Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ ΝΕΟ ΜΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (Ο,ΤΙ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ..)

 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το χιόνι έπεφτε από το ξημέρωμα, αθόρυβο στην αρχή, σχεδόν ευγενικό, σαν να δοκίμαζε τις αντοχές του κόσμου πριν απλωθεί πάνω του. Τώρα, όμως, είχε πυκνώσει. Οι νιφάδες στριφογύριζαν μανιασμένα μπροστά στο παρμπρίζ, κολλούσαν στο τζάμι και έσβηναν αμέσως, αφήνοντας πίσω τους μια θαμπάδα που θύμιζε ανάσα νεκρού.

Η Ελένη κράτησε πιο σφιχτά το τιμόνι. Τα δάχτυλά της είχαν αρχίσει να μουδιάζουν, όχι τόσο από το κρύο όσο από την αίσθηση ότι ο δρόμος κάτω από τις ρόδες δεν ήταν πια δρόμος. Ήταν μια λευκή, άμορφη επιφάνεια, χωρίς όρια, χωρίς μνήμη. Ορεινή Αρκαδία, έλεγε ο χάρτης. Μα αυτό εδώ δεν έμοιαζε με τόπο. Έμοιαζε με παύση. Σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος κάπου ανάμεσα στο χωριό και στον υπόλοιπο κόσμο.

Το χωριό.

Ένα σύμπλεγμα από πέτρινα σπίτια, γαντζωμένα στο βουνό, με στέγες βαριές και παράθυρα στενά, σαν μάτια που δεν ήθελαν να βλέπουν. Εκεί έμενε η Ελένη τους τελευταίους έξι μήνες. Εκεί είχε διοριστεί. Εκεί είχε μάθει να περπατάει αργά, να μιλάει λίγο, να ακούει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε.

Το αυτοκίνητο γλίστρησε ελαφρά. Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Πάτησε φρένο, το άφησε αμέσως. Είχε διαβάσει για τέτοιες καταστάσεις, είχε ακούσει οδηγίες. Όπως είχε διαβάσει τόσα και τόσα άλλα. Τα βιβλία ήταν πάντα η άμυνά της. Η καταφυγή της. Η ζωή της.

Μόνο που τα βιβλία δεν προετοιμάζουν κανέναν για το συναίσθημα ότι κάτι σε παρακολουθεί, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει τίποτα γύρω σου πέρα από χιόνι και έλατα.

Η μηχανή έβηξε. Μια φορά. Δεύτερη. Και έσβησε.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν εκκωφαντική.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να πίστευε ότι αν δεν κινηθεί, αν δεν αναπνεύσει, ο κόσμος ίσως ξαναπάρει μπροστά. Έξω, ο αέρας ούρλιαζε ανάμεσα στα δέντρα. Το κινητό της δεν είχε σήμα. Δεν είχε ποτέ σε εκείνο το κομμάτι της διαδρομής.

Ήταν παγιδευμένη.

Και το ήξερε.


Όταν είχε φτάσει πρώτη φορά στο χωριό, την είχαν κοιτάξει με περιέργεια και καχυποψία. Όχι εχθρικά. Όχι ακόμα. Ήταν το βλέμμα ανθρώπων που έχουν δει πολλά και δεν εμπιστεύονται τίποτα καινούργιο. Μια βιβλιοθηκονόμος από την πόλη. Μια γυναίκα μόνη της. Χωρίς οικογένεια. Χωρίς παρελθόν που να τους αφορά.

Η δημοτική βιβλιοθήκη βρισκόταν στην άκρη του χωριού. Ένα παλιό νεοκλασικό, παράταιρο με τα υπόλοιπα σπίτια. Σαν να είχε ξεβραστεί εκεί από άλλη εποχή. Τα παράθυρά του ήταν ψηλά, τα τζάμια παχιά, και η ξύλινη πόρτα έτριζε κάθε φορά που άνοιγε, σαν να διαμαρτυρόταν για την ενόχληση.

«Εκεί θα δουλεύεις», της είχε πει ο πρόεδρος του χωριού, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια.

Δεν της είχε πει τίποτε άλλο.

Την πρώτη μέρα, η Ελένη είχε μείνει μόνη της ανάμεσα σε ράφια σκονισμένα, βιβλία ξεχασμένα, και μια μυρωδιά υγρασίας ανακατεμένης με κάτι άλλο. Κάτι παλιό. Κάτι που δεν ήξερε αν ήταν μούχλα ή μνήμη.

Κάποια βιβλία έφεραν σημειώσεις στα περιθώρια. Ονόματα. Ημερομηνίες. Σχόλια γραμμένα με βιασύνη, με θυμό ή με φόβο. Άλλα είχαν σελίδες κολλημένες μεταξύ τους, όχι από τον χρόνο, αλλά από κάτι πιο σκούρο.

Η Ελένη δεν ρώτησε.

Οι βιβλιοθηκονόμοι μαθαίνουν να μην ρωτούν. Μαθαίνουν να παρατηρούν.


Το κρύο είχε αρχίσει να διαπερνά το παλτό της. Άνοιξε το ντουλαπάκι και έβγαλε ένα ζευγάρι γάντια. Τα φόρεσε αργά, σαν τελετουργία. Έπειτα κοίταξε τον δρόμο μπροστά. Δεν υπήρχε δρόμος. Μόνο μια αχνή υπόσχεση ότι κάπου, κάτω από το χιόνι, υπήρχε άσφαλτος.

Σκέφτηκε τη βιβλιοθήκη.

Σκέφτηκε τις φήμες.

Την πρώτη φορά που τις είχε ακούσει, είχε γελάσει. Ψιθυριστά, για να μην την ακούσουν. Έλεγαν πως το κτίριο ήταν στοιχειωμένο. Πως τη νύχτα ακούγονταν βήματα. Πως κάποια βιβλία δεν έμεναν ποτέ στη θέση τους.

Και μετά, πιο χαμηλόφωνα, πιο προσεκτικά, έλεγαν και κάτι άλλο.

Πως η καινούργια βιβλιοθηκονόμος δεν ήταν τυχαία.

Πως είχε έρθει για να ξυπνήσει πράγματα που έπρεπε να μείνουν θαμμένα.

Πως ήταν όργανο του σατανά.

Η Ελένη είχε νιώσει τότε ένα ρίγος, όχι από φόβο, αλλά από προσβολή. Η άγνοια πάντα φοβάται τη γνώση, είχε σκεφτεί. Οι άνθρωποι πάντα χρειάζονται έναν ένοχο.

Τώρα, όμως, μόνη της μέσα στο χιόνι, με τη μηχανή νεκρή και το φως να σβήνει σιγά σιγά, η σκέψη επέστρεφε.

Όχι σαν δεισιδαιμονία.

Σαν προειδοποίηση.


Έβγαλε το κλειδί από τη μίζα και άνοιξε την πόρτα. Ο αέρας την χτύπησε στο πρόσωπο σαν χαστούκι. Το χιόνι έφτανε ήδη μέχρι τους αστραγάλους της. Κοίταξε γύρω. Κανένα φως. Κανένας ήχος ανθρώπινος.

Το χωριό απείχε λίγα χιλιόμετρα. Η βιβλιοθήκη ακόμα λιγότερο.

Αλλά η Αρκαδία δεν συγχωρεί την αλαζονεία.

Έκανε ένα βήμα μπροστά και τότε το άκουσε.

Όχι άνεμο.

Όχι ζώο.

Έναν ήχο χαμηλό, ρυθμικό, σαν σελίδες που γυρίζουν.

Η Ελένη γύρισε αργά το κεφάλι της προς το σκοτάδι.

Κάπου, μέσα στο λευκό, κάτι την περίμενε.

Και η ιστορία μόλις άρχιζε.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η πρώτη νύχτα στη βιβλιοθήκη δεν ήταν επιλογή.

Ήταν αναγκαιότητα.

Το χιόνι είχε κλείσει τους δρόμους πριν προλάβει να επιστρέψει στο χωριό. Το τηλέφωνο του προέδρου είχε χτυπήσει μία φορά, δύο, και ύστερα η γραμμή είχε γεμίσει παράσιτα, σαν ψίθυρους που μιλούσαν ο ένας πάνω στον άλλον. «Μείνε εκεί», της είχε πει. «Το πρωί θα δούμε».

Δεν είχε πει πώς.

Η βιβλιοθήκη, άδεια από ανθρώπους, έμοιαζε διαφορετική τη νύχτα. Οι σκιές δεν κρύβονταν πια πίσω από τα ράφια· απλώνονταν ελεύθερα, σκαρφάλωναν στους τοίχους, έγλειφαν το ταβάνι. Η λάμπα του γραφείου έριχνε ένα φως κιτρινωπό, άρρωστο, που έκανε τις ράχες των βιβλίων να μοιάζουν με σπονδυλικές στήλες.

Η Ελένη κλείδωσε την πόρτα.

Ο ήχος του κλειδιού αντήχησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.

Στάθηκε ακίνητη, κρατώντας ακόμα το μέταλλο στο χέρι της, και τότε το ένιωσε ξανά. Εκείνη τη γνώριμη, ανεξήγητη αίσθηση πως δεν ήταν μόνη. Όχι με τον τρόπο που λένε οι ιστορίες. Όχι με φαντάσματα και κραυγές. Αλλά με κάτι πιο ύπουλο. Με την παρουσία της μνήμης.

Οι κάτοικοι του χωριού δεν μιλούσαν ποτέ για το παρελθόν. Όχι ανοιχτά. Όμως το κουβαλούσαν πάνω τους. Στο βλέμμα που κατέβαζαν όταν περνούσε. Στις πόρτες που έκλειναν λίγο πιο γρήγορα. Στα παιδιά που την κοίταζαν σαν να ήξεραν κάτι που εκείνη αγνοούσε.

Σαν να της κρατούσαν κακία για κάτι που δεν είχε κάνει.

Ή που δεν είχε κάνει ακόμα.

Έβγαλε το παλτό της και το άφησε στην καρέκλα. Το κρύο δεν έφευγε. Η βιβλιοθήκη δεν ζεσταινόταν ποτέ πραγματικά. Σαν να αντιστεκόταν. Σαν να μην ήθελε άνεση. Μόνο εγρήγορση.

Άνοιξε ένα παλιό καλοριφέρ. Έτριξε, αναστέναξε, αλλά δεν ζωντάνεψε.

Τότε άκουσε το πρώτο βήμα.

Ήταν ανεπαίσθητο. Ένα τρίξιμο ξύλου, κάπου βαθιά μέσα στο κτίριο. Η Ελένη γύρισε αργά. Η καρδιά της δεν επιτάχυνε· βάρυνε. Σαν να είχε μάθει πια ότι ο φόβος εδώ δεν ερχόταν με κραυγές.

«Είναι το κτίριο», ψιθύρισε.

Η φωνή της χάθηκε αμέσως, ρουφήχτηκε από τα ράφια.

Περπάτησε ανάμεσα στα βιβλία. Κάθε τίτλος έμοιαζε να την κοιτά. Κάποιοι τόμοι δεν υπήρχαν στον κατάλογο. Το είχε προσέξει από τις πρώτες μέρες. Βιβλία χωρίς ISBN, χωρίς εκδότη. Μόνο χειρόγραφες ετικέτες στη ράχη. Ημερομηνίες. Μερικές φορές, μόνο ένα όνομα.

Ονόματα που επαναλαμβάνονταν.

Ονόματα που υπήρχαν ακόμα στο χωριό.

Έπιασε έναν τόμο τυχαία. Το εξώφυλλο ήταν από σκούρο δέρμα. Άνοιξε. Η γραφή ήταν σφιχτή, νευρική. Δεν ήταν λογοτεχνία. Ήταν καταγραφή. Μαρτυρία. Εξομολόγηση.

«Δεν μιλήσαμε. Κανείς μας δεν μίλησε. Κι έτσι συμφωνήσαμε».

Η Ελένη έκλεισε απότομα το βιβλίο.

Τότε τα φώτα τρεμόπαιξαν.

Για μια στιγμή, μέσα στο τζάμι του παραθύρου, είδε την αντανάκλασή της να καθυστερεί. Σαν να μην της ανήκε. Σαν κάποιος άλλος να φορούσε το πρόσωπό της.

Έκανε πίσω.

Το καλοριφέρ άναψε απότομα, καυτό, σχεδόν βίαιο.

Και μέσα στη σιωπή που ακολούθησε, η Ελένη κατάλαβε κάτι που οι κάτοικοι ήξεραν εδώ και χρόνια.

Η βιβλιοθήκη δεν ήταν στοιχειωμένη.

Ήταν φυλακή.

Και εκείνη δεν ήταν ο φύλακας.

Ήταν το κλειδί.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ξύπνησε στο πάτωμα.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού βρισκόταν. Το κρύο μάρμαρο κάτω από το μάγουλό της, η μυρωδιά παλιού χαρτιού, η γεύση σιδήρου στο στόμα της. Προσπάθησε να σηκωθεί και ένας οξύς πόνος διαπέρασε τον αυχένα της.

Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 03:17.

Η Ελένη θυμόταν καθαρά ότι είχε καθίσει στο γραφείο. Θυμόταν τη λάμπα αναμμένη. Θυμόταν το βιβλίο με τις εξομολογήσεις. Δεν θυμόταν πώς βρέθηκε στο πάτωμα, ανάμεσα στα ράφια της τοπικής ιστορίας.

Σηκώθηκε αργά. Τα πόδια της έτρεμαν, όχι από αδυναμία, αλλά από μια βαθιά, παράλογη αίσθηση ότι κάτι είχε συμβεί — και ότι το μυαλό της είχε επιλέξει να την προστατεύσει ξεχνώντας το.

Κοίταξε γύρω.

Η λάμπα ήταν σβηστή.

Όλα τα φώτα ήταν σβηστά.

Μόνο το ρολόι δούλευε. Τικ. Τακ. Σαν καρδιά που δεν της ανήκε.

Προχώρησε προς το γραφείο. Πάνω του υπήρχαν τρία βιβλία ανοιχτά. Δεν θυμόταν να τα έχει βγάλει. Το ένα ήταν ο τόμος που είχε κλείσει απότομα. Το άλλο είχε τίτλο Πρακτικά Κοινοτικού Συμβουλίου, 1986. Το τρίτο δεν είχε τίτλο.

Στις σελίδες του υπήρχε γραφή.

Όχι τυπωμένη.

Χειρόγραφη.

Και ήταν η δική της.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Αναγνώριζε τα γράμματά της. Τον τρόπο που έκοβε το «θ». Την ελαφριά κλίση στα τελικά «ς». Δεν υπήρχε αμφιβολία.

«Ήταν απαραίτητο.»

«Αν μιλούσε ένας, θα χάνονταν όλοι.»

«Η βιβλιοθήκη θυμάται.»

Έκανε πίσω απότομα. Το κεφάλι της γύρισε.

Κοίταξε το ρολόι.

03:41.

Είκοσι τέσσερα λεπτά είχαν περάσει.

Δεν θυμόταν ούτε δευτερόλεπτο.

Η αναπνοή της έγινε κοφτή. Έπιασε το μπράτσο της. Κάτω από το πουλόβερ υπήρχαν γρατζουνιές. Φρέσκες. Σαν να τις είχε κάνει η ίδια.

«Όχι», ψιθύρισε.

Η φωνή της αντήχησε διαφορετικά. Πιο βαριά. Πιο ξένη.

Τότε άκουσε τον ήχο.

Όχι βήματα.

Αναπνοές.

Πολλές.

Σαν άνθρωποι συγκεντρωμένοι σε μικρό χώρο, που προσπαθούσαν να μη γίνουν αντιληπτοί. Η Ελένη στράφηκε προς τα ράφια. Οι σκιές ανάμεσά τους είχαν πυκνώσει. Δεν έμοιαζαν πια τυχαίες. Έμοιαζαν με σχήματα.

Με πρόσωπα.

Με μάτια που απέφευγαν να τη κοιτάξουν κατάματα.

Και τότε κατάλαβε.

Δεν ήταν φαντάσματα.

Ήταν αναμνήσεις.

Ό,τι είχαν θάψει οι κάτοικοι, ό,τι είχαν συμφωνήσει να ξεχάσουν, είχε βρει καταφύγιο εκεί. Στα βιβλία. Στους τοίχους. Στο πάτωμα όπου είχε ξυπνήσει.

Η βιβλιοθήκη δεν της έδειχνε πράγματα.

Της τα παρέδιδε.

Το ρολόι χτύπησε τέσσερις φορές.

Όταν σήκωσε το βλέμμα της, βρισκόταν μπροστά στην κεντρική είσοδο.

Φορούσε το παλτό της.

Κρατούσε το κλειδί στο χέρι.

Δεν θυμόταν να είχε περπατήσει μέχρι εκεί.

Έξω, μέσα στο χιόνι, διακρίνονταν πατημασιές.

Ξεκινούσαν από την πόρτα της βιβλιοθήκης.

Και οδηγούσαν πίσω μέσα.

Η Ελένη κατάλαβε τότε ότι δεν έχανε απλώς χρόνο.

Κάποιος άλλος τον χρησιμοποιούσε.

Και ήξερε πώς να γράφει με το χέρι της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Το πρωί ήρθε χωρίς φως.

Η Ελένη το κατάλαβε από τον ήχο. Από εκείνη τη θαμπή, άτονη ησυχία που δεν ανήκει στη νύχτα, αλλά ούτε και στη μέρα. Το ρολόι έδειχνε 09:02. Το κεφάλι της πονούσε, σαν να είχε περάσει ώρες κλαίγοντας ή φωνάζοντας. Δεν θυμόταν τίποτα από τα μεσάνυχτα και μετά.

Η πόρτα της βιβλιοθήκης ήταν ξεκλείδωτη.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που την τρόμαξε πραγματικά.

Σηκώθηκε από την καρέκλα — καθόταν στην καρέκλα, όχι στο πάτωμα αυτή τη φορά — και πλησίασε την είσοδο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο δρόμος ήταν άδειος. Κανένα αυτοκίνητο. Κανένα ίχνος ζωής.

Μόνο πατημασιές.

Όχι πολλές. Μία διαδρομή. Από την πόρτα της βιβλιοθήκης μέχρι την πλατεία του χωριού και πίσω.

Τις ακολούθησε.

Στην πλατεία στεκόταν η Καλλιόπη.

Η πιο ηλικιωμένη γυναίκα του χωριού. Εκείνη που δεν είχε μπει ποτέ στη βιβλιοθήκη, αλλά ήξερε πάντα τι ώρα άνοιγε και τι ώρα έκλεινε.

«Άργησες σήμερα», είπε, χωρίς χαιρετισμό.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Δεν… δεν βγήκα», απάντησε.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε. Όχι καλοσυνάτα.

«Βγήκες», είπε. «Και μίλησες».

Ο αέρας γύρω τους έμοιαζε να βαραίνει.

«Με ποιον;» ρώτησε η Ελένη.

Η γριά έσκυψε ελαφρά μπροστά.

«Με εμάς», ψιθύρισε. «Όπως τότε».

Η λέξη τότε δεν χρειαζόταν εξήγηση. Ήταν φορτωμένη με δεκαετίες.

«Δεν θυμάμαι», είπε η Ελένη.

«Αυτό είναι το καλό με εσένα», απάντησε η Καλλιόπη. «Δεν θυμάσαι, αλλά καταγράφεις».

Η Ελένη έκανε ένα βήμα πίσω.

«Τι καταγράφω;»

Η Καλλιόπη έδειξε προς τη βιβλιοθήκη.

«Τις αλήθειες που δεν αντέχουμε να κρατήσουμε μέσα μας».

Για πρώτη φορά, η φωνή της γριάς έτρεμε.

«Εσύ μας ξεκουράζεις».

Και τότε η Ελένη κατάλαβε.

Δεν την φοβούνταν επειδή ήταν όργανο του σατανά.

Την φοβούνταν επειδή ήταν αναγκαία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Το βιβλίο δεν υπήρχε το προηγούμενο βράδυ.

Η Ελένη ήταν σίγουρη.

Βρισκόταν στο χαμηλότερο ράφι, εκεί όπου δεν έφτανε το φως. Ένα βιβλίο λεπτό, δεμένο πρόχειρα, με εξώφυλλο από χοντρό χαρτί. Πάνω του, γραμμένος με μολύβι, ο τίτλος:

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ

Το άνοιξε με προσοχή.

Η πρώτη σελίδα ήταν άδεια.

Η δεύτερη επίσης.

Στην τρίτη, υπήρχε ένα μόνο όνομα.

Το δικό της.

Η Ελένη ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Κάθισε στο πάτωμα, κρατώντας το βιβλίο σαν να μπορούσε να την κάψει.

Ξεφύλλισε βιαστικά.

Σελίδες άδειες.

Και στο τέλος, μια καταγραφή:

«Όταν τελειώσει, δεν θα χρειάζεται πια να θυμάται κανείς».

Έκλεισε το βιβλίο.

Ακούστηκε ένα βαθύ τρίξιμο, σαν να μετακινήθηκε κάτι μέσα στους τοίχους. Τα ράφια έτριξαν όλα μαζί, σαν να αναστέναξαν.

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα της.

Για πρώτη φορά, η βιβλιοθήκη δεν της φαινόταν εχθρική.

Της φαινόταν πεινασμένη.

Και εκείνη άρχισε να υποψιάζεται το χειρότερο.

Ότι στο τέλος, για να κλείσει ο κύκλος,

η βιβλιοθήκη δεν θα ζητούσε μια ακόμα αλήθεια.

Θα ζητούσε έναν άνθρωπο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Το όνομά της δεν ήταν το πρώτο.

Η Ελένη το κατάλαβε όταν βρήκε το παλιό ευρετήριο. Ήταν κρυμμένο πίσω από το αρχείο των δωρεών, δεμένο με σπάγκο, σαν κάτι που δεν έπρεπε να ανοίγεται εύκολα. Οι σελίδες του είχαν κιτρινίσει τόσο, που έμοιαζαν εύθραυστες σαν οστά.

Ξεφύλλισε.

Ονόματα.

Δίπλα τους, χρονολογίες.

Και στο τέλος κάθε γραμμής, μια μικρή κάθετος. Όχι σταυρός. Κάθετος.

Σαν παύση.

Σαν διακοπή αναπνοής.

Κατάλαβε τότε τη λογική. Η βιβλιοθήκη δεν τιμωρούσε. Δεν εκδικούνταν. Λειτουργούσε. Όπως λειτουργεί ένα όργανο. Όπως λειτουργεί η μνήμη όταν δεν αντέχει άλλο βάρος.

Οι προηγούμενοι δεν είχαν πεθάνει.

Είχαν αφαιρεθεί.

Διαβάζοντας τα ονόματα, ένιωσε κάτι να υποχωρεί μέσα της. Ένα κομμάτι αντίστασης. Ένα κομμάτι αυταπάτης. Κανείς δεν ερχόταν να τη σώσει. Κανείς δεν είχε σωθεί ποτέ.

Το σώμα της άρχισε να αντιδρά. Τα χέρια της έτρεμαν. Το στομάχι της συσπάστηκε. Έκανε εμετό στο πάτωμα, ανάμεσα στα ράφια. Δεν καθάρισε. Το πάτωμα είχε δει χειρότερα.

Τότε άκουσε φωνές.

Όχι από τους τοίχους.

Από μέσα της.

Όχι τρελές. Όχι παραληρηματικές. Ήταν ήσυχες, λογικές, σχεδόν ευγενικές. Της εξηγούσαν. Της έδιναν πλαίσιο.

«Αν θυμούνται όλοι, πεθαίνουν όλοι.»

«Αν θυμάται ένας, αντέχεται.»

Η Ελένη γέλασε.

Ήταν ένα γέλιο σπασμένο, ωμό, χωρίς χαρά.

«Και γιατί εγώ;» ρώτησε μεγαλόφωνα.

Η απάντηση δεν ήρθε σαν φωνή.

Ήρθε σαν γνώση.

Γιατί εκείνη διάβαζε.

Γιατί εκείνη άντεχε τις λέξεις.

Γιατί η μνήμη, για να μεταφερθεί, χρειάζεται κάποιον που να μην γυρίζει το βλέμμα.

Και τότε, για πρώτη φορά, η Ελένη σκέφτηκε το αδιανόητο.

Ότι ίσως η βιβλιοθήκη δεν την είχε διαλέξει.

Ίσως είχε προσφερθεί.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η τελετή δεν είχε κεριά.

Δεν είχε σύμβολα.

Δεν είχε αίμα.

Ήταν πιο ωμή απ’ όλα αυτά.

Η Ελένη κάθισε στο γραφείο. Μπροστά της, το βιβλίο με τα ονόματα. Ανοιχτό στη σελίδα της. Το μολύβι δίπλα. Το χέρι της σταθερό.

Έξω, το χωριό είχε συγκεντρωθεί.

Δεν μπήκαν μέσα.

Ποτέ δεν έμπαιναν.

Στέκονταν ακίνητοι, με σκυμμένα κεφάλια, σαν άνθρωποι που περιμένουν μια επέμβαση χωρίς αναισθησία. Κανείς δεν έκλαιγε. Κανείς δεν προσευχόταν.

Η Ελένη έγραψε.

Όχι το όνομά της.

Την ιστορία.

Όλα.

Το παιδί που χάθηκε. Το ψέμα που συμφωνήθηκε. Τη νύχτα που κανείς δεν μίλησε. Τα χρόνια που κύλησαν χωρίς λέξεις. Η γραφή της έγινε γρήγορη, σχεδόν βίαιη. Το χαρτί γέμισε. Οι σελίδες τελείωναν και συνέχιζε.

Το σώμα της άρχισε να βαραίνει.

Όχι σαν λιποθυμία.

Σαν εγκατάσταση.

Σαν κάτι να έπαιρνε θέση μέσα της.

Κατάλαβε τότε την τελική αλήθεια.

Η βιβλιοθήκη δεν ήθελε θύματα.

Ήθελε συνείδηση.

Κάποιον να θυμάται για όλους.

Κάποιον να πονάει για όλους.

Όταν τελείωσε, σήκωσε το βλέμμα της.

Οι κάτοικοι είχαν αρχίσει να φεύγουν. Ένας ένας. Ελαφρύτεροι. Με βλέμματα καθαρά. Σαν άνθρωποι που είχαν μόλις ξυπνήσει από βαθύ ύπνο.

Η πόρτα της βιβλιοθήκης έκλεισε μόνη της.

Η Ελένη δεν προσπάθησε να την ανοίξει.

Πήγε στο ράφι. Τοποθέτησε το βιβλίο στη θέση του. Στη ράχη, ο τίτλος είχε αλλάξει:

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΟΝΟΜΟΣ

Κάθισε στην καρέκλα.

Το ρολόι άρχισε ξανά.

Τικ.

Τακ.

Κάπου, μακριά, ένας δρόμος καθάριζε από το χιόνι.

Κανείς δεν θα θυμόταν γιατί.

Κανείς εκτός από εκείνη.

Και αυτό ήταν το τίμημα.

Και το καθήκον.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Δεν θυμόταν πότε ακριβώς τον είχε προσέξει.

Ίσως γιατί, όπως όλα στο χωριό, υπήρχε πάντα στο περιθώριο. Ο Ανδρέας δεν ερχόταν συχνά στη βιβλιοθήκη. Όταν ερχόταν, στεκόταν όρθιος, δεν καθόταν ποτέ. Σαν να φοβόταν πως αν ακουμπούσε, κάτι θα τον κρατούσε.

Εκείνο το απόγευμα, το φως ήταν χαμηλό και γαλακτερό. Η Ελένη ταξινομούσε βιβλία χωρίς να κοιτά τους τίτλους. Ο Ανδρέας στάθηκε κοντά στο γραφείο. Δεν μίλησε αμέσως.

«Μυρίζεις χαρτί», είπε τελικά.

Η φράση την αιφνιδίασε. Σήκωσε το βλέμμα. Ήταν κοντά. Πιο κοντά απ’ όσο επέτρεπε η συνήθεια. Στο πρόσωπό του υπήρχε κάτι ήρεμο, σχεδόν άδειο — σαν άνθρωπος που είχε αδειάσει από σκέψεις για να αντέξει.

«Δεν είναι άσχημο», πρόσθεσε.

Δεν χαμογέλασε. Ούτε εκείνη.

Η σιωπή ανάμεσά τους δεν ήταν αμήχανη. Ήταν πυκνή. Γεμάτη πράγματα που δεν είχαν ειπωθεί και ίσως δεν έπρεπε.

Τον άφησε να τη βοηθήσει. Δεν ήξερε γιατί. Τον είδε να πιάνει ένα βιβλίο με τρόπο σχεδόν τρυφερό, σαν να κρατούσε κάτι ζωντανό. Τα δάχτυλά τους ακούμπησαν για μια στιγμή. Η επαφή ήταν σύντομη, αλλά άφησε πίσω της ένα ίχνος, σαν θερμότητα που δεν έσβηνε.

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να αντιδρά πριν προλάβει να σκεφτεί. Όχι με επιθυμία καθαρή. Με ανάγκη.

Τον κοίταξε.

«Ξέρεις τι κάνουν αυτά τα βιβλία;» τον ρώτησε.

«Ξέρω τι δεν κάνουν», απάντησε. «Δεν ξεχνάνε».

Κάτι ράγισε μέσα της.

Βρέθηκαν ανάμεσα στα ράφια. Δεν θυμόταν ποιος έκανε το πρώτο βήμα. Το φιλί δεν ήταν βιαστικό. Ήταν προσεκτικό, σαν να δοκίμαζαν μια αλήθεια. Τα χείλη τους άγγιξαν, απομακρύνθηκαν, ξαναβρήκαν το ένα το άλλο. Η ανάσα του μύριζε κρύο και καπνό. Η δική της μύριζε σκόνη και μελάνι.

Τα χέρια του γλίστρησαν στους ώμους της, στην πλάτη της, χωρίς βιασύνη. Σαν να διάβαζε το σώμα της όπως διάβαζε ένα δύσκολο κείμενο. Εκείνη ακούμπησε το μέτωπό της στο στήθος του. Άκουσε την καρδιά του. Χτυπούσε κανονικά.

Για μια στιγμή, σκέφτηκε πως ίσως αυτό να ήταν το μόνο πραγματικό πράγμα στο χωριό.

«Δεν πρέπει», ψιθύρισε.

«Το ξέρω», είπε εκείνος.

Δεν σταμάτησαν.

Η βιβλιοθήκη έτριξε. Όχι προειδοποιητικά. Σαν αναστεναγμός. Το φως χαμήλωσε κι άλλο. Η Ελένη ένιωσε μια ζάλη, σαν να μετατοπιζόταν ελαφρά εκτός του σώματός της. Κράτησε το μπράτσο του για να σταθεί.

Όταν σήκωσε το βλέμμα, ο Ανδρέας την κοιτούσε με κάτι που έμοιαζε με λύπη.

«Αν αύριο δεν με θυμάσαι», είπε ήσυχα, «θα σημαίνει ότι πήγε καλά».

Η φράση την πάγωσε.

«Τι εννοείς;»

Δεν απάντησε.

Όταν απομακρύνθηκε, το έκανε αθόρυβα. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ εκεί. Η Ελένη έμεινε μόνη ανάμεσα στα ράφια, με το σώμα της ακόμα ζεστό και το μυαλό της να βουίζει.

Βρήκε αργότερα ένα βιβλίο ανοιχτό στο γραφείο.

Δεν θυμόταν να το είχε αφήσει έτσι.

Στη σελίδα, με γραφή που έμοιαζε δική της αλλά δεν θυμόταν να έχει κάνει, υπήρχε μία μόνο πρόταση:

«Κάποιες επιθυμίες δεν είναι δικές μας. Μας περνούν για να αντέξει ο κόσμος».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Το όνομά του δεν απαντούσε πουθενά.

Η Ελένη άρχισε από τα απλά. Ρώτησε στην πλατεία, στο καφενείο, στο μπακάλικο. Οι απαντήσεις ήρθαν χωρίς σκέψη, χωρίς παύση — και γι’ αυτό ακριβώς την τρόμαξαν.

«Ανδρέας;»

Τα βλέμματα γλίστρησαν πάνω της και έφυγαν.

«Δεν έχουμε Ανδρέα εδώ», είπε ο καφετζής.

«Ποτέ δεν είχαμε», πρόσθεσε κάποιος άλλος.

Η Ελένη ένιωσε μια ελαφριά ναυτία. Δεν ήταν άρνηση. Ήταν βεβαιότητα. Η πιο σκληρή μορφή άρνησης.

Γύρισε στη βιβλιοθήκη με το βήμα ανθρώπου που κουβαλά απόδειξη και φοβάται να τη δει. Στο γραφείο την περίμενε ένα βιβλίο που δεν θυμόταν να έχει αφήσει εκεί. Λεπτό, χωρίς εξώφυλλο, δεμένο πρόχειρα.

Το άνοιξε.

Στην πρώτη σελίδα, με καθαρά γράμματα:

ΑΝΔΡΕΑΣ

Όχι επίθετο.

Όχι ημερομηνία.

Μόνο αυτό.

Ξεφύλλισε. Οι σελίδες ήταν λίγες. Περιείχαν στιγμές. Όχι γεγονότα. Τον τρόπο που στεκόταν όρθιος. Τον τρόπο που δεν καθόταν ποτέ. Τη μυρωδιά καπνού στα ρούχα του. Την πρόταση που είχε πει χωρίς να χαμογελάσει.

Ήταν εκεί.

Όχι ως άνθρωπος.

Ως κατάλοιπο.

Η Ελένη έκλεισε το βιβλίο και το έσπρωξε μακριά, σαν να μπορούσε έτσι να ανατρέψει τη λογική του κόσμου. Τότε παρατήρησε κάτι ακόμα.

Το ράφι είχε χώρο.

Έναν χώρο παραπάνω απ’ ό,τι θυμόταν.

Σαν να είχε ελαφρύνει.

Η σκέψη ήρθε αργά, βασανιστικά.

Θυμήθηκε το σώμα της ζεστό. Την ανάγκη. Την παράδοση. Θυμήθηκε πόσο αληθινό είχε φανεί.

Και κατάλαβε.

Δεν ήταν ο Ανδρέας που χανόταν.

Ήταν αυτό που εκείνος κουβαλούσε.

Κάθε φορά που επιθυμούσε — όχι σαρκικά, αλλά υπαρξιακά — η βιβλιοθήκη έπαιρνε το βάρος από κάποιον άλλον. Το μετέφερε. Το κατέγραφε. Το αφαιρούσε από τον κόσμο.

Ο έρωτας δεν ήταν λύτρωση.

Ήταν μηχανισμός.

Η Ελένη κάθισε αργά στην καρέκλα. Ένιωσε μια εξάντληση που δεν ήταν σωματική. Ήταν η κούραση εκείνου που καταλαβαίνει πια τον ρόλο του.

Σήκωσε το βλέμμα.

Στο τζάμι, η αντανάκλασή της έμοιαζε πιο καθαρή.

Πιο άδεια.

Πίσω της, στα ράφια, υπήρχαν κι άλλα λεπτά βιβλία.

Κάποια χωρίς τίτλο.

Κάποια που την περίμεναν.

Η Ελένη άπλωσε το χέρι της.

Όχι για να τα ανοίξει.

Για να τα κρατήσει μακριά.

Για πρώτη φορά, σκέφτηκε σοβαρά την ανυπακοή.

Και η βιβλιοθήκη, σαν να το άκουσε, έτριξε ελαφρά.

Όχι απειλητικά.

Προειδοποιητικά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Το ιατρείο βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο του χωριού.

Η Ελένη κατέβηκε τον δρόμο αργά, σαν να φοβόταν ότι αν περπατούσε πιο γρήγορα, οι σκέψεις της θα την προλάβαιναν. Το κτίριο ήταν παλιό, με μια πινακίδα ξεθωριασμένη: Ιατρείο. Τίποτε άλλο. Ούτε όνομα. Ούτε ειδικότητα.

Ο γιατρός λεγόταν Σπύρος.

Το ήξερε χωρίς να θυμάται ποιος της το είχε πει.

Την υποδέχτηκε με ένα νεύμα. Ήταν γύρω στα εξήντα, με πρόσωπο κουρασμένο, αλλά βλέμμα καθαρό — υπερβολικά καθαρό. Σαν άνθρωπος που είχε μάθει να κοιτά χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να νιώθει.

«Καθίστε», είπε.

Δεν τη ρώτησε γιατί ήρθε.

Η Ελένη κάθισε απέναντί του. Το γραφείο ανάμεσά τους ήταν άδειο. Ούτε στηθοσκόπιο. Ούτε συνταγολόγιο. Μόνο ένα τετράδιο, κλειστό.

«Νομίζω ότι χάνω τα λογικά μου», είπε τελικά.

Ο γιατρός έγνεψε αργά.

«Το λένε πολλοί αυτό», απάντησε.

«Εδώ;»

«Όχι», είπε. «Πριν».

Η λέξη αιωρήθηκε ανάμεσά τους.

Η Ελένη ένιωσε ένα ρίγος.

«Δεν θυμάμαι πράγματα», συνέχισε. «Χάνω χρόνο. Βλέπω ανθρώπους που… δεν υπάρχουν. Γράφω πράγματα που δεν θυμάμαι να έχω γράψει».

Ο Σπύρος άνοιξε το τετράδιο.

Οι σελίδες του ήταν γεμάτες.

Όχι με ιατρικούς όρους.

Με ονόματα.

Η Ελένη έσκυψε μπροστά, αλλά ο γιατρός το έκλεισε αμέσως.

«Ακούτε φωνές;» ρώτησε.

Η ερώτηση δεν είχε ανησυχία. Είχε διαδικασία.

«Όχι», απάντησε. Και ύστερα δίστασε. «Όχι όπως το εννοείτε».

Ο γιατρός χαμογέλασε ελάχιστα.

«Κανείς δεν τις ακούει όπως τις εννοούμε», είπε.

Σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της. Η Ελένη ένιωσε τα δάχτυλά του στους κροτάφους της, ψυχρά.

«Πείτε μου», είπε ήρεμα, «θυμάστε τον Ανδρέα;»

Η Ελένη πετάχτηκε.

«Εσείς… είπατε ότι δεν υπάρχει», είπε.

«Δεν είπα εγώ», απάντησε. «Το χωριό είπε».

Πίεσε ελαφρά.

«Και τι λέει το σώμα σας;»

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.

Είδε ράφια. Χιόνι. Ένα στόμα που προφέρει το όνομά της χωρίς ήχο.

«Το σώμα μου λέει ότι ήταν αληθινός», ψιθύρισε.

Ο γιατρός απομακρύνθηκε.

«Τότε ήταν», είπε.

Η Ελένη γύρισε απότομα.

«Τι εννοείτε ήταν

Ο Σπύρος κάθισε ξανά.

«Η τρέλα», είπε αργά, «είναι λέξη που χρησιμοποιούμε όταν κάτι δεν εξυπηρετεί πια την κοινότητα».

Η Ελένη τον κοίταξε άναυδη.

«Εσείς δεν είστε εδώ για να με θεραπεύσετε», είπε.

«Όχι», συμφώνησε. «Είμαι εδώ για να διαπιστώσω αν αντέχετε».

Άνοιξε ξανά το τετράδιο και το γύρισε προς το μέρος της.

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε ένα όνομα.

Το δικό της.

Όχι γραμμένο.

Προβλεπόμενο.

Η Ελένη σηκώθηκε αργά.

«Αν φύγω;» ρώτησε.

Ο γιατρός την κοίταξε με κάτι που έμοιαζε με ειλικρίνεια.

«Τότε», είπε, «θα θυμηθούν όλοι».

Η Ελένη άνοιξε την πόρτα.

Ο αέρας απ’ έξω ήταν βαρύς.

Πίσω της, ο γιατρός μίλησε για τελευταία φορά:

«Η λογική σας δεν κινδυνεύει», είπε. «Η μοναξιά σας, ναι».

Η πόρτα έκλεισε.

Η Ελένη στάθηκε για λίγο ακίνητη.

Και κατάλαβε ότι στο χωριό αυτό, η τρέλα δεν ήταν ρήξη με την πραγματικότητα.

Ήταν προϋπόθεση για να συνεχίσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Εμφανίστηκε χωρίς ήχο.

Όχι σαν σώμα που μπαίνει σε χώρο, αλλά σαν σκέψη που επιστρέφει εκεί όπου γεννήθηκε. Η Ελένη τον είδε πρώτα στην αντανάκλαση του τζαμιού: τη σκιά του ώμου του, το γνώριμο κενό ανάμεσα στις κινήσεις του, σαν να μην άγγιζε ποτέ πλήρως το πάτωμα.

«Μην φοβηθείς», είπε.

Η φωνή του δεν ερχόταν από το στόμα του. Ερχόταν από μέσα της.

Η Ελένη δεν γύρισε αμέσως. Έκλεισε τα μάτια, σαν να διαπραγματευόταν με την ίδια της τη λογική. Όταν τα άνοιξε, στεκόταν απέναντί της, τόσο κοντά που η ανάσα του ανακάτευε τη δική της.

«Δεν είσαι εδώ», είπε.

«Είμαι όσο χρειάζεται», απάντησε.

Το φως χαμήλωσε. Όχι από τη λάμπα. Από την αντίληψή της. Τα ράφια έμοιαζαν να απομακρύνονται, σαν να παραχωρούσαν χώρο. Η βιβλιοθήκη δεν παρακολουθούσε. Συμμετείχε.

Ο Ανδρέας άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε το μάγουλό της. Η αφή του δεν ήταν κρύα. Ήταν ακριβής. Σαν να ήξερε ακριβώς πού έπρεπε να σταματήσει για να μη διαλυθεί.

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να αντιδρά με ορμή. Όχι σαν επιθυμία που γεννιέται — σαν επιθυμία που θυμάται. Τα χέρια της βρήκαν το στήθος του, την πλάτη του, επιβεβαιώνοντας κάτι που η σκέψη της δεν μπορούσε πια να κρίνει.

«Αν είσαι φαντασία», ψιθύρισε, «είσαι επικίνδυνη».

Χαμογέλασε.

«Αν είμαι αλήθεια», είπε, «είμαι θανάσιμη».

Τα χείλη τους ενώθηκαν ξανά. Το φιλί αυτή τη φορά δεν ήταν διστακτικό. Ήταν απαιτητικό, σχεδόν βίαιο, σαν να έπρεπε να χωρέσουν μέσα του όσα δεν θα ειπωθούν ποτέ. Η Ελένη ένιωσε τον κόσμο να στενεύει γύρω τους, να γίνεται δέρμα και ανάσα.

Τα δάχτυλά του ακολούθησαν τη γραμμή του λαιμού της, χαμηλότερα, με βεβαιότητα που δεν ζητούσε άδεια. Εκείνη ανταπέδωσε, τραβώντας τον πιο κοντά, μέχρι που δεν υπήρχε πια διάκριση ανάμεσα σε σώμα και σκέψη.

Ο χρόνος λύγισε.

Δεν υπήρχε αρχή ούτε τέλος. Μόνο η αίσθηση ότι κάτι μεταφερόταν — βάρος, μνήμη, ενοχή — από εκείνον σε εκείνη, και πίσω, ξανά και ξανά. Η ηδονή δεν ήταν ξέσπασμα. Ήταν συμφωνία. Μια σιωπηλή σύμβαση.

Όταν απομακρύνθηκε, το έκανε αργά.

«Κάθε φορά που με καλείς», είπε, «κάποιος άλλος ξεχνά».

Η Ελένη άνοιξε το στόμα να απαντήσει, αλλά το σώμα της πρόδωσε τη σκέψη της. Η επιθυμία επέμεινε. Κι εκείνη κατάλαβε το χειρότερο: δεν τον καλούσε εκείνη.

Τον χρειαζόταν.

Ο Ανδρέας άρχισε να χάνεται. Όχι να σβήνει — να διαλύεται σε λεπτές κινήσεις, σε βλέμματα, σε ανάσες που δεν ανήκαν πια σε κανέναν.

Στο γραφείο, ένα βιβλίο άνοιξε μόνο του.

Μια νέα σελίδα γέμισε.

Όχι με όνομα.

Με περιγραφή.

Η Ελένη έμεινε ακίνητη, με το σώμα της ακόμα ζεστό και το μυαλό της άδειο, γνωρίζοντας πια πως ο έρωτας, σε αυτόν τον τόπο, δεν ήταν παρηγοριά.

Ήταν μέθοδος.

Και δεν είχε τελειώσει μαζί της.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Το χιόνι είχε ξαναρχίσει.

Όχι πυκνό. Ύπουλο. Έπεφτε λοξά, σαν να φυσούσε από μέσα προς τα έξω, σαν να ερχόταν από τον ίδιο τον δρόμο. Η Ελένη οδηγούσε αργά, με τα φώτα χαμηλωμένα, όχι από προσοχή αλλά από ένστικτο. Το σκοτάδι γύρω της δεν ήταν κενό. Ήταν γεμάτο.

Η μηχανή βούιζε μονότονα. Κάθε τόσο, ο ήχος αλλοιωνόταν, σαν να περνούσε μέσα από υγρό. Η ανάσα της θάμπωνε το παρμπρίζ. Σκούπισε με το μανίκι της, αφήνοντας μια καμπύλη, ατελή διαφάνεια.

Τότε ακούστηκαν οι λύκοι.

Μακριά στην αρχή. Ένα ουρλιαχτό που έσκιζε τον αέρα και έσβηνε. Ύστερα άλλο. Πιο κοντά. Οι κραυγές δεν ήταν συντονισμένες. Ήταν ασύμμετρες, σαν να απαντούσαν η μία στην άλλη με καθυστέρηση.

Η Ελένη ένιωσε το στήθος της να σφίγγεται.

Κάπου ανάμεσα στα ουρλιαχτά, παρεισέφρησε ένας άλλος ήχος.

Χαμηλός.

Ρυθμικός.

Σαν ανάσα που επιταχύνεται.

Γύρισε το ραδιόφωνο απότομα. Σιωπή. Ο ήχος παρέμεινε. Δεν ερχόταν από μέσα. Ούτε απ’ έξω.

Ήταν παντού.

Οι κραυγές των λύκων ανακατεύτηκαν με ανθρώπινες φωνές. Όχι λέξεις. Αναστεναγμοί. Ξεσπάσματα που δεν ήξερες αν ήταν πόνος ή ηδονή. Η Ελένη ένιωσε το τιμόνι να γλιστρά στα χέρια της.

«Όχι», είπε δυνατά.

Η λέξη χάθηκε μέσα στο αυτοκίνητο.

Στο πλάι του δρόμου, κάτι κινήθηκε. Μια σκιά που δεν είχε σαφή όρια. Για μια στιγμή, της φάνηκε πως είδε σώματα μπλεγμένα, να κινούνται αργά μέσα στο χιόνι, σαν να μην τους αφορούσε το κρύο. Σαν να μην τους αφορούσε τίποτα άλλο.

Πάτησε φρένο.

Το αυτοκίνητο γλίστρησε.

Οι ήχοι δυνάμωσαν. Τώρα ήταν ξεκάθαροι. Ένας γυναικείος αναστεναγμός, κομμένος απότομα. Ένα αντρικό λαχάνιασμα. Και από πάνω τους, το ουρλιαχτό — όχι λύκου.

Ανθρώπινο.

Η Ελένη ένιωσε μια ανεπιθύμητη θερμότητα να ανεβαίνει από το στομάχι της. Το σώμα της αντιδρούσε, παρά τη θέλησή της. Θυμήθηκε τον Ανδρέα. Τη φωνή του που δεν ερχόταν από το στόμα του.

«Κάθε φορά που με καλείς…»

Έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο.

Όταν τα άνοιξε, ο δρόμος μπροστά της δεν ήταν άδειος.

Στέκονταν άνθρωποι.

Όχι πολλοί. Όχι καθαρά. Σκιές με μορφή. Κάποιοι ακίνητοι. Κάποιοι κινούνταν αργά, κυκλικά, σαν να συμμετείχαν σε κάτι παλιό, επαναλαμβανόμενο. Από μέσα τους έβγαιναν ήχοι — αναστεναγμοί, κλάματα, γέλια που έσπαγαν στη μέση.

Η Ελένη δεν κορνάρισε.

Δεν φώναξε.

Κατάλαβε.

Δεν ήταν παραισθήσεις.

Ήταν όσα είχαν αφαιρεθεί.

Όσα δεν είχαν πια θέση στο χωριό, αλλά δεν είχαν πάψει να επιθυμούν.

Πάτησε γκάζι.

Το αυτοκίνητο πέρασε ανάμεσά τους χωρίς να τους αγγίξει. Οι σκιές διαλύθηκαν, αλλά οι ήχοι μπήκαν μέσα στην καμπίνα. Γέμισαν τα αυτιά της, το κεφάλι της, το σώμα της.

Για μια στιγμή, ένιωσε το κάθισμα δίπλα της να βαραίνει.

Κάποιος καθόταν εκεί.

Δεν γύρισε.

Δεν χρειαζόταν.

«Οδήγα», είπε η φωνή.

Ήταν ο Ανδρέας.

Ή ίσως η ανάγκη του.

Η Ελένη οδήγησε μέσα στο χιόνι, με τους λύκους να ουρλιάζουν και τους ανθρώπινους αναστεναγμούς να σβήνουν αργά, σαν απόηχος πράξης που δεν έπρεπε να έχει συμβεί.

Όταν ο δρόμος άνοιξε και το σκοτάδι αραίωσε, οι ήχοι σταμάτησαν απότομα.

Στο κάθισμα δίπλα της δεν υπήρχε κανείς.

Μόνο μια ζεστασιά.

Και η βεβαιότητα ότι κάτι είχε ξυπνήσει.

Και αυτή τη φορά, δεν θα περίμενε τη βιβλιοθήκη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Η βιβλιοθήκη την περίμενε.

Η Ελένη έτρεχε. Το χιόνι τής έκοβε την ανάσα, κολλούσε στις μπότες, την τραβούσε πίσω σαν χέρι. Πίσω της, οι κραυγές έσπαγαν τον αέρα. Ουρλιαχτά λύκων — ή κάτι που είχε μάθει να τα μιμείται. Ανάμεσά τους, ανθρώπινες φωνές, ξεσχισμένες, σαν να περνούσαν μέσα από λαρύγγια που δεν είχαν πια σώμα.

Έφτασε στην πόρτα με τα δάχτυλα μουδιασμένα. Το κλειδί έπεσε μία φορά στο χιόνι. Το μάζεψε σχεδόν στα τυφλά. Πίσω της, κάτι πλησίαζε. Δεν γύρισε να δει.

Ξεκλείδωσε.

Η πόρτα άνοιξε αμέσως.

Σαν να μην ήταν ποτέ κλειδωμένη.

Μπήκε μέσα και την έκλεισε με δύναμη. Τα ουρλιαχτά χτύπησαν απ’ έξω, πολλαπλασιάστηκαν, κύλησαν πάνω στο ξύλο σαν νύχια. Για μια στιγμή πίστεψε ότι θα σπάσει. Ότι η βιβλιοθήκη θα παραδοθεί.

Δεν το έκανε.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν αφύσικη.

Η Ελένη στάθηκε ακίνητη, με την πλάτη στην πόρτα. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα την προδώσει. Τότε είδε το πάτωμα.

Τα βιβλία.

Ήταν παντού.

Ριγμένα, ανοιχτά, ποδοπατημένα. Σελίδες σκισμένες. Ράχες σπασμένες. Όχι σαν.. μετά από πάλη.

Σαν.. μετά από εξέγερση.

Κάποια βιβλία είχαν γλιστρήσει μακριά από τα ράφια μόνα τους. Άλλα έμοιαζαν να έχουν ανοιχτεί βίαια, σαν να τα είχαν τραβήξει από μέσα προς τα έξω. Η Ελένη γονάτισε. Πήρε ένα τυχαίο.

Ήταν άδειο.

Όχι λευκό.

Άδειο.

Οι λέξεις είχαν αφαιρεθεί. Όχι σβηστεί — μετακινηθεί. Σήκωσε κι άλλο. Το ίδιο. Κι άλλο.

Τα περισσότερα βιβλία δεν περιείχαν πια τίποτα.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Όχι», είπε.

Η φωνή της αντήχησε διαφορετικά. Πιο πλατιά. Σαν να είχε περισσότερο χώρο.

Προχώρησε προς το κέντρο. Εκεί όπου βρισκόταν πάντα το γραφείο της. Δεν υπήρχε πια γραφείο. Μόνο ένα χαμηλό βάθρο από βιβλία στοιβαγμένα κυκλικά.

Σαν βωμός.

Στην κορυφή, ένα βιβλίο.

Με εξώφυλλο σκούρο.

Το άνοιξε.

Δεν είχε τίτλο.

Η πρώτη σελίδα έγραφε:

ΔΕΝ ΧΩΡΑΜΕ ΑΛΛΟ.

Η δεύτερη:

ΕΣΥ ΜΑΣ ΑΝΟΙΞΕΣ.

Η τρίτη:

ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ.

Η Ελένη ένιωσε τα ουρλιαχτά απ’ έξω να χαμηλώνουν. Όχι να απομακρύνονται.

Να περιμένουν.

Τότε κατάλαβε την ανατροπή.

Η βιβλιοθήκη δεν κρατούσε πια τις μνήμες.

Τις είχε αποβάλει.

Ό,τι δεν χωρούσε στα βιβλία, είχε βγει έξω. Στο χιόνι. Στους δρόμους. Στα σώματα που ούρλιαζαν.

Και ό,τι είχε απομείνει μέσα…

Χρειαζόταν νέο δοχείο.

Το βιβλίο στα χέρια της άρχισε να βαραίνει. Όχι φυσικά. Ηθικά. Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα.

Τα ράφια γύρω της ήταν άδεια.

Περίμεναν.

Η πόρτα πίσω της έτριξε.

Όχι από επίθεση.

Από πρόσκληση.

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια.

Και για πρώτη φορά, δεν σκέφτηκε αν θα αντέξει.

Σκέφτηκε αν έχει το δικαίωμα.

Όταν τα άνοιξε, έκανε ένα βήμα μπροστά.

Η βιβλιοθήκη άρχισε να αναπνέει.

[…]

 

«Τι είναι αυτά που γράφω, Θεέ μου.. Μάλλον, μέσα μου, ζει περισσότερο η εγκληματολόγος, παρά η συγγραφέας!»

Η Ελένη πέταξε το μολύβι πάνω στο γραφείο και σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα σύρθηκε στο πάτωμα του παλιού αρχοντικού και ο ήχος αντήχησε υπερβολικά, σαν να είχε μέσα του θάλασσα. Πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε. Ο αέρας μύριζε αλάτι και φύκια. Κάτω, η παραλία απλωνόταν άδεια, γκρίζα, χωρίς ίχνη ανθρώπου. Μόνο το κύμα, σταθερό και αδιάφορο.

Πίσω της, στο μεγάλο τραπέζι, ήταν απλωμένες οι σελίδες.

Δεμένες πρόχειρα. Αριθμημένες μέχρι το δώδεκα.

Ένα μυθιστόρημα. Είχε ξεκινήσει να το γράφει, με αφορμή και μια νέα υπόθεση που θ’ αναλάμβανε.. Σε λίγο.

Το δικό της.

Η Ελένη τρίφτηκε στους κροτάφους. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. Δεν έτρεμαν από κούραση. Έτρεμαν από κάτι πιο βαθύ — από την αίσθηση ότι είχε πάει πολύ μακριά και δεν ήξερε πώς να επιστρέψει.

«Βιβλιοθήκες. Χιόνια. Λύκοι», μουρμούρισε. «Ποιος τα σκέφτεται αυτά;»

Έσκυψε και μάζεψε μια σελίδα που είχε πέσει στο πάτωμα. Τη διάβασε χωρίς πραγματικά να διαβάζει. Ήξερε κάθε φράση. Την είχε γράψει σε καταστάσεις που δεν θυμόταν καθαρά. Νύχτες που το σώμα της πονούσε χωρίς λόγο. Πρωινά που ξυπνούσε με τη γεύση μελανιού στο στόμα.

Έσβησε ένα τσιγάρο στο τασάκι. Δεν θυμόταν πότε το είχε ανάψει.

Το αρχοντικό ήταν παλιό, κληρονομιά ενός θείου που δεν μιλούσε κανείς πια. Στέκονταν μόνο του, πάνω από την ερημική παραλία, με παράθυρα ψηλά και πατώματα που έτριζαν σαν να σχολίαζαν τις κινήσεις της. Η Ελένη είχε έρθει εδώ για να ξεκινήσει το βιβλίο. Για ησυχία. Για απομόνωση.

Αντ’ αυτού, είχε βρει φωνές.

Κοίταξε το ρολόι.

Αύριο.

Αύριο θα ερχόταν και η δημοσιογράφος.

Νεαρή, είχε πει στο τηλέφωνο. Φιλόδοξη. «Θαυμάστρια του έργου σας». Θα οδηγούσε μέχρι εδώ, μέσα από χωματόδρομους, για να της πάρει συνέντευξη. Για να τη ρωτήσει από πού αντλεί την έμπνευσή της. Γιατί γράφει τόσο σκοτεινά. Γιατί οι γυναίκες στα βιβλία της δεν σώζονται. Μάλλον γιατί, πέρα από συγγραφέας, ήταν και εγκληματολόγος..

Η Ελένη ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι.

Δεν ήταν έτοιμη.

Όχι για τις ερωτήσεις.

Για την παρουσία.

Στάθηκε πάλι μπροστά στο τραπέζι. Άπλωσε τις σελίδες σε σειρά. Τα κεφάλαια έμοιαζαν ξαφνικά λιγότερο φανταστικά. Σαν καταγραφές που είχε απλώς μεταμφιέσει.

Ένα κύμα χτύπησε πιο δυνατά από τα άλλα.

Για μια στιγμή, της φάνηκε πως άκουσε ουρλιαχτό.

Τίναξε το κεφάλι της.

«Φτάνει», είπε δυνατά. «Είσαι συγγραφέας. Αυτό κάνεις. Επινοείς».

Κάθισε και πήρε το μολύβι.

Στην επόμενη σελίδα, έγραψε:

Η Ελένη έκλεισε το χειρόγραφο και κοίταξε τη θάλασσα.

Σταμάτησε.

Έσχισε τη σελίδα.

Κάπου μέσα στο αρχοντικό, ακούστηκε ένα τρίξιμο. Όχι από τον αέρα. Από βάρος.

Η Ελένη δεν γύρισε.

Ήξερε πια πως, είτε έγραφε είτε όχι, κάτι είχε αρχίσει να την πλησιάζει.

Και αύριο, με τη δημοσιογράφο στο σπίτι,

δεν θα ήταν πια μόνη με τις λέξεις.

[…]

Η Ελένη άνοιξε την πόρτα, και το κρύο τη χτύπησε αμέσως στο πρόσωπο. Ο αέρας ήταν πιο βαρύς από το συνηθισμένο, με τις πρώτες νιφάδες να αρχίζουν πάλι να πέφτουν. Πριν προλάβει να αντιδράσει, η δημοσιογράφος μπήκε στο χώρο, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Η κοπέλα ήταν νέα, με πρόσωπο έντονα χαρακτηριστικό και μακριά μαλλιά που έπεφταν ατημέλητα στους ώμους της. Τα μάτια της, μισόκλειστα, φανέρωναν μια αινιγματική λάμψη, σαν να μην έβλεπαν απλώς, αλλά να έψαχναν κάτι.

"Ελένη Κομνηνού," είπε με φωνή απαλή και συνάμα γεμάτη σιγουριά, "σας ευχαριστώ για την αποδοχή της συνέντευξης. Σας παρακαλώ, μη μείνετε ευγενική μαζί μου. Θέλω να κατανοήσω την αλήθεια πίσω από τα βιβλία σας. Όλο αυτό... το σκοτεινό παρελθόν που διαπνέει τις ιστορίες σας."

Η Ελένη την κοίταξε, τα μάτια της να ρουφούν τη σκιά του χώρου γύρω τους. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη ρωτούσαν για το σκοτάδι που αναδύεται από τα έργα της, αλλά αυτή η κοπέλα είχε κάτι διαφορετικό. Δεν ήρθε να μάθει για τις ιστορίες της, ή για τη συγγραφή. Ήρθε να μάθει κάτι άλλο.

"Πως κι επιλέξατε να με βρείτε εδώ;" ρώτησε η Ελένη, το βλέμμα της στέλνοντας ένα μήνυμα που η νεαρή δημοσιογράφος ίσως να μην ήθελε να λάβει.

Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της, σχεδόν αόριστα. "Οι φήμες για τη βιβλιοθήκη σας... τη θέση αυτή, όλα αυτά τα χρόνια που λέγονται και ξαναλέγονται, έρχονται σαν ψίθυροι. Πόσο εύκολα τα αφήνετε πίσω;"

Η Ελένη σήκωσε το φρύδι της, και ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της, αλλά τα μάτια της ήταν ψυχρά. "Οι βιβλιοθήκες δεν έχουν ανάγκη από ψίθυρους, ούτε από φήμες. Έχουν ανάγκη από σιωπή."

Η δημοσιογράφος την παρακολουθούσε προσεκτικά, με το στόμα της λίγο ανοιχτό. "Η σιωπή... Σαν να αναστενάζει το ίδιο το κτίριο, σαν να ζητά να την ακούσουμε. Σας έχουν ποτέ μιλήσει για τα πράγματα που είστε έτοιμη να ξεχάσετε;" Η φωνή της είχε αρχίσει να παίρνει μια σκοτεινιά, μια ένταση που έκανε τον αέρα να σφιχτεί γύρω τους.

Η Ελένη ένιωσε το βάρος του βλέμματος της δημοσιογράφου να τη διαπερνά. "Να ξεχάσω;" Η λέξη ήχησε σαν γδούπος στο θρόισμα της σιωπής. "Και αν είναι τα ίδια τα βιβλία που θυμίζουν όσα πρέπει να μένουν ξεχασμένα;"

Η κοπέλα έκανε ένα βήμα πιο κοντά, και το βλέμμα της βυθίστηκε ακόμα περισσότερο στην Ελένη. "Ή μήπως αυτά που δεν ξεχνάτε είναι εκείνα που δεν θέλουν να ξεχαστούν;"

Η Ελένη έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι της, σαν να έδιωχνε την ερώτηση από τον αέρα. "Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε το παρελθόν, αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να το κατανοήσουμε. Και να το κρατήσουμε κλειδωμένο. Και, στο σημείο αυτό, σας μιλάω..σαν εγκληματολόγος"

"Αλλά τι γίνεται όταν το κλειδί δεν είναι δικό σας; Αλλά.. Κάποιου άλλου.. Θύματος.. Θύτη" ψιθύρισε η δημοσιογράφος.

Η Ελένη πάγωσε για μια στιγμή, σαν να άκουσε μια λέξη που δεν έπρεπε να ειπωθεί. "Το κλειδί;" είπε σχεδόν με σφιγμένο λαιμό. "Το μόνο κλειδί που έχει σημασία είναι το κλειδί της γνώσης."

Η δημοσιογράφος στάθηκε λίγο σιωπηλή και τότε είπε, με μια τόση δόση ειρωνείας που έσπασε την ένταση του αέρα: "Ξέρω, Ελένη. Αλλά ίσως το κλειδί είναι αυτό που ποτέ δεν θα καταλάβετε. Όπως και το γεγονός ότι κάποια κλειδιά πρέπει να επιστρέψουν στον τόπο τους, πριν ανοίξουν άλλες πόρτες."

Η Ελένη έμεινε ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα, πριν γυρίσει και κοιτάξει το παράθυρο. Ο καιρός έξω είχε αρχίσει να θυμίζει κάτι αναπόφευκτο. Χιόνι, ήλιος, σιωπή.

"Η αλήθεια," είπε τελικά, "είναι ότι το παρελθόν μας είναι και θα παραμείνει ζωντανό μέσα από τα βιβλία, αν δεν το κατανοήσουμε. Το ξέρετε κι εσείς, έτσι δεν είναι;"

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε ελαφρά, ένα χαμόγελο που έκρυβε περισσότερα από όσα αποκαλύπτονταν.

"Ναι," είπε, "το ξέρω."

Η νεαρή δημοσιογράφος κοίταξε την Ελένη με ένα βλέμμα που θύμιζε κυνηγό, λες και κάθε της λέξη ήταν το τελευταίο κομμάτι μιας σκακιέρας που είχε βάλει σε κίνηση χωρίς να το ξέρει.

"Σας ρωτώ, Ελένη," είπε, με φωνή που θρόιζε από την ένταση, "γιατί επιλέξατε το χιόνι; Γιατί αυτή η απομόνωση; Μήπως το χιόνι, όπως και το κρύο, είναι το μόνο που μπορεί να καλύψει τις αλήθειες που βρίσκονται θαμμένες; Πρόκειται περί..συγγραφικής διαστροφής;"

Η Ελένη την κοιτούσε για λίγα δευτερόλεπτα, μια πικρή σιωπή που έμοιαζε να διαρκεί αιώνια. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε κάτι ασφυκτικό, λες κι ο χρόνος να είχε σταματήσει και οι τοίχοι του δωματίου να την κατάπιναν σιγά σιγά.

"Το χιόνι," απάντησε τελικά η Ελένη, και η φωνή της είχε μια χροιά που έμοιαζε με ψίθυρο, "είναι το τέλος, το κάλυμμα, η καταστροφή και η γέννηση. Όλα όσα θέλουν να ξεχαστούν, κρύβονται κάτω από το χιόνι. Αλλά όσο και να το καλύψεις, το χιόνι δεν ξεχνά ποτέ."

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό της ήταν σχεδόν γεμάτο μελαγχολία, σαν να γνώριζε κάτι που η ίδια η Ελένη ακόμα δεν είχε αποδεχτεί.

"Αυτό το χιόνι, λοιπόν, είναι το ίδιο το παρελθόν, η αναγκαιότητα του παρελθόντος να επιστρέψει;" Η φωνή της ξαναπήρε μια πιο σφιχτή, πιο αυστηρή χροιά. "Πόσο καιρό το έχετε κρατήσει κρυφό, Ελένη; Τι καταγράφετε μέσα στα βιβλία σας που σας κάνει να φοβάστε το φως;"

Η Ελένη ένιωσε μια ανατριχίλα να την διαπερνά. Για μια στιγμή, η εικόνα της βιβλιοθήκης γέμισε το μυαλό της. Τα βιβλία, οι σελίδες, οι κρυμμένες λέξεις που αναστενάζουν, όπως τα πτώματα που περιμένουν να αναστηθούν.

"Πόσο καιρό;" επανέλαβε αργά η Ελένη, με μια φωνή που έμοιαζε να σπάει το σκοτάδι. "Ίσως μια ζωή. Ίσως μόνο για μια στιγμή. Αλλά το θέμα δεν είναι το παρελθόν που καταγράφω, είναι το μέλλον που αποφεύγω. Αυτό που πρέπει να αποφύγουν όσοι δεν θέλουν να καταλήξουν δολοφονημένοι σύζυγοι.. εραστές.." Σταμάτησε.

Η δημοσιογράφος πλησίασε ακόμη περισσότερο, σχεδόν βυθίζοντας τα μάτια της στην Ελένη, σαν να ήθελε να την αποκαλύψει, να την καταλάβει χωρίς να αφήνει τίποτα ασαφές. "Εννοείτε το μέλλον, ή μήπως εννοείτε την αλήθεια που προσπαθείτε να πνίξετε; Στην αρχή λέγατε πως τα βιβλία δεν θυμούνται, αλλά βλέπω ότι προσπαθείτε να θυμηθείτε κάτι που κανείς άλλος δεν θέλει να ξαναθυμηθεί. Τι είναι αυτό που κρύβεται από το φως, Ελένη; Δεν ρωτάω την εγκληματολόγο. Ρωτάω την συγγραφέα"

Η Ελένη άφησε το βλέμμα της να πέσει στο πάτωμα, σαν να μη μπορούσε να κοιτάξει πια τα μάτια της δημοσιογράφου. Τα λόγια ήταν βαρύτερα από το χιόνι, από την καταστολή που είχαν φέρει όλα όσα είχε προσπαθήσει να αφήσει πίσω.

"Είναι το έγκλημα," είπε σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, "που διαπράττουν όλοι αυτοί που θέλουν να πιστεύουν ότι το παρελθόν τους είναι αθώο. Όταν τα βιβλία γίνονται φωνές, οι φωνές είναι αλήθειες που δεν πρέπει να ειπωθούν. Ο φόβος δεν είναι ότι κάποιος θα μάθει το μυστικό μου, αλλά ότι θα το αναγνωρίσει σαν δικό του."

Η νεαρή δημοσιογράφος στάθηκε ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα, σαν να είχε καταλάβει την πραγματική ουσία της συζήτησης, σαν να είχε μπει κι αυτή σε έναν κύκλο που δεν είχε πια επιστροφή.

"Και τι κάνετε, Ελένη; Επιμένετε να γράφετε τις αλήθειες που όλοι φοβούνται να ζήσουν; Μήπως τελικά γράφετε για τον εαυτό σας; Μήπως το μόνο που θέλετε είναι να βρείτε το κλειδί για να ελευθερωθείτε εσείς.. από τα βιβλία σας;"

Η Ελένη κοίταξε την δημοσιογράφο, αυτή τη φορά όχι με φόβο, αλλά με μια φλόγα στο βλέμμα της που είχε σβήσει και ξαναγεννηθεί μέσα από τις λέξεις της. "Δεν είναι τα βιβλία που φοβάμαι, αλλά όσα η μνήμη δεν μπορεί να ξεχάσει. Μερικές φορές, το κλειδί που αναζητάς δεν είναι αυτό που ανοίγει την πόρτα, αλλά αυτό που τη διατηρεί κλειστή."

Η δημοσιογράφος έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. Το φως του δωματίου άρχισε να τρεμοπαίζει, και μια αίσθηση απώλειας γέμισε τον αέρα.

"Έχω να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο, Ελένη," είπε τελικά με μια φωνή που έμοιαζε να αντηχεί πιο βαθιά κι από τα μυστικά. "Αν το βιβλία σας είχαν γραφτεί από κάποιον άλλον, αν τα λόγια σας ανήκαν σε μια ξένη γραφή, τι θα κάνατε; Θα τα διαβάζατε ή θα τα αφήνατε να σβήσουν με το χιόνι;"

Η Ελένη την κοίταξε αμίλητη για λίγο, τα μάτια της να αντανακλούν κάτι απροσδιόριστο, κάτι τρομακτικό που δεν μπορούσε να αποδεχτεί. "Αν τα βιβλία μου είχαν γραφτεί από κάποιον άλλον," απάντησε, "θα ήξερα ότι αυτές οι ιστορίες δεν είναι δικές μου. Αλλά ξέρετε κάτι; Κάποιες ιστορίες δεν μας ανήκουν. Μας ανήκουν μόνο όταν τις ζούμε."

Η δημοσιογράφος δεν απάντησε αμέσως. Αντίθετα, παραμέρισε την καρέκλα, πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε έξω. "Όλα αυτά," είπε ξαφνικά, "είναι πολύ αργά, πια, για να τα σταματήσουμε, έτσι δεν είναι;"

Η Ελένη έμεινε ακίνητη, και απάντησε σχεδόν με μια φωνή που έμοιαζε να έρχεται από το ίδιο το χιόνι.

"Ναι," είπε, "αλλά τίποτα δεν τελειώνει χωρίς να έχει αρχίσει."

Η δημοσιογράφος την κοίταξε με ένταση, σαν να προσπαθούσε να δει μέσα της και να καταλάβει αν είχε όντως παραδοθεί στο πεπρωμένο που τόσο επίμονα την αναζητούσε. "Ποιος έχει την εξουσία εδώ, Ελένη; Η συγγραφέας ή η εγκληματολόγος;"

Η Ελένη την κοίταξε ψυχρά και αργά απάντησε, «Η βιβλιοθήκη. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο από όλα. Γιατί εκείνη δεν χρειάζεται εξουσία. Απλώς μας χρησιμοποιεί.»

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε. "Είναι η γραφή που μας ενώνει και μας φυλακίζει. Ή ίσως, απλά, ο φόβος, που ποτέ δεν αφήνει κανέναν να ξεφύγει."

Αυτή τη φορά, η Ελένη δεν μπορούσε να κρύψει την ανατριχίλα που τη διαπέρασε. Η ατμόσφαιρα γύρω τους έγινε βαρύτερη, σαν να είχαν οι ίδιοι ανοίξει μια πόρτα στον άγνωστο κόσμο μιας βιβλιοθήκης, που ποτέ δεν έπαυε να τους παρακολουθεί.

Η δημοσιογράφος σήκωσε το βλέμμα της από το παράθυρο και γύρισε αργά προς την Ελένη. Οι σκιές στο δωμάτιο φάνηκαν να πυκνώνουν, δημιουργώντας μια αίσθηση βαρύτητας, σαν κάτι να έμενε παγιδευμένο μέσα τους. Η ένταση ήταν πλέον αισθητή, και η ερώτηση που ερχόταν από τα χείλη της ήταν αναπόφευκτη.

"Δεν σας φοβίζει η ιδέα ότι ίσως να είστε κι εσείς μέρος της ιστορίας που γράφετε; Ότι ίσως όλα αυτά, η βιβλιοθήκη, τα βιβλία, οι λέξεις... δεν είναι απλώς προϊόν φαντασίας; Μήπως είναι η ίδια η ζωή σας που παίρνει σχήμα μέσα στις σελίδες των έργων σας;"

Η Ελένη πάγωσε. Η φωνή της δημοσιογράφου είχε αποκτήσει μια οξύτητα που την έκανε να αισθανθεί την ίδια την παρουσία της να βαραίνει πάνω της. Τα λόγια της έμοιαζαν με βέλη που είχαν βρει τον στόχο, και για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσε να αμφιβάλλει για όσα είχε ζήσει, για όσα είχε δημιουργήσει.

"Μπορείς να σκεφτείς αυτό που λες;" απάντησε η Ελένη, η φωνή της σφιγμένη. "Ότι η ζωή μου είναι αυτό που γράφω... Ότι μπορεί όλη αυτή η διαδικασία να είναι περισσότερο από ένα έργο; Να είναι η ίδια η ζωή που ψάχνει τρόπους να εκφραστεί, να αποκαλυφθεί μέσα από τα λόγια μου;"

Η δημοσιογράφος έκανε ένα βήμα πιο κοντά, η ανάσα της σχεδόν αναμεμιγμένη με τη βαρύτητα του χώρου. "Πες μου," είπε αργά, "είναι οι λέξεις που σε καταλαβαίνουν ή εσύ που προσπαθείς να τις κατανοήσεις; Και αν όλη αυτή η συγγραφή, η δημιουργία, είναι απλώς μια ανάγκη να φυλακίσεις αυτό που δεν μπορείς να ελέγξεις;"

Η Ελένη την κοίταξε σιωπηλά, το βλέμμα της σκοτεινό, σαν να έψαχνε για κάτι που δεν υπήρχε πια. "Μπορεί να είναι αυτό," απάντησε τελικά. "Μπορεί να είναι αυτό που ποτέ δεν ήθελα να παραδεχτώ. Ότι ίσως οι λέξεις και τα βιβλία δεν με ελευθερώνουν... αλλά με φυλακίζουν."

Η δημοσιογράφος πλησίασε ακόμα πιο κοντά, το βλέμμα της έντονα εστιασμένο στην Ελένη, σαν να ήθελε να αντλήσει όλη την αλήθεια από την ίδια την ψυχή της. "Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε ποιος είναι ο σκοπός σου, Ελένη; Να γράφεις για όσα δεν θέλεις να δεις ή να ξεχνάς αυτά που φοβάσαι να θυμηθείς;"

Η Ελένη σήκωσε το χέρι της και άγγιξε το μέτωπό της, σαν να προσπαθούσε να σταματήσει τη ροή των σκέψεων που την κατακλύζανε. "Δεν ξέρω πια ποιο είναι το όριο," είπε με βραχνή φωνή. "Ίσως έχω περάσει τη γραμμή εκείνη που καθορίζει τη ζωή και τη συγγραφή. Ίσως δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω ποιο είναι το πραγματικό και ποιο είναι το φανταστικό. Ποιο είναι το έγκλημα.. Και ποιο, η πλάνη"

Η δημοσιογράφος την παρακολουθούσε με ένα βλέμμα που έκρυβε μια σκοτεινή ικανοποίηση, σαν να είχε εντοπίσει, επιτέλους, το αδύναμο σημείο της. "Μήπως όλο αυτό το ταξίδι... Το ό,τι ήρθες εδώ να μείνεις.. στην ερημιά.. μήπως δεν ήταν απλώς η ανάγκη σου να καταγράψεις; Μήπως είναι μια αναζήτηση του αληθινού εαυτού σου, αυτού που κρύβεται πίσω από τις λέξεις;"

Η Ελένη σταμάτησε για μια στιγμή, κοιτάζοντας την δημοσιογράφο. "Και αν η αναζήτηση αυτή είναι η φυγή μου;" είπε τελικά, η φωνή της ακουγόταν ξένη και μακρινή. "Αν έχω φυλακιστεί μέσα στο μυαλό μου και στο έργο μου; Αν αυτό το κλειδί που αναζητώ είναι απλώς μια εικονική υπόσχεση ότι θα βρω την έξοδο..να φύγω;"

Η δημοσιογράφος ήξερε ότι είχε βρει τη σωστή στιγμή να ανατρέψει τα πάντα. Πλησίασε ακόμα πιο κοντά, το βλέμμα της τώρα σχεδόν μεθυσμένο από τη δική της νίκη. "Επομένως, η αλήθεια δεν βρίσκεται σε όσα γράφεις," είπε, "αλλά σε όσα αρνείσαι να αποδεχτείς. Η ανάγκη σου να πιστεύεις ότι όλα είναι μια ιστορία.. και όχι η δική σου πραγματικότητα"

Η Ελένη την κοίταξε έντονα, το σώμα της σχεδόν να εκρήγνυται από την ένταση. "Μην νομίζεις ότι έχεις καταλάβει," είπε με σιγουριά. "Εσύ ίσως μπορείς να μιλήσεις για τη ζωή των άλλων. Αλλά η δική μου... δεν είναι μια ιστορία που μπορείς να καταλάβεις απλώς με λέξεις."

Η δημοσιογράφος χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο της ήταν γεμάτο απορία και αποδοχή. "Ίσως όχι," είπε ήσυχα. "Αλλά μερικές φορές οι ιστορίες μας, τα μυστικά μας, τα πιο σκοτεινά μέρη του εαυτού μας, αυτά είναι που μας ορίζουν."

Η Ελένη γύρισε, κοιτάζοντας για μια στιγμή την βιβλιοθήκη που υπήρχε στο σαλόνι του παλιού αρχοντικού.. Φαινόταν να αναστενάζει πιο βαριά από ποτέ. Σήκωσε το κεφάλι της και ψιθύρισε, "Η βιβλιοθήκη δεν είναι τίποτα χωρίς τα βιβλία της. Και εγώ δεν είμαι τίποτα χωρίς τις λέξεις που έχουν φυλακίσει την αλήθεια μου."

Η δημοσιογράφος την παρακολουθούσε με αίσθηση επιτυχίας. "Ακριβώς," είπε τελικά. "Και τώρα, Ελένη, μπορείς να βρεις το θάρρος να τις ελευθερώσεις! Κάντο!"

Έπειτα, με μια κίνηση που φαινόταν σχεδόν υπολογισμένη, προχώρησε προς το μπαρ και, χωρίς να ζητήσει την παραμικρή άδεια, πήρε το μπουκάλι ουίσκι, αδειάζοντας λίγο από το υγρό σε ένα ποτήρι. Ο ήχος του υγρού που κατρακυλούσε ήταν βαθύς και μεθυστικός, ακριβώς όπως η ατμόσφαιρα που είχε σκεπάσει το σαλόνι. Γύρισε αργά προς την Ελένη και με μια κίνηση της έσβησε τη λάμψη του ποτηριού κάτω από το φως, σαν να ήταν η ίδια εκείνη που προσπαθούσε να κρύψει κάτι επικίνδυνο πίσω από τα γυάλινα τοιχώματα.

Κάθισε με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις στην πολυθρόνα απέναντί της. Το σώμα της έγειρε ελαφρώς προς τα πίσω, με τα πόδια της να είναι διασταυρωμένα και το ποτήρι ακούσια τοποθετημένο με ένα περίεργο βάρος στο χέρι της. Το πρόσωπό της ήταν ακίνητο, όπως μια μάσκα που πασχίζει να κρύψει το πιο σκοτεινό μυστικό, σαν να είχε μεταφερθεί σε ένα άλλο σύμπαν, γεμάτο θραυσματικές αναμνήσεις.

Τα χαρακτηριστικά της απέπνεαν κάτι μυστηριώδες, σχεδόν αδιάφορο, αλλά η γωνία του στόματος της μαρτυρούσε και κάτι άλλο: μια μυστική κακία που περιμένει να εκδηλωθεί. Τα χείλη της, γεμάτα και έντονα, είχαν μια μυστηριώδη καμπύλη, ένα είδος ελκυστικής αδιαφορίας που κατακτούσε τα πάντα γύρω της, κάνοντάς τα όλα να μοιάζουν αβέβαια. Κάθε κίνηση, κάθε λέξη της ήταν ένα παιχνίδι, και η Ελένη Κομνηνού ένιωθε σαν να έμπαινε σε έναν χορό επικίνδυνο, όπου δεν υπήρχε επιστροφή.

"Ξέρεις," είπε τελικά η δημοσιογράφος με φωνή που ήταν σαν να ξεπηδούσε από μια άλλη εποχή, "αυτή η βιβλιοθήκη... αυτή η ιστορία που γράφεις... το παρελθόν σου... όλα αυτά είναι τόσο... ενδιαφέροντα. Δεν είναι μόνο οι λέξεις που βρίσκονται στα βιβλία σου που με κάνουν να αναρωτιέμαι, Ελένη. Είναι κάτι πιο... σκοτεινό."

Σηκώθηκε και πήγε να βάλει άλλο ένα ποτήρι ουίσκι, το βλέμμα της παρέμενε συνεχώς στην Ελένη, σαν να προσπαθούσε να την διαπεράσει. Κάθε κίνηση της δημοσιογράφου είχε έναν σκοπό, έναν στόχο που η συγγραφέας ίσως δεν μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως. Όπως και το ποτήρι που ακούμπησε ξανά στην πολυθρόνα της, έτσι και η ίδια έμοιαζε να ακουμπά σε κάτι που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει. Μια σκοτεινή μνήμη που την συνέδεε με το παρελθόν της Ελένης.

"Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα, Ελένη;" ρώτησε με ένα αδιόρατο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. Τα μάτια της άστραψαν, καθώς η δημοσιογράφος κοίταξε την συγγραφέα με ένταση. "Ξέρεις ότι δεν ήρθα απλώς για να σου πάρω συνέντευξη. Ήρθα για να ανακαλύψω την αλήθεια."

Η Ελένη την κοιτούσε αμίλητη, αλλά κάτι στο βλέμμα της άλλαξε, ένα σύντομο τρέμουλο πέρασε από το πρόσωπό της. Η δημοσιογράφος άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι με μια κίνηση αργή, σχεδόν τελετουργική.

"Ξέρεις," είπε χαμηλόφωνα, "η αλήθεια δεν βρίσκεται στις λέξεις σου, Ελένη. Δεν βρίσκεται ούτε στη βιβλιοθήκη για την οποία γράφεις. Η αλήθεια βρίσκεται σε εμένα. Και ξέρεις πολύ καλά ποια είμαι."

Η σιωπή μέσα στο δωμάτιο έγινε σχεδόν στέρεη. Η Ελένη ένιωσε την ανάσα της να κόβεται, το αίμα της να παγώνει, όπως όταν ανακαλύπτεις ότι το παρελθόν σου δεν ήταν ποτέ δικό σου. Ότι όλα όσα πίστευες ότι ήξερες ήταν μόνο κομμάτια από μια μεγαλύτερη ιστορία που κάποιος άλλος είχε αρχίσει να γράφει.

Η δημοσιογράφος έγλειψε τα χείλη της αργά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να γεύονταν το υγρό που άφησε το ποτήρι της.

"Περίμενα πολύ καιρό για να έρθω εδώ, Ελένη. Και ξέρεις τι έψαχνα; Το κλειδί. Το κλειδί για τη βιβλιοθήκη σου. Και τώρα που το έχω, ξέρω... ξέρω ποιο είναι το επόμενο βήμα."

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να τρέμει ελαφρά. Η δημοσιογράφος την είχε πιάσει σε μια παγίδα, και το βλέμμα της ήταν πιο σκοτεινό και γεμάτο από ποτέ. "Και ποιο είναι αυτό το επόμενο βήμα, αν μου επιτρέπεις;" ρώτησε η Ελένη, η φωνή της ακούστηκε εξαιρετικά ήρεμη, σαν να προσπαθούσε να κρύψει τον τρόμο που τη διαπερνούσε.

Η δημοσιογράφος άφησε το ποτήρι της και άπλωσε το χέρι της αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν να έπιανε κάτι το αόρατο. "Θα το μάθεις σύντομα," είπε με τον ίδιο, αργό, ρυθμικό τόνο. "Γιατί κάποια μυστικά... δεν ξεχνούν ποτέ. Και κάποια πρόσωπα... ποτέ δεν φεύγουν. Ακόμη κι όταν είναι νεκρά. Ή.. Μήπως.. Δείχνουν νεκρά αλλά δεν είναι; Όπως αυτή..η Άννα"

Το δωμάτιο ήταν τώρα γεμάτο από τη βαρύτητα των λέξεων που δεν είχαν ειπωθεί. Ο αέρας πνιγόταν από μια αίσθηση ότι κάτι θα ερχόταν, κάτι αόρατο και τόσο επικίνδυνο που κανείς δεν θα ήθελε να συμβεί. Ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει. Και μέσα στη σιωπή, η Ελένη Κομνηνού ένιωσε τον εαυτό της να γλιστρά σε έναν κόσμο που δεν είχε δημιουργήσει εκείνη, αλλά που τώρα... ήταν δικός της.

[…]

 

Άνοιξε τα μάτια της με απότομο τρόμο, το καρδιοχτύπι της να αντηχεί στα αυτιά της. Καθόταν στο γραφείο της. Ένιωθε τα χέρια της μουδιασμένα και το κεφάλι της βαρύ, σαν να είχε ξυπνήσει από κάποιον εφιάλτη. Το όνειρο της δημοσιογράφου ήταν τόσο ζωντανό, τόσο έντονο, που για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν είχε πραγματικά συμβεί. Όλα τα λόγια, οι σκοτεινές εκφράσεις, η ατμόσφαιρα που σχεδόν τής έκοβε την αναπνοή, ήταν σαν μια σφιχτή λαβίδα γύρω από το μυαλό της. Κάτι μέσα της την έσπρωχνε να ξεχάσει, να απορρίψει, να καταπιεί τον φόβο της.

Ο ήχος από το κουδούνι της πόρτας την έβγαλε από τις σκέψεις της. Τι ώρα ήταν; Δεν είχε καταλάβει. Άρπαξε το σακάκι της και σηκώθηκε γρήγορα, προσπαθώντας να αποδιώξει την αίσθηση του εφιάλτη. Η αναπνοή της ήταν ακόμα πιο γρήγορη από το κανονικό, αλλά η αίσθηση του χώρου γύρω της την επανέφερε στην πραγματικότητα.

Πήγε γρήγορα στην πόρτα, άνοιξε την πόρτα και μπροστά της βρέθηκε μια νεαρή κοπέλα. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ντροπή, αλλά και μία αίσθηση σιγουριάς που πρόδιδε την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που μόλις ξεκινούσε το δικό του ταξίδι.

Η κοπέλα φορούσε μια απλή μπλούζα και ένα τζιν παντελόνι, φαινόταν νέας ηλικίας, ίσως γύρω στα 25, και είχε μια φρέσκια, ειλικρινή έκφραση στο πρόσωπό της. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο περιέργεια και σεβασμό, χωρίς ίχνος του τρομακτικού και ψυχρού βλέμματος της φανταστικής δημοσιογράφου που είχε εμφανιστεί στο όνειρο της.

"Καλημέρα," είπε η νεαρή κοπέλα με μια φωνή που πρόδιδε την αμηχανία της. "Είμαι η Μαρία Π., η δημοσιογράφος που είχαμε κανονίσει τη συνέντευξη. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με δεχτήκατε, Κυρία Κομνηνού."

Η Ελένη χαμογέλασε με μια αίσθηση ανακούφισης, προσπαθώντας να επαναφέρει τη συνείδησή της στη πραγματικότητα. Αφού άφησε τη Μαρία να περάσει, την κάθισε στην καρέκλα απέναντί της.

"Χαίρομαι που ήρθατε, Μαρία," είπε. "Λυπάμαι για τη μικρή καθυστέρηση. Μάλλον με πήρε ο ύπνος."

Η Μαρία την κοίταξε με ενδιαφέρον, και τα μάτια της έλαμψαν με σεβασμό. "Δεν πειράζει, καταλαβαίνω απόλυτα. Ευχαριστώ που αφιερώνετε χρόνο για μένα."

Έπειτα, η νεαρή δημοσιογράφος πήρε το σημειωματάριό της και το άνοιξε. Η Ελένη παρατήρησε ότι το χέρι της έτρεμε ελαφρώς, αλλά αυτή η αμηχανία φαινόταν φυσική, ανθρώπινη. Δεν είχε καμία σχέση με την ένταση που ένιωσε στο όνειρο με τη φανταστική δημοσιογράφο.

"Αν μπορείτε," είπε η Μαρία με ειλικρινές ενδιαφέρον, "θα ήθελα να ξεκινήσουμε με κάποιες βασικές ερωτήσεις. Ίσως να είναι λίγο πιο απλές, αλλά ελπίζω να σας βοηθήσουν να με κατανοήσετε καλύτερα."

Η Ελένη χαμογέλασε ήρεμα και έγνεψε καταφατικά.

"Φυσικά, Μαρία. Ρώτα ό,τι θέλεις."

Η Μαρία έγραψε κάτι στο σημειωματάριό της και ύστερα κοίταξε την Ελένη με καθαρή απορία.

"Ποιες είναι οι βασικές σας επιρροές, όταν γράφετε τα βιβλία σας; Ποιοι συγγραφείς ή καλλιτέχνες σας ενέπνευσαν;"

Η Ελένη χαμογέλασε πάλι, αυτή τη φορά με μια πιο γλυκιά διάθεση. Η ερώτηση ήταν απλή, αλλά είχε μια αίσθηση πραγματικού ενδιαφέροντος.

"Πάντα έβρισκα έμπνευση στους κλασικούς," απάντησε. "Συγγραφείς όπως ο Φώκνερ, η Ντιάντρεϊ, ή ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ. Όχι μόνο για τις ιστορίες τους, αλλά για τον τρόπο που κατάφεραν να μεταφέρουν τον φόβο και την υπαρξιακή αγωνία στους αναγνώστες. Ο τρόμος τους δεν ήταν ποτέ μόνο επιφανειακός. Κρύβει πάντα κάτι βαθύτερο."

Η Μαρία έκανε μια σημείωση, τα μάτια της να λάμπουν από περιέργεια.

"Αυτό είναι πραγματικά ενδιαφέρον," είπε. "Θα ήθελα να μάθω, ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι για εσάς όταν γράφετε; Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίζετε συνήθως κατά τη διάρκεια της συγγραφής;"

Η Ελένη σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει.

"Η δυσκολία," είπε τελικά, "είναι να βρεις την αλήθεια πίσω από τις λέξεις. Στη συγγραφή μυθιστορημάτων τρόμου, ειδικά, πρέπει να καταφέρεις να προκαλέσεις συναισθήματα φόβου και αβεβαιότητας στον αναγνώστη, αλλά παράλληλα να μην χάσεις την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτός ο μικρός παραλογισμός μεταξύ του υπαρκτού και του φανταστικού είναι που καθορίζει τη γραφή."

Η Μαρία άκουσε προσεκτικά, σημειώνοντας κάθε λέξη. Στη συνέχεια, γύρισε το βλέμμα της προς την Ελένη με μια πιο προσωπική ερώτηση.

"Πώς νομίζετε ότι το είδος σας, ο τρόμος, συνδέεται με την πραγματικότητα του κόσμου μας σήμερα; Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι αναζητούν τρόμο για να ξεφύγουν από την πραγματικότητα ή για να την κατανοήσουν καλύτερα;"

Η Ελένη το σκέφτηκε λίγο. Η ερώτηση είχε βάθος, και η απάντησή της δεν ήταν απλή.

"Ο τρόμος είναι ένας καθρέφτης," είπε σιγά-σιγά. "Αναδεικνύει ό,τι κρύβουμε, ό,τι φοβόμαστε. Κάποιοι τον αναζητούν για να ξεφύγουν, άλλοι για να τολμήσουν να κοιτάξουν κατάματα ό,τι δεν θέλουν να δουν. Πιστεύω ότι όλοι κρύβουμε έναν μικρό φόβο, και ο τρόμος είναι ο τρόπος για να τον αντιμετωπίσουμε ή να τον κρύψουμε καλύτερα."

Η Μαρία σκέφτηκε για λίγο την απάντηση, και η έκφρασή της ήταν γεμάτη σεβασμό και κατανόηση. Ήξερε ότι οι απαντήσεις που έπαιρνε δεν ήταν απλώς από μια συγγραφέα, αλλά από μια γυναίκα που είχε περάσει μέσα από τον ίδιο τον τρόμο, ούσα εγκληματολόγος στο επάγγελμα, και είχε καταφέρει να τον μετατρέψει σε τέχνη.

"Πιστεύετε ότι θα γράφετε πάντα τρομαχτικά μυθιστορήματα;" ρώτησε, με την αθώα περιέργεια να διαπνέει τη φωνή της.

Η Ελένη χαμογέλασε με μια ελαφριά σκιά νοσταλγίας. "Δεν ξέρω," είπε. "Αλλά όσο βρίσκω τον τρόμο γύρω μου, όσο αυτός παραμένει ζωντανός μέσα μου, ναι... νομίζω πως θα συνεχίσω να γράφω τρομαχτικά μυθιστορήματα."

Η Μαρία έγραψε την τελευταία της σημείωση και κοίταξε την Ελένη με μια πιο ήρεμη ματιά.

"Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας, Κυρία Κομνηνού. Ήταν πραγματικά μεγάλη τιμή για μένα και χαρά να μιλήσω μαζί σας."

Η Ελένη κοίταξε τη νεαρή δημοσιογράφο, το χαμόγελό της πιο ζεστό και πραγματικό αυτή τη φορά.

"Εγώ ευχαριστώ, Μαρία για την συζήτηση που είχαμε. Η πρώτη φορά είναι πάντα η πιο δύσκολη, αλλά έκανες.. εξαιρετική δουλειά."

Η πόρτα έκλεισε πίσω από τη νεαρή δημοσιογράφο, και η Ελένη ξανακάθισε στο γραφείο της. Ένιωσε μια παράξενη αίσθηση ανακούφισης. Δεν ήταν το όνειρο, αυτό που είχε ζήσει, με την φανταστική δημοσιογράφο. Ήταν η συνέντευξη, πριν από λίγα λεπτά. Όμως, ακόμα κι έτσι, ο φόβος παρέμενε.

Κάθισε στο γραφείο της ξανά και άρχισε να πληκτρολογεί τη συνέχεια.. Είχε μπροστά της τρεις μέρες μόνο, μέχρι να φύγει για την Αρκαδία. Πληκτρολόγησε την λέξη: ΄΄ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13΄΄..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Το χιόνι εκείνη τη χρονιά δεν έπεφτε.
Κατέβαινε.

Έπνιγε πρώτα τις φωνές, ύστερα τα ίχνη, και στο τέλος τις αποφάσεις. Όταν χάθηκε το παιδί, κανείς δεν φώναξε δυνατά το όνομά του στην πλατεία. Όχι επειδή δεν το αγαπούσαν. Αλλά επειδή ήξεραν — χωρίς να το έχουν συμφωνήσει ποτέ — ότι κάποια ονόματα, όταν ειπωθούν μέσα στο χιόνι, δεν επιστρέφουν.

Η Καλλιόπη τότε δεν ήταν η γριά της πλατείας. Ήταν γυναίκα γύρω στα σαράντα, με μαλλιά δεμένα πίσω, με χέρια που ήξεραν να ζυμώνουν και να σκεπάζουν. Να σκεπάζουν κυρίως.

Ο πρόεδρος δεν ήταν πρόεδρος. Ήταν απλώς ο άντρας που είχε το κλειδί της βιβλιοθήκης. Και όταν χτυπούσαν οι καμπάνες, πριν από τον παπά, έτρεχε πρώτα εκείνος να βεβαιωθεί πως η πόρτα ήταν κλειστή.

Εκείνο το βράδυ, τους μάζεψε μέσα.

Όχι όλους. Μόνο όσους «έπρεπε».

Και το «έπρεπε» το αναγνώριζες από το βλέμμα: από ανθρώπους που δεν κοιμούνται καλά εδώ και χρόνια, χωρίς να θυμούνται γιατί.

Η βιβλιοθήκη μύριζε υγρασία και κάτι σαν σίδερο.
Σαν αίμα που στέγνωσε σε χαρτί.

Στο κέντρο, πάνω στο παλιό γραφείο, υπήρχε ένα τετράδιο χωρίς εξώφυλλο. Δίπλα του ένα μολύβι. Κανείς δεν το έφερε. Ήταν πάντα εκεί, σαν να περίμενε.

«Θα γράψουμε», είπε ο πρόεδρος.

«Τι;» ρώτησε ένας, και η φωνή του ακούστηκε λάθος, σαν να τη μασούσε ο χώρος πριν την αφήσει να βγει.

Ο πρόεδρος κατάπιε.
«Την αλήθεια. Όχι για να την μάθει κανείς. Για να την πάρει από εμάς.»

Η Καλλιόπη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Κοίταξε γύρω: πρόσωπα άσπρα, σκυμμένα. Άντρες με παγωμένες παλάμες. Γυναίκες που κρατούσαν τα χέρια τους στις τσέπες, λες και μέσα έκρυβαν κάτι.

«Δεν θα το γράψω εγώ», είπε.

Κανείς δεν απάντησε.

Τότε ακούστηκε ένα μικρό τρίξιμο από τα ράφια.
Κάτι σαν γέλιο, αλλά όχι ανθρώπινο.
Σαν σελίδα που γύρισε μόνη της.

Ο πρόεδρος έσπρωξε το μολύβι προς τη μέση του τραπεζιού.
«Κάποιος θα το γράψει. Κάποιος πρέπει.»

Και τότε, ανάμεσα στα σώματα, ξεκόλλησε μια σκιά.
Ένα αγόρι. Ή ένας νεαρός. Κανείς δεν ήταν σίγουρος, γιατί το πρόσωπό του ήταν σαν λάθος μνήμη: το θυμόσουν χωρίς να μπορείς να ορκιστείς ότι το είδες.

Στάθηκε μπροστά στο τετράδιο.

«Εγώ», είπε.

Η φωνή του δεν είχε φόβο. Είχε μια παράξενη πραότητα, σαν να είχε πεθάνει κάτι μέσα του πολύ νωρίς και να είχε μείνει μόνο το χρήσιμο κομμάτι της ύπαρξης.

«Πώς σε λένε;» ψιθύρισε η Καλλιόπη, και αμέσως μετά μετάνιωσε.

Το αγόρι την κοίταξε.
Και για μια στιγμή, εκείνη ένιωσε πως την θυμάται από κάτι που δεν έχει συμβεί ακόμα.

«Αν το πω», απάντησε ήσυχα, «θα με κρατήσει.»

Το μολύβι σηκώθηκε μόνο του — ή έτσι φάνηκε — και βρέθηκε στο χέρι του.
Το τετράδιο άνοιξε σε λευκή σελίδα.

Και πριν γράψει, γύρισε προς όλους.

«Ό,τι γραφτεί εδώ μέσα», είπε, «θα το ξεχάσετε. Όχι αμέσως. Σιγά. Θα ξεθωριάσει. Θα σας αφήσει να ζήσετε. Αλλά…»

Έδειξε τα ράφια.

«…θα μείνει μέσα.»

Ο πρόεδρος έκανε το σταυρό του. Όχι από πίστη. Από φόβο.

Και τότε το αγόρι έγραψε την πρώτη λέξη:
ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΑΜΕ.

Η Καλλιόπη ένιωσε τον λαιμό της να καίει, σαν να της πήραν κάτι από μέσα. Κάτι που δεν ήξερε ότι είχε.

Έξω, το χιόνι σκέπασε τον δρόμο ως την πλατεία.

Και μέσα, για πρώτη φορά, η βιβλιοθήκη αναστέναξε σαν να ήταν ζωντανή.

[…]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Η Ελένη στάθηκε στο κέντρο του κτιρίου — εκεί που άλλοτε ήταν το γραφείο της και τώρα ήταν ο βωμός από άδεια βιβλία. Ένιωσε την παλάμη της να ιδρώνει γύρω από το βιβλίο που έγραφε: ΔΕΝ ΧΩΡΑΜΕ ΑΛΛΟ.

Το χιόνι έξω δεν ακουγόταν πια.
Ούτε οι λύκοι.
Ούτε οι φωνές.

Σαν να είχαν όλοι κρατήσει την ανάσα τους για να ακούσουν τι θα κάνει.

Η βιβλιοθήκη, αντί να τρίζει, είχε αρχίσει να κάνει κάτι χειρότερο:
να συγχρονίζεται μαζί της.

Κάθε χτύπος της καρδιάς της, ένα μικρό τικ.
Κάθε κατάποση, ένα τακ.

Το ρολόι στον τοίχο δεν δούλευε.
Κι όμως, ο χρόνος λειτουργούσε.

Η Ελένη άνοιξε το βιβλίο πιο πολύ. Οι σελίδες δεν ήταν λευκές πια.

Ήταν γεμάτες… όχι γράμματα.

Εικόνες.

Μια πλατεία με χιόνι ως το γόνατο.
Ένα παιδί που κλαίει χωρίς ήχο.
Μια γυναίκα (η Καλλιόπη) που σφίγγει τα χέρια της τόσο, που τα νύχια αφήνουν αίμα.

Και εκείνος.
Ο ίδιος ακριβώς.

Ο Ανδρέας.

Όχι όπως τον είχε φιλήσει. Όχι όπως είχε χαθεί.
Αλλά όπως ήταν πάντα: Σαν ενδιάμεσος. Σαν πέρασμα.

Η Ελένη έκανε ένα βήμα πίσω, και το πάτωμα… υποχώρησε ανεπαίσθητα. Όχι σαν τρύπα, αλλά σαν μνήμη που μαλακώνει.

Κάτι την τραβούσε — όχι προς τα κάτω, προς τα πίσω.

Και τότε κατάλαβε το flashback δεν ήταν δικό της.
Ήταν της βιβλιοθήκης.

Της έδειχνε την πρώτη συμφωνία.

«Εσύ μας άνοιξες», έλεγε το βιβλίο.

Η Ελένη ψιθύρισε:
«Δεν ήμουν εγώ.»

Η απάντηση ήρθε σαν δόνηση στα ράφια.

Ήσουν.

Κι εκεί, στη μισοσκότεινη άκρη του χώρου, είδε κάτι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ:
μια δεύτερη πόρτα.
Όχι είσοδο.
Έξοδο.

Μια πόρτα στενή, σαν παλιά ντουλάπα, που δεν ταίριαζε με την αρχιτεκτονική. Κι όμως, βρισκόταν πάντα εκεί — κρυμμένη πίσω από τις «Τοπικές Ιστορίες».

Η Ελένη πλησίασε. Το χέρι της άγγιξε το πόμολο.

Κρύο.

Όχι από τον καιρό. Από απουσία.

Η βιβλιοθήκη έτριξε.

Όχι προειδοποίηση.
Όχι απειλή.

Παρότρυνση.

Η Ελένη άνοιξε την πόρτα.

Και αντί για σκοτάδι, είδε…

φως από παράθυρο.

Μυρωδιά αλατιού.

Κύμα.

Σαν να άνοιγε πόρτα σε άλλο τόπο.

Σαν να άνοιγε πόρτα… σε άλλη Ελένη.

Η ανάσα της κόπηκε.

Πίσω της, η φωνή του Ανδρέα, καθαρή, σχεδόν ανθρώπινη αυτή τη φορά:

«Τώρα καταλαβαίνεις γιατί δεν είχα όνομα.»

Η Ελένη γύρισε, αλλά δεν τον είδε.

Μόνο ένα λεπτό βιβλιαράκι στο πάτωμα, εκεί που δεν υπήρχε πριν.

Το σήκωσε.

Στη ράχη έγραφε:

ΑΝΔΡΕΑΣ — 1986

Η Ελένη το άνοιξε τρέμοντας.

Και διάβασε μια πρόταση που δεν της ανήκε, αλλά την ήξερε σαν δική της:

«Το κλειδί δεν ανοίγει πόρτες. Ανοίγει ανθρώπους.»

[…]

 

Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο του αρχοντικού και ένιωσε μια ανεξήγητη υγρασία στο σβέρκο της, σαν ανάσα.

Δεν είχε χιόνι εδώ.
Κι όμως, η αίσθηση του κρύου είχε αρχίσει να τη βρίσκει όπου κι αν πήγαινε.

Στο τραπέζι, οι σελίδες που είχε γράψει ήταν αριθμημένες μέχρι το δώδεκα.
Το χαρτί δεν ήταν απλό χαρτί πια.

Ήταν κάτι σαν δέρμα που θυμάται.

Επινόησε μια φανταστική σκηνή. Ότι η  Μαρία — η δημοσιογράφος — καθόταν, πάλι, απέναντί της, κρατώντας το σημειωματάριό της σαν ασπίδα. Προσπαθούσε να φαίνεται άνετη. Αλλά κάθε τόσο, τα μάτια της έφευγαν προς την πόρτα του διαδρόμου, σαν να άκουγε κάτι που δεν άκουγε η ίδια..

«Είναι εκπληκτικό», είπε, «πώς γράφετε τόσο… βιωματικά. Σαν να ήσασταν εκεί. Σ΄ αυτό το χωριό της Αρκαδίας»

Γέλασε κοφτά.
«Δεν ήμουν.»

Η Μαρία έγνεψε αργά, σαν να περίμενε ακριβώς αυτή την απάντηση.

«Όχι. Δεν ήσασταν», συμφώνησε. «Αλλά… ήταν κάποια άλλη Ελένη

Πάγωσε.

«Τι εννοείτε;»

Η Μαρία δεν απάντησε αμέσως. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε κάτι τυλιγμένο σε μαντήλι. Το άφησε στο τραπέζι με τρόπο σχεδόν ευλαβικό.

Το μαντήλι ξεδιπλώθηκε.

Ένα παλιό κλειδί.

Σκουριασμένο. Βαρύ. Με δόντια φαγωμένα, σαν να άνοιξε πάρα πολλές φορές την ίδια πόρτα.

Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

«Αυτό…» ψιθύρισε. «Δεν είναι…»

Η Μαρία έσκυψε προς τα μπρος.

«Είναι το κλειδί της βιβλιοθήκης», είπε. «Το πραγματικό. Όχι αυτό που νομίζετε ότι γράψατε.»

Σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα της έτριξε όπως στο χειρόγραφό της — ίδιος ήχος. Και αυτό ήταν που την τρόμαξε πιο πολύ: όχι το κλειδί. Η ακρίβεια. Πραγματικού και φανταστικού.

«Πού το βρήκατε;»

Η Μαρία χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελο δεν έφτασε στα μάτια της.
«Δεν το βρήκα. Με βρήκε.»

Η ίδια έκανε ένα βήμα πίσω. Ένιωσε το πάτωμα να “μαλακώνει”, σαν να θυμάται κι αυτό.

Έξω, ένα κύμα χτύπησε δυνατά.
Και μέσα στον ήχο του νερού, άκουσε κάτι αδύνατο:

σελίδες να γυρίζουν..

Η Μαρία γύρισε το κεφάλι της προς τον διάδρομο.

«Τον ακούτε κι εσείς, έτσι;» ρώτησε ήρεμα.

«Ποιον;»

Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα της ξανά στην Ελένη.


«Αυτόν που δεν έχει όνομα όταν τον λες. Αλλά έχει σώμα όταν τον… χρειάζεσαι.»

Ένιωσε το πρόσωπό της να καίει.

«Όχι», είπε.

Η Μαρία άνοιξε το σημειωματάριό της. Δεν είχε σημειώσεις. Είχε μια μόνο σελίδα, γραμμένη με γράμματα που έμοιαζαν… Με τα δικά της!

ΑΝ ΑΝΟΙΞΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΤΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ.

Άρπαξε τη σελίδα.

«Αυτό δεν το έγραψα εγώ!»

Η Μαρία έγειρε ελαφρά το κεφάλι.


«Το ξέρω. Γι’ αυτό ήρθα. Για να σας κάνω την τελευταία ερώτηση.»

 «Ποια;» ψιθύρισε

Η Μαρία έσπρωξε το κλειδί προς το μέρος της.

«Θα συνεχίσετε να γράφετε τρομαχτικά μυθιστορήματα…» είπε, «ή θα γράψετε επιτέλους την αλήθεια;»

Και τότε, πίσω από την κλειστή πόρτα του διαδρόμου, ακούστηκε ένα τρίξιμο.

Όχι από ξύλο.

Από ράφι.

Η Μαρία σηκώθηκε. Η φωνή της έγινε χαμηλή, σχεδόν τρυφερή:

«Μη φοβάστε. Δεν θα σας πάρει, αν του δώσετε κάτι καλύτερο.»

«Τι καλύτερο;» κατάπιε δύσκολα.

Η Μαρία κοίταξε τις δώδεκα σελίδες στο τραπέζι, μία-μία.

Και απάντησε:

«Έναν καινούργιο άνθρωπο να θυμάται.»

Ένιωσε, από πολύ μακριά, να αρχίζει να πέφτει χιόνι.
Μέσα στο σπίτι.
Χωρίς να ανοίξει παράθυρο.

Και το κλειδί — χωρίς να το αγγίξει — κύλησε μόνο του, μέχρι να ακουμπήσει την παλάμη της.

[…]

 

Επιστροφή στην πραγματικότητα.

Είχε βραδιάσει, πια, για τα καλά, και το τζάκι έκαιγε από νωρίς. Οι φλόγες ανέβαιναν νωχελικά, φωτίζοντας τις παλιές κορνίζες, τις βαριές κουρτίνες, τα έπιπλα που είχαν ζήσει περισσότερα απ’ όσα θυμόταν εκείνη, σ’ αυτό το παλιό αρχοντικό του θείου της.

Φορούσε τη χοντρή ρόμπα της, δεμένη σφιχτά στη μέση, κι ένα ποτήρι με ποτό ακουμπούσε, τώρα, στο μπράτσο της πολυθρόνας.

Έξω, ο άνεμος λυσσομανούσε.
Η θάλασσα δεν φαινόταν — μόνο ακουγόταν. Κύματα που έσπαγαν επίμονα, σαν κάτι να ήθελε να μπει μέσα.

Κεφάλαιο δεκατρία, σκέφτηκε.
Εκεί που όλα άρχισαν να επιστρέφουν χωρίς να ζητούν άδεια.

Είχε γράψει για την πρώτη συνειδητοποίηση: πως η μνήμη δεν είναι παρελθόν, αλλά χώρος. Και πως κάποια δωμάτια, όταν τα ανοίξεις, δεν ξανακλείνουν.
Δεν το έγραψα τυχαία, μουρμούρισε. Το έγραψα γιατί το ήξερα ήδη.

Σήκωσε το ποτήρι. Το υγρό αντανακλούσε τη φωτιά, σαν μικρή παγιδευμένη φλόγα.

Στο δεκατέσσερα…
Εκεί είχε μπερδευτεί επίτηδες. Η βιβλιοθήκη, το χωριό, το χιόνι — όλα άρχισαν να διαχέονται. Ο Ανδρέας εμφανιζόταν όχι ως χαρακτήρας, αλλά ως ανάγκη. Ως σώμα που δεν εξηγείται.
Ο αναγνώστης πρέπει να χαθεί λίγο, είχε σκεφτεί τότε. Αλλιώς δεν θα καταλάβει.

Το ξύλο στο τζάκι έσπασε απότομα.
Ανατρίχιασε.

Κεφάλαιο δεκαπέντε.
Η αποδοχή. Όχι λύση — ποτέ λύση. Μόνο η παραδοχή ότι κάποια πράγματα δεν τα εξηγείς, τα ζεις. Ή σε ζουν.

Τότε τον ένιωσε..

Όχι πίσω της.
Μέσα στον χώρο.

Ο Ανδρέας.. στεκόταν κοντά στο παράθυρο, μισοφωτισμένος από τη φωτιά. Δεν έμοιαζε να έχει μπει. Έμοιαζε να είχε επιστρέψει εκεί όπου ανήκε.

«Τελείωσες;» ρώτησε χαμηλά.

Η φωνή του δεν διέκοψε τη σιωπή. Την συμπλήρωσε.

«Όχι», απάντησε εκείνη. «Απλώς έφτασα ως εκεί που αντέχω να γράψω.»

Πλησίασε. Η απόσταση μεταξύ τους δεν ήταν βήματα· ήταν απόφαση. Το βλέμμα του γλίστρησε πάνω της αργά, σαν να τη διάβαζε ξανά από την αρχή. Τα δάχτυλά του ακούμπησαν το ύφασμα της ρόμπας της, όχι βιαστικά, όχι διεκδικητικά — σαν να επιβεβαίωνε ότι ήταν ακόμα εκεί.

«Εγώ είμαι κεφάλαιο στο νέο σου μυθιστόρημα ή παρενέργεια;» ψιθύρισε.

Η Ελένη χαμογέλασε στραβά.
«Είσαι το σημείο που σταματώ να γράφω και αρχίζω να θυμάμαι.»

Το φιλί τους δεν είχε την ένταση της πρώτης φοράς. Είχε βάθος. Σαν κάτι που είχε ήδη συμβεί πολλές φορές — σε άλλες εκδοχές, σε άλλα δωμάτια, σε άλλες ζωές. Η φωτιά έριχνε τις σκιές τους στους τοίχους, παραμορφωμένες, σχεδόν ανεξάρτητες.

Όταν απομακρύνθηκαν από το σαλόνι, το έκαναν αργά.
Η παλιά σκάλα έτριξε κάτω από τα βήματά τους, σαν να κατέγραφε. Η κρεβατοκάμαρα τούς υποδέχτηκε με τη βαριά της σιωπή: ψηλό ταβάνι, σκούρο ξύλο, ένα κρεβάτι που έμοιαζε περισσότερο με μνήμη παρά με έπιπλο.

Ξάπλωσαν χωρίς λόγια.
Το σώμα του δίπλα της ήταν ζεστό, πραγματικό — κι όμως αβέβαιο. Η Ελένη ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.

«Αν αύριο δεν είσαι εδώ…» άρχισε.

«Θα με γράψεις ξανά», την διέκοψε. «Ή θα με ξεχάσεις. Και τα δύο το ίδιο πονάνε.»

Έκλεισε τα μάτια της.
Έξω, τα κύματα συνέχισαν να χτυπούν. Ο άνεμος δεν κόπασε.

Κάπου ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, η Ελένη σκέφτηκε πως ίσως το μυθιστόρημα δεν ήταν για να τελειώσει.

Ίσως ήταν για να κρατήσει.

Στην κρεβατοκάμαρα, το κρεβάτι κράτησε το βάρος τους χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Ο άντρας ξάπλωσε δίπλα της, νιώθοντας κάτι που δεν έπρεπε: επιθυμία χωρίς σκοπό. Όχι για να αφαιρέσει, όχι για να μεταφέρει. Απλώς, για να υπάρξει..

Κι αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.

Για μια στιγμή, ο Ανδρέας σκέφτηκε:

Αν μείνω, αν με θυμηθεί το πρωί, ίσως αλλάξει η ισορροπία.

Γι’ αυτό δεν θα κοιμηθώ πραγματικά.
Θα περιμένω..

[…]

Η Ελένη Κομνηνού ξύπνησε από το φως.
Όχι από ήχο. Όχι από κίνηση.

Το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο. Οι κουρτίνες δεν κινούνταν. Η θάλασσα ακουγόταν πιο μακριά απ’ ό,τι τη νύχτα — σαν να είχε υποχωρήσει επίτηδες.

Γύρισε το κεφάλι της αργά.

Το μισό κρεβάτι ήταν άδειο.

Το σεντόνι, όμως, τσαλακωμένο.
Ζεστό.

Άπλωσε το χέρι της μηχανικά. Τα δάχτυλά της βρήκαν τη χαραγμένη πλάτη του κρεβατιού, όχι σώμα. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι το είχε ονειρευτεί. Το μυαλό της έσπευδε να βάλει τάξη.

Τότε είδε το ποτήρι.

Άδειο, στο κομοδίνο.
Δεν το είχε φέρει εκεί.

Σηκώθηκε. Το πάτωμα έτριξε αυτή τη φορά — αργά, επιτηδευμένα. Σαν να ήθελε να της πει σε ακούω. Πέρασε στο σαλόνι. Το τζάκι είχε σβήσει, αλλά η στάχτη ήταν ακόμα ζεστή.

Στο τραπέζι, δίπλα στις σελίδες του χειρογράφου, υπήρχε μια προσθήκη.

Μία παράγραφος.

Όχι γραμμένη με το χέρι της.

Τη διάβασε όρθια:

«Κάποια σπίτια δεν κατοικούνται.
Διαβάζουν όσους μένουν μέσα τους.»

Η καρδιά της βάρυνε.
Όχι από φόβο. Από αναγνώριση.

«Ανδρέα;» είπε — όχι σαν ερώτηση, αλλά σαν δοκιμή.

Το σπίτι δεν απάντησε.

Αλλά κάτι μετακινήθηκε.

Το αρχοντικό δεν ζητούσε ιστορίες από άλλους.
Ζητούσε τις δικές της.

Κάθε δωμάτιο αντιστοιχούσε σε κάτι γραμμένο.
Η κρεβατοκάμαρα κρατούσε τον Ανδρέα — όχι ως πρόσωπο, αλλά ως πιθανότητα.
Το σαλόνι κρατούσε τη δημοσιογράφο — τις ερωτήσεις που δεν έπρεπε να απαντηθούν.
Το γραφείο… το γραφείο άρχισε να την βαραίνει.

Ένα απόγευμα, βρήκε ένα συρτάρι που δεν θυμόταν να υπάρχει. Μέσα του, σελίδες. Όχι του μυθιστορήματος. Σημειώσεις. Μονόλογοι. Σκέψεις που είχε κάνει, αλλά δεν είχε γράψει ποτέ.

Το αρχοντικό δεν αποθήκευε μνήμη.
Την ενεργοποιούσε.

Και τότε κατάλαβε τη μετάβαση:

Η βιβλιοθήκη συγκρατούσε.
Το αρχοντικό επέστρεφε.

Τη νύχτα, ξάπλωσε πάλι μόνη. Ή έτσι νόμιζε.
Δίπλα της, το στρώμα βυθίστηκε ελάχιστα — όσο χρειάζεται για να μην είσαι σίγουρος.

Δεν άνοιξε τα μάτια.

Αν τα άνοιγε, θα έπρεπε να αποφασίσει.

Και το αρχοντικό, όπως και το βιβλίο,
δεν συγχωρεί τις αποφάσεις.

Η παρουσία του Ανδρέα πίσω της..

Η ανάσα του ακούμπησε τον αυχένα της, όχι σαν επίθεση, αλλά σαν επιστροφή. Έκλεισε τα μάτια πριν καν τον δει.

«Δεν σε κάλεσα», είπε χαμηλά.
Ήταν ψέμα — αλλά όχι με τον τρόπο που νόμιζε.

Τα δάχτυλά του άγγιξαν τους ώμους της, ελαφρά στην αρχή, σαν να δοκίμαζε αν αντέχει ακόμα την αφή του. Η Ελένη δεν αποτραβήχτηκε.

«Δεν έρχομαι όταν με καλούν», της ψιθύρισε.
«Έρχομαι όταν δεν αντέχουν πια να με κρατούν έξω.»

Γύρισε.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν στο ημίφως. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο εκείνη η γνώριμη, επικίνδυνη εγγύτητα όπου το φανταστικό και το πραγματικό ακουμπούν χωρίς να ξεχωρίζουν.

Το φιλί τους δεν ήταν αρχή. Ήταν συνέχεια.
Χείλη που ήξεραν ήδη το βάρος το ένα του άλλου, στόματα που δεν αναζητούσαν επιβεβαίωση αλλά ανάμνηση. Τα χέρια του βρήκαν τη μέση της, την πλάτη της, σαν να διάβαζαν ένα κείμενο γραμμένο σε γλώσσα παλιά.

Η Ελένη ένιωσε το σώμα της να ανοίγει — όχι από επιθυμία μόνο, αλλά από αναγνώριση. Κάτι μέσα της χαλάρωνε, σαν κόμπος που λύνεται όταν σταματάς να προσποιείσαι.

«Πες μου», ψιθύρισε, με τη φωνή της να τρέμει.
«Ποιος σε κάλεσε;»

Ο Ανδρέας δεν απάντησε αμέσως. Το μέτωπό του ακούμπησε στο δικό της. Η ανάσα τους μπλέχτηκε, αργή, συντονισμένη, σχεδόν τελετουργική.

«Εσύ όχι», είπε τελικά.
«Όχι η συγγραφέας.»

Τα δάχτυλά του κατέβηκαν αργά, με τρόπο που δεν ζητούσε άδεια. Η Ελένη αναστέναξε — όχι από ηδονή μόνο, αλλά από μια ξαφνική διαύγεια που την τρόμαξε.

«Τότε ποια;» ρώτησε.

Ο Ανδρέας χαμογέλασε. Όχι τρυφερά. Με κατανόηση.

«Η γυναίκα που γράφει για να μην θυμάται.
Η γυναίκα που έστησε βιβλιοθήκες και σπίτια για να χωρέσει ό,τι δεν άντεχε να ζήσει.»

Η Ελένη πάγωσε για μια στιγμή, αλλά το σώμα της δεν υπάκουσε. Τον τράβηξε πιο κοντά, σαν να ήθελε να διαψεύσει τα λόγια του με την αφή.

«Όχι…»
«Ναι», την διέκοψε ήρεμα. «Με κάλεσε το κενό. Όχι η επιθυμία σου — η άρνησή σου.»

Το φιλί τους βάθυνε. Η σκηνή δεν είχε πια όρια χώρου. Το αρχοντικό γύρω τους έμοιαζε να συστέλλεται, να παρακολουθεί..

Η Ελένη ένιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν, αλλά δεν έπεσαν. Το σώμα της κινήθηκε με εκείνον, όχι για να ξεχάσει, αλλά για να καταλάβει. Η ηδονή ήταν βαθιά, αργή, σχεδόν θλιμμένη — σαν πράξη συμφιλίωσης.

«Άρα δεν είσαι δικός μου», ψιθύρισε.
«Είμαι», είπε. «Αλλά όχι όπως νομίζεις.»

 […]

 

 

Η άφιξη στο χιόνι

Ο δρόμος προς την Αρκαδία δεν συγχωρεί την υπεροψία.
Η Ελένη Κομνηνού το ήξερε από παλιά, όχι επειδή είχε χαθεί εδώ – αλλά επειδή είχε μάθει, ως εγκληματολόγος, ότι τα μέρη με λίγους κατοίκους και πολλή σιωπή είναι τα πιο επικίνδυνα. Όχι για το σώμα· για την αλήθεια.

Το αυτοκίνητο ανέβαινε με αργές στροφές, καθώς το χιόνι έπεφτε – όχι πυκνό ακόμη, αλλά επίμονο, σαν να δοκίμαζε το κράτημα του δρόμου. Τα έλατα είχαν σκύψει, φορτωμένα λευκό, και οι σκιές τους έμοιαζαν με μακρόστενα δάχτυλα που έδειχναν προς τα πίσω. Προς την πόλη. Προς την ασφάλεια. Προς το “γύρνα”.

Η Ελένη έσφιξε το τιμόνι.
Η θέρμανση δούλευε, όμως τα χέρια της ήταν κρύα. Αυτό δεν ήταν καινούριο. Κάθε φορά που πήγαινε σε τόπο εγκλήματος, το σώμα της αντιδρούσε πριν προλάβει ο νους να μπει σε διαδικασία.

Στο κάθισμα του συνοδηγού υπήρχε μια λεπτή δερμάτινη θήκη: σημειώσεις, γάντια νιτριλίου, μετροταινία, ένα μικρό φακός, δύο στυλό. Δίπλα, ένα τετράδιο με μαύρο εξώφυλλο. Εκείνο δεν ήταν επαγγελματικό. Εκείνο ήταν το άλλο της χέρι. Το χέρι της συγγραφέως.

Μερικές φορές, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για κίνητρα, για πάθη, για ενοχές, η εγκληματολόγος άκουγε.
Όταν όμως έμεναν σιωπηλοί, όταν έλεγαν “δεν ξέρω” με βλέμμα που φώναζε “ξέρω πολύ καλά”, τότε η συγγραφέας μέσα της έπαιρνε φόρα, κι έβγαζε από τη σιωπή ιστορίες. Συνυπήρχαν, άλλωστε, και οι δύο ιδιότητες μέσα της.

Η κλήση είχε έρθει από τον πρόεδρο του χωριού. Έναν άνθρωπο που της μίλησε στο τηλέφωνο σαν να διάβαζε κείμενο γραμμένο από άλλον.

«Είστε η κυρία Κομνηνού; Εγκληματολόγος; Μας σας σύστησε… τέλος πάντων. Έχουμε ένα… περιστατικό. Στη δημοτική βιβλιοθήκη. Η βιβλιοθηκονόμος μας… βρέθηκε νεκρή».

Η φωνή του είχε ένα αδέξιο σπάσιμο στο “νεκρή”. Όχι πόνο. Κάτι πιο πρακτικό: φόβο για το τι θα ακολουθήσει.

«Έχουμε αστυνομία, αλλά…» συνέχισε, «εδώ είναι μικρός τόπος. Θέλουμε… διακριτικότητα. Και γρήγορα».

Η Ελένη είχε απαντήσει αμέσως, προτού σκεφτεί τη δεύτερη ανάγνωση:
Σε μικρούς τόπους, η “διακριτικότητα” σημαίνει “να μη μάθει κανείς περισσότερα απ’ όσα ήδη ξέρει”.
Και συνήθως… ήδη ξέρουν πολλά.

Το χωριό φάνηκε ξαφνικά, μετά από μια στροφή: ένα σύμπλεγμα από πέτρινα σπίτια, γαντζωμένα σε πλαγιά, με καπνό να ανεβαίνει από λίγες καμινάδες. Σαν να ζούσε το μέρος μόνο όπου υπήρχε φωτιά. Όλα τα άλλα ήταν λευκό και γκρίζο.

Μια πινακίδα, σχεδόν θαμμένη, έγραφε:

«Καστράκι Αρκαδίας»

Η Ελένη έκοψε ταχύτητα.
Το Καστράκι δεν της άρεσε από την πρώτη ματιά – κι αυτό σήμαινε ότι πιθανότατα είχε δίκιο.


Οι τρεις πρώτες σιωπές

Την περίμεναν στην πλατεία. Ή, για την ακρίβεια, την περίμεναν να φανεί.

Ο πρόεδρος ήταν κοντός, με παλτό που τον έκανε μεγάλο και πρόσωπο που πάλευε να δείξει εξουσία. Δίπλα του, ένας άντρας με χοντρά γυαλιά και χαρτοφύλακα – ο έφορος της βιβλιοθήκης. Λίγο πιο πίσω, ένας αστυνομικός με στολή, μάλλον νεαρός, αλλά με βλέμμα που προσπαθούσε να φαίνεται κουρασμένο από πολλά.

«Καλώς ήρθατε», είπε ο πρόεδρος, και της έτεινε το χέρι. «Είμαι ο Μηνάς Σταθάτος».

Η Ελένη έσφιξε το χέρι του. Ήταν υγρό. Κρύος ιδρώτας ή απλώς κρύο; Δεν είχε σημασία. Στο σώμα της καταγραφόταν ως άγχος.

«Ο κύριος Βερδής, έφορος της βιβλιοθήκης», συνέχισε ο πρόεδρος.

Ο Βερδής έγνεψε. Δεν χαμογέλασε. Σαν να ένιωθε ότι το χαμόγελο εδώ είναι απόδειξη ενοχής.

«Και ο υπαστυνόμος Κωστούλας», είπε ο πρόεδρος, δείχνοντας τον αστυνομικό.

Ο υπαστυνόμος πλησίασε, τυπικός. «Κυρία Κομνηνού. Έχουμε κάνει τα βασικά. Περιμένουμε ιατροδικαστή, αλλά λόγω καιρού…»

«Καταλαβαίνω», είπε η Ελένη. «Πού είναι το σώμα;»

Κανείς δεν απάντησε αμέσως.

Η συγγραφέας μέσα της κατέγραψε:
Πρώτη σιωπή: δεν θέλουν να προφέρουν τον τόπο, γιατί ο τόπος “κολλάει” πάνω σε όποιον τον λέει.

Ο έφορος καθάρισε τον λαιμό του.

«Στη βιβλιοθήκη», είπε τελικά. «Στο πίσω δωμάτιο. Εκεί που… κρατάμε το αρχείο. Την βρήκε η καθαρίστρια… το πρωί».

Η Ελένη κοίταξε τον έφορο στα μάτια.
«Το πρωί ποια ώρα;»

Ο έφορος άνοιξε τον χαρτοφύλακά του, σαν να ήταν εκεί η σωστή απάντηση.
«Στις οκτώ και δέκα. Έχουμε καταγραφή γιατί… ξέρετε, ανοίγουμε στις οκτώ και μισή. Η καθαρίστρια μπαίνει νωρίτερα».

Ο υπαστυνόμος πρόσθεσε: «Το κτίριο ήταν κλειδωμένο. Δεν βρήκαμε ίχνη παραβίασης στην κύρια είσοδο. Από τα παράθυρα, δύσκολο, είναι ψηλά».

Σκέφτηκε: “άρα μέσα από μέσα”. Δεν ήταν, όμως, ακόμη η ώρα, για να τους στριμώξει. Έσκυψε λίγο και κοίταξε τη λάσπη με το χιόνι στην πλατεία. Πατημασιές μπερδεμένες, φρέσκες, άλλες παλιές. Χωρίς καθαρή ανάγνωση.

«Θέλω πρώτα να δω τη σκηνή», είπε. «Και μετά θα μιλήσουμε. Χωριστά».

Ο πρόεδρος ανοιγόκλεισε τα μάτια, σαν να του πήραν κάτι που νόμιζε ότι του ανήκει: τον έλεγχο.

«Βεβαίως», είπε. «Βεβαίως. Απλώς να ξέρετε… εδώ είμαστε… μια κοινωνία. Ό,τι κάνουμε… έχει συνέπειες».

Η Ελένη Κομνηνού χαμογέλασε ελάχιστα.
«Κάθε έγκλημα έχει συνέπειες. Γι’ αυτό είμαι εδώ».

Η δεύτερη σιωπή ήρθε τότε, και ήταν συλλογική.


Η βιβλιοθήκη

Το κτίριο στεκόταν λίγο έξω από το κέντρο. Ένα παλιό νεοκλασικό, παράταιρο με τα πέτρινα σπίτια. Λευκοκίτρινο, με σκουρόχρωμα παντζούρια και βαριά πόρτα. Το χιόνι είχε πιάσει στα σκαλιά, αλλά κάποιος είχε περάσει. Φαινόταν από τα κομμάτια λασπωμένου πάγου.

Η πόρτα άνοιξε με κλειδί.
Ο έφορος κρατούσε το κλειδί. Αυτό ήταν σημαντικό — και η Ελένη το σημείωσε.

Μέσα μύριζε υγρασία, παλιό χαρτί και κάτι άλλο. Όχι αίμα. Κάτι πιο ήσυχο: μούχλα, κλεισούρα, χρόνος.

Ράφια, πάγκοι, παλιά γραφεία. Μια σόμπα πετρελαίου σβηστή. Στο βάθος, μια πόρτα μισάνοιχτη.

Ο υπαστυνόμος της έδωσε γάντια.
«Το δωμάτιο είναι όπως το βρήκαμε. Προσέξτε μόνο να μην πατήσετε…»

Η Ελένη πέρασε στο πίσω δωμάτιο.

Η βιβλιοθηκονόμος – νέα γυναίκα, περίπου τριάντα πέντε, με σκούρα μαλλιά – βρισκόταν πεσμένη πλάγια, ανάμεσα σε δυο χαμηλές ντουλάπες αρχειοθέτησης. Το πρόσωπο μισοστραμμένο, τα μάτια κλειστά. Το ένα χέρι λυγισμένο άτσαλα.

Δεν ήταν σκηνή θεατρική.
Ήταν σκηνή βιαστική. Σαν κάτι να τελείωσε απότομα.

Δίπλα της, στο πάτωμα, υπήρχε ένα βιβλίο ανοιχτό.
Χειρόγραφο; Η εγκληματολόγος, Ελένη Κομνηνού, έσκυψε, αλλά δεν το άγγιξε αμέσως. Ο νους της έκανε αυτόματα λογισμούς: θέση σώματος, πιθανές πτώσεις, πιθανή πάλη, χρόνο θανάτου που θα δώσει ο ιατροδικαστής.

Και μετά — σαν δεύτερη φωνή — η συγγραφέας μέσα της ψιθύρισε:

Ποια βιβλιοθηκονόμος πεθαίνει δίπλα σε ανοιχτό βιβλίο;
Ποια ιστορία δεν πρόλαβε να τελειώσει;

Η Ελένη κοίταξε τον υπαστυνόμο.

«Όνομα;»

«Άννα Μπαλή», είπε. «Από Τρίπολη. Εδώ έναν χρόνο. Μόνιμη θέση… ήρθε με μετάθεση».

Η λέξη “μετάθεση” έσκασε μέσα της σαν μικρή ειρωνεία.
Στα χωριά, οι άνθρωποι δεν “έρχονται”. Μεταφέρονται. Σαν να είναι αντικείμενα.

Η Ελένη γύρισε στον έφορο.

«Πότε την είδατε τελευταία φορά ζωντανή;»

Ο έφορος κατάπιε.
«Χθες… το απόγευμα. Γύρω στις έξι. Εγώ… έφερα κάτι χαρτιά για υπογραφή».

«Ήταν μόνη;»

«Ναι. Όπως πάντα».

«Πώς ήταν;»

Ο έφορος δίστασε.
Και εκεί, μέσα στη μικρή παύση, γεννήθηκε η τρίτη σιωπή:
Δεν θέλει να πει “φοβισμένη” ή “ανήσυχη” ή “χαρούμενη”, γιατί κάθε επίθετο εδώ είναι νήμα που τραβάς.

«Κανονική», είπε τελικά. «Λίγο… κουρασμένη».

Η Ελένη έσκυψε πιο κοντά στο ανοιχτό βιβλίο.
Στη σελίδα υπήρχε γραφή. Όχι τυπωμένη. Χειρόγραφη, πυκνή. Σαν ημερολόγιο.

Ο υπαστυνόμος είπε: «Δεν το αγγίξαμε. Το αφήσαμε όπως ήταν».

Η Ελένη δεν το άγγιξε ακόμη. Αρκέστηκε να διαβάσει δύο λέξεις που έβλεπε καθαρά:

“κλειδί”
“χιόνι”

Μια μικρή ενόχληση, σαν καρφίτσα, τρύπησε το στομάχι της.
Όχι φόβος. Κάτι σαν προαίσθηση ότι αυτό που έψαχνε εδώ… είχε ήδη γραφτεί κάπου.

«Θέλω να μιλήσω με την καθαρίστρια», είπε. «Τώρα».


Ξενοδοχείο «Η Δρυάδα» και οι πρώτες σελίδες

Το δωμάτιο στο ξενοδοχείο το είχαν κλείσει χωρίς να τη ρωτήσουν – “για να μην ταλαιπωρηθεί”. Ήταν το μοναδικό αξιοπρεπές κατάλυμα του χωριού, μια παλιά πανσιόν που είχε ανακαινιστεί βιαστικά, με ξύλα που μύριζαν βερνίκι και σεντόνια που μύριζαν απορρυπαντικό.

Η ταμπέλα έγραφε: «Η Δρυάδα».

Η Ελένη έβγαλε το παλτό της και το κρέμασε. Το παράθυρο έβλεπε σε πλαγιά. Χιόνι που έπεφτε σιωπηλά. Στην άκρη του δρόμου, ένα φως πορτοκαλί – η μοναδική λάμπα που λειτουργούσε σαν να έκανε βάρδια.

Το τηλέφωνό της είχε χαμηλό σήμα. Αλλά δεν την ένοιαζε.
Η απομόνωση, για μια εγκληματολόγο, είναι πλεονέκτημα: λιγότερες παρεμβολές.
Για μια συγγραφέα, είναι κίνδυνος: περισσότερες φωνές.

Άνοιξε το τετράδιο με το μαύρο εξώφυλλο.

Έγραψε στην κορυφή της σελίδας:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΝΕΟ (προσωρινός τίτλος): Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΟΝΟΜΟΣ  ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΕ

Και μετά σταμάτησε.

Η εγκληματολόγος μέσα της διαμαρτυρήθηκε:
Δεν γράφεις πριν ολοκληρώσεις τα στοιχεία. Μην προδικάζεις.

Η συγγραφέας όμως απάντησε, ψυχρά:
Δεν γράφω για να λύσω. Γράφω για να μπω μέσα της.

Η Άννα Μπαλή ήταν άγνωστη.
Και όμως, η Ελένη την ένιωθε ήδη σαν πρόσωπο που την κοιτάζει πίσω από ράφια.

Έβγαλε από την τσάντα της μια φωτοτυπία που της είχε δώσει ο υπαστυνόμος: βασικά στοιχεία, ώρα εύρεσης, σημείωση “αναμένεται ιατροδικαστής”, μια λίστα ονομάτων για ανάκριση. Ελάχιστα.

Και ξαφνικά, το κενό των στοιχείων έγινε κάτι άλλο:
χώρος για εσωτερική ανακατασκευή.

Έγραψε:

«Η Άννα δεν ήταν από εδώ. Το χωριό την έβλεπε σαν ξένο βιβλίο στο ράφι: χρήσιμο, αλλά όχι δικό του. Κι όταν ένα ξένο βιβλίο αρχίζει να ανοίγει σελίδες που δεν πρέπει, τότε…»

Σταμάτησε ξανά.
Έσβησε τη φράση. Την ξανάγραψε, πιο κοφτά.

«…τότε κάποιο χέρι το κλείνει.»

Η Ελένη ακούμπησε το στυλό. Ένιωσε εκείνη την περίεργη διπλή διαύγεια:
η εγκληματολόγος έβλεπε “χέρι” ως δράστη.
η συγγραφέας έβλεπε “χέρι” ως ανάγκη του τόπου να σωπάσει κάτι.

Χτύπησε η πόρτα.

Η Ελένη σηκώθηκε.
Άνοιξε.

Ο πρόεδρος, ο έφορος και ο υπαστυνόμος – σαν τριάδα που δεν ήθελε να την αφήσει μόνη ούτε λεπτό. Στα χέρια τους: ένας φάκελος.

«Συγγνώμη για την ώρα», είπε ο υπαστυνόμος, «αλλά μόλις βρήκαμε κάτι. Στο γραφείο της Άννας. Και… καλύτερα να το δείτε εσείς».

Η Ελένη πήρε τον φάκελο.
Τον άνοιξε.

Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία: ένα χαρτί, κολλημένο κάτω από το συρτάρι του γραφείου. Χειρόγραφη σημείωση.

Μια μόνο πρόταση:

«Αν μιλήσω, θα πεθάνω. Αν σωπάσω, θα πεθάνει άλλος.»

Η Ελένη δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα.

Ένα μέρος της ήθελε να ρωτήσει “ποιος άλλος;”
Ένα άλλο μέρος της ήθελε να ρωτήσει “σε ποιον μιλούσε;”

Και ένα τρίτο, που δεν είχε δικαίωμα να μιλά στη δουλειά, ψιθύρισε:

Αυτό δεν είναι σημείωμα φόβου.
Αυτό είναι σημείωμα συμφωνίας.

Σήκωσε τα μάτια της στον πρόεδρο.

«Ποιος στο χωριό είχε κόντρα με την Άννα;» ρώτησε.

Ο πρόεδρος χαμογέλασε άβολα.
«Κυρία Κομνηνού… εδώ δεν έχουμε τέτοια. Ήσυχο μέρος είμαστε».

Η Ελένη έγνεψε αργά.

«Ακριβώς. Και γι’ αυτό, όταν συμβαίνει φόνος, δεν είναι ποτέ “από το πουθενά”. Είναι από πολύ βαθιά».

Η σιωπή που έπεσε αυτή τη φορά δεν ήταν άγνοια.
Ήταν άμυνα.

Κι εκείνη κατάλαβε ότι στο Καστράκι δεν είχε έρθει μόνο για να βρει ποιος σκότωσε την βιβλιοθηκονόμο.

Είχε έρθει για να βρει τι προστάτευε ο τόπος,
και πόσοι άνθρωποι ήταν διατεθειμένοι να πεθάνουν γι’ αυτό.

 


Η καθαρίστρια και το «μικρό» που δεν είναι μικρό

Η καθαρίστρια λεγόταν Ευανθία Μαλτέζου.
Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που το σώμα τους έχει μάθει να είναι αόρατο: να μπαίνει, να καθαρίζει, να φεύγει, να μην ακούγεται. Αλλά η αορατότητα δεν είναι ουδετερότητα. Στα χωριά, οι αόρατοι είναι συχνά οι μόνοι που βλέπουν πραγματικά.

Την συνάντησαν στο πίσω δωμάτιο του καφενείου — όχι γιατί ήταν πιο ήσυχα, αλλά γιατί το μπροστινό είχε κόσμο, κι ο πρόεδρος δεν ήθελε να “κυκλοφορεί” η ανάκριση. Ο υπαστυνόμος είχε ήδη προσπαθήσει να την ρωτήσει, όμως είχε πάρει μόνο μικρές, ακίνδυνες φράσεις: “εγώ δεν ξέρω”, “εγώ είμαι μια γυναίκα”, “εγώ καθαρίζω”.

Η Ελένη κάθισε απέναντί της με τρόπο που δεν θύμιζε ανάκριση. Έβγαλε το μικρό σημειωματάριο, όχι το υπηρεσιακό. Το άφησε κλειστό. Το βλέμμα της, όμως, ήταν ανοιχτό.

«Ευανθία», είπε ήρεμα. «Θέλω να μου πεις μόνο τη σειρά. Τίποτα άλλο. Σαν να μου λες πώς ήταν το πρωί σου».

Η Ευανθία έσφιξε τα χέρια της. Είχε τα νύχια της κομμένα πολύ κοντά, σαν άνθρωπος που δεν αφήνει τίποτα να πιαστεί πάνω του.

«Εγώ… σηκώνομαι από τις έξι», είπε. «Κάνω καφέ. Ταΐζω τις κότες. Μετά πάω στην εκκλησία, ανάβω κερί. Μετά… πάω βιβλιοθήκη».

Ο πρόεδρος αναστέναξε, σαν να ήθελε να τελειώνει γρήγορα. Η Ελένη δεν τον κοίταξε.

«Πήγες κατά τις οκτώ και δέκα, σωστά;»

Η Ευανθία ένευσε. «Έτσι… ναι. Κοιτάω πάντα το ρολόι στο καφενείο όταν περνάω».

«Όταν έφτασες στην πόρτα της βιβλιοθήκης, ήταν κλειδωμένη;»

«Ναι», είπε η Ευανθία. Και πρόσθεσε αμέσως, σαν να είχε προετοιμαστεί: «Πάντα κλειδωμένη είναι. Ο κύριος Βερδής έχει κλειδί. Και η Άννα είχε κλειδί».

Η Ελένη έγειρε λίγο μπροστά. «Εσύ έχεις κλειδί;»

«Όχι! Ποτέ! Εγώ χτυπάω. Η Άννα μ’ ανοίγει. Ή… μου είχε αφήσει κάποιες φορές ξεκλείδωτο, αλλά…»

Σταμάτησε. Κατάλαβε ότι είπε “αλλά”.

Η Ελένη χαμήλωσε τη φωνή της. «Αλλά;»

Η Ευανθία έγλειψε τα χείλη της. «Αλλά όχι τώρα. Όχι τελευταία. Τον τελευταίο καιρό… κλείδωνε διπλά».

Ο έφορος αντέδρασε με μια μικρή κίνηση, σαν να ήθελε να διακόψει. Η Ελένη σήκωσε ελάχιστα το χέρι — όχι απειλητικά, απλώς σαν: περίμενε.

«Γιατί κλείδωνε διπλά;» ρώτησε.

Η Ευανθία κατέβασε το βλέμμα στο τραπέζι. «Δεν ξέρω. Φοβόταν ίσως. Ή…» ξανά σταμάτησε.

Η Ελένη άφησε μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν. Στις ανακρίσεις, τα δευτερόλεπτα είναι εργαλείο. Αν τα γεμίσεις, χάνεις την πληροφορία. Αν τα αφήσεις, εκείνη εμφανίζεται μόνη της, σαν ψαράκι που ανεβαίνει στην επιφάνεια.

«Ή;» επανέλαβε.

Η Ευανθία έβγαλε έναν ήχο, κάτι ανάμεσα σε ανάσα και αδέξιο γέλιο.

«Ή… δεν ήθελε να μπει κανείς… όταν ήταν μέσα με κάποιον».

Ο πρόεδρος έβηξε. Ο υπαστυνόμος σήκωσε το κεφάλι απότομα. Ο έφορος έσφιξε τα χείλη του.

Η Ελένη κράτησε το πρόσωπό της ουδέτερο. Μέσα της, όμως, τα γρανάζια πήραν φωτιά.

«Με κάποιον;» ρώτησε.

Η Ευανθία ένευσε πολύ μικρά. «Δεν είδα εγώ… δεν είμαι… αλλά άκουγα. Βήματα. Στο πίσω δωμάτιο. Και μια φορά… γέλια. Ύστερα σιωπή. Ύστερα η Άννα… έβγαινε σαν να μην είχε κοιμηθεί».

Η Ελένη σημείωσε κάτι νοερά, όχι στο χαρτί:
Η Άννα δεν ήταν πάντα μόνη στη βιβλιοθήκη.
Και το χωριό… το ήξερε.

«Την ημέρα που τη βρήκες», συνέχισε η Ελένη, «χτύπησες;»

«Χτύπησα. Μία. Δύο. Δεν άνοιξε. Περίμενα λίγο. Μετά…» Σταμάτησε και κατάπιε.

«Μετά;» είπε η Ελένη.

«Μετά άκουσα κάτι. Σαν… σαν συρτάρι. Ή σαν κλειδί που γυρνάει. Από μέσα. Εγώ είπα “Άννα; Άννα;” και τότε… άνοιξε η πόρτα.»

Η Ελένη ένιωσε ένα ψυχρό κύμα να περνάει από τον αυχένα της. Είχε υποσχεθεί: χωρίς υπερφυσικά. Αυτό δεν ήταν υπερφυσικό. Αυτό ήταν χειρότερο. Ήταν ανθρώπινο.

«Άνοιξε μόνη της;» ρώτησε.

Η Ευανθία έσφιξε τα χέρια της τόσο που άσπρισαν οι αρθρώσεις. «Δεν είδα χέρι. Αλλά… άνοιξε. Και μέσα… όλα ήταν ήσυχα».

«Και τότε προχώρησες;»

«Ναι. Έκανα όπως πάντα. Άναψα λίγο τη σόμπα…» — εδώ η φωνή της έσπασε — «και μετά πήγα πίσω, γιατί είδα το φως σβηστό. Πάντα η Άννα είχε φως. Ακόμα κι όταν καθόταν μόνη, είχε το φωτάκι στο γραφείο. Και τώρα… σκοτάδι».

Η Ελένη περίμενε.

«Άνοιξα την πόρτα… και… την είδα».

Η Ευανθία δάγκωσε το εσωτερικό του μάγουλου. Τα μάτια της γέμισαν, αλλά δεν κύλησε δάκρυ. Σαν να είχε μάθει να μην αφήνει τίποτα να πέφτει.

Η Ελένη έγειρε πιο κοντά.

«Ευανθία, θέλω να μου πεις κάτι που δεν ρώτησε κανείς. Το πιο άσχετο. Τη μυρωδιά. Τον ήχο. Οτιδήποτε. Τι ήταν “λάθος”;»

Η Ευανθία ανοιγόκλεισε τα μάτια. Κι έπειτα είπε το “μικρό”:

«Η πόρτα… δεν ήταν κλειδωμένη όπως πάντα».

Ο έφορος πετάχτηκε. «Μα είπατε… ήταν κλειδωμένη!»

Η Ευανθία κούνησε το κεφάλι. «Ήταν κλειστή. Όχι κλειδωμένη. Το καταλαβαίνω εγώ. Η Άννα είχε ένα… τρόπο… έβαζε το κλειδί έτσι, να κάνει “κλικ” και μετά γύριζε δεύτερη φορά. Εγώ… το άκουγα. Εκείνη τη μέρα… άκουσα μόνο ένα “κλικ”. Και μετά άνοιξε».

Η Ελένη ένιωσε την ιστορία να μετακινείται ένα χιλιοστό — και αυτό το χιλιοστό ήταν καταλυτικό.

Ένα “κλικ” σημαίνει:
ή κάποιος έκλεισε την πόρτα χωρίς να κλειδώσει,
ή κάποιος την ξεκλείδωσε και δεν ξανακλείδωσε,
ή… κάποιος ήθελε να φαίνεται κλειστή, αλλά να ανοίγει εύκολα.

Η Ελένη σήκωσε αργά το βλέμμα της στον έφορο.

«Ποιος άλλος έχει κλειδί;» ρώτησε.

Η τρίτη σιωπή ξαναγύρισε, πιο βαριά.


Η πρώτη νυχτερινή επίσκεψη στη βιβλιοθήκη

Το βράδυ στο Καστράκι δεν ερχόταν σαν φυσικό φαινόμενο. Ερχόταν σαν απόφαση.
Στις οκτώ, οι δρόμοι άδειαζαν. Στις εννιά, τα φώτα λιγόστευαν. Στις δέκα, το χωριό ήταν ένας χάρτης από σκοτεινά τετράγωνα με λίγες πορτοκαλί κουκκίδες — κάπου κάποιος ζεσταινόταν, κάπου κάποιος ξαγρυπνούσε.

Η Ελένη φόρεσε το μπουφάν της, έβαλε το φακό στην τσέπη, γάντια, και πήρε μαζί της μια μικρή σακούλα με αποστειρωμένες λαβίδες και σακουλάκια συλλογής. Όχι για να κάνει τον ιατροδικαστή — αλλά για να μην αφήσει τη νύχτα να της κλέψει λεπτομέρειες.

Η “επίσκεψη” δεν ήταν επίσημη.
Ήταν εκείνο το ένστικτο που έχει κάθε ερευνητής όταν νιώθει ότι την ημέρα οι άνθρωποι χτίζουν ιστορίες, ενώ τη νύχτα οι χώροι λένε αλήθειες.

Η βιβλιοθήκη στεκόταν πιο σκοτεινή απ’ όσο τη θυμόταν. Το χιόνι είχε πιάσει ξανά στα σκαλιά. Κανείς δεν είχε περάσει.

Η Ελένη στάθηκε μπροστά στην πόρτα.
Ο υπαστυνόμος της είχε δώσει προσωρινά ένα κλειδί — “αν χρειαστεί να ξαναδείτε κάτι”. Το κλειδί ήταν παλιό, βαριάς κοπής, με μικρές χαρακιές.

Το έβαλε στην κλειδαριά.

Δεν γύρισε.

Δοκίμασε ξανά, με μεγαλύτερη πίεση.

Τίποτα.

Η Ελένη πάγωσε. Όχι από φόβο. Από λογική.
Το κλειδί ήταν λάθος.

Ή το κλειδί ήταν σωστό και η κλειδαριά είχε αλλαχτεί. Αλλά αυτό… πότε; και γιατί;

Έβγαλε το κλειδί και το κοίταξε κάτω από τον φακό. Στη βάση του είχε ένα μικρό σημάδι, σαν χαραγμένο γράμμα. Θα μπορούσε να είναι “Β”. Θα μπορούσε να είναι απλώς χτύπημα.

Έκανε πίσω, κοίταξε γύρω.
Σιωπή. Μόνο ο άνεμος στα έλατα.

Τότε είδε κάτι που δεν πρόσεξε την ημέρα:
στην πλευρά του κτιρίου υπήρχε μια δεύτερη, μικρή πόρτα — είσοδος υπηρεσίας, ίσως, ή παλιό πέρασμα προς την αποθήκη.

Πλησίασε. Το χιόνι εδώ ήταν λιγότερο πατημένο — αλλά υπήρχε μια γραμμή καθαρή, σαν κάποιος να είχε σύρει κάτι. Ή σαν το χιόνι να είχε λιώσει σε στενή λωρίδα.

Έσκυψε και ακούμπησε το γάντι της στο μέταλλο της χειρολαβής.

Ήταν πιο ζεστό απ’ ό,τι θα έπρεπε.

Όχι καυτό. Απλώς… όχι παγωμένο.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της.

Πίεσε.

Η πόρτα άνοιξε χωρίς αντίσταση.

Και μέσα… σκοτάδι.

Μπήκε.

Ο φακός έκοψε μια δέσμη φωτός ανάμεσα στα ράφια. Η αίσθηση του χώρου τη νύχτα ήταν τελείως διαφορετική. Την ημέρα, η βιβλιοθήκη ήταν ένα κτίριο. Τη νύχτα, ήταν ένα στόμα κλειστό.

Περπάτησε αργά.
Δεν ήθελε να πατήσει πάνω σε ίχνη. Κι όμως, ένιωθε ότι κάθε πάτημα ήδη έγραφε κάτι.

Στο πάτωμα, κοντά στο γραφείο, υπήρχαν μικρά στίγματα. Όχι αίμα. Κάτι σαν… κερί; σαν σταγόνες από υγρό που στέγνωσε. Αλλά δεν υπήρχαν κεριά εκεί.

Πλησίασε στο πίσω δωμάτιο — εκεί όπου είχε βρεθεί η Άννα.

Η πόρτα του πίσω δωματίου ήταν μισάνοιχτη.
Ακριβώς όπως την είχαν αφήσει.

Η Ελένη στάθηκε στην είσοδο. Κοίταξε μέσα με φακό, χωρίς να μπει.

Το σώμα είχε απομακρυνθεί.
Αλλά ο χώρος κρατούσε την απουσία σαν αποτύπωμα.

Και τότε το είδε:
στο πάτωμα, κοντά στο σημείο που ήταν το ανοιχτό βιβλίο, υπήρχε μια μικρή μεταλλική λάμψη.

Η Ελένη γονάτισε. Έβγαλε τις λαβίδες. Έπιασε προσεκτικά το αντικείμενο.

Ήταν ένα μικρό κομμάτι από… κλειδί.
Σαν σπασμένο δόντι κλειδιού.

Ένα κλειδί είχε σπάσει εδώ.

Το κράτησε στο φως.
Το σχήμα του δεν ταίριαζε με το κλειδί που είχε. Ήταν πιο λεπτό, πιο “νέο”.

Άρα υπήρχε δεύτερο κλειδί.
Ή κλειδαριά που άλλαξε.
Ή κάποιος έφερε δικό του κλειδί.

Η Ελένη σηκώθηκε αργά, με το κομμάτι στο σακουλάκι.

Και τότε άκουσε κάτι.

Όχι βήματα.
Όχι ανθρώπινη φωνή.

Ένα τρίξιμο ξύλου… από το μπροστινό μέρος.

Κάποιος ήταν μέσα;

Η Ελένη έσβησε τον φακό για μια στιγμή.
Στάθηκε ακίνητη.

Η καρδιά της χτυπούσε.
Όχι πανικό. Επαγγελματικό συναγερμό.

Ξανά τρίξιμο.

Πιο κοντά.

Άναψε ξανά τον φακό και κινήθηκε προς το γραφείο, κρατώντας το φως χαμηλά για να μην κάνει σκιά στο παράθυρο.

Στην αίθουσα, ανάμεσα στα ράφια, κάτι είχε αλλάξει:
μια καρέκλα δεν ήταν στη θέση που θυμόταν.

Την ημέρα ήταν τραβηγμένη μέσα.
Τώρα ήταν λίγο προς τα έξω, σαν κάποιος να κάθισε.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Δεν είναι υπερφυσικό, είπε στον εαυτό της.
Είναι κάποιος που μπήκε. Και θέλει να με δει να το καταλάβω.

Έκανε ένα βήμα ακόμη.

Και τότε, το πιο απλό – και πιο τρομακτικό – συνέβη:

Από το γραφείο, ακριβώς στο σημείο που ήταν η λάμπα, ακούστηκε ένα “κλικ”.

Όχι κλειδαριάς.

Διακόπτη.

Το μικρό φωτάκι άναψε.

Και στο φως, πάνω στο γραφείο, υπήρχε ένα χαρτί.

Φρέσκο.

Σαν να είχε μπει κάποιος μόλις πριν από λίγο.

Η Ελένη πλησίασε χωρίς να το αγγίξει.

Στο χαρτί, με καλλιγραφικά γράμματα, υπήρχε μια πρόταση:

«Μην γράφεις για εκείνη. Δεν σου ανήκει.»

Η Ελένη ένιωσε μια παγωμένη διαύγεια.

Κάποιος ήξερε ότι γράφει.
Κάποιος παρακολουθούσε όχι μόνο την έρευνα… αλλά και τη δεύτερη της ζωή. Αυτή, της συγγραφέως.

Κάποιος είχε πρόσβαση στη βιβλιοθήκη με τρόπο που οι άλλοι δεν ήξεραν.

Και, το σημαντικότερο:
κάποιος ένιωθε ότι η Άννα “ανήκει” κάπου — ή σε κάποιον.

Η Ελένη έκανε πίσω αργά, χωρίς να γυρίσει πλάτη.
Μόνο όταν βγήκε από την υπηρεσιακή πόρτα, άφησε την ανάσα της να βγει.

Το χιόνι είχε πυκνώσει.
Σαν να ήθελε να σβήσει ίχνη.

Αλλά η Ελένη κρατούσε ήδη ένα:
το σπασμένο δόντι του κλειδιού, ζεστό σαν να το είχε μόλις αφήσει ανθρώπινο χέρι.


Η συγγραφέας μέσα της — και η λεπτομέρεια που δεν έπρεπε να ξέρει

Πίσω στο ξενοδοχείο «Η Δρυάδα», η Ελένη δεν έβγαλε αμέσως τα ρούχα της. Κάθισε στο μικρό γραφείο του δωματίου, άναψε το φωτάκι και άνοιξε το μαύρο τετράδιο.

Η εγκληματολόγος έλεγε:
Κατάγραψε τα στοιχεία. Την πόρτα. Το λάθος κλειδί. Το σπασμένο δόντι. Το σημείωμα.

Η συγγραφέας έλεγε:
Γράψε την Άννα. Τώρα. Πριν χαθεί. Πριν σου την πάρουν.

Έγραψε, με γρήγορο χέρι, σαν να την κυνηγούσε κάτι:

«Η Άννα κλείδωσε μόνο μία φορά. Το έκανε επίτηδες. Για να νομίσει εκείνος ότι μπορεί να μπει. Για να τον φέρει εκεί που ήθελε: στο πίσω δωμάτιο, δίπλα στο αρχείο, κάτω από το συρτάρι που δεν ανοίγει ποτέ με το σωστό κλειδί.»

Σταμάτησε.

Σήκωσε το κεφάλι της αργά, σαν να την χτύπησε κάτι.

Κάτω από το συρτάρι;
Το “κάτω από το συρτάρι” δεν ήταν υπόθεση. Ήταν γεγονός που μόλις της είχαν δείξει στη φωτογραφία — αλλά αυτό το ήξεραν μόνο ο υπαστυνόμος και οι τρεις άνθρωποι που την επισκέφθηκαν. Κι όμως, το επόμενο κομμάτι…

«…που δεν ανοίγει ποτέ με το σωστό κλειδί.»

Η Ελένη έμεινε ακίνητη.

Δεν είχε πει σε κανέναν για το λάθος κλειδί.
Δεν το είχε γράψει πουθενά.
Δεν είχε αναφέρει την αδυναμία του κλειδιού να γυρίσει στην κύρια πόρτα.

Κι όμως… το χέρι της το έγραψε. Σαν να το ήξερε ήδη.

Η εγκληματολόγος μέσα της ανασηκώθηκε απότομα:
Πώς το ξέρεις;

Η συγγραφέας απάντησε, σχεδόν θυμωμένα:
Δεν το ξέρω. Το έγραψα.

Η Ελένη κοίταξε τις λέξεις σαν να ήταν ξένες.

Και τότε ένα τρίτο ενδεχόμενο — το πιο επικίνδυνο — πέρασε από το μυαλό της, καθαρό σαν μαχαίρι:

Κάποιος μπήκε στο δωμάτιό της.
Κάποιος άνοιξε το τετράδιό της.
Κάποιος συμπλήρωσε τη σκέψη της.

Ή, χειρότερα:

Κάποιος της “έδωσε” αυτή τη λεπτομέρεια επίτηδες.

Σαν πρόκληση.
Σαν παιχνίδι.
Σαν να ήθελε να τη δει να πλησιάζει.

Η Ελένη έκλεισε αργά το τετράδιο.
Το έβαλε κάτω από το μαξιλάρι, σαν γελοία κίνηση προστασίας.

Έπειτα σηκώθηκε, πήγε στην πόρτα και έλεγξε την κλειδαριά. Κλειδωμένη.

Έλεγξε το παράθυρο. Κλειστό.

Γύρισε στο γραφείο και κάθισε ξανά.

Και εκεί, μέσα στην ήσυχη θέρμη του δωματίου, κατάλαβε κάτι που την έκανε να ανατριχιάσει:

Η έρευνα δεν ήταν πια μόνο προς τα έξω.

Κάποιος είχε αρχίσει να δουλεύει και προς τα μέσα —
στον τρόπο που σκέφτεται,
στον τρόπο που γράφει,
στον τρόπο που “μπαίνει” μέσα στην Άννα.

Η Άννα Μπαλή, άγνωστη μέχρι χθες, είχε γίνει για την Ελένη Κομνηνού, την εγκληματολόγο και συγγραφέα, κάτι επικίνδυνα οικείο.

Και στο Καστράκι, τα οικεία πράγματα δεν είναι ποτέ ασφαλή.


Ο έφορος: ο άνθρωπος που κρατά τα κλειδιά και τις δικαιολογίες

Το πρωί στο Καστράκι δεν είχε ήλιο.
Είχε ένα γκρίζο φως που απλωνόταν σαν ψυχρό πανί, και το χιόνι συνέχιζε να πέφτει αραιά, δίνοντας στο χωριό την αίσθηση ότι κάποιος το διαγράφει αργά. Η Ελένη ήπιε καφέ στο δωμάτιό της χωρίς να τον γευτεί. Στο μυαλό της επαναλαμβανόταν ένα πράγμα: το λάθος κλειδί. Το κομμάτι του σπασμένου δοντιού. Το σημείωμα στο γραφείο.

Και η Ευανθία:
“Ένα κλικ. Όχι δύο.”

Στις δέκα ακριβώς ζήτησε να δει τον έφορο στη ρεσεψιόν της «Δρυάδας». Δεν ήθελε “φιλική” συνάντηση στο καφενείο. Ήθελε ουδέτερο χώρο. Χώρο όπου η αλήθεια δεν θα προστατεύεται από βλέμματα τρίτων — αλλά και όπου ο έφορος δεν θα νιώθει πως ανακρίνεται “μπροστά στο χωριό” και σκληρύνει.

Ο Βερδής ήρθε με παλτό κουμπωμένο μέχρι το πηγούνι.
Κρατούσε έναν φάκελο, σαν να πίστευε ότι το χαρτί είναι ασπίδα.

«Καλημέρα, Κυρία Κομνηνού», είπε. «Δεν κοιμηθήκατε, ε;»

Η Ελένη δεν χαμογέλασε.
«Εσείς κοιμηθήκατε;»

Ο έφορος δίστασε μισό δευτερόλεπτο. «Δεν… ξέρω. Όχι καλά.»

Η Ελένη έδειξε την πολυθρόνα απέναντί της. «Καθίστε. Θα πάμε απλά. Θα μου απαντάτε σύντομα. Όχι ιστορίες. Όχι θεωρίες.»

Ο Βερδής κάθισε. Έβαλε τον φάκελο στα γόνατα.

«Πόσα κλειδιά υπάρχουν για τη βιβλιοθήκη;» ρώτησε η Ελένη.

«Δύο… τρία…» ξεκίνησε εκείνος, και αμέσως κατάλαβε ότι έκανε λάθος. Το πρόσωπό του τράβηξε σαν να τον τσίμπησε κάτι. «Δηλαδή… επίσημα δύο. Ένα εγώ, ένα η βιβλιοθηκονόμος. Αλλά υπάρχει κι ένα παλιό, για ώρα ανάγκης… στο δημαρχείο. Σφραγισμένο.»

Η Ελένη ακούμπησε το στυλό της στο τραπέζι.
«Ποιος έχει πρόσβαση στο “σφραγισμένο”;»

«Ο πρόεδρος. Μόνο ο πρόεδρος. Υποτίθεται.»

Η λέξη “υποτίθεται” ήταν το πρώτο ρήγμα.

Η Ελένη έσκυψε λίγο μπροστά.
«Κύριε Βερδή, χθες βράδυ προσπάθησα να μπω από την κεντρική πόρτα με το κλειδί που μου έδωσε ο υπαστυνόμος. Ήταν λάθος. Δεν γύριζε. Και από την πλευρική πόρτα μπήκα πολύ εύκολα.»

Ο έφορος άσπρισε.
«Δεν… δεν ξέρω τι κλειδί σάς έδωσε.»

«Το ερώτημα δεν είναι τι μου έδωσε», είπε η Ελένη. «Το ερώτημα είναι γιατί υπάρχει λάθος κλειδί να κυκλοφορεί σαν να είναι σωστό.»

Ο Βερδής άνοιξε το στόμα, το έκλεισε. Το βλέμμα του έπεσε στο φάκελο, σαν να ήθελε να κρυφτεί μέσα.

Η Ελένη άλλαξε τροχιά. Οι άνθρωποι σπάνε όταν τους πας από άλλο σημείο.

«Η Άννα Μπαλή… ήταν καλή στη δουλειά;»

Ο έφορος βρήκε έδαφος. «Ναι. Ήταν… οργανωτική. Σοβαρή. Κρατούσε κατάλογο, έκανε αρχειοθέτηση… είχε τάξη.»

«Είχε… εχθρούς;»

«Όχι. Εδώ… δεν…»

Η Ελένη σήκωσε το χέρι. «Μη μου το πείτε αυτό. Κανείς δεν έχει εχθρούς “εδώ”. Κι όμως κάποιος πέθανε.»

Ο έφορος κατάπιε. «Είχε… τσακωθεί με την Ευανθία για κάτι ασήμαντο. Κάτι για τις ώρες καθαριότητας. Τίποτα άλλο.»

Η Ελένη τον κοίταξε σταθερά.
Και τότε ήρθε η ερώτηση — όχι σαν κουτσομπολιό, αλλά σαν εργαλείο.

«Η Άννα είχε ερωτική σχέση; Με κάποιον εδώ;»

Ο Βερδής τινάχτηκε ελάχιστα, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρισμός. Γέλασε κοφτά, ψεύτικα.
«Τι είναι αυτά… όχι… δεν ξέρω…»

Η Ελένη δεν υποχώρησε.
«Ρωτάω γιατί η καθαρίστρια άκουγε βήματα και γέλια στο πίσω δωμάτιο. Και γιατί η Άννα κλείδωνε διπλά. Άρα κάποιος έμπαινε. Και δεν ήταν βιβλία.»

Ο έφορος έμεινε ακίνητος. Η γλώσσα του πάλευε. Τα μάτια του πήγαιναν δεξιά-αριστερά. Σαν να έψαχνε να βρει ποια εκδοχή είναι πιο ασφαλής: η αλήθεια ή το ψέμα.

Και τότε… έσπασε. Όχι με ομολογία. Με μια φράση που ξέφυγε.

«Δεν ήταν σχέση», είπε χαμηλά. «Ήταν… λάθος.»

Η Ελένη δεν έδειξε ότι την πέτυχε.

«Λάθος με ποιον;»

Ο Βερδής έσφιξε τα δόντια. «Δεν… μπορώ…»

Η Ελένη έγειρε λίγο το κεφάλι, σχεδόν τρυφερά.
«Αν δεν μπορείτε, θα το πει κάποιος άλλος. Και τότε δεν θα ελέγχετε πώς ακούγεται. Πείτε το εσείς. Ποιος μπαινόβγαινε στη βιβλιοθήκη μετά το κλείσιμο;»

Ο Βερδής κοίταξε προς τη ρεσεψιόν, σαν να φοβόταν ότι τον ακούει το ίδιο το ξύλο.

«Ο… υπαστυνόμος», ψιθύρισε. «Ο Κωστούλας. Πήγαινε “για έλεγχο”. Έλεγε πως… έπρεπε να περνάει. Για ασφάλεια. Εγώ… δεν…»

Σταμάτησε. Η φωνή του χάθηκε.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της σταθερή.
Εδώ ήταν το στοιχείο. Και δεν ήταν απλό.

«Το ξέρατε;» ρώτησε.

Ο Βερδής χαμήλωσε το κεφάλι. «Το… υποψιαζόμουν. Η Άννα… άλλαζε όταν τον έβλεπε. Όχι… χαρούμενη. Όχι. Περίεργα. Σαν να μην είχε επιλογή.»

Η Ελένη τον κάρφωσε.
«Σαν να την εκβίαζε;»

Ο έφορος σήκωσε το βλέμμα, τρομοκρατημένος, σαν να είχε ειπωθεί κάτι αδιανόητο. Κι αυτή η αντίδραση… ήταν απάντηση από μόνη της.

«Δεν ξέρω», είπε τελικά. «Αλλά μια φορά… την άκουσα να λέει στο τηλέφωνο: “Αν συνεχίσεις, θα μιλήσω”. Και μετά… έκλεισε. Και την άλλη μέρα… είχε σημάδι στον καρπό. Σαν να την έπιασε κάποιος δυνατά.»

Η Ελένη ένιωσε τη συγγραφέα μέσα της να ανάβει:
Η Άννα είναι θύμα πριν γίνει νεκρή.
Η εγκληματολόγος, όμως, κράτησε ψυχρό το βλέμμα.

«Μου τα λέτε όλα αυτά τώρα. Γιατί;» ρώτησε.

Ο Βερδής ψιθύρισε:
«Γιατί… χθες βράδυ… μου τηλεφώνησε κάποιος. Και μου είπε “μην μιλήσεις”. Και… εγώ… δεν αντέχω άλλο.»

Η Ελένη έγειρε μπροστά. «Ποιος;»

Ο Βερδής κούνησε το κεφάλι.
«Δεν μίλησε. Μόνο… ανάσα. Κι ένα “κλικ”. Σαν κλειδί που γυρνάει.»

Η Ελένη ένιωσε το ίδιο καρφί στον αυχένα.

Κλειδιά. Κλικ. Πόρτες. Πρόσβαση.


Κλειδαριές: η τεχνική αλήθεια που ξεγυμνώνει τα ψέματα

Το ίδιο μεσημέρι, η Ελένη πήγε στη βιβλιοθήκη με τον πρόεδρο και τον υπαστυνόμο.
Το έκανε επίτηδες. Ήθελε να τους δει δίπλα στις κλειδαριές. Οι άνθρωποι λένε άλλα όταν μιλάνε, άλλα όταν στέκονται μπροστά σε αντικείμενα που τους ενοχοποιούν.

Ο πρόεδρος ξεκλείδωσε την κεντρική πόρτα με το δικό του κλειδί — όχι του εφόρου. Το κλειδί του έβγαλε τον γνωστό ήχο: κλικ και μετά ένα δεύτερο γύρισμα, πιο σκληρό. Δύο κινήσεις.

Η Ελένη κοίταξε τον υπαστυνόμο.
«Το κλειδί που μου δώσατε χθες… από πού ήταν;»

Ο Κωστούλας χαμογέλασε αμυδρά. «Από το τμήμα. Έχουμε ένα αντίγραφο… για περιπτώσεις.»

Η Ελένη δεν το πίστεψε ούτε μισό.
Έβγαλε το κλειδί που είχε, το έβαλε στην κλειδαριά. Δεν γύρισε ούτε τώρα. Άρα δεν ήταν “η στιγμή”. Ήταν γεγονός.

«Αυτό το κλειδί δεν είναι της πόρτας», είπε ήρεμα. «Είναι για κάτι άλλο. Για ποιο;»

Ο υπαστυνόμος έσφιξε τα χείλη.
Ο πρόεδρος πετάχτηκε: «Ίσως παλιό, ίσως…»

Η Ελένη έβγαλε από την τσάντα της το σακουλάκι με το σπασμένο δόντι κλειδιού. Το κράτησε κοντά στο φως.

«Κι αυτό;» ρώτησε. «Σας λέει κάτι; Βρέθηκε στο πίσω δωμάτιο. Ένα κλειδί έσπασε εκεί. Ποιος έσπασε κλειδί μέσα στο αρχείο;»

Ο πρόεδρος έκανε ένα βήμα πίσω.
Ο υπαστυνόμος έμεινε ακίνητος.

Η Ελένη έδειξε την πλευρική πόρτα.
«Αυτή η πόρτα άνοιξε χθες βράδυ με το χέρι. Χωρίς κλειδί. Ήταν ξεκλείδωτη. Ποιος την άφησε έτσι;»

Ο πρόεδρος σήκωσε τους ώμους. «Παλιά πόρτα. Μπορεί να μην…»

Η Ελένη ακούμπησε το χέρι της στην κλειδαριά της μικρής πόρτας. Έσκυψε.
Η κλειδαριά ήταν νέα. Όχι απόλυτα καινούργια, αλλά σίγουρα όχι ίδιας εποχής με το υπόλοιπο ξύλο. Το μέταλλο είχε διαφορετική γυαλάδα. Μια αντικατάσταση που έγινε πρόσφατα.

«Αυτή η κλειδαριά άλλαξε», είπε απλά.

Ο πρόεδρος άνοιξε το στόμα.
Ο υπαστυνόμος μίλησε πριν προλάβει.

«Αλλάχτηκε πριν δύο μήνες. Είχε χαλάσει. Το είχαμε αναφέρει. Για λόγους ασφάλειας.»

Η Ελένη γύρισε αργά και τον κοίταξε.
«Ποιος την άλλαξε; Ποιος τεχνικός; Υπάρχει απόδειξη;»

Ο υπαστυνόμος χαμογέλασε κοφτά. «Εδώ… δεν κόβουν εύκολα αποδείξεις. Ήρθε ένας μάστορας από τη Δημητσάνα. Δεν θυμάμαι όνομα.»

Η Ελένη ένευσε.
Δεν θυμάται όνομα.
Ακριβώς αυτό λένε όταν θυμούνται πολύ καλά.

«Άρα», είπε, «υπάρχει είσοδος που μπορείς να ανοίξεις πιο εύκολα, με κλειδί που κυκλοφορεί. Και υπάρχει λάθος κλειδί να δίδεται σε μένα. Σαν κάποιος να θέλει να με κατευθύνει στη μικρή πόρτα — εκεί που δεν φαίνεται από την πλατεία.»

Ο πρόεδρος κοκκίνισε. «Τι υπονοείτε;»

Η Ελένη δεν ύψωσε τη φωνή.
«Ότι κάποιος θέλει να μπαίνει και να βγαίνει χωρίς να τον βλέπουν. Και ότι ο “σωστός” τρόπος εισόδου δεν είναι αυτός που νομίζει το χωριό.»

Ο υπαστυνόμος έβαλε τα χέρια στις τσέπες.
«Η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή, κυρία Κομνηνού. Δεν υπάρχει…»

Η Ελένη τον έκοψε:
«Υπάρχει. Και θα το αποδείξω με τον μόνο τρόπο που δεν μπορείτε να ελέγξετε: με παγίδα.»


Η πρώτη παγίδα: το δόλωμα που δείχνει τα δάχτυλα

Η παγίδα δεν ήταν θεατρική.
Ήταν κάτι που θα άγγιζε μόνο κάποιος που δεν αντέχει να μείνει έξω από την ιστορία.

Το απόγευμα, η Ελένη ζήτησε να μείνει μόνη στη βιβλιοθήκη για μία ώρα, “για να οργανώσει τα στοιχεία”. Ο υπαστυνόμος αντέδρασε, αλλά ο πρόεδρος — που ήθελε να δείξει συνεργασία — συμφώνησε.

«Θα περιμένουμε έξω», είπε. «Αλλά…»

«Αλλά να μην ακούτε», συμπλήρωσε η Ελένη μέσα της. Δεν το είπε.

Μόλις έμεινε μόνη, η Ελένη έβγαλε από την τσέπη της ένα μικρό κομμάτι διάφανης ταινίας και ένα βαμβακάκι με ειδική σκόνη (όχι ορατή, αλλά αρκετά για να “μαρτυρήσει” άγγιγμα αν την κοιτάξεις σωστά υπό φως). Έβγαλε επίσης ένα φύλλο χαρτί Α4.

Κάθισε στο γραφείο της Άννας.
Όχι ως εγκληματολόγος. Ως συγγραφέας.

Κι έγραψε με το χέρι της, με επίτηδες αργά γράμματα, σαν εξομολόγηση:

«Άννα, ξέρω ποιος σε έβαζε να σωπαίνεις.
Απόψε θα γυρίσω στη μικρή πόρτα.
Και θα περιμένω.»

Δεν υπέγραψε.

Ύστερα δίπλωσε το χαρτί και το έβαλε στο πάνω συρτάρι του γραφείου, εκείνο που η καθαρίστρια είχε πει ότι “η Άννα το άνοιγε πάντα προσεκτικά”. Το συρτάρι το έκλεισε και το κλείδωσε με το κλειδί της κεντρικής πόρτας (όχι για ασφάλεια — για να υπάρξει “πρόκληση”).

Και μετά έκανε το πιο απλό κόλπο:

Έβαλε μια σχεδόν αόρατη ταινία στην εσωτερική πλευρά του συρταριού, έτσι ώστε αν κάποιος το ανοίξει, να αφήσει μικρό “σπάσιμο” στην ταινία — σημάδι ότι παραβιάστηκε.
Και πάνω στο μεταλλικό πομόλο, πέρασε ελάχιστη ποσότητα σκόνης — που θα κολλούσε σε δάχτυλα και θα άφηνε ίχνη, ειδικά αν μετά το άγγιγμα ο άνθρωπος πιάσει κλειδί, πόμολο, ή… τσιγάρο.

Έπειτα έσβησε το φως του γραφείου.
Ανακάτεψε ελαφρά την καρέκλα — να φαίνεται σαν να κάθισε.
Και έφυγε.

Η παγίδα ήταν στημένη.

Το βράδυ, στο ξενοδοχείο, έγραψε στο υπηρεσιακό της:

·         Δόλωμα: σημείωμα σε συρτάρι.

·         Στόχος: όποιος έχει λόγο να το δει — ή να το εξαφανίσει.

·         Παράπλευρη παρατήρηση: αν ο δράστης είναι άνθρωπος με εξουσία, θα θεωρήσει ότι έχει δικαίωμα να μπει. Αν είναι άνθρωπος με φόβο, θα στείλει άλλον.

Και τότε… έκανε αυτό που δεν μπορούσε να μην κάνει.

Άνοιξε το μαύρο τετράδιό της. Το μυθιστόρημα.

Έγραψε:

«Η βιβλιοθηκονόμος δεν φοβόταν το θάνατο. Φοβόταν τη διαρροή. Κάποιος την επισκεπτόταν όταν η πόρτα έκανε μόνο ένα “κλικ”. Και κάθε φορά, εκείνος έφερνε μαζί του το ίδιο πράγμα: κλειδί που δεν ταίριαζε, αλλά άνοιγε τη σωστή πόρτα.»

Η Ελένη πάγωσε.
Ξανά εκείνη η λεπτομέρεια: κλειδί που δεν ταίριαζε.

Και τώρα… είχε και πρόσωπο. Ή υποψία προσώπου.

Γιατί ο έφορος τής είχε δώσει το στοιχείο που χρειαζόταν:
η Άννα δεν είχε “σχέση”. Είχε “λάθος”.
Και το “λάθος” είχε στολή.


Η νύχτα της παγίδας

Η νύχτα κατέβηκε στο Καστράκι σαν κουβέρτα βρεγμένη. Όχι βαριά από τη θερμοκρασία — βαριά από την ακινησία. Το χιόνι σταμάτησε για λίγο, κι αυτό ήταν χειρότερο. Όταν χιονίζει, υπάρχει ένας ήχος, μια κίνηση, ένας τρόπος να δικαιολογήσεις τα ίχνη. Όταν σταματά, ο τόπος μοιάζει να κρατά την ανάσα του.

Η Ελένη έβαλε το μαύρο τετράδιο στο συρτάρι του κομοδίνου, το κλείδωσε μηχανικά και κράτησε το κλειδί στην τσέπη. Ύστερα άλλαξε: σκούρα ρούχα, μπουφάν χωρίς θόρυβο, παπούτσια που δεν γλιστρούν εύκολα. Δεν πήρε όπλο. Δεν ήταν αστυνομικός. Πήρε, όμως, κάτι πιο χρήσιμο: ένα μικρό φακό με κόκκινο φίλτρο (για να μην “καίει” τη νύχτα), ένα λεπτό ζευγάρι γάντια, ένα σακουλάκι αποδείξεων, και το κινητό της σε αθόρυβη λειτουργία.

Δεν είχε σκοπό να μπει πρώτη.

Η παγίδα δεν πιάνει όταν κυνηγάς. Πιάνει όταν περιμένεις.

Βγήκε από τη «Δρυάδα» λίγο πριν τις έντεκα. Ο δρόμος ήταν άδειος, αλλά δεν ήταν “άδειος”. Ήταν σαν να υπήρχε πίσω από κάθε κλειστό παντζούρι ένα μάτι που δεν ήθελε να ανακατευτεί και ταυτόχρονα δεν μπορούσε να μην κοιτά.

Περπάτησε προς τη βιβλιοθήκη από το στενό που δεν περνάει από την πλατεία. Στην πλατεία υπάρχει πάντα πιθανότητα να σε δει κάποιος, να σε αναγνωρίσει, να πει αύριο “την είδα”. Η Ελένη δεν ήθελε μάρτυρες. Ήθελε δράστη.

Στάθηκε σε μια γωνία απέναντι από το κτίριο, πίσω από έναν χαμηλό πέτρινο τοίχο. Η βιβλιοθήκη ήταν μαύρη, δίχως φως. Μόνο το χιόνι τής έδινε περίγραμμα. Η μικρή πλευρική πόρτα δεν φαινόταν από εδώ. Φαινόταν όμως το παράθυρο του γραφείου, εκεί όπου είχε ανάψει χθες το φωτάκι “μόνο του”.

Στις έντεκα και δέκα, τίποτα.
Στις έντεκα και είκοσι, τίποτα.

Η Ελένη έμαθε να μετράει τον χρόνο αλλιώς. Σε τέτοιες νύχτες, κάθε λεπτό είναι μια απόφαση που δεν έχει ληφθεί ακόμη. Κι όταν ο δράστης αργεί, σημαίνει ότι φοβάται. Ή ότι δεν είναι μόνος.

Στις έντεκα και τριάντα δύο, είδε την πρώτη κίνηση: ένα φως στο βάθος του δρόμου, όχι φανάρι αυτοκινήτου — φακός. Κινούταν χαμηλά, με μικρές ταλαντώσεις, σαν κάποιος να περπατά γρήγορα αλλά προσεκτικά, προσπαθώντας να μη γλιστρήσει.

Η Ελένη κράτησε την ανάσα της.
Ο άνθρωπος πλησίασε από την πλευρά της πλατείας, όχι από το στενό. Αυτό ήταν ήδη στοιχείο: ήθελε να έρθει “φυσιολογικά”, σαν να είχε δικαίωμα να είναι εκεί.

Η φιγούρα σταμάτησε μπροστά στην κεντρική πόρτα. Ο φακός έσβησε. Για λίγα δευτερόλεπτα, το σκοτάδι κατάπιε τα πάντα.

Και τότε: ένα πολύ μικρό μεταλλικό “τσακ”.

Κλειδί στην κλειδαριά.

Η Ελένη ένιωσε τη γλώσσα της να κολλά στον ουρανίσκο. Δεν ήξερε ακόμα ποιος ήταν, αλλά ήξερε τι σήμαινε: κάποιος είχε κλειδί της κεντρικής πόρτας. Ή αντίγραφο που λειτουργούσε. Όχι το “λάθος” που της είχαν δώσει.

Η πόρτα άνοιξε.
Ο άνθρωπος μπήκε μέσα.
Και η πόρτα έκλεισε πίσω του χωρίς να χτυπήσει.

Η Ελένη περίμενε πέντε δευτερόλεπτα. Δέκα. Δεκαπέντε.
Δεν έτρεξε. Δεν ακολούθησε αμέσως. Το ένστικτό της έλεγε ότι αν κάποιος μπαίνει σε τόπο εγκλήματος νύχτα, έχει στήσει κι εκείνος κάτι: είτε δικό του έλεγχο, είτε δικό του τρόπο διαφυγής.

Περίμενε να δει αν θα ανάψει φως.

Σαράντα δευτερόλεπτα μετά, ένα αμυδρό φως φάνηκε πίσω από τις κουρτίνες του γραφείου. Όχι η κεντρική λάμπα. Το μικρό φωτάκι.

Άρα πάει στο γραφείο. Άρα πάει στο συρτάρι.

Η Ελένη σηκώθηκε αργά από πίσω από τον τοίχο. Πέρασε από το πλάι, προς τη μικρή πλευρική πόρτα. Δεν ήθελε να ανοίξει την κεντρική: αν την άνοιγε, θα ακουγόταν. Αν την άνοιγε, θα άλλαζε η “συνήθεια” του άλλου. Ήθελε να κινηθεί σαν σκιά.

Η πλευρική πόρτα ήταν κλειστή τώρα.

Η λαβή ήταν παγωμένη.

Κάποιος τη φρόντισε.
Δεν την άφησε ξεκλείδωτη όπως χθες.

Και αυτό ήταν κρίσιμο: ο εισβολέας ήξερε ότι κάποιος (εκείνη) είχε μπει από εκεί.

Η Ελένη έσκυψε, κοίταξε την κλειδαριά στο φως του φακού με το κόκκινο φίλτρο. Η κλειδαριά είχε μικρές γρατζουνιές γύρω από την είσοδο του κλειδιού. Φρέσκες. Σαν να είχε μπει κλειδί με βιασύνη ή λάθος φορά.

Έβγαλε από την τσέπη της το “λάθος” κλειδί. Το έβαλε στην πλευρική κλειδαριά.

Γύρισε.

Ομαλά.

Η Ελένη ένιωσε ένα κύμα — όχι φόβου. Καθαρής, ψυχρής επιβεβαίωσης.

Το κλειδί που της έδωσαν ήταν “λάθος” για την κεντρική πόρτα, αλλά σωστό για τη μικρή.
Κάποιος ήθελε να την σπρώξει να μπαίνει από εκεί. Να τη βλέπουν λιγότερο. Να της δίνουν πρόσβαση… που ελέγχουν.

Άνοιξε αθόρυβα. Μπήκε.

Μέσα, η βιβλιοθήκη ήταν όπως τη θυμόταν: μυρωδιά παλιού χαρτιού, υγρασία, κι εκείνη η ξηρή σιωπή που κάνει τα πράγματα να ακούγονται υπερβολικά. Προχώρησε ανάμεσα στα ράφια χωρίς να φωτίζει το πρόσωπό της, κρατώντας τον φακό χαμηλά.

Από το γραφείο ακούστηκε ένας ήχος: συρτάρι που ανοίγει.

Η Ελένη στάθηκε πίσω από ένα ράφι. Άνοιξε το κινητό χωρίς να ανάψει οθόνη, έτοιμη να καλέσει τον υπαστυνόμο — αλλά σταμάτησε.

Αν καλέσω τώρα, τον χάνω.
Αν περιμένω, τον πιάνω πιο βαθιά.

Άκουσε χαρτί να ξεδιπλώνεται. Έναν κοφτό, συγκρατημένο αναστεναγμό — σαν θυμό που δεν θέλει να γίνει φωνή.

Και τότε… κάτι που δεν περίμενε:

Το συρτάρι έκλεισε απότομα.
Και αμέσως μετά, ένας ήχος “τσακ” — όχι κλειδί. Αναπτήρας.

Ο άνθρωπος άναψε τσιγάρο.

Η Ελένη ένιωσε την παγίδα να αλλάζει επίπεδο. Η σκόνη στο πόμολο θα πήγαινε στα δάχτυλα. Από εκεί, στον αναπτήρα. Από εκεί, στο τσιγάρο. Κι ύστερα, όπου κι αν το άφηνε, θα άφηνε κι αυτό ίχνος.

Η φιγούρα σηκώθηκε. Η καρέκλα έτριξε. Ήρθε προς τα ράφια.

Η Ελένη πάτησε πίσω, ανάμεσα σε δύο διαδρόμους βιβλίων. Δεν ήθελε αντιπαράθεση στο σκοτάδι. Ήθελε αναγνώριση.

Ο άνθρωπος προχώρησε αργά, με το τσιγάρο στο χέρι, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά σαν να ψάχνει κάτι συγκεκριμένο. Όχι βιβλίο. Κάτι κρυμμένο.

Σταμάτησε σε ένα χαμηλό ράφι, εκεί όπου ήταν οι “Τοπικές Καταγραφές” και τα “Πρακτικά Κοινοτικού Συμβουλίου”. Έσκυψε. Το χέρι του μπήκε πίσω από τα βιβλία.

Ψάχνει κρυψώνα, σκέφτηκε η Ελένη.

Τότε, με μια κίνηση που φαινόταν γνώριμη, έβγαλε ένα λεπτό φάκελο. Τον άνοιξε γρήγορα. Κοίταξε κάτι μέσα. Έπειτα τον έκλεισε και τον έβαλε στην τσέπη.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά, αλλά κράτησε το σώμα της ακίνητο. Αυτό ήταν πιο σημαντικό από το συρτάρι. Αυτό ήταν “παρελθόν”. Ή “σχέδιο”.

Ο άνθρωπος γύρισε προς την έξοδο.

Και τότε, στο πέρασμά του, το τσιγάρο του ακούμπησε πάνω σε μια ξύλινη ράχη βιβλίου. Μια μικρή σπίθα έπεσε. Δεν άναψε φωτιά — αλλά άφησε ένα καμένο σημάδι.

Ο άνθρωπος το είδε. Σταμάτησε. Κοίταξε. Και αντί να το σβήσει προσεκτικά, έκανε κάτι που μόνο κάποιος που νιώθει ασφάλεια θα έκανε:
έφτυσε ελαφρά στο πάτωμα, σαν να τον ενοχλούσε η ίδια η ιδέα του ίχνους, και έσβησε το τσιγάρο με το παπούτσι του.

Άφησε τη γόπα στο πάτωμα.

Και βγήκε από την κεντρική πόρτα.

Η Ελένη περίμενε να κλείσει η πόρτα. Περίμενε να απομακρυνθούν τα βήματά του.

Ύστερα βγήκε κι εκείνη — από την πλευρική πόρτα — και έμεινε έξω, στο χιόνι, κρατώντας την ανάσα της σαν να μην ήθελε να την ακούσει το χωριό.

Δεν τον ακολούθησε. Όχι ακόμη.

Ξαναμπήκε μέσα, γρήγορα, και πήγε κατευθείαν στο γραφείο. Άνοιξε το συρτάρι. Η ταινία είχε σπάσει. Το χαρτί ήταν εκεί — αλλά είχε τσαλακωθεί ελαφρά, σαν να το διάβασε και να το ξαναέβαλε… με θυμό.

Στο πόμολο, στο φως του φακού, φαινόταν μια θαμπάδα — λεπτό ίχνος, σαν ιδρώτας και σκόνη μαζί.

Η Ελένη έβαλε γάντια. Πήγε στη γόπα. Την πήρε με λαβίδα και την έβαλε σε σακουλάκι.

Τώρα έχω κάτι που δεν είναι κουβέντα. Είναι δέρμα. Είναι συνήθεια. Είναι DNA αν χρειαστεί.

Κι έπειτα, πήγε στο χαμηλό ράφι. Έσπρωξε τα βιβλία. Έβαλε το χέρι της πίσω. Εκεί, στο βάθος, υπήρχε η κρυψώνα.

Δεν ήταν τυχαίο σημείο. Ήταν σημείο “γνωστό”.

Έβγαλε ένα δεύτερο φάκελο — ίδιος τύπος. Αυτός είχε μείνει.

Το εξώφυλλο έγραφε με στυλό:

Α. ΜΠΑΛΗ — ΜΕΤΑΘΕΣΗ

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται, όχι από φόβο, αλλά από βεβαιότητα.

Δεν ήταν τυχαία μετάθεση.
Ήταν αποστολή. Ή τιμωρία. Ή κάλυψη.

Έκλεισε τον φάκελο, τον έβαλε μέσα στο μπουφάν της, και βγήκε.

Το χιόνι άρχισε πάλι να πέφτει, σαν να ήθελε να σκεπάσει την κίνηση που μόλις έγινε.

Αλλά η Ελένη Κομνηνού είχε ήδη πάρει αυτό που ήθελε.

Κάποιος μπήκε.
Κάποιος διάβασε.
Κάποιος ξέρει.
Και κάποιος — κυρίως — φοβάται την Άννα ακόμη κι αφού πέθανε.


Αντιπαράθεση: το λάθος που κάνει μόνο ο ένοχος

Το πρωί, η Ελένη ζήτησε τον υπαστυνόμο στο ξενοδοχείο.
Δεν το είπε σε κανέναν άλλον. Ούτε στον πρόεδρο. Ούτε στον έφορο. Ήθελε να τον έχει μόνο του, χωρίς “μάτια” να τον στηρίζουν, χωρίς κοινωνικό πλαίσιο να τον προστατεύει.

Ο Κωστούλας εμφανίστηκε λίγο πριν τις δέκα. Φορούσε στολή, αλλά χωρίς το μπουφάν. Σαν να ήθελε να δείξει ότι είναι “σκληρός” και “δεν κρυώνει”. Αυτό είναι συνήθως ένδειξη ανασφάλειας, όχι δύναμης.

«Με φωνάξατε;» είπε.

Η Ελένη του έδειξε την καρέκλα.
«Ναι. Θέλω να σας κάνω μερικές ερωτήσεις. Χωρίς παράκαμψη.»

Ο υπαστυνόμος κάθισε. Προσπάθησε να χαμογελάσει. Δεν του βγήκε.

Η Ελένη έβγαλε από την τσέπη της το σακουλάκι με τη γόπα. Δεν το έβαλε στο τραπέζι. Το κράτησε στο χέρι, σαν να κρατάει κάτι που ακόμα “αναπνέει”.

«Ξέρετε τι είναι αυτό;» ρώτησε.

Ο υπαστυνόμος κοίταξε, συνοφρυώθηκε.
«Τσιγάρο. Και;»

«Βρέθηκε στη βιβλιοθήκη. Στο πάτωμα. Φρέσκο. Χθες βράδυ.»

Ο υπαστυνόμος έκανε την πρώτη κίνηση άμυνας: γέλασε.
«Και τι; Μπορεί να είναι παλιό. Μπορεί να μπήκε κανένα παιδί.»

Η Ελένη δεν του έδωσε χρόνο να χτίσει θεωρία.

«Η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή χθες βράδυ», είπε ήρεμα. «Κι όμως κάποιος μπήκε.»

Ο υπαστυνόμος έσφιξε το σαγόνι.
«Ποιος;»

Η Ελένη έγειρε ελάχιστα προς τα μπροστά.
«Αυτό θέλω να μου πείτε εσείς. Γιατί το κλειδί που μου δώσατε ανοίγει τη μικρή πόρτα. Όχι την κεντρική. Και γιατί η μικρή πόρτα είχε αλλάξει κλειδαριά πριν δύο μήνες με “μάστορα που δεν θυμάστε”.»

Ο υπαστυνόμος ανασηκώθηκε.
«Σας είπα… για λόγους ασφάλειας.»

«Για λόγους πρόσβασης», διόρθωσε η Ελένη. «Και χθες βράδυ, κάποιος προτίμησε την κεντρική πόρτα. Άρα είχε άλλο κλειδί. Ή είχε το κλειδί που κρατάτε εσείς για “περιπτώσεις”.»

Ο υπαστυνόμος σκλήρυνε.
«Κυρία Κομνηνού, δεν μπορείτε να…»

Η Ελένη τον έκοψε, ψυχρή.

«Μπήκατε χθες βράδυ στη βιβλιοθήκη; Ναι ή όχι.»

Ο υπαστυνόμος γέλασε ξανά, πιο κοφτά.
«Όχι. Φυσικά όχι.»

Η Ελένη έβγαλε τότε το χαρτί από το σακουλάκι των αποδείξεων: ένα μικρό κομμάτι διάφανης ταινίας, σκισμένο. Δεν χρειαζόταν να του πει τι είναι.

«Αυτό», είπε, «ήταν στο συρτάρι του γραφείου της Άννας. Χθες το μεσημέρι ήταν άθικτο. Σήμερα είναι σκισμένο.»

Ο υπαστυνόμος αναπήδησε ελαφρά.
«Ποιο συρτάρι;» ρώτησε αυθόρμητα.
Και ύστερα — πολύ αργά — κατάλαβε ότι ρώτησε κάτι που δεν έπρεπε.

Η Ελένη δεν χαμογέλασε. Απλώς τον κοίταξε.

«Το πάνω συρτάρι», είπε. «Αυτό που ανοίγει πιο εύκολα. Σωστά;»

Ο υπαστυνόμος πάγωσε.

Δεν ήταν η πληροφορία. Ήταν ο τρόπος που το είχε πει: σαν να το ήξερε.

Και η Ελένη συνέχισε, ήρεμη, σχεδόν ευγενική, γιατί η ευγένεια είναι συχνά το καλύτερο μαχαίρι:

«Πώς το ξέρετε; Πώς ξέρετε ποιο συρτάρι; Δεν σας είπα τίποτα για συρτάρι. Είπα μόνο “στο γραφείο”.»

Ο υπαστυνόμος άνοιξε το στόμα, το έκλεισε.

«Ε… είχαμε… ερευνήσει…» ψέλλισε. «Όλα τα συρτάρια…»

Η Ελένη έγνεψε.
«Τότε θα ξέρετε και τι υπήρχε μέσα χθες βράδυ. Γιατί κάποιος το έβγαλε, το διάβασε, και το ξανάβαλε.»

Ο υπαστυνόμος έγινε κόκκινος.
«Τι… τι ήταν;»

Η Ελένη κράτησε μια παύση.
«Μια απειλή. Προς τον δολοφόνο.»

Ο υπαστυνόμος έγειρε μπροστά, πολύ γρήγορα.
«Δηλαδή… κάποιος… τον απείλησε;»

Να το.
Η Ελένη ένιωσε την “επαγγελματική” της φωνή να λέει: ο ένοχος ενδιαφέρεται υπερβολικά για το περιεχόμενο.
Ένας αθώος θα ρωτούσε “ποιος το έγραψε;”. Ένας ένοχος ρωτά “τι έλεγε;”.

Η Ελένη τον κοίταξε.
«Σας ενδιαφέρει πάρα πολύ, υπαστυνόμε. Γιατί;»

Ο υπαστυνόμος σηκώθηκε απότομα.
«Είστε… είστε προκατειλημμένη. Εδώ είμαστε χωριό, δεν μπορείτε να…»

Η Ελένη σήκωσε κι εκείνη το σώμα της, αλλά όχι επιθετικά. Σταθερά.
«Θα σας ρωτήσω κάτι τελευταίο. Και θέλω απάντηση. Η Άννα Μπαλή… σας απείλησε ότι θα μιλήσει;»

Ο υπαστυνόμος άσπρισε.
Και εκεί, σε κλάσμα δευτερολέπτου, φάνηκε στο βλέμμα του κάτι που δεν είναι θυμός. Είναι πανικός.

«Δεν ξέρω για τι μιλάτε», είπε. «Δεν είχα… καμία σχέση με την Άννα.»

Η Ελένη γλίστρησε την ερώτηση που ήδη είχε τη σημασία της, γιατί ο έφορος το είχε πει, και τώρα χρειαζόταν αντίδραση:

«Σχέση; Ερωτική σχέση;»

Ο υπαστυνόμος γέλασε ξανά, πιο δυνατά, πιο άσχημα.
«Αηδίες!»

Και μετά έκανε το δεύτερο λάθος. Το λάθος που έκανε μόνο άνθρωπος που έχει κάτι να κρύψει:

«Εκείνη… εκείνη με κυνηγούσε, αν θέλετε να ξέρετε. Έστελνε μηνύματα. Ήθελε…»

Σταμάτησε.

Η Ελένη τον κάρφωσε.
«Δεν είπα εγώ ότι υπήρχαν μηνύματα.»

Ο υπαστυνόμος κατέβασε τα μάτια.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν η πιο δυνατή μέχρι τώρα.
Γιατί μέσα της υπήρχε η απόδειξη της ψυχολογικής άμυνας: αναποδογύρισμα θύματος-θύτη.

Η Ελένη είπε ήρεμα:

«Θα παραδώσετε το κινητό σας για έλεγχο. Και θα μου δώσετε τα κλειδιά που έχετε. Όλα.»

Ο υπαστυνόμος έσφιξε τις γροθιές.

«Δεν έχετε δικαίωμα», ψιθύρισε.

Η Ελένη έγειρε το κεφάλι, σαν να τον λυπάται.
«Έχετε δίκιο. Δεν έχω. Αλλά σε λίγα λεπτά θα έρθει ο εισαγγελέας από Τρίπολη — γιατί εγώ θα τον καλέσω. Κι εκείνος θα έχει.»

Ο υπαστυνόμος έκανε πίσω, σαν να τον χτύπησε η λέξη “εισαγγελέας”.

Και τότε κατάλαβε ότι η παγίδα δεν ήταν μόνο στο συρτάρι.

Ήταν και εδώ.


Το κρυμμένο αρχείο: η Άννα δεν ήρθε “τυχαία”

Μετά την αντιπαράθεση, η Ελένη δεν πήγε στο τμήμα.
Πήγε στη βιβλιοθήκη.

Όχι γιατί εκεί ήταν ασφαλής.
Αλλά γιατί εκεί ήταν η μνήμη του εγκλήματος — και η μνήμη, αν την πιέσεις σωστά, αποδίδει.

Ο πρόεδρος προσπάθησε να την ακολουθήσει, αλλά η Ελένη τον έκοψε:
«Θέλω να δω κάτι μόνη.»

Ο πρόεδρος δυσανασχέτησε, αλλά δεν επέμεινε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που αγαπούν τον έλεγχο μόνο όταν δεν κινδυνεύει η εικόνα τους.

Μέσα στη βιβλιοθήκη, η Ελένη πήγε κατευθείαν στο χαμηλό ράφι. Εκεί όπου ο εισβολέας είχε βγάλει τον φάκελο. Έσπρωξε τα βιβλία, έβαλε το χέρι πίσω.

Έβγαλε τον φάκελο: Α. ΜΠΑΛΗ — ΜΕΤΑΘΕΣΗ.

Τον άνοιξε πάνω στο γραφείο, φορώντας γάντια. Οι σελίδες μέσα δεν ήταν “υπηρεσιακές” μόνο. Ήταν και κάτι σαν προσωπικό αρχείο. Φωτοτυπίες, αποκόμματα, σημειώσεις με μολύβι στο περιθώριο.

Διάβασε:

·         Αίτηση μετάθεσης (από Τρίπολη προς Καστράκι) — αλλά η αίτηση δεν είχε υπογραφή της Άννας. Είχε μια υπογραφή που έμοιαζε… φωτοτυπημένη.

·         Απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου — με ημερομηνία πολύ γρήγορη, ασυνήθιστα γρήγορη για δημόσιο.

·         Εσωτερική αναφορά από την προηγούμενη θέση της: “Παρατηρείται επιμονή της υπαλλήλου σε έλεγχο παλαιών αρχείων δωρεών/καταλόγων. Έχει δημιουργήσει ενόχληση.”

·         Και, το πιο ενδιαφέρον: μια φωτοτυπία email/επιστολής (τυπωμένη), που έγραφε:

«Η υπάλληλος ισχυρίζεται ότι εντόπισε ασυμφωνίες σε καταχώριση παλαιού υλικού και ζήτησε να δει το αρχικό πρωτόκολλο. Παρακαλούμε να διευθετηθεί διακριτικά.»

Η Ελένη ένιωσε ένα κλικ μέσα της, όχι μεταλλικό. Νοητικό.

Άρα η Άννα έψαχνε κάτι. Όχι εδώ πρώτα. Πριν. Και “διευθετήθηκε” με μετάθεση.

Στον πάτο του φακέλου υπήρχε ένα μικρό τετράδιο — όχι το δικό της, διαφορετικό. Λεπτό, με εξώφυλλο μπλε, σαν φτηνό σχολικό.

Το άνοιξε.

Ήταν ημερολόγιο. Όχι κάθε μέρα. Σκόρπιες καταγραφές, αλλά όλες είχαν ένα μοτίβο: ονόματα, ημερομηνίες, αριθμούς πρωτοκόλλου. Σαν να έκανε λογιστικό έλεγχο, αλλά για κάτι που δεν ήθελε να φαίνεται.

Και ανάμεσα στις καταγραφές, μια φράση επαναλαμβανόταν:

«Το κλειδί δεν είναι κλειδί. Είναι άδεια.»

Η Ελένη σταμάτησε. Ξαναδιάβασε.
Και η συγγραφέας μέσα της ψιθύρισε, σχεδόν σαν να γράφει μόνη της:

Η Άννα δεν πέθανε γιατί ήταν αφελής. Πέθανε γιατί είχε αρχίσει να καταλαβαίνει.

Στο τέλος του τετραδίου υπήρχε ένα σκίτσο: πρόχειρο σχεδιάγραμμα της βιβλιοθήκης. Και ένα Χ. Όχι στο πίσω δωμάτιο. Όχι στο γραφείο.

Στο υπόγειο.

Η Ελένη κοίταξε γύρω.
Υπόγειο; Δεν την είχαν πάει ποτέ σε υπόγειο. Κανείς δεν της είχε πει ότι υπάρχει υπόγειο.

Σηκώθηκε αργά, πήρε τον φακό, και άρχισε να ψάχνει. Στο πίσω δωμάτιο, κάτω από ένα χαλί που έμοιαζε διακοσμητικό, βρήκε κάτι: μια παλιά σιδερένια καταπακτή. Ήταν σχεδόν στο χρώμα του πατώματος. Σαν να ήθελε να μην υπάρχει.

Το μεταλλικό χερούλι ήταν γεμάτο σκόνη. Αλλά όχι “παλιά” σκόνη. Σκόνη που είχε σβηστεί στις άκρες — σαν να το έπιαναν.

Η Ελένη έβαλε το χέρι της. Τράβηξε.

Η καταπακτή δεν άνοιξε.

Κλειδωμένη.

Η Ελένη χαμογέλασε χωρίς χαρά.

Φυσικά.

Έβγαλε το λάθος/σωστό κλειδί (για τη μικρή πόρτα). Το δοκίμασε στο λουκέτο της καταπακτής.

Δεν μπήκε.

Δοκίμασε το κλειδί της κεντρικής πόρτας (που είχε πάρει προσωρινά από τον πρόεδρο το πρωί, δήθεν “για έλεγχο”).

Δεν μπήκε.

Άρα υπάρχει τρίτο κλειδί.
Κι αυτό το τρίτο κλειδί δεν το “σφραγισμένο” στο δημαρχείο — είναι το πραγματικό.

Η Ελένη έκλεισε τον φάκελο, τον έβαλε προσεκτικά στη τσάντα. Έκλεισε και το μπλε τετράδιο της Άννας.

Και τότε σκέφτηκε κάτι που την έκαψε:

Ο εισβολέας χθες βράδυ δεν ήρθε μόνο για να δει το δόλωμα.
Ήρθε για να πάρει έναν φάκελο. Και πήρε έναν.
Αλλά άφησε αυτόν.

Γιατί;

Ή δεν πρόλαβε.
Ή… ήθελε να τον βρει εκείνη.

Σαν να της έλεγε:
Έλα. Πλησίασε. Σ’ έχω.

Η Ελένη έκλεισε την καταπακτή, έστρωσε το χαλί, και βγήκε από τη βιβλιοθήκη, κρατώντας μέσα της εκείνο το παγωμένο, επαγγελματικό συμπέρασμα:

Η Άννα δεν ήταν τυχαία υπάλληλος.
Ήταν “μετάθεση” επειδή είχε ακουμπήσει κάτι που δεν έπρεπε.
Και ο θάνατός της ήταν ο τρόπος να κλείσει ο κύκλος.

Μόνο που τώρα… ο κύκλος δεν έκλεινε.

Άνοιγε.

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: