποιος βήχας ακούστηκε από το καφενείο. Μετά σιωπή.
Έπειτα, ο παπάς πέρασε από το στενό, χωρίς να τους κοιτάξει, και σταυροκοπήθηκε όχι μπροστά στην εκκλησία, αλλά μπροστά στο καφενείο.

Η Κομνηνού κατάλαβε.

— «Τους έφτασε η μυρωδιά μας», ψιθύρισε.
— «Όχι», είπε ο Λυμπέρης. «Τους έφτασε η μνήμη μας».

Η Καλλιόπη, η γριά με το βλέμμα σαν ξερό χώμα, πλησίασε.
Δεν χαιρέτησε. Δεν ρώτησε.

Έβγαλε από την τσέπη της μια διπλωμένη σελίδα, σκισμένη από τετράδιο, και την άφησε να πέσει στο χιόνι ανάμεσά τους.

Η Κομνηνού έσκυψε. Την πήρε.

Ήταν χειρόγραφη.

Με μελάνι ξεθωριασμένο, σαν να είχε γραφτεί χρόνια πριν.


Απόσπασμα από “Πρακτικό Συμφωνίας” (χωρίς ημερομηνία)

«Συμφωνούμε άπαντες να μη γραφτεί.
Να μη ειπωθεί.
Να μη θυμηθεί.
Διότι όποιος θυμάται, δείχνει.
Κι όποιος δείχνει, καταδικάζει.»


Η Κομνηνού ένιωσε το χαρτί να την καίει.

— «Αυτό… είναι ο νόμος σας;» είπε, υψώνοντας τη φωνή της.
Κανείς δεν απάντησε.

Η Καλλιόπη έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά, τόσο μικρό που έμοιαζε με συγκατάβαση.

— «Όχι, κορίτσι μου», είπε. «Αυτό είναι η ανάγκη μας».

Ο Λυμπέρης σφίχτηκε.
Η Κομνηνού το κατάλαβε όχι από το πρόσωπό του, αλλά από τον τρόπο που τα δάχτυλά του έκλεισαν σε γροθιά και μετά άνοιξαν, σαν να έδιωχνε κάτι από μέσα του.

— «Ποιοι είστε εσείς για να αποφασίζετε τι θα θυμάται ένα χωριό;» είπε εκείνος.

Και τότε ακούστηκε η πρώτη φωνή από το πλήθος. Ένας άντρας με τραχύ πρόσωπο, μάτια που δεν είχαν ποτέ κοιτάξει μακριά από την πλατεία.

— «Εμείς είμαστε το χωριό!».

Κι αυτό δεν ήταν απάντηση. Ήταν απόφαση.

Η Κομνηνού ένιωσε μια παράξενη ψυχρότητα.

— «Η βιβλιοθηκονόμος…» είπε χαμηλά, «τι λάθος έκανε;»

Σιωπή.

Κάποιος έφτυσε στο χιόνι.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε — ένα χαμόγελο που δεν είχε δόντια, αλλά είχε ιστορία.

— «Έκανε το μοναδικό λάθος που δεν συγχωρείται εδώ».
— «Ποιο;»
— «Έγραψε σωστά».

Η Κομνηνού ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται.

— «Δηλαδή… δεν τη σκοτώσατε επειδή ήξερε».
— «Όχι», είπε η Καλλιόπη. «Τη σκοτώσαμε επειδή κατέγραψε».

Ο Λυμπέρης έκανε να μιλήσει, αλλά η Κομνηνού τον έκοψε με μια κίνηση.

— «Τι κατέγραψε;»

Η Καλλιόπη πλησίασε τόσο που η ανάσα της μύριζε καπνό και χώμα.

— «Τα ονόματα», είπε.

Και τότε η Κομνηνού κατάλαβε τη συμβολική φρίκη:

Μια νεκρή βιβλιοθηκονόμος σε δημοτική βιβλιοθήκη δεν είναι “φόνος”.
Είναι μήνυμα προς τη γνώση.
Είναι το χωριό που λέει: «η μνήμη ανήκει σε εμάς».

Ο Λυμπέρης έγειρε προς το αυτί της.

— «Φεύγουμε», ψιθύρισε.
— «Όχι ακόμα», είπε εκείνη. «Τώρα αρχίζει».

Το πλήθος άρχισε να διαλύεται σαν να μην είχε υπάρξει.
Αλλά πριν φύγει ο τελευταίος, ακούστηκε μια φωνή, γυναικεία αυτή τη φορά, κοφτή:

— «Αν συνεχίσετε… θα βρείτε κι άλλον νεκρό. Κι αυτή τη φορά δεν θα είναι βιβλιοθηκονόμος».

Η Κομνηνού δεν γύρισε να δει ποια το είπε.

Γιατί το ήξερε ήδη.

Δεν ήταν απειλή.

Ήταν προφητεία.


Μετά τα μεσάνυχτα, οι άνθρωποι λένε την αλήθεια

Το ξενοδοχείο είχε εκείνη την παλιά μυρωδιά των τόπων που φιλοξενούν ξένους μόνο όταν είναι αναγκαίο.
Σαπούνι, υγρασία, ξύλο. Και κάτι άλλο. Κάτι που έμοιαζε με… αναμονή.

Η Κομνηνού δεν έβγαλε καν το παλτό.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού με το σημείωμα στο χέρι.

«ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΕΤΕ ΟΠΩΣ ΗΡΘΑΤΕ.»

Το διάβασε ξανά και ξανά, μέχρι που οι λέξεις έχασαν το σχήμα τους και έγιναν μόνο βάρος.

Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.

Μια φορά.

Και δεύτερη.

Όχι επίμονο. Όχι δειλό.

Σαν άνθρωπος που δεν ζητάει άδεια. Ζητάει συγχώρεση.

Η Κομνηνού σηκώθηκε αργά. Άνοιξε.

Ο Λυμπέρης στεκόταν εκεί, χωρίς μπουφάν, σαν να είχε βγει από το δωμάτιό του βιαστικά. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα, τα μάτια του σκοτεινά. Όχι από κούραση. Από κάτι που τον είχε ξυπνήσει.

— «Δεν μπορούσα να μείνω μόνος», είπε.

Η Κομνηνού δεν του απάντησε αμέσως.

— «Σε απειλούν;» ρώτησε τελικά.
— «Μας απειλούν», είπε. «Αλλά… δεν είναι αυτό».

Έκανε ένα βήμα μέσα. Η πόρτα έκλεισε πίσω του μόνη της, σχεδόν ήσυχα.
Και ξαφνικά, ο χώρος έγινε μικρός. Πολύ μικρός για δύο ανθρώπους που κρατούσαν τόσα μέσα τους.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε όπως δεν την είχε κοιτάξει ποτέ.
Όχι σαν συνεργάτιδα.
Ούτε σαν γυναίκα.

Σαν μοναδική διέξοδο.

— «Θα σε χάσω», είπε χαμηλά.

Η Κομνηνού γέλασε πικρά.

— «Δεν είμαστε καν μαζί, Λυμπέρη».
— «Είμαστε», απάντησε. «Από τότε που κατεβήκαμε εκεί κάτω».

Η λέξη “κάτω” δεν σήμαινε την καταπακτή.
Σήμαινε τον βυθό τους.

Η Κομνηνού έκανε να μιλήσει, αλλά εκείνος την έκοψε με ένα βήμα πιο κοντά.
Η ανάσα του χτύπησε στο πρόσωπό της.

— «Μη μου πεις να φύγω», είπε.
— «Δεν θα σου το πω», ψιθύρισε εκείνη.
— «Μη μου πεις ότι δεν νιώθεις».
— «Νιώθω», είπε. Και η φωνή της έσπασε.

Και τότε δεν υπήρχε πια χώρος για λέξεις.

Την άγγιξε σαν να φοβόταν ότι αν το κάνει πιο δυνατά, θα σπάσει κάτι μέσα της.
Εκείνη όμως δεν έσπασε.
Άνοιξε.

Όχι με τρυφερότητα.
Με εκείνη την απελπισμένη παραδοχή του ανθρώπου που κουβαλάει χρόνια παγωμένο πόνο και ξαφνικά βρίσκει θερμότητα.

Ο Λυμπέρης την κράτησε σαν να την έσωζε από κάτι αόρατο.
Κι εκείνη τον κράτησε σαν να τον εμπόδιζε να φύγει από τη ζωή της πριν καν μπει.

Οι κινήσεις τους ήταν βιαστικές, σπασμένες, σχεδόν θυμωμένες — όχι μεταξύ τους, αλλά με το χρόνο, με το χωριό, με την αλήθεια που τους κυνηγούσε.

Και μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, αποκαλύφθηκαν.

Όχι με εξομολογήσεις.
Με σώματα που δεν μπορούσαν πια να προσποιηθούν.

Η Κομνηνού άφησε έναν ήχο που δεν είχε βγει ποτέ από το στόμα της.
Και αμέσως μετά, σαν να ντράπηκε, γύρισε το πρόσωπο.

Ο Λυμπέρης την σταμάτησε.

— «Μη κρύβεσαι», είπε.
— «Δεν ξέρω πώς να…»
— «Ξέρεις», είπε. «Απλώς δεν σε άφησαν ποτέ».

Η φράση την χτύπησε σαν χαστούκι.

Η Κομνηνού πάγωσε.

— «Ποιος;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε αμέσως.
Έκλεισε τα μάτια σαν άνθρωπος που βλέπει κάτι παλιό.

— «Ο πατέρας μου», είπε τελικά. «Μου έμαθε ότι η αγάπη είναι αδυναμία. Και η αδυναμία… τιμωρείται».

Η Κομνηνού έμεινε ακίνητη.

— «Κι εσύ;» ρώτησε εκείνος, σαν να την έγδυνε αυτή τη φορά με λόγια. «Τι σου έμαθαν;»

Η Κομνηνού κατάπιε.

— «Ότι αν δώσεις κάτι… θα στο πάρουν».
— «Ποιος;»
— «Όλοι», είπε. «Όλοι όσοι λένε πως σ’ αγαπάνε».

Ο Λυμπέρης την φίλησε στο μέτωπο.
Όχι σαν εραστής.
Σαν άνθρωπος που μόλις άκουσε την αλήθεια ενός άλλου ανθρώπου και δεν άντεξε να μην την τιμήσει.

— «Δεν θα σου το πάρω», είπε. «Θα το κρατήσω μαζί σου».

Και τότε η Κομνηνού λύγισε.

Όχι από ηδονή.
Από ανακούφιση.

Από εκείνο το σπάνιο πράγμα που δεν είχε ξαναζήσει: να μην χρειάζεται να είναι δυνατή.

Έμειναν έτσι για λίγο, ακίνητοι, με τις ανάσες τους να ησυχάζουν, σαν να είχαν γυρίσει από πόλεμο.

Και τότε ακούστηκε ο ήχος.

Από τον διάδρομο.

Ένα τρίξιμο.

Και μετά… ένα πολύ ελαφρύ σύρσιμο.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε αμέσως. Πήγε στην πόρτα.
Κοίταξε από το ματάκι.

— «Τι είναι;» ψιθύρισε η Κομνηνού.

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε αμέσως.

Μόνο όταν γύρισε, το πρόσωπό του ήταν άλλο.
Σκληρό. Επαγγελματικό. Σαν να ξαναφόρεσε την πανοπλία του μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.

— «Μας άκουγαν», είπε.

Η Κομνηνού ένιωσε το αίμα να παγώνει.

— «Ποιος;»
— «Δεν ξέρω. Αλλά ξέρω κάτι άλλο».

Πλησίασε. Έπιασε το χέρι της.

— «Τώρα δεν είσαι πια μόνο η Κομνηνού για αυτούς».
— «Τι είμαι;»
— «Είσαι ο λόγος που μπορώ να τα βάλω μαζί τους».

Η Κομνηνού έσφιξε τα δάχτυλά του.

— «Κι εσύ;» τον ρώτησε. «Τι είσαι εσύ πια για το χωριό;»

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε χωρίς χαρά.

— «Είμαι το λάθος τους».

Έξω, στον διάδρομο, κάτι απομακρύνθηκε.
Και μετά ακούστηκε ένα ψιθυριστό γέλιο.
Σαν παιδί.
Σαν γέρος.
Σαν μνήμη.

Η Κομνηνού ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα — όχι από φόβο.

Από τη βεβαιότητα πως αυτό που γεννήθηκε ανάμεσά τους, δεν θα τους σώσει.

Θα τους δέσει.

Και ό,τι δένει, πονάει όταν το τραβάνε.

Ο Λυμπέρης άγγιξε το μάγουλό της.

— «Θα φύγεις αν σου πω να φύγεις;»
— «Όχι», είπε.
— «Θα μείνεις αν σου πω να μείνεις;»
— «Ναι», είπε. «Αλλά όχι επειδή μου το λες».

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

— «Τότε γιατί;»

Η Κομνηνού πήρε ανάσα.

— «Γιατί… αν φύγω τώρα, θα τους αφήσω να πιστέψουν πως μπορούν να σκοτώνουν τη γνώση».
— «Και γιατί αλλιώς;»
— «Γιατί αν φύγω… θα σε αφήσω εδώ μόνο».

Ο Λυμπέρης έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

— «Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που μου είπες ποτέ», ψιθύρισε.

Και στο σκοτάδι του δωματίου, εκεί που το χωριό νόμιζε ότι τους παρακολουθεί…

εκείνοι, για πρώτη φορά, έγιναν αληθινοί..


Το βιβλίο που δεν έπρεπε να υπάρχει

Η βιβλιοθήκη τη νύχτα δεν είχε ήχους.
Είχε αναπνοές.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης μπήκαν από την πίσω πόρτα, εκείνη που δεν έτριζε τόσο — όχι γιατί ήταν πιο καινούργια, αλλά γιατί δεν τη χρησιμοποιούσαν ποτέ. Τα βήματά τους ήταν προσεκτικά, όχι από φόβο μήπως ακουστούν, αλλά από σεβασμό σε κάτι που έμοιαζε να τους παρακολουθεί.

Το φως του φακού έγλειφε τα ράφια.
Οι σκιές δεν κρύβονταν. Στέκονταν.

— «Μυρίζει αλλιώς», ψιθύρισε ο Λυμπέρης.
— «Μυρίζει… κλειδωμένο», απάντησε η Κομνηνού.

Στο γραφείο της νεκρής βιβλιοθηκονόμου, το ξύλο είχε ακόμα το σημάδι από ένα παλιό χτύπημα — σαν να είχε καρφωθεί πάνω του μια απόφαση. Η Κομνηνού άγγιξε την άκρη του συρταριού. Δεν άνοιγε.

— «Είναι κολλημένο», είπε.
Ο Λυμπέρης έσκυψε, κοίταξε από κάτω.

— «Όχι», απάντησε. «Είναι σφραγισμένο».

Με μια λεπτή λάμα, σχεδόν χειρουργική, ξεκόλλησε το κάτω μέρος του ξύλου. Κάτι έπεσε στο πάτωμα. Ένας μικρός φάκελος, χοντρός, κιτρινισμένος, δεμένος με σπάγκο.

Η Κομνηνού τον σήκωσε σαν να κρατούσε οστό.

Πάνω του υπήρχε σφραγίδα.

Όχι της βιβλιοθήκης.

Της κοινότητας.

Και από πάνω, μια λέξη γραμμένη με κεφαλαία:

ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΟ

Η Κομνηνού κατάπιε.

— «Αυτό… είναι απόφαση», ψιθύρισε.
— «Είναι καταδίκη», είπε ο Λυμπέρης.

Έλυσαν τον σπάγκο.

Μέσα υπήρχε ένα διπλωμένο χαρτί, με γραφή προσεκτική, καθαρή, σχεδόν ευλαβική. Η Κομνηνού διάβασε μεγαλόφωνα. Η φωνή της έτρεμε..

«Ονόματα που δεν πρέπει να ειπωθούν δημόσια.
Ονόματα που δεν πρέπει να καταγραφούν πουθενά.
Ονόματα που έχουν ήδη καταγραφεί.
Κι αυτό είναι το λάθος μου.»

1.      Μαυρογιάννης Παναγιώτης

2.      Μαυρογιάννη Ευγενία

3.      Μαυρογιάννης Στέφανος

4.      Παπαδάκης π. Ιωακείμ

5.      Γεροδήμος Αθανάσιος

6.      Σπύρου “ο Γιατρός”

7.      Κοντογιώργης Νικόλαος (πρώην πρόεδρος)

8.      Χήρα Μ. (το όνομα σβησμένο)

«Αν με βρουν, θα πουν πως ήταν ατύχημα.
Αν βρεθεί αυτό, θα πουν πως δεν υπήρξα ποτέ.»

Η Κομνηνού σήκωσε το βλέμμα της αργά.

— «Μαυρογιάννης…» είπε.
Ο Λυμπέρης έγνεψε.

— «Η οικογένεια-δυναστεία», είπε. «Οι “ιδιοκτήτες” του χωριού χωρίς να φαίνονται».

Η Κομνηνού έδειξε το άλλο όνομα.
Το τέταρτο.

— «Παπαδάκης π. Ιωακείμ», ψιθύρισε. «Ο παπάς».

Ο Λυμπέρης έσφιξε τα δόντια.

— «Κρατάει τα κλειδιά της σιωπής», είπε. «Κι εμείς μόλις τα κλέψαμε».

Η Κομνηνού κράτησε το χαρτί κοντά στο στήθος της.

— «Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος της», είπε.
— «Ναι», απάντησε ο Λυμπέρης. «Δεν έμαθε απλώς. Δεν υποψιάστηκε. Δεν ψιθύρισε. Έγραψε. Και σφράγισε.»

Και τότε ακούστηκε ο ήχος.

Από το βάθος της βιβλιοθήκης.

Όχι βήμα.

Όχι τρίξιμο.

Ένα ελαφρύ… χτύπημα βιβλίου πάνω σε ξύλο.
Σαν κάποιος να έκλεισε έναν τόμο με προσοχή.

Ο Λυμπέρης γύρισε αμέσως.

— «Δεν είμαστε μόνοι», είπε.

Και η Κομνηνού κατάλαβε ότι το ντοκουμέντο δεν ήταν μόνο αποκάλυψη.

Ήταν δόλωμα…


Η παγίδα που στήνεται με ψαλμούς

Την επόμενη μέρα, το χωριό φόρεσε το πιο αθώο του πρόσωπο.

Η πλατεία είχε παιδιά.
Το καφενείο είχε φωνές.
Ο φούρνος είχε μυρωδιά ζεστού ψωμιού.

Κι όμως, κάτι ήταν αλλιώς: οι άνθρωποι δεν τους κοιτούσαν πια με περιέργεια.

Τους κοιτούσαν με συμφωνία.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης περπατούσαν δίπλα δίπλα. Όχι αγκαλιασμένοι. Όχι τρυφερά. Αλλά με μια ενότητα που φώναζε πιο δυνατά από κάθε φιλί.

Ο Λυμπέρης έσκυψε προς το αυτί της.

— «Θα μας “κάψουν”», είπε.
— «Πώς;»
— «Με τον πιο παλιό τρόπο. Με ηθική. Με ψέμα. Με κοινό βλέμμα».

Η Κομνηνού δεν απάντησε.
Γιατί το είδε.

Στην είσοδο της εκκλησίας, μια ανακοίνωση:

ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Απόψε 23:30

Η Κομνηνού ένιωσε ένα ρίγος.

— «Καθαρμός…» είπε.
— «Εξαγνισμός», συμπλήρωσε ο Λυμπέρης. «Από ποιον; Από εμάς».

Το ίδιο βράδυ, όταν το ρολόι πλησίασε μεσάνυχτα, ο παπάς χτύπησε την καμπάνα. Όχι όπως τις Κυριακές. Όχι γιορτινά. Τρεις φορές, αργά.

Σαν κηδεία.

Η εκκλησία γέμισε.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης μπήκαν τελευταίοι. Όχι γιατί άργησαν. Αλλά γιατί ήθελαν να δουν ποιος θα γυρίσει να τους κοιτάξει.

Γύρισαν όλοι.

Η λειτουργία άρχισε. Οι ψαλμοί ήταν χαμηλοί, σχεδόν υπνωτικοί. Κι όμως, κάτω από κάθε “Κύριε ελέησον” υπήρχε ένα άλλο μήνυμα:

“Δείξτε τους.”
“Κάντε τους ξένους.”
“Κάντε τους βρώμικους.”

Η Κομνηνού ένιωσε την παγίδα να κλείνει, όταν ο παπάς Ιωακείμ ανέβηκε στον άμβωνα.

Δεν ήταν ψηλός.
Δεν ήταν επιβλητικός.
Ήταν κάτι χειρότερο: ήταν βέβαιος.

— «Αδελφοί μου…» είπε με ήρεμη φωνή.
«Ο Θεός αγαπά τη σιωπή. Η σιωπή είναι ταπεινότητα. Η σιωπή είναι σωτηρία».

Η Κομνηνού ένιωσε τον Λυμπέρη να σφίγγεται δίπλα της.

Ο παπάς συνέχισε:

— «Και ο διάβολος… αγαπά τις ερωτήσεις.
Αγαπά τα χαρτιά.
Αγαπά τα αρχεία.
Αγαπά εκείνους που πιστεύουν πως η αλήθεια είναι πάνω από την κοινότητα».

Κάποιος βήχας.
Κάποιο χαμηλό μουρμουρητό.

Και τότε, το τελειωτικό:

— «Κι ακόμα περισσότερο… αγαπά τη σάρκα που ξεχνά τον φόβο του Θεού».

Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω τους.
Όχι σαν άνθρωπος.
Σαν δικαστής.

Και εκείνη τη στιγμή, η Κομνηνού κατάλαβε το σχέδιο:

Δεν θα τους σκότωναν πρώτα.
Θα τους απομόνωναν.
Θα τους έκαναν “ανήθικους”.
Θα τους έκαναν “μιαρό ζευγάρι”.
Και μετά, ό,τι κι αν τους συνέβαινε, θα έμοιαζε… δίκαιο.

Ο Λυμπέρης έσκυψε.

— «Μας στήνουν κοινωνική εκτέλεση», είπε.
— «Και μετά πραγματική», απάντησε η Κομνηνού.

Τότε η πόρτα της εκκλησίας άνοιξε απότομα.

Ένα κορίτσι μπήκε μέσα τρέχοντας. Ήταν η μικρή από το μπακάλικο, δεν θα ‘ταν πάνω από δεκαεπτά.

— «Πατέρα Ιωακείμ!» φώναξε. «Στη βιβλιοθήκη… κάτι έγινε!»

Ο παπάς δεν ξαφνιάστηκε.
Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό.

Κατέβηκε αργά από τον άμβωνα, σαν να ήξερε ήδη.

Και το χωριό σηκώθηκε όρθιο μαζί του.

Σαν στρατός.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης αντάλλαξαν ένα βλέμμα.

— «Είναι παγίδα», είπε εκείνη.
— «Ναι», απάντησε εκείνος. «Και πάμε μέσα της»…


Ο άνθρωπος που κρατάει τα κλειδιά της σιωπής

Η βιβλιοθήκη ήταν ανοιχτή.

Αυτό από μόνο του ήταν έγκλημα.

Το χωριό στεκόταν έξω, κυκλικά, σαν να είχε ξανακάνει την ίδια τελετή εκατό φορές. Στη μέση, η πόρτα ορθάνοιχτη, σαν στόμα που περίμενε να καταπιεί.

Ο παπάς Ιωακείμ μπήκε πρώτος.

Όχι από θάρρος.

Από ιδιοκτησία.

Η Κομνηνού και ο Λυμπέρης ακολούθησαν.
Και τότε το είδαν.

Στο πάτωμα, μπροστά από το γραφείο, υπήρχε ένα βιβλίο ανοιχτό.
Και δίπλα του… ένα εσώρουχο.

Γυναικείο!

Σαν να είχε πέσει εκεί βιαστικά.

Η Κομνηνού ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι της.

— «Όχι!…» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα μπροστά, αλλά η Κομνηνού τον κράτησε.

— «Μην το αγγίξεις!», είπε. «Είναι σκηνοθεσία!».

Ο παπάς γύρισε αργά προς το πλήθος που είχε μαζευτεί στην είσοδο.

— «Βλέπετε;» είπε ήρεμα.
«Ο τόπος της γνώσης έγινε τόπος αμαρτίας!».

Η Κομνηνού ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει όχι από ντροπή, αλλά από οργή.

— «Ψεύδεστε!» είπε δυνατά.

Ο παπάς την κοίταξε σαν να κοίταζε παιδί.

— «Παιδί μου», είπε. «Η αμαρτία πάντα φωνάζει πως είναι αθώα».

Και τότε εμφανίστηκε ο Στέφανος Μαυρογιάννης.

Δεν μπήκε βιαστικά.
Μπήκε σαν να του ανήκε ο χώρος. Σαν να μην υπήρχε βιβλιοθήκη, αλλά κληρονομιά.

Πλησίασε τον παπά. Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί.

Ο παπάς έγνεψε.

Η Κομνηνού κατάλαβε: ο Ιωακείμ ήταν η φωνή. Οι Μαυρογιάννηδες ήταν η δύναμη.

Ο Λυμπέρης προχώρησε, σταθερός.

— «Αρκετά», είπε. «Πού είναι το αρχείο της βιβλιοθηκονόμου;»

Ο παπάς χαμογέλασε.
Ένα χαμόγελο γλυκό, σχεδόν πατρικό.

— «Ποια βιβλιοθηκονόμος;» ρώτησε.

Η Κομνηνού πάγωσε.

— «Η γυναίκα που δολοφονήθηκε εδώ», είπε κοφτά.

Ο παπάς αναστέναξε, σαν να άκουγε κάτι κουραστικό.

— «Πέθανε», είπε. «Όπως πεθαίνουν οι άνθρωποι. Από το θέλημα του Θεού».

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα μπροστά.

— «Όχι», είπε. «Από το θέλημα του χωριού».

Ο παπάς δεν άλλαξε έκφραση.

Μόνο σήκωσε το χέρι του και έβγαλε από την τσέπη του κάτι μικρό, μεταλλικό.

Ένα κλειδί.

Παλιό.

Μαύρο.

Και πάνω του χαραγμένος ένας σταυρός.

— «Αυτό», είπε ο παπάς, «είναι το κλειδί της σιωπής».

Η Κομνηνού ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

— «Κλειδώνετε τι;» ρώτησε.
— «Τις πόρτες που δεν πρέπει να ανοίγουν», είπε ο παπάς.

Ο Στέφανος Μαυρογιάννης πλησίασε τον Λυμπέρη.

— «Φύγετε», είπε ήρεμα.
— «Δεν φεύγουμε», απάντησε ο Λυμπέρης.

Ο Μαυρογιάννης χαμογέλασε.

— «Τότε θα φύγετε αλλιώς».

Και τότε συνέβη το πιο φριχτό.

Ο παπάς έκανε τον σταυρό του.

Και είπε δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι:

— «Απόψε, το χωριό θα καθαρίσει.
Και όποιος δεν είναι μαζί μας… είναι εναντίον μας».

Η Κομνηνού κατάλαβε πως δεν ήταν πια υπόθεση εγκλήματος.

Ήταν ιερή αποστολή.

Και όταν ένα χωριό βαφτίζει την βία “κάθαρση”…τότε δεν υπάρχει νόμος να σε προστατέψει. Μόνο άνθρωπος.

Ο Λυμπέρης γύρισε προς την Κομνηνού και της έπιασε το χέρι.
Σφιχτά. Όχι ρομαντικά. Σαν όρκο.

— «Από εδώ και πέρα», της είπε χαμηλά, «αν πέσει ένας… πέφτουμε μαζί».

Η Κομνηνού τον κοίταξε.

Και κατάλαβε ότι η παγίδα τους είχε πετύχει…αλλά όχι όπως ήθελαν.

Γιατί τους “έκαψαν” στο χωριό.

Όμως τους σφράγισαν μεταξύ τους.

Και τώρα, δεν υπήρχε επιστροφή.


[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]




Δεν υπάρχουν σχόλια: