Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΝΕΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΣΕΜΕΡΤΖΙΔΟΥ, ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ, ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ: ΄΄ΤΡΕΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΕΜΙΕΡΑ΄΄

 

Κεφάλαιο 1 — Οι δοκιμές φωτισμού

 

Στις οκτώ το πρωί, το μεγάλο θέατρο της Σχολής άχνιζε σαν ζεστός καθρέφτης. Η σκηνή ήταν γυμνή· μόνο ταινίες γκάφας στα άκρα και ένα μοναχικό τραπέζι με σημάδια από πρόβες. Από ψηλά, τα ράουλα γρύλιζαν καθώς ο Γιώργος ο ηλεκτρολόγος κατέβαζε τη μπάρα. «Δοκιμή ένα», φώναξε. Τα φώτα κάρφωσαν το κέντρο σαν διαταγή.

Η Άρια στεκόταν στη γραμμή της αυλαίας με το σακίδιο ακόμα στην πλάτη. Η πόρτα είχε μόλις κλείσει πίσω της, αφήνοντας ένα ρεύμα πρωινού και τη γεύση του καφέ που δεν πρόλαβε. Στη θέση των θεατών, σώματα κλίνονταν προς τα μπροστά με την προσοχή των πεινασμένων. Κάποιος γέλασε χαμηλά. Κάποιος άλλος ψιθύρισε το όνομά της όπως θα ψιθύριζε “φιλόδοξη”.

«Σε περιμέναμε,» είπε ο άντρας με τα λευκά μαλλιά και το μάλλινο σακάκι, χωρίς να κοιτάξει το ρολόι. Ο δάσκαλος της υποκριτικής, ο Μάνος Λυσιμάχου, θρύλος και σκιά μαζί. «Πες μας ποια είσαι».

«Άρια. Από τη…» Κόμπιασε. Δεν έπρεπε να μυρίσουν επαρχία στο στόμα της. «Από την Κασσάνδρα.»

Μια μικρή σιωπή έκανε το σανίδι να μεγαλώσει. Ο Νικήτας, στην πρώτη σειρά, της χαμογέλασε ευγενικά — από εκείνα τα χαμόγελα που αφήνουν κάποιον να μπει και να βρει μόνος του την έξοδο. Δίπλα του η Μήδεια (ναι, έτσι συστήθηκε) χώρισε τα μαλλιά με τον δείκτη σαν να έσχιζε σελίδα.

«Ωραία,» είπε ο Λυσιμάχου. «Στη σκηνή μας δεν υπάρχουν βιογραφικά. Υπάρχουν μόνο αναπνοές. Θα ξεκινήσεις με σιωπή.»

Η Άρια άφησε κάτω το σακίδιο. Το ύφασμα ακούμπησε το πάτωμα σαν μικρό λάθος. Τα μάτια της ταξίδεψαν στους πανύψηλους τοίχους, στις μισάνοιχτες πόρτες του παρασκηνίου, στο άγαλμα της Μούσας που κάποιος είχε στολίσει με γαλάζια κορδέλα. Σιωπή. Στην πρώτη εισπνοή, το στομάχι της έσφιξε. Στη δεύτερη, άκουσε τα παπούτσια στην πλατεία. Στην τρίτη, άκουσε κάτι άλλο — ένα τρίξιμο, σαν ρούχο που σχίζεται πίσω από τα φώτα. Το θέατρο μιλούσε.

«Αρκετά για σήμερα,» πετάχτηκε μια φωνή πίσω. Μια γυναίκα με αυστηρό κότσο, η Στέλλα, υπεύθυνη σπουδών. «Το πρόγραμμα λέει τοποθετήσεις, όχι επιδείξεις. Θα δούμε τι αξίζει στις εισαγωγικές σκηνές της Παρασκευής.»

Ο Λυσιμάχου χαμογέλασε σαν να άκουσε μια έξοχη ρεπλίκα. «Το θέατρο δεν έχει πρόγραμμα, Στέλλα. Έχει ρυθμό.» Έπειτα γύρισε στην Άρια. «Κράτα το αυτό. Θα στο ζητήσω αργότερα.»

Στο διάδρομο, οι φοιτητές σκόρπισαν σαν πουλιά μετά από φωτοβολίδα. Η Άρια βρήκε το ντουλάπι με το όνομά της γραμμένο στραβά. Μέσα, μια παλιά φωτογραφία παράστασης, ξεθωριασμένη: ένας ηθοποιός μόνος, κάτω από ένα σκληρό φως, το κεφάλι του ελαφρώς σκυφτό. Στην πίσω πλευρά, με πένα: «Τρεις χτύποι για την αλήθεια.» Κανείς δεν είχε υπογράψει.

«Ωραίο καλωσόρισμα,» είπε πίσω της η Μήδεια. Έσκυψε, πήρε τη φωτογραφία, την κοίταξε κόντρα στο φως. «Ξέρεις την ιστορία;»

«Ποια ιστορία;»

«Πέρσι, ένας τελειόφοιτος χάθηκε πριν από την πρεμιέρα. Λένε πως άκουσε τρεις χτύπους από τα παρασκήνια και δεν ξαναβγήκε στη σκηνή. Μύθος, βέβαια. Η σχολή τρέφεται με μύθους. Τους χωνεύει και τους κάνει καριέρες.» Χαμογέλασε πλατιά. «Στις οκτώ απόψε, κρυφή πρόβα στη Μικρή Σκηνή. Αν αντέχεις.»

Η Άρια κατάπιε μια λέξη που θα έμοιαζε με φόβο. «Θα έρθω.»

Το απόγευμα, ο ήλιος σκάλωνε στα κάγκελα της αυλής και έκανε σκιές σαν νότες. Ο Νικήτας εξασκούσε ένα μονόλογο στον καθρέφτη του foyer, σπάζοντας τις λέξεις σαν κουκούτσια ροδιού. «Οι λέξεις είναι βότσαλα,» είπε, βλέποντας την αντανάκλασή της. «Αν τις πετάξεις σωστά, κάνουν κύκλους. Αν όχι, βουλιάζουν και σε παίρνουν μαζί.»

«Και πού τα έμαθες αυτά;» ρώτησε.

«Στον ίδιο πάτο που μαθαίνουν όλοι. Μην ανησυχείς. Θα έχουμε χρόνο.» Της έδωσε ένα αντίτυπο από τον μονόλογό του, μαρκαρισμένο. «Αν θες, έλα το βράδυ. Κάποιοι κάνουν… νυχτερινές ασκήσεις. Εκτός προγράμματος. Μαθαίνεις περισσότερα στο σκοτάδι.»

Στις οκτώ παρά, η Μικρή Σκηνή μύριζε σίδερο και χλιαρό ιδρώτα. Τρεις φοιτητές στημένοι κυκλικά, ένα κερί στο πάτωμα, και ο ήχος του κτιρίου να ανασαίνει. Η Στέλλα δεν θα ενέκρινε. Ο Λυσιμάχου ίσως να είχε ανάψει ο ίδιος το κερί.

«Κλείστε τα μάτια,» είπε κάποιος. «Ό,τι ακουστεί, μένει εδώ.» Ένας χτύπος. Δεύτερος. Τρίτος.

Η φλόγα κλονίστηκε. Η Άρια ένιωσε τον αέρα να αλλάζει ύψος, σαν σκηνικό που κατεβαίνει αθόρυβα. Κάποιος ψιθύρισε το όνομά της από τη λάθος πλευρά της σκηνής. Κι έπειτα — σαν να έπεσαν όλοι οι προβολείς πάνω της — η φωνή του Λυσιμάχου, καθαρή: «Στη σκηνή λες την αλήθεια.»

Άνοιξε τα μάτια. Το κερί είχε σβήσει. Στο πάτωμα, δίπλα του, μια δεύτερη φωτογραφία: ο ίδιος ηθοποιός, στο ίδιο σκληρό φως, μόνο που τώρα κοιτούσε ευθεία στο φακό. Στην πίσω πλευρά, μια καινούρια φράση με την ίδια πένα: «Η αλήθεια δεν αντέχει μάρτυρες.»

Κάποιος γέλασε νευρικά. Ο Νικήτας έσκυψε, πήρε τη φωτογραφία και την έδωσε στην Άρια. «Σου την αφήνουν εσένα. Μάλλον τους άρεσε η σιωπή σου.»

Η Άρια ένιωσε το βάρος της εικόνας στο χέρι της. Δεν ήταν μύθος. Ήταν πρόσκληση. Και οι τρεις χτύποι δεν ήταν πια ιστορία — ήταν μέτρηση χρόνου. Μέχρι την πρεμιέρα. Ή μέχρι κάτι άλλο.

Τότε, από τα ράφια του φωτισμού, ένας αδιόρατος αναστεναγμός κύλησε στο χώρο. Το θέατρο μιλούσε ξανά. Κι αυτή τη φορά, την ήξερε με το μικρό της..

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 2 - Η τάξη των προσωπείων

Το επόμενο πρωί η Σχολή έμοιαζε πιο ήσυχη, κι ας υπήρχε παντού κίνηση. Σαν να είχε ξαγρυπνήσει. Η Άρια μπήκε από την πλαϊνή είσοδο, κρατώντας τη φωτογραφία μέσα στο σημειωματάριό της, λες και αν την άφηνε έστω και για λίγο εκτεθειμένη, θα άλλαζε πάλι φράση στην πίσω πλευρά.

Ο διάδρομος προς τις αίθουσες διδασκαλίας μύριζε ξύλο βρεγμένο με παλιό βερνίκι, σκόνη από κουίντες και καφέ που είχε μείνει ώρα στο θερμός. Πάνω στους τοίχους, αφίσες παλιών παραστάσεων της Σχολής: πρόσωπα άσπρα από πούδρα, κορμιά λυγισμένα σε αρχαϊκές στάσεις, τίτλοι με χρυσά γράμματα που ξεφλούδιζαν στις άκρες. Ανάμεσά τους, μια αφίσα δίχως ημερομηνία. Μόνο μια λέξη: ΠΡΕΜΙΕΡΑ. Και από κάτω, με κόκκινη μελάνη, σχεδόν σβησμένο: Τρεις χτύποι. Καμία επιστροφή.

Η Άρια στάθηκε μπροστά της για λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ' όσο έπρεπε.

«Αν την κοιτάς πολύ, σε διαλέγει.»

Η φωνή ήρθε από πίσω της μαλακή και κάπως ειρωνική. Όταν γύρισε, είδε μια κοπέλα ψηλή, με κοντά μαύρα μαλλιά, πολύ λεπτά δάχτυλα και βλέμμα που δεν χαριζόταν εύκολα. Κρατούσε ένα σωρό από μακέτες, ρολά από χαρτιά και ένα μεταλλικό μέτρο που κρεμόταν σαν κόσμημα από τη ζώνη της.

«Συγγνώμη;»

«Την αφίσα.» Η κοπέλα ανασήκωσε τον ώμο. «Οι παλιοί λένε πως όποιος τη χαζεύει με επιμονή, μετά μπλέκει με τη Μικρή Σκηνή.»

«Και εσύ το πιστεύεις;»

«Εγώ φτιάχνω χώρους. Δεν πιστεύω. Μετράω.»

Χαμογέλασε ελάχιστα.

«Ισμήνη Κάλφα. Σκηνoγράφος. Τυπικά βοηθός της σχολής. Ουσιαστικά, μαζεύω τα κομμάτια σας όταν σπάνε πάνω στη σκηνή.»

Η Άρια συστήθηκε. Η Ισμήνη την κοίταξε σαν να σημείωνε στο μυαλό της αναλογίες, σκιές, πιθανές γωνίες φωτισμού.

«Εσύ είσαι η καινούρια που μπήκε χθες κατευθείαν στη σιωπή. Έκανες εντύπωση.»

«Καλή ή κακή;»

«Στο θέατρο αυτά τα δύο αλλάζουν θέση μέσα σε μια πρόβα.»

Πριν προλάβει η Άρια να απαντήσει, το κουδούνι χτύπησε κοφτά και απότομα. Οι σπουδαστές άρχισαν να κατευθύνονται προς τη μεγάλη αίθουσα υποκριτικής, μια ορθογώνια μαύρη αίθουσα με ξύλινο πάτωμα, καθρέφτες σκεπασμένους με μαύρο ύφασμα και μια γραμμή από γυμνές λάμπες στο πλάι.

Ο Μάνος Λυσιμάχου στεκόταν ήδη στο κέντρο. Κρατούσε στο χέρι του μια λεπτή βέργα από μπαμπού, όχι για απειλή αλλά για ρυθμό. Όταν μπήκαν όλοι, δεν μίλησε αμέσως. Τους κοίταξε έναν έναν, σαν να διάβαζε θερμοκρασία από τα πρόσωπά τους.

«Σήμερα,» είπε, «δεν θα παίξετε ρόλους. Θα δείξετε τι κρύβετε για να μπορέσετε κάποτε να παίξετε ρόλους. Όποιος δεν αντέχει, η πόρτα είναι εκεί. Αλλά να ξέρετε κάτι: ο ηθοποιός που προστατεύει υπερβολικά τον εαυτό του, τελειώνει πάντα προστατεύοντας μόνο το ψέμα του.»

Η σιωπή έπεσε βαριά.

Η Στέλλα, στην άκρη, κρατούσε φάκελο και στυλό. Δεν καθόταν ποτέ. Επιτηρούσε. Ήταν από τους ανθρώπους που έδιναν την εντύπωση πως ακόμα και η καλοσύνη τους θα ερχόταν με υπογραφή.

«Θα ξεκινήσουμε με προσωπεία,» συνέχισε ο Λυσιμάχου. «Όχι αυτά που φοράτε στις ασκήσεις. Τα άλλα.»

Τους έβαλε να σταθούν σε κύκλο. Πρώτα να περπατήσουν ελεύθερα στον χώρο. Ύστερα να περπατήσουν σαν να ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτεροι. Μετά σαν να είχαν μόλις φιλήσει κάποιον που δεν έπρεπε. Μετά σαν να είχαν μάθει ένα μυστικό που δεν θα έπρεπε να ξέρουν.

Η Άρια ένιωσε το σώμα της να αντιδρά πριν από το μυαλό της. Στην άσκηση του απαγορευμένου φιλιού, το περπάτημά της έγινε αβέβαιο, σχεδόν νωχελικό. Στην άσκηση του μυστικού, οι ώμοι της έσφιξαν, αλλά το βλέμμα της άνοιξε. Ο Λυσιμάχου το είδε.

«Εκεί,» είπε δείχνοντάς την με τη βέργα. «Μην το χάσεις αυτό.»

Ο Νικήτας περνούσε πλάι της με μια άνεση που έμοιαζε έμφυτη και εξασκημένη ταυτόχρονα. Ό,τι κι αν του ζητούσαν, το σώμα του το μετέφραζε αμέσως. Ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους που γεννούν γύρω τους χώρο. Όχι απαραίτητα επειδή είναι οι καλύτεροι, αλλά επειδή έχουν μάθει να ακτινοβολούν βεβαιότητα.

Όταν ο Λυσιμάχου τούς χώρισε σε ζευγάρια, τους έβαλε μαζί.

«Ένα λεπτό αυτοσχεδιασμός,» είπε. «Δύο άνθρωποι σε καμαρίνι. Σε δέκα λεπτά βγαίνουν στη σκηνή. Ο ένας θέλει να μείνει. Ο άλλος θέλει να φύγει. Καμία εξήγηση. Μόνο ανάγκη.»

Η Άρια ένιωσε αμέσως το αίμα της να τραβιέται προς τα πάνω. Ο Νικήτας τής έριξε ένα γρήγορο βλέμμα.

«Θες να φύγεις ή να μείνεις;» ψιθύρισε.

«Εσύ;»

«Εγώ θα κάνω το αντίθετο από σένα.»

«Τότε μένω.»

«Τέλεια. Εγώ φεύγω.»

Στάθηκαν αντικριστά. Για μια στιγμή τίποτα δεν συνέβη. Ύστερα η Άρια έπιασε το φανταστικό τραπέζι του καμαρινιού, σαν να ήθελε να κρατηθεί από ξύλο που δεν υπήρχε.

«Μη βγεις έτσι,» είπε χαμηλά.

«Έτσι πώς;»

«Σαν να μη σε νοιάζει.»

Ο Νικήτας γέλασε με τα χείλη μόνο.

«Κι αν δεν με νοιάζει;»

Η Άρια έκανε ένα βήμα κοντά του. Οι άλλοι εξαφανίστηκαν από το οπτικό της πεδίο. Το δωμάτιο έγινε μικρό. Η ανάσα του μύριζε μέντα και καφέ.

«Τότε γιατί τρέμει το χέρι σου;»

Για μια ελάχιστη στιγμή, το χέρι του όντως έτρεμε. Η σκηνή το ρούφηξε. Ο Νικήτας πλησίασε τόσο ώστε η απάντησή του ακούστηκε σχεδόν πάνω στο δέρμα της.

«Γιατί εσύ βλέπεις περισσότερα απ' όσα πρέπει.»

Ένα ανεπαίσθητο μουρμουρητό ακούστηκε από τους υπόλοιπους. Η ένταση ανάμεσά τους δεν ήταν πια μόνο υποκριτική. Ή, χειρότερα, ήταν η καλή υποκριτική που γεννιέται όταν συναντήσει αληθινό ηλεκτρισμό.

Η Άρια δεν υποχώρησε.

«Μείνε.»

«Δώσε μου λόγο.»

«Αν φύγεις τώρα, δεν θα ξαναπείς ποτέ την αλήθεια πάνω στη σκηνή.»

Ο Νικήτας την κοίταξε σαν να του είχε ξεκλειδώσει μια μνήμη χωρίς άδεια. Ύστερα γύρισε απότομα την πλάτη και έκανε πως ανοίγει πόρτα.

Ο Λυσιμάχου χτύπησε τη βέργα στο πάτωμα.

«Τέλος. Εδώ έχουμε κάτι. Όχι ακόμα τέχνη. Αλλά κάτι.»

Η Άρια κατάλαβε πως είχε κρατήσει την αναπνοή της.

Η Μήδεια, που περίμενε τη σειρά της, χαμογέλασε στραβά.

«Συγχαρητήρια,» είπε. «Μόλις γεννήθηκε άλλο ένα σχολικό ειδύλλιο ή άλλη μια ωραία καταστροφή.»

Η Άρια δεν απάντησε. Ούτε ο Νικήτας.

Μετά το μάθημα, ο Λυσιμάχου άνοιξε έναν παλιό τόμο με θεατρικά αποσπάσματα. Τα φύλλα είχαν κιτρινίσει, και στις άκρες υπήρχαν μολυβιές από άλλες δεκαετίες, άλλα χέρια, άλλες φωνές.

«Η σχολή μας,» είπε, «δεν υπηρετεί μόνο τον ρεαλισμό. Υπηρετεί τον παλμό. Θα δουλέψουμε με κείμενα που αντέχουν το βάρος της φωνής.»

Έδωσε αποσπάσματα από κλασικό ρεπερτόριο. Μικρές φράσεις, σκηνές δοκιμής, όχι ολόκληρες ενότητες. Στον Νικήτα και στην Άρια έδωσε μια σύντομη ανταλλαγή από τραγικό υλικό, μεταπλασμένη σε άσκηση αναπνοής και ρυθμού: επίκληση, σιωπή, απόκριση. Η ουσία δεν ήταν τα λόγια αλλά το φορτίο ανάμεσά τους.

«Μην εκφωνείτε. Ακούστε τι απαιτεί η λέξη από το σώμα σας,» είπε.

Όταν ήρθε η σειρά τους, η Άρια μίλησε πρώτη. Η φωνή της βγήκε πιο χαμηλή από ό,τι περίμενε, αλλά σταθερή. Ο Νικήτας απάντησε με εκείνο το παράξενο μείγμα οικειότητας και άμυνας που είχε από το πρωί. Ο Λυσιμάχου δεν τους διόρθωσε σχεδόν καθόλου. Αυτό ήταν χειρότερο από παρατήρηση. Σήμαινε ότι τους παρακολουθούσε πιο βαθιά.

Στο διάλειμμα, η Άρια βγήκε στην πίσω αυλή. Εκεί που τα σκηνικά ακουμπούσαν στους τοίχους σαν εξόριστοι βασιλιάδες. Μισές κολόνες, κομμένες σκάλες, ένα ψεύτικο παράθυρο χωρίς τζάμι, μια ξύλινη πόρτα που δεν οδηγούσε πουθενά.

Μια γυναίκα καθόταν πάνω σε ένα ανάποδο κασόνι, καπνίζοντας ηλεκτρονικό τσιγάρο. Είχε σγουρά μαλλιά πιασμένα πρόχειρα, φαρδιά ρούχα χορού και τα πόδια της γυμνά μέσα σε μαλακά παπούτσια προβών. Το σώμα της, ακόμα και ακίνητο, έδινε την αίσθηση πως σκεφτόταν σε κίνηση.

«Εσύ πρέπει να είσαι η καινούρια,» είπε χωρίς εισαγωγές.

«Τόσο φαίνεται;»

«Φαίνεται όταν κάποιος κοιτάζει ακόμα το κτίριο σαν να το ερωτεύεται.»

Έσβησε τη συσκευή στο χέρι της και σηκώθηκε.

«Δάφνη Ρούσσου. Χορογράφος. Αναλαμβάνω ό,τι δεν χωράει στις λέξεις σας. Συνήθως εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.»

Η Άρια χαμογέλασε για πρώτη φορά φυσικά εκείνη τη μέρα.

«Εγώ νόμιζα πως στο θέατρο όλα είναι λέξεις.»

«Όχι, αγάπη μου. Οι λέξεις είναι το άλλοθι. Το σώμα είναι το σκάνδαλο.»

Η Δάφνη πλησίασε, έκανε έναν κύκλο γύρω της σαν να μελετούσε άρθρωση, αναπνοή, λεκάνη, βάρος.

«Έχεις κλειδωμένο θώρακα και επικίνδυνα ειλικρινή λαιμό. Ωραίος συνδυασμός. Θα δημιουργήσει προβλήματα.»

«Σε μένα ή στους άλλους;»

«Αν είσαι τυχερή, και στους δύο.»

Πριν φύγει, η Δάφνη γύρισε και της είπε κάτι σχεδόν αδιάφορα:

«Μην πας μόνη στη Μικρή Σκηνή το βράδυ. Όχι επειδή κινδυνεύεις. Επειδή θα νομίσεις πως ό,τι ακούς είναι για σένα.»

Η Άρια έμεινε να τη βλέπει να απομακρύνεται. Κάποιοι άνθρωποι δεν περπατούν - χαράζουν διαδρομή.

Το βράδυ, λίγο πριν φύγει από τη Σχολή, πέρασε από το ντουλάπι της. Η φωτογραφία ήταν εκεί. Όμως δεν ήταν μόνη.

Δίπλα της είχε εμφανιστεί ένα μικρό κομμάτι από σκηνογραφικό χαρτί, σαν να είχε ξεκολληθεί από μακέτα. Πάνω του υπήρχε σχεδιασμένο, με μαύρο μελάνι, ένα καμαρίνι με καθρέφτη και τρεις λάμπες σβηστές. Στο γυαλί του καθρέφτη, αντί για αντανάκλαση, υπήρχε γραμμένη μια φράση:

Αν θες να μάθεις ποιος χάθηκε, μάθε πρώτα ποιος τον περίμενε.

Η Άρια δίπλωσε αργά το χαρτί και το έκρυψε μέσα στο μανίκι της.

Πίσω της, στον άδειο διάδρομο, ακούστηκαν βήματα. Όχι γρήγορα. Όχι κρυφά. Με τη σιγουριά κάποιου που ξέρει ότι στο θέατρο οι πλάτες μιλούν πριν από τα πρόσωπα.

Γύρισε απότομα.

Δεν ήταν κανείς.

Μόνο μια πόρτα μισάνοιχτη στο βάθος - η πόρτα που οδηγούσε στις αποθήκες σκηνικών - και μέσα της μια σκοτεινή λωρίδα, στενή σαν υπόσχεση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 3 - Η Μικρή Σκηνή δεν συγχωρεί

Η νύχτα έπεσε πάνω στη Σχολή αργά, με εκείνη τη βαθιά μπλε απόχρωση που κάνει τα κτίρια να μοιάζουν λιγότερο αθώα. Η Άρια είχε γυρίσει σπίτι μόνο για να αλλάξει ρούχα, μα στην πραγματικότητα δεν είχε βγει ποτέ από το θέατρο. Το κουβαλούσε πάνω της: στη μυρωδιά των μαλλιών της, στην κάψα του λαιμού, σε εκείνο το επίμονο αίσθημα ότι κάποιος είχε ήδη γράψει έναν ρόλο γι' αυτήν και περίμενε να δει αν θα τον αντέξει.

Όταν επέστρεψε, η κεντρική είσοδος ήταν κλειστή. Μπήκε από το πλάι, από τη μικρή καγκελόπορτα που έτριζε πάντα στο δεύτερο σπρώξιμο. Η αυλή ήταν σχεδόν σκοτεινή. Μόνο το φως από ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου έπεφτε λοξά πάνω στις πλάκες και τις έκανε να γυαλίζουν σαν νερό.

Στη Μικρή Σκηνή βρήκε ήδη μαζεμένους τη Μήδεια, τον Νικήτα, δύο ακόμη σπουδαστές - τον Αντρέα και τη Λένα - και, προς έκπληξή της, την Ισμήνη. Η σκηνογράφος είχε απλώσει στο πάτωμα ένα ρολό με κάτοψη του χώρου.

«Εσύ τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η Άρια.

«Φροντίζω να μην πεθάνετε από κακή αισθητική,» απάντησε η Ισμήνη. «Και μερικές φορές από κακές γωνίες. Η Μικρή Σκηνή έχει παγίδες.»

Η Μήδεια καθόταν πάνω στο μπράτσο μιας παλιάς πολυθρόνας σκηνικού, με τα πόδια σταυρωμένα, σαν να της ανήκε το μισό κτίριο.

«Μαζευτήκαμε για άσκηση, όχι για μεταφυσικό συνέδριο,» είπε. «Αν και μερικοί επιμένουν να θέλουν φαντάσματα για να δικαιολογούν το ταλέντο τους.»

Ο Νικήτας στεκόταν δίπλα στην είσοδο, σιωπηλός. Στο ημίφως τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν πιο σκληρά. Όταν η Άρια τον κοίταξε, εκείνος της ανταπέδωσε το βλέμμα χωρίς το πρωινό χαμόγελο. Κάτι ανάμεσά τους είχε ήδη αρχίσει να γράφεται με τον τρόπο των πραγμάτων που δεν ανακοινώνονται.

«Ο δάσκαλος θα έρθει;» ρώτησε η Λένα.

«Ο δάσκαλος είναι ήδη όπου θέλει να είναι,» είπε η Μήδεια με μισό γέλιο. «Άλλο αν εμείς δεν τον βλέπουμε.»

Η Ισμήνη ξετύλιξε τελείως την κάτοψη.

«Κοιτάξτε αυτό. Η Μικρή Σκηνή δεν ήταν πάντα έτσι. Παλιά υπήρχε ένα στενό πέρασμα πίσω από τη δυτική κουίντα, που τώρα φαίνεται σφραγισμένο. Και πίσω από τα καμαρίνια, μια ψεύτικη τοιχοποιία. Κάποιοι χώροι σβήστηκαν στα σχέδια.»

«Γιατί;» ρώτησε η Άρια.

«Ή για οικονομία, ή για μυστικά. Στα θέατρα συνήθως είναι και τα δύο.»

Ο Αντρέας, που ως τότε μιλούσε λίγο, πήγε να πει κάτι, αλλά σταμάτησε όταν ακούστηκαν τρεις χτύποι.

Όχι από πόρτα.

Από ξύλο.

Βαρείς, βαθιοί, κούφιοι. Σαν να χτυπούσε κάποιος με τα δάχτυλα το ίδιο το σώμα της σκηνής από μέσα.

Ένας.
Δύο.
Τρεις.

Κανείς δεν μίλησε για λίγο.

Μετά η Μήδεια κατέβηκε από την πολυθρόνα και είπε, σχεδόν θριαμβευτικά:

«Ωραία. Αφού ήρθαμε, ας παίξουμε.»

Άναψαν μόνο έναν πλαϊνό προβολέα. Το φως έπεσε λοξά και έκοψε τον χώρο σε δύο άνισα κομμάτια - το ένα πρόβα, το άλλο ενέδρα.

Η άσκηση εκείνης της νύχτας ήταν πιο απαιτητική. Ο καθένας έπρεπε να περάσει μόνος του στη σκηνή, να σταθεί στο φως και να πει μια αλήθεια που δεν είχε πει ποτέ σε κανέναν. Όχι απαραίτητα προσωπικό γεγονός. Μπορούσε να είναι επιθυμία, ενοχή, φόβος. Αλλά έπρεπε να ειπωθεί σαν να άνοιγε πληγή.

Η Λένα βγήκε πρώτη. Μίλησε για τη φρίκη της αποτυχίας. Ο Αντρέας για τον τρόμο ότι δεν αγαπάει αρκετά αυτό που διάλεξε. Η Μήδεια είπε, με σχεδόν προκλητική απόλαυση, πως ο μεγαλύτερός της φόβος δεν ήταν να μην τη θαυμάσουν αλλά να τη γνωρίσουν στ' αλήθεια. Για μια φορά, κανείς δεν γέλασε.

Ύστερα ήρθε η σειρά της Άριας.

Στάθηκε στο κέντρο. Το φως την τύφλωσε λίγο, όπως πάντα, πριν γίνει σύμμαχος. Στο σκοτάδι της πλατείας διέκρινε μόνο περιγράμματα. Έκανε μια ανάσα.

«Φοβάμαι,» είπε, «ότι αν κάποιος με κοιτάξει αρκετά, θα καταλάβει ότι δεν ήρθα εδώ μόνο για να μάθω θέατρο.»

Κάπου στο σκοτάδι, κάποιος μετακινήθηκε.

Η Άρια συνέχισε:

«Ήρθα γιατί ήθελα να εξαφανιστώ μέσα σε κάτι πιο μεγάλο από μένα. Και επειδή κάποτε πίστεψα πως, αν μάθω να λέω καλά τα λόγια των άλλων, δεν θα χρειαστεί να πω τα δικά μου.»

Η φωνή της δεν έσπασε. Αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο. Όταν τελείωσε, δεν έφυγε αμέσως από το φως. Ένιωσε πως αν έκανε βήμα, το πάτωμα θα της έπαιρνε κάτι.

Ο Νικήτας ήταν ο επόμενος.

Βγήκε μπροστά χωρίς θεατρικότητα. Τα χέρια του στις τσέπες. Μόνο όταν στάθηκε στο φως, φάνηκε πόσο κουρασμένος ήταν.

«Η αλήθεια μου;» είπε. «Δεν αντέχω να με θαυμάζουν όταν δεν με ξέρουν. Και δεν αντέχω να με ξέρουν όταν πάψουν να με θαυμάζουν.»

Η Μήδεια τον κοίταξε από το ημίφως σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά.

Ο Νικήτας γύρισε τότε ελαφρά προς την Άρια - όχι αρκετά για να το πουν όλοι στροφή, αλλά αρκετά για να το νιώσει εκείνη.

«Και τελευταία,» πρόσθεσε, «φοβάμαι ανθρώπους που με κάνουν να ξεχνώ τους ρόλους που έχω μάθει απέξω.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν σχεδόν απρεπής.

Η Ισμήνη, ίσως για να τη σπάσει, μάζεψε τα χαρτιά της και είπε:

«Θα έπρεπε να ανάψουμε κι άλλα φώτα. Αυτό το μισοσκόταδο γεννάει εξομολογήσεις και κακά αρχιτεκτονικά λάθη.»

Αλλά κανείς δεν κινήθηκε.

Η Μήδεια σηκώθηκε και πήγε προς το παρασκήνιο.

«Εγώ λέω να ψάξουμε το πέρασμα που λείπει από την κάτοψη.»

«Αυτό είναι ηλίθιο,» είπε η Λένα.

«Συμφωνώ,» απάντησε η Μήδεια. «Συνήθως αυτά είναι τα καλύτερα βράδια.»

Η Ισμήνη πήρε τον φακό από την τσάντα της. Ο Αντρέας βλαστήμησε χαμηλά, αλλά ακολούθησε. Η Άρια πήγε τελευταία πριν από τον Νικήτα, που έκλεισε την πορεία πίσω τους.

Πέρασαν πίσω από τις κουίντες, ανάμεσα σε παλιές καρέκλες, σκισμένα υφάσματα, κορνίζες χωρίς ζωγραφιές και ένα ψεύτικο μάρμαρο που, στο φως του φακού, έμοιαζε πιο αληθινό από κανονική πέτρα. Στο βάθος βρήκαν τον τοίχο που έδειχνε η κάτοψη. Ή μάλλον κάτι που έμοιαζε με τοίχο. Η επιφάνειά του ήταν λίγο πιο κοίλη, το χρώμα διαφορετικό, σαν να είχε βαφτεί βιαστικά πάνω από παλιότερη χρήση.

Η Ισμήνη χτύπησε με τα δάχτυλα.

Κούφιο.

«Εδώ είμαστε,» ψιθύρισε.

Ο Αντρέας βρήκε ένα λεπτό μεταλλικό εργαλείο πάνω σε πάγκο σκηνικών και το πέρασε προσεκτικά σε μια χαραμάδα. Με λίγη πίεση, το ξύλινο πάνελ μετακινήθηκε ελάχιστα και άφησε ένα άνοιγμα αρκετό να περάσει αέρας - και μυρωδιά.

Παλιό ύφασμα. Σκόνη. Υγρασία. Και κάτι σαν ξεχασμένο άρωμα.

Η Άρια το ένιωσε πρώτη. Ένα άρωμα ξηρό, λουλουδένιο, ξεπερασμένο και επίμονο. Σαν εκείνα που μένουν σε κασκόλ χειμωνιάτικα ή σε συρτάρια με επιστολές.

«Υπάρχει δωμάτιο πίσω,» είπε η Ισμήνη.

Ο Νικήτας άνοιξε κι άλλο το πάνελ και χώθηκε πρώτος. Η Άρια τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως.

Ο χώρος πίσω από τον ψεύτικο τοίχο ήταν μικρός, χωρίς παράθυρο. Ένα κρυφό καμαρίνι ή αποθήκη. Υπήρχε ένας σπασμένος καθρέφτης, ένα σκαμπό, μια κρεμάστρα με δύο παλιά κοστούμια καλυμμένα από σεντόνι, κι ένα τραπεζάκι γεμάτο αντικείμενα: ξεραμένα μολύβια ματιών, άδεια κουτιά πούδρας, καρφίτσες, ένα μεταλλικό κουτί για σπίρτα και ένα πρόγραμμα παράστασης τυλιγμένο με κορδέλα.

Η Άρια άπλωσε το χέρι και πήρε το πρόγραμμα. Το χαρτί ήταν εύθραυστο. Στο εξώφυλλο αναφερόταν παράσταση της Σχολής από δώδεκα χρόνια πριν. Σκηνοθεσία: Μάνος Λυσιμάχου. Στον κατάλογο των ηθοποιών, ένα όνομα ήταν κυκλωμένο με μαύρο μελάνι.

Ορέστης Βαλμάς.

Η Άρια ένιωσε τη ραχοκοκαλιά της να κρυώνει.

«Αυτός ήταν;» ρώτησε σιγά. «Ο τελειόφοιτος που χάθηκε;»

Ο Νικήτας πήρε το πρόγραμμα από τα χέρια της. Το κοίταξε απότομα, σαν να αναγνώριζε κάτι περισσότερο από όνομα.

«Το έχω ξανακούσει,» είπε. «Όχι σαν θρύλο. Σαν προειδοποίηση.»

«Από ποιον;»

Δεν απάντησε αμέσως. Η Άρια γύρισε και τον κοίταξε. Στον στενό χώρο ήταν πολύ κοντά. Τόσο κοντά ώστε η σιωπή αποκτούσε θερμοκρασία.

«Από τη μητέρα μου,» είπε τελικά. «Τον ήξερε.»

Η Άρια δεν πρόλαβε να ρωτήσει παραπάνω. Από την άλλη άκρη του μικρού δωματίου, η Μήδεια φώναξε:

«Ελάτε να δείτε αυτό.»

Πάνω από τον σπασμένο καθρέφτη υπήρχε χαραγμένη στο ξύλο μια φράση, σχεδόν αόρατη κάτω από τη σκόνη:

Η πρεμιέρα ζητά πάντα έναν μάρτυρα και έναν ένοχο.

Η Λένα σταυροκοπήθηκε ασυναίσθητα.

Τότε, χωρίς προειδοποίηση, ο προβολέας της σκηνής άναψε μόνος του. Το φως πέρασε από τη χαραμάδα σαν μαχαίρι.

Και μαζί του ακούστηκε η φωνή του Λυσιμάχου από την άδεια σκηνή:

«Αν τελειώσατε με τα φαντάσματα, ελάτε να κάνουμε πρόβα.»

Κανείς δεν κατάλαβε πόση ώρα στεκόταν εκεί. Κανείς δεν τον είχε ακούσει να μπαίνει.

Όταν βγήκαν, τον βρήκαν μόνο στο κέντρο, μέσα στο λοξό φως, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από την πλάτη. Δεν έδειχνε θυμωμένος. Έδειχνε κάτι χειρότερο: βέβαιος.

«Το θέατρο,» είπε, «δεν αγαπά τους αδιάκριτους. Αλλά μερικές φορές τους χρησιμοποιεί.»

Το βλέμμα του στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω στην Άρια. Ύστερα στον Νικήτα.

«Εσείς οι δύο μένετε. Οι υπόλοιποι, καληνύχτα.»

Οι άλλοι αντάλλαξαν γρήγορες ματιές. Η Μήδεια μισοχαμογέλασε σαν να ήθελε να μείνει για το επόμενο επεισόδιο, αλλά τελικά έφυγε με τους υπόλοιπους. Η Ισμήνη ήταν η τελευταία που βγήκε. Πριν κλείσει την πόρτα, έριξε στην Άρια βλέμμα κοφτερό, σχεδόν προστατευτικό.

Όταν έμειναν μόνοι, η Μικρή Σκηνή μίκρυνε.

Ο Λυσιμάχου τους πλησίασε αργά.

«Η σχολή ετοιμάζει παράσταση για το τέλος του εξαμήνου,» είπε. «Δεν θα είναι απλώς άσκηση. Θα είναι δοκιμασία. Και οι δύο σας θα βρίσκεστε στον πυρήνα της.»

Ο Νικήτας σήκωσε το κεφάλι.

«Γιατί εμείς;»

«Γιατί η σκηνή διάλεξε ήδη.»

Ο Λυσιμάχου πλησίασε την Άρια. Όχι απειλητικά. Σαν να κοίταζε έργο που δεν είχε ακόμη τελειώσει.

«Κι εσύ,» της είπε, «έχεις έρθει πιο προετοιμασμένη απ' όσο νομίζεις. Ή πιο σημαδεμένη.»

Η λέξη έμεινε στον αέρα.

Μετά ο δάσκαλος γύρισε την πλάτη, έτοιμος να φύγει, και είπε χωρίς να τους κοιτάξει:

«Μην ξαναμπείτε στο κρυφό καμαρίνι χωρίς να ξέρετε τι ψάχνετε. Κάποια πράγματα, αν τα βρεις πολύ νωρίς, αρχίζουν να σε ψάχνουν κι εκείνα.»

Η πόρτα έκλεισε πίσω του.

Η Άρια και ο Νικήτας έμειναν μόνοι.

Για λίγες στιγμές δεν μίλησαν. Ύστερα εκείνος γύρισε προς το μέρος της.

«Πρέπει να σου πω κάτι,» είπε.

«Για τον Ορέστη;»

«Και για μένα.»

Η Άρια έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Ο αέρας είχε μέσα του σκόνη, ζέστη προβολέα και εκείνο το ξεχασμένο άρωμα από το κρυφό καμαρίνι.

«Πες το.»

Ο Νικήτας σήκωσε το χέρι του αργά και ακούμπησε με τις άκρες των δαχτύλων του τον καρπό της - τόσο λίγο που θα μπορούσε να είναι και σύμπτωση, τόσο πολύ που δεν ήταν.

«Η μητέρα μου δεν ήξερε απλώς τον Ορέστη,» είπε. «Τον αγαπούσε.»

Η Άρια ένιωσε τον χρόνο να κάνει ένα μικρό, απότομο βήμα.

«Κι εγώ νομίζω,» συνέχισε, χαμηλώνοντας τη φωνή, «πως ό,τι έγινε τότε δεν τελείωσε ποτέ.»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 4 - Πρόβα με σπασμένο καθρέφτη

Τις επόμενες μέρες η Σχολή μπήκε σε ρυθμό πυρετού. Κάθε αίθουσα έμοιαζε να κρύβει άλλη θερμοκρασία: στις θεωρίες υπήρχε ανυπομονησία, στα εργαστήρια ένταση, στη σκηνή εκείνη η σχεδόν ερωτική κόπωση που αφήνει η συνεχής επανάληψη. Η είδηση ότι ο Λυσιμάχου ετοίμαζε μεγάλη παράσταση είχε κυκλοφορήσει χωρίς ποτέ να ανακοινωθεί επισήμως. Στα θέατρα, τα σημαντικά πράγματα διαδίδονται σαν άρωμα ή σαν σκάνδαλο.

Η Άρια απέφευγε να μείνει μόνη. Όχι από δειλία. Από επίγνωση. Είχε αρχίσει να νιώθει πως η Σχολή αποκρινόταν στις σκέψεις της. Κάθε φορά που σκεφτόταν τον Ορέστη, εμφανιζόταν ένα ίχνος: μια αφίσα, ένα βλέμμα, μια μισοειπωμένη φράση. Κάθε φορά που σκεφτόταν τον Νικήτα, εμφανιζόταν θερμότητα.

Ο ίδιος είχε γίνει πιο προσεκτικός μαζί της, όχι πιο ψυχρός. Σαν να ήξερε ότι η παραμικρή λάθος κίνηση μπορούσε να καταστρέψει είτε αυτό που γεννιόταν είτε αυτό που έπρεπε πρώτα να αποκαλυφθεί. Μιλούσαν λίγο μπροστά στους άλλους και πολύ με τα μάτια. Μερικές φορές αυτό ήταν χειρότερο.

Το απόγευμα της Πέμπτης, ο Λυσιμάχου τους κάλεσε όλους στη μεγάλη σκηνή για την πρώτη επίσημη ανάγνωση. Πάνω στις καρέκλες υπήρχαν αντίτυπα δεμένα πρόχειρα με μαύρο σπάγκο. Στο εξώφυλλο αναγραφόταν μόνο ένας τίτλος:

Η Νύχτα των Μαρτύρων

Κανένα όνομα συγγραφέα.

Η Μήδεια άνοιξε πρώτη το δικό της.

«Πρωτότυπο ή διασκευή;»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε ατάραχος.

«Κακή ερώτηση. Τα μεγάλα έργα είναι πάντα και τα δύο.»

Η Ισμήνη βρισκόταν στην πλατεία με μπλοκ σχεδίων στα γόνατα, ενώ η Δάφνη στεκόταν πίσω από τις τελευταίες σειρές, παρατηρώντας σώματα πριν ακόμα ακουστούν οι λέξεις. Η παρουσία τους έδινε άλλη διάσταση στη μέρα: τίποτα από όσα θα γίνονταν δεν αφορούσε μόνο την υποκριτική. Το έργο θα ήταν χτισμένο σαν μηχανισμός.

Ο Λυσιμάχου μοίρασε ρόλους χωρίς εξήγηση.

Η Άρια θα έπαιζε τη Λυδία, μια νέα ηθοποιό που μπαίνει σε θίασο όπου ένα παλιό σκάνδαλο δεν έχει πεθάνει.

Ο Νικήτας τον Αλέξανδρο, πρώτο ηθοποιό του θιάσου, γοητευτικό και αμφίβολο.

Η Μήδεια την Ιοκάστη, γυναίκα-αντίπαλο, φίλη και δηλητήριο μαζί.

Ο Αντρέας έναν βοηθό σκηνοθέτη που γνωρίζει περισσότερα απ' όσα λέει.

Η Λένα μια ενδυματολόγο που παρακολουθεί τα πάντα σιωπηλά.

«Και ο σκηνογράφος;» ρώτησε η Ισμήνη.

Ο Λυσιμάχου σήκωσε το κεφάλι.

«Ο χώρος εδώ είναι πρόσωπο από μόνος του. Εσύ θα τον κάνεις να θυμάται.»

Η Ισμήνη δεν απάντησε, αλλά σημείωσε κάτι νευρικά.

Η ανάγνωση ξεκίνησε. Οι πρώτες σκηνές του έργου έμοιαζαν υπερβολικά κοντινές με τη ζωή τους για να είναι τυχαίες. Μια σχολή, μια κλειστή ομάδα, μια πρεμιέρα που πλησιάζει, ένα παλιό περιστατικό που όλοι προσποιούνται πως έχει ξεχαστεί. Η Άρια ένιωσε την καρδιά της να χτυπά σε ακανόνιστο ρυθμό.

Όταν ήρθε η πρώτη μεγάλη σκηνή ανάμεσα στη Λυδία και τον Αλέξανδρο, ο Λυσιμάχου δεν τους άφησε να διαβάσουν καθιστοί.

«Πάνω.»

Σηκώθηκαν.

«Όχι από το χαρτί. Από την ανάγκη.»

Η σκηνή απαιτούσε να βρεθούν μόνοι σε άδειο καμαρίνι λίγο πριν από τη γενική δοκιμή. Εκείνος ξέρει κάτι για το παλιό μυστικό. Εκείνη τον ποθεί και δεν τον εμπιστεύεται.

Ο Νικήτας άφησε το κείμενο στην καρέκλα. Η Άρια το ίδιο. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε παρά μόνο το ελαφρύ βουητό από τα φώτα.

«Είσαι επικίνδυνη,» είπε εκείνος πρώτος, με τη φωνή του ως Αλέξανδρος αλλά με μια σκοτεινή χροιά που δεν ανήκε μόνο στον ρόλο.

Η Άρια τον κοίταξε κατάματα.

«Όχι. Εσύ φοβάσαι τους ανθρώπους που δεν μπορείς να σκηνοθετήσεις.»

Η φράση δεν υπήρχε ακριβώς έτσι στο χαρτί. Ο Λυσιμάχου δεν τη διόρθωσε.

Ο Νικήτας πλησίασε. Η σκηνή ξαφνικά μίκρυνε σε λίγα τετραγωνικά αναπνοής.

«Αν σου πω την αλήθεια, θα μείνεις;»

«Αν μου πεις ψέμα, θα σε καταλάβω.»

Η Δάφνη, από πίσω, ψιθύρισε μόλις ακουστά:

«Μην παίζετε τον ερωτισμό. Αφήστε τον να απειλήσει την ισορροπία σας.»

Η οδηγία έπεσε πάνω τους σαν σπίθα.

Ο Νικήτας ακούμπησε το χέρι του στο ξύλινο τραπέζι δίπλα στην Άρια, φυλακίζοντάς την όχι με δύναμη αλλά με εγγύτητα. Εκείνη δεν κουνήθηκε. Το σώμα της είχε εκείνη τη λεπτή ακινησία που προηγείται είτε φιλιού είτε χαστουκιού.

«Πες μου,» είπε εκείνος.

«Εσύ πρώτος.»

Στο ημίφως της πρόβας, με τους άλλους να παρακολουθούν, κάτι τρομακτικά αληθινό γεννήθηκε. Όχι επειδή αγγίχτηκαν πολύ. Επειδή δεν αγγίχτηκαν αρκετά.

Ο Λυσιμάχου τους σταμάτησε απότομα.

«Κρατήστε αυτό το σημείο. Εδώ κατοικεί το έργο.»

Η Μήδεια χτύπησε παλαμάκια αργά.

«Πολύ ωραία. Θα χρειαστούμε είτε κρύο νερό είτε καλύτερα ψέματα.»

Η Άρια γύρισε προς το μέρος της.

«Σε πειράζει;»

«Με διασκεδάζει,» είπε η Μήδεια. «Προς το παρόν.»

Η πρόβα συνεχίστηκε, αλλά το βλέμμα της Μήδειας είχε αλλάξει. Δεν ήταν απλή ζήλια. Ήταν σαν να ήξερε κάτι που οι άλλοι αγνοούσαν και να απολάμβανε που το κουβαλούσε μόνη της.

Στο διάλειμμα, η Ισμήνη κάλεσε την Άρια και τον Νικήτα στη σκηνή. Είχε ήδη στήσει με χαρτοταινίες ένα πρώτο σχεδιάγραμμα σκηνικού: καθρέφτες υπό γωνία, μια σκάλα που δεν κατέληγε πουθενά, τρεις πόρτες - μία αληθινή και δύο ψεύτικες.

«Το έργο χρειάζεται παγίδα,» είπε. «Όχι συμβολικά. Κυριολεκτικά. Οι θεατές πρέπει να μην ξέρουν ποια έξοδος οδηγεί έξω και ποια πίσω στον ίδιο φόβο.»

Η Άρια την κοίταξε με ενδιαφέρον.

«Εσύ το σκέφτεσαι σαν λαβύρινθο.»

«Όχι. Σαν καμαρίνι. Είναι το ίδιο πράγμα, μόνο με πιο πολύ πούδρα.»

Ο Νικήτας χαμογέλασε πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.

Η Δάφνη πλησίασε κι εκείνη. Έπιασε την Άρια από τους ώμους και τη μετακίνησε ελάχιστα.

«Μη στέκεσαι απέναντί του σαν να ζητάς απάντηση. Στάσου σαν να ξέρεις ήδη την απάντηση και φοβάσαι τις συνέπειες.»

Μετά άγγιξε το στέρνο του Νικήτα με δύο δάχτυλα.

«Εσύ μην την πλησιάζεις με ανδρισμό. Πλησίασέ την με ενοχή. Είναι πιο επικίνδυνο.»

Ο Νικήτας δεν μίλησε. Η Άρια, όμως, ένιωσε τα λόγια να τη διαπερνούν. Γιατί ξαφνικά η σκηνή δεν έμοιαζε με άσκηση, αλλά με αποκάλυψη μεταμφιεσμένη σε τέχνη.

Αργότερα, λίγο πριν τελειώσει η μέρα, η Στέλλα μπήκε στη σκηνή κρατώντας έναν παλιό φάκελο αρχείου.

«Μάνο, αυτά που ζήτησες.»

Ο Λυσιμάχου πήρε τον φάκελο και για πρώτη φορά έδειξε να ενοχλείται που δεν ήταν μόνος. Η Στέλλα τον άφησε και απομακρύνθηκε, αλλά η Άρια πρόλαβε να διακρίνει πάνω στο εξώφυλλο μια ένδειξη με κεφαλαία γράμματα:

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ Ο.Β. - ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΧΡΗΣΗ

Ο.Β.
Ορέστης Βαλμάς.

Η Άρια αντάλλαξε αμέσως βλέμμα με τον Νικήτα. Εκείνος το είχε δει κι αυτός.

Η πρόβα έληξε τυπικά, αλλά κανείς δεν είχε διάθεση να φύγει. Η Σχολή βούιζε σαν σώμα που ξέρει ότι πλησιάζει πυρετός. Η Μήδεια εξαφανίστηκε γρήγορα. Η Λένα και ο Αντρέας πήγαν για ποτό. Η Ισμήνη μάζευε σκίτσα. Η Δάφνη έδωσε δυο τελευταίες οδηγίες και χάθηκε στον διάδρομο σαν ίσκιος με ρυθμό.

Η Άρια κατέβηκε στο φουαγιέ για νερό. Όταν επέστρεψε προς τη σκηνή, άκουσε φωνές πίσω από μισόκλειστη πόρτα γραφείου. Σταμάτησε ασυναίσθητα.

Η μία ήταν της Στέλλας.

«Δεν είναι συνετό να ξανανοίξεις εκείνη την ιστορία τώρα.»

Η άλλη του Λυσιμάχου, πιο χαμηλή.

«Δεν την ανοίγω εγώ. Ξαναπαίζεται.»

«Και τα παιδιά;»

«Τα παιδιά πάντα νομίζουν πως παίζουν. Μέχρι να καταλάβουν ότι έχουν διανομή σε κάτι παλιότερο.»

Η Άρια πάγωσε.

Έκανε πίσω προσεκτικά, αλλά το παλιό ξύλο έτριξε κάτω από το παπούτσι της. Οι φωνές σώπασαν αμέσως.

Εκείνη έφυγε γρήγορα προς τα παρασκήνια. Η καρδιά της χτυπούσε στον λαιμό της. Πίσω από τη σκηνή, ανάμεσα σε υφάσματα και τελάρα, ο Νικήτας την άρπαξε ελαφρά από τον αγκώνα και την τράβηξε σε μια στενή εσοχή, πριν τους δει κανείς.

Ήταν πολύ κοντά. Πάρα πολύ κοντά.

«Άκουσες κι εσύ;» ψιθύρισε.

Η Άρια έγνεψε. Για μια στιγμή κανείς τους δεν μίλησε. Έξω από την εσοχή ακούγονταν βήματα, μακριά και ξένα. Μέσα της, μόνο ανάσες.

«Πρέπει να βρούμε τον φάκελο,» είπε εκείνος.

«Ναι.»

«Και να μάθεις κάτι ακόμα πριν μπλέξεις περισσότερο.»

Η Άρια σήκωσε το πρόσωπό της. Τα χείλη τους απείχαν ελάχιστα, αλλά η ένταση ανάμεσά τους ήταν πια πιο μεγάλη από μια έλξη. Ήταν συμμαχία με κόστος.

«Τι;»

Ο Νικήτας κράτησε για λίγο τα μάτια της, λες και ζύγιζε αν η αλήθεια αυτή θα τους έφερνε πιο κοντά ή θα τους τελείωνε πρόωρα.

«Ο Ορέστης Βαλμάς,» είπε τελικά, «δεν ήταν απλώς ο άνθρωπος που χάθηκε πριν από μια πρεμιέρα.»

Η Άρια σχεδόν δεν ανάσαινε.

«Ήταν ο πατέρας μου.»

Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους σαν κομμένο σκοινί.

Και πριν προλάβει να βρει η Άρια τι να νιώσει πρώτο - σοκ, οίκτο, επιθυμία, φόβο - από τη σκηνή ακούστηκαν πάλι εκείνοι οι τρεις χτύποι.

Αυτή τη φορά πιο κοντά.

Σαν να έρχονταν από μέσα τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 5 - Ο φάκελος που έλειπε

Το επόμενο πρωί η Σχολή είχε την όψη χώρου που προσπαθούσε να κρύψει ότι δεν κοιμήθηκε. Οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι κανονικές κινήσεις - βήματα, φωνές, καφέδες σε χάρτινα ποτήρια, πόρτες που άνοιγαν και έκλειναν - κι όμως κάτω από όλα αυτά υπήρχε ένα δεύτερο στρώμα, υπόγειο, σαν σκηνική μουσική που δεν ακουγόταν αλλά επηρέαζε τον ρυθμό όλων.

Η Άρια ανέβηκε τα σκαλιά αργά, με τη χθεσινή αποκάλυψη ακόμη ζωντανή στο δέρμα της.

Ο Ορέστης Βαλμάς ήταν ο πατέρας του Νικήτα.

Η φράση δεν έβρισκε ακόμη σωστή θέση μέσα της. Ήταν από εκείνες τις αλήθειες που δεν κάθονται αμέσως στη σκέψη - περιφέρονται πρώτα σαν ξένο κοστούμι στο καμαρίνι, μέχρι να μυρίσουν ιδρώτα, φως, ανθρώπινο φόβο.

Ο Νικήτας την περίμενε στο πάνω πλατύσκαλο.

«Δεν κοιμήθηκες,» της είπε.

«Ούτε εσύ.»

Εκείνος χαμογέλασε λίγο, χωρίς διάθεση να το παίξει άνετος.

«Άρχισες να με διαβάζεις επικίνδυνα καλά.»

«Κάποιος πρέπει.»

Έμειναν για λίγο αντικριστά, σ' εκείνη την παράξενη οικειότητα που είχε ήδη γεννηθεί ανάμεσά τους χωρίς να έχει ακόμη ομολογηθεί. Ύστερα ο Νικήτας χαμήλωσε τη φωνή.

«Θα προσπαθήσω σήμερα να μπω στο γραφείο του Λυσιμάχου.»

Η Άρια τον κοίταξε κοφτά.

«Είσαι τρελός.»

«Όχι. Καθυστερημένος. Έπρεπε να το έχω κάνει χρόνια πριν.»

«Και τι περιμένεις να βρεις;»

«Τον φάκελο. Την αναφορά. Ο,τιδήποτε έμεινε από το “Περιστατικό Ο.Β.”. Αν υπάρχει αλήθεια εδώ μέσα, είναι γραμμένη κάπου. Έστω σε λάθος εκδοχή.»

Η Άρια πήγε να απαντήσει, αλλά ο ήχος από τακούνια στον διάδρομο τους έκοψε. Η Στέλλα περνούσε με φάκελο και κλειδιά στο χέρι, αυστηρή όπως πάντα, σαν να είχε γεννηθεί γνωρίζοντας ποια πόρτα πρέπει να μένει κλειδωμένη.

Κοντοστάθηκε όταν τους είδε.

«Η πρόβα αρχίζει σε είκοσι λεπτά. Αν η προσωπική σας δραματουργία μπορεί να περιμένει, η σχολή θα το εκτιμούσε.»

Προσπέρασε πριν προλάβει κανείς να απαντήσει.

Ο Νικήτας την παρακολούθησε με το βλέμμα.

«Εκείνος ο φάκελος δεν είναι πια στο γραφείο του.»

«Πώς το ξέρεις;»

«Γιατί τον είδα χθες βράδυ να τον παίρνει μαζί του.»

Η Άρια συνοφρυώθηκε.

«Τότε τι ψάχνεις;»

«Το σημείο απ' όπου ξεκίνησε να κρύβεται.»

Η μεγάλη σκηνή είχε μεταμορφωθεί μέσα σε μια νύχτα. Η Ισμήνη είχε ήδη αρχίσει να στήνει το πρώτο δοκιμαστικό τοπίο για τη Νύχτα των Μαρτύρων: τρεις καθρέφτες σε άνισα ύψη, μια μεταλλική σκάλα, δύο παραβάν ντυμένα με γκρι ύφασμα, και στο βάθος μια κατασκευή που έμοιαζε ταυτόχρονα με καμαρίνι και εξομολογητήριο.

Η Δάφνη στεκόταν ξυπόλητη στη σκηνή, δοκιμάζοντας με το σώμα της τη γεωμετρία του χώρου.

«Μην κοιτάτε τι είναι,» είπε στους σπουδαστές που μαζεύονταν. «Κοιτάξτε τι σας κάνει.»

Η Μήδεια έφτασε τελευταία, φορώντας μαύρο πουκάμισο, κόκκινα χείλη και έκφραση γυναίκας που είχε ήδη βαρεθεί μισή μέρα προτού αυτή αρχίσει.

«Αν συνεχίσουμε έτσι,» είπε κοιτάζοντας το σκηνικό, «θα ανεβάσουμε είτε αριστούργημα είτε οργανωμένη νεύρωση.»

«Το δεύτερο είναι συνήθως προϋπόθεση για το πρώτο,» απάντησε η Ισμήνη χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από τα σχέδιά της.

Ο Λυσιμάχου μπήκε ακριβώς τότε. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς χαιρετισμό. Με εκείνη τη σιωπηλή βαρύτητα ανθρώπου που δεν καταλαμβάνει χώρο, τον ορίζει.

«Σήμερα,» είπε, «θα δουλέψουμε την πράξη της απώλειας.»

Περπάτησε αργά μπροστά τους.

«Ο ηθοποιός δεν πείθει όταν δείχνει πόνο. Πείθει όταν κάτι λείπει από μέσα του και παρ' όλα αυτά συνεχίζει να μιλά. Το θέατρο δεν ενδιαφέρεται για τη συμφορά σας. Ενδιαφέρεται για το αποτύπωμά της.»

Έδωσε στον καθένα από ένα φύλλο. Δεν ήταν απόσπασμα γνωστού έργου. Ήταν καινούριο κείμενο, πιθανότατα γραμμένο από τον ίδιο ή για τον ίδιο. Πρωτότυπες σκηνές για τη σχολή, με γλώσσα κοφτερή και σκοτεινή.

Η Άρια διάβασε τον τίτλο:

Άσκηση Α: Το αντικείμενο που δεν βρίσκεται

Η σκηνή αφορούσε δύο πρόσωπα σε χώρο αναμονής. Ένα αντικείμενο έχει εξαφανιστεί. Κανείς δεν ομολογεί τι ήταν. Κανείς δεν παραδέχεται ποιος το πήρε. Όμως και οι δύο ξέρουν ότι από αυτό εξαρτώνται πολύ περισσότερα απ' όσα λένε.

Ο Λυσιμάχου ζήτησε από τη Μήδεια και τον Αντρέα να ξεκινήσουν. Ήταν καλοί. Πιο πολύ απ' όσο ήθελαν οι ίδιοι να φανεί. Έπαιζαν με κοφτές παύσεις, μισοτελειωμένες χειρονομίες, βλέμματα που δεν έφταναν ποτέ ως το τέλος.

Ύστερα ο δάσκαλος έδωσε την ίδια άσκηση στην Άρια και στον Νικήτα.

«Το αντικείμενο,» είπε, «δεν είναι αντικείμενο. Είναι απόδειξη. Ή ενοχή. Ή επιθυμία. Αποφασίστε μόνοι σας. Αλλά μην αποφασίσετε μικρά.»

Στάθηκαν απέναντι.

Η Άρια κράτησε το φύλλο λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα το άφησε στην καρέκλα. Ο Νικήτας έκανε το ίδιο. Πλέον ήξεραν και οι δύο ότι το κείμενο ήταν μόνο αφορμή.

Η πρωτότυπη σκηνή ξεκινούσε έτσι:

«Αν μου πεις ότι χάθηκε, θα σε πιστέψω.
Αν μου πεις ότι δεν υπήρξε ποτέ, θα σε μισήσω.»

Ο Νικήτας πήρε την πρώτη ατάκα, χαμηλά, σχεδόν τρυφερά.

«Αν μου πεις ότι χάθηκε, θα σε πιστέψω.»

Η Άρια τον κοίταξε με βλέμμα που ακροβατούσε ανάμεσα σε πρόκληση και άμυνα.

«Αν σου πω ότι δεν υπήρξε ποτέ;»

«Τότε θα ξέρω ότι με φοβάσαι.»

Η αίθουσα ησύχασε.

Η συνέχεια του κειμένου ζητούσε κλιμάκωση, όχι υψωμένες φωνές. Σιωπές που να κόβουν περισσότερο από καβγά. Η Άρια το ένιωσε αμέσως.

«Δεν σε φοβάμαι,» είπε.

«Όχι;»

«Σε λυπάμαι όταν λες ψέματα όμορφα.»

Ένα ανεπαίσθητο ρεύμα διέτρεξε τη σκηνή. Ήταν το είδος της στιγμής που οι υπόλοιποι δεν παρακολουθούν πια ως συμμαθητές αλλά ως θεατές.

Ο Λυσιμάχου δεν μιλούσε. Η Δάφνη είχε σταυρώσει τα χέρια. Η Ισμήνη παρακολουθούσε σαν να έβλεπε το σκηνικό της να αποκτά ξαφνικά σφυγμό.

Η σκηνή έφτανε σε ένα σημείο όπου ο ένας ρωτά τον άλλο:

«Το έκλεψες;»
«Όχι.»
«Τότε γιατί σε κοιτάζει η ενοχή σαν να της ανήκεις;»

Ο Νικήτας δεν το είπε όπως ήταν γραμμένο. Το μετέτρεψε ελάχιστα, πιο επικίνδυνα.

«Τότε γιατί κάθε φορά που σε πλησιάζω νιώθω ότι κρύβεις κάτι που μου ανήκει;»

Η Άρια έχασε για μια στιγμή τον ρυθμό της - όχι από αδυναμία, αλλά από αλήθεια.

Ο Λυσιμάχου χτύπησε μία φορά τη βέργα στο πάτωμα.

«Μην προστατεύεστε από το κείμενο. Συνεχίστε.»

Η Άρια πήρε μια ανάσα.

«Ίσως γιατί νομίζεις πως ό,τι σε καίει, σου ανήκει.»

Ο Νικήτας χαμογέλασε πολύ ελαφρά. Ήταν χαμόγελο του ρόλου. Και καθόλου του ρόλου.

Όταν τελείωσαν, κανείς δεν μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα.

Μετά η Μήδεια χτύπησε αργά παλαμάκια.

«Υπέροχα. Αν συνεχίσετε έτσι, θα χρειαστούμε ή ψυχίατρο ή εισιτήρια.»

Στο διάλειμμα, η Στέλλα διέσχισε τη σκηνή γρήγορα και πλησίασε τον Λυσιμάχου. Κάτι του ψιθύρισε. Η αλλαγή στο πρόσωπό του ήταν ανεπαίσθητη, αλλά πραγματική. Γύρισε αμέσως προς το μέρος όλων.

«Δέκα λεπτά διάλειμμα. Κανείς δεν φεύγει από το κτίριο.»

Η φράση ακούστηκε πιο βαριά απ' όσο έπρεπε.

Η Μήδεια ανασήκωσε το φρύδι.

«Τι έγινε; Έχουμε καινούριο δράμα ή παλιό που ανακυκλώνεται;»

Η Στέλλα απάντησε κοφτά:

«Χάθηκε ένας φάκελος από το αρχείο της σχολής.»

Η Άρια ένιωσε το αίμα της να τραβιέται απότομα προς την καρδιά. Ο Νικήτας δεν γύρισε να την κοιτάξει, αλλά το σώμα του δίπλα της σκλήρυνε.

«Τι είδους φάκελος;» ρώτησε η Λένα.

Η Στέλλα δίστασε μισό δευτερόλεπτο.

«Εσωτερικός.»

Η Μήδεια χαμογέλασε σαν γάτα που άκουσε ντουλάπι να ανοίγει.

«Δηλαδή ενδιαφέρων.»

«Δηλαδή κανείς δεν θα κάνει εικασίες,» είπε ο Λυσιμάχου, και η φωνή του έκοψε τον αέρα. «Όποιος πήρε κάτι που δεν του ανήκει, να το επιστρέψει σήμερα. Χωρίς ερωτήσεις. Μετά, οι συνέπειες δεν θα είναι παιδαγωγικές.»

Ο Νικήτας μίλησε τότε, ήρεμα.

«Και αν δεν το πήρε κάποιος από μας;»

Ο Λυσιμάχου τον κοίταξε για πολλή ώρα.

«Σ' αυτή τη σχολή, Νικήτα, σχεδόν όλα τα σοβαρά πράγματα ξεκινούν από μέσα.»

Το υπόλοιπο μάθημα κύλησε με αμηχανία καλυμμένη από πειθαρχία. Κανείς δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί πραγματικά. Οι ατάκες λέγονταν σωστά, οι μετακινήσεις εκτελούνταν, οι ασκήσεις προχωρούσαν, μα ο ρυθμός είχε υποστεί ρωγμή. Όλοι σκεφτόντουσαν τον φάκελο.

Στο τέλος, η Άρια κατέβηκε μόνη της στο foyer. Το απογευματινό φως είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στα τζάμια. Οι σκιές των αφισών στους τοίχους έμοιαζαν με ανθρώπους που στέκονταν ακίνητοι και άκουγαν.

Βρήκε τον Νικήτα δίπλα στο τραπέζι με τα προγράμματα.

«Δεν τον πήρες εσύ,» του είπε αμέσως.

«Όχι.»

«Κι όμως ήξερες ότι θα χαθεί.»

Εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της.

«Τι εννοείς;»

«Εννοώ ότι σήμερα ήσουν σαν άνθρωπος που περίμενε κάτι.»

Ο Νικήτας την κοίταξε με έναν τρόπο που έμοιαζε επικίνδυνα με θαυμασμό.

«Δεν ξέρω αν σε αντέχω όταν καταλαβαίνεις τόσο πολλά.»

«Θα το μάθεις.»

Έκανε ένα βήμα πιο κοντά.

«Πες μου την αλήθεια.»

Εκείνος χαμήλωσε τη φωνή.

«Χθες, όταν έφυγες, ξαναγύρισα. Ήθελα να μπω στο γραφείο. Δεν πρόλαβα. Κάποιος άλλος ήταν ήδη εκεί.»

«Ποιος;»

«Δεν είδα πρόσωπο. Μόνο σκιά. Και άρωμα.»

Η Άρια πάγωσε ελάχιστα.

«Τι άρωμα;»

«Γυναικείο. Παλιό. Βαρύ. Σαν να είχε μείνει χρόνια σε ξύλο και ύφασμα.»

Το ίδιο άρωμα από το κρυφό καμαρίνι.

Η Άρια ένιωσε τον λαιμό της να στεγνώνει.

«Και μετά;»

«Μετά άκουσα τη Στέλλα να ανεβαίνει και κρύφτηκα. Όταν ξανακοίταξα, η σκιά είχε φύγει.»

Η Άρια έμεινε σιωπηλή.

«Σκέφτεσαι το ίδιο με μένα;» τη ρώτησε.

«Ότι κάποιος δεν ψάχνει απλώς το παρελθόν. Ότι το ξανασκηνοθετεί.»

Ο Νικήτας έγνεψε αργά.

Τότε ακούστηκε θόρυβος από τον επάνω διάδρομο. Σαν κάτι μεταλλικό να έπεσε. Γύρισαν και οι δύο προς τη σκάλα. Στο πλατύσκαλο δεν ήταν κανείς. Μόνο ένα λευκό χαρτί που είχε γλιστρήσει στο πάτωμα.

Ανέβηκαν μαζί.

Ήταν μία σελίδα αποκομμένη από φάκελο αρχείου. Στην κορυφή, με σφραγίδα:

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ Ο.Β.

Και από κάτω, μόνο μία γραμμή ευανάγνωστη. Οι υπόλοιπες είχαν σκιστεί.

"...η σπουδάστρια βρέθηκε σε κατάσταση σοκ πίσω από τη Μικρή Σκηνή..."

Η Άρια ένιωσε τα δάχτυλά της να παγώνουν.

«Σπουδάστρια;» ψιθύρισε.

Ο Νικήτας πήρε τη σελίδα.

«Άρα δεν ήταν μόνο ο πατέρας μου.»

«Όχι,» είπε η Άρια. «Και κάποιος θέλει να το ξέρουμε βήμα βήμα. Όχι όλο μαζί.»

Στο πίσω μέρος της σελίδας υπήρχε μια φράση γραμμένη με μελάνι, ίδιας υφής με τις φωτογραφίες που είχε ήδη βρει:

Ο φάκελος δεν χάθηκε. Μοιράστηκε.

Η Άρια σήκωσε το βλέμμα προς τον σκοτεινό διάδρομο.

Το θέατρο, σκέφτηκε, δεν κρατά ποτέ ένα μυστικό σε ένα μόνο σημείο. Το κρεμά σε πρόσωπα, το διπλώνει σε υφάσματα, το αφήνει μέσα σε ατάκες, το σπρώχνει από χέρι σε χέρι μέχρι να γίνει ρόλος.

Και κάποιος εδώ μέσα είχε ήδη αρχίσει τη διανομή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 6 - Η πρόβα του σχεδόν φιλιού

Την επόμενη μέρα η βροχή έπεφτε λεπτή πάνω στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ορμή αλλά με διάρκεια, σαν επίμονη σκηνική υπόμνηση. Τα τζάμια της Σχολής είχαν θαμπώσει και το φως που έμπαινε μέσα ήταν γκρίζο, σχεδόν υδάτινο. Η ατμόσφαιρα ταίριαζε υπερβολικά με όσα αιωρούνταν πια ανάμεσα στους ανθρώπους του κτιρίου.

Ο χαμένος φάκελος είχε γίνει άρρητη εμμονή. Κανείς δεν τον ανέφερε ανοιχτά, κι όμως όλοι μιλούσαν σαν να άφηναν χώρο για κάτι που άκουγε.

Η πρόβα εκείνης της ημέρας είχε ανακοινωθεί μόνο για τέσσερα πρόσωπα: Άρια, Νικήτα, Μήδεια και Λένα. Ο Λυσιμάχου ήθελε να δουλέψει τον πυρήνα της δεύτερης πράξης της Νύχτας των Μαρτύρων.

Όταν μπήκαν στη Μικρή Σκηνή, ο χώρος είχε αλλάξει ξανά.

Η Ισμήνη είχε στήσει ένα σχεδόν πλήρες ψευδο-καμαρίνι: καθρέφτη με λάμπες, στενό τραπέζι με χτένες και πούδρες, μια κρεμάστρα με κοστούμια, μια καρέκλα πεταμένη πλαγίως σαν να είχε προηγηθεί καβγάς. Στο πλάι, ένας ημιτελής τοίχος άφηνε χαραμάδα αρκετή να φανεί παρασκήνιο. Ο χώρος έμοιαζε αληθινός και τεχνητός την ίδια στιγμή - ακριβώς όπως έπρεπε.

Η Δάφνη πλησίασε την Άρια και τον Νικήτα πριν αρχίσουν.

«Σήμερα δεν θα παίξετε έλξη,» είπε. «Θα παίξετε αντίσταση που έχει ήδη ραγίσει.»

Γύρισε πρώτα στην Άρια.

«Δεν τον θες μόνο. Τον υποψιάζεσαι. Αυτό κάνει το σώμα σου διπλό: μπροστά θέλει, πίσω μαζεύεται.»

Μετά στον Νικήτα.

«Κι εσύ δεν την πλησιάζεις σαν κυνηγός. Την πλησιάζεις σαν άνθρωπος που ξέρει ότι η επόμενη αλήθεια θα του κοστίσει κάτι.»

Η Μήδεια, που άκουγε από τη γωνία, χαμογέλασε.

«Υπέροχα. Ερωτισμός με υπαρξιακές παρενέργειες.»

Ο Λυσιμάχου μπήκε εκείνη τη στιγμή.

«Ευτυχώς. Ο χυδαίος ερωτισμός είναι για κακούς ηθοποιούς και χειρότερους συγγραφείς.»

Πήρε θέση στην πλατεία.

«Θα δουλέψουμε την σκηνή “Καμαρίνι πριν από την αποκάλυψη”. Κείμενο πρωτότυπο. Μην το διαβάσετε σαν διάλογο. Διαβάστε το σαν παρτίδα σκακιού όπου τα πιόνια θέλουν να αγγίξουν το ένα το άλλο.»

Μοίρασε τα φύλλα.

Η σκηνή ήταν γραμμένη με επικίνδυνη απλότητα. Δύο πρόσωπα. Πέντε λεπτά πριν από την είσοδό τους στη σκηνή. Εκείνος ξέρει ότι ο χαμένος άνθρωπος του παρελθόντος συνδέεται με το παρόν. Εκείνη ξέρει κάτι για τη γυναίκα που έμεινε πίσω. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν απολύτως. Κι όμως και οι δύο λαχταρούν να μην είναι μόνοι μέσα στην αλήθεια.

Η κεντρική ατάκα της σκηνής ήταν:

«Μη με πλησιάζεις όταν πρόκειται να μου πεις ψέματα.
Το σώμα κάνει χώρο μόνο για την αλήθεια.»

Ο Νικήτας διάβασε τη φράση μία φορά από μέσα του και ύστερα άφησε το χαρτί.

Η Άρια έκανε το ίδιο.

Ο Λυσιμάχου τους σταμάτησε πριν αρχίσουν.

«Όχι απέναντι ο ένας στον άλλον. Πολύ απλό. Θέλω εκείνη στον καθρέφτη, εκείνον πίσω της. Η σκηνή δεν είναι αντιπαράθεση. Είναι παγίδευση.»

Η Ισμήνη μετακίνησε ανεπαίσθητα την καρέκλα. Η Δάφνη έσπρωξε ελαφρά τον ώμο της Άριας για να της βρει τη σωστή γωνία.

«Μην τον βλέπεις πρώτα με τα μάτια,» της ψιθύρισε. «Νιώσε τον να έρχεται.»

Η πρόβα άρχισε.

Η Άρια στάθηκε μπροστά στον ψεύτικο καθρέφτη, με τα δάχτυλα ακουμπισμένα στο ξύλινο τραπέζι. Ο Νικήτας μπήκε αργά πίσω της. Στο είδωλο οι δύο μορφές τους έμοιαζαν πιο κοντά απ' όσο ήταν.

«Δεν έπρεπε να είσαι εδώ,» είπε εκείνη.

«Κι όμως εδώ έρχεσαι κι εσύ όταν φοβάσαι.»

«Δεν φοβάμαι.»

«Τότε γιατί έχεις το βλέμμα ανθρώπου που ακούει πόρτες πριν ανοίξουν;»

Η Άρια σήκωσε αργά το πρόσωπό της προς το γυαλί. Δεν γύρισε αμέσως να τον κοιτάξει.

«Μη με διαβάζεις.»

«Αν δεν σε διαβάσω, θα σε χάσω.»

Η φράση δεν ήταν ακριβώς έτσι στο κείμενο. Ο Λυσιμάχου δεν μίλησε. Η Δάφνη έσκυψε λίγο μπροστά, παρακολουθώντας σαν θηρευτής.

Ο Νικήτας έκανε μισό βήμα ακόμα. Τώρα σχεδόν ακουμπούσε την πλάτη της, χωρίς να την αγγίζει. Η ένταση βγήκε όχι από την επαφή αλλά από την αναστολή της.

Η πρωτότυπη σκηνή συνέχιζε:

«Αν θες να σωθείς, φύγε τώρα.
Αν θες να μάθεις, έλα πιο κοντά και πλήρωσέ το.»

Η Άρια το είπε χαμηλά, με φωνή που έτρεμε ελάχιστα μόνο στο τέλος.

Ο Νικήτας απάντησε δίπλα στο αυτί της σχεδόν ψιθυριστά:

«Έχω πάψει καιρό να ζητάω σωτηρία.»

Η ανάσα του ακούμπησε τον λαιμό της. Το σώμα της αντέδρασε πριν προλάβει να το λογοκρίνει. Τα δάχτυλά της έσφιξαν το τραπέζι.

Η Δάφνη ψιθύρισε από την πλατεία:

«Μην κουνιέσαι, Άρια. Άφησέ τον να φανεί από το μικρό τίναγμα.»

Ο Νικήτας σήκωσε αργά το χέρι του, σαν να επρόκειτο να αγγίξει μια τούφα από τα μαλλιά της, και σταμάτησε ένα κλάσμα πριν την επαφή.

Αυτό το σχεδόν ήταν πιο αισθησιακό από χάδι.

Η Άρια γύρισε τότε ελάχιστα προς το μέρος του. Τα πρόσωπά τους ήρθαν τόσο κοντά ώστε ο καθρέφτης πίσω τους έμοιαζε να κρατά ανάσα.

«Πες το,» του είπε.

«Τι;»

«Αυτό που κρύβεις πίσω από όσα ξέρεις.»

«Κι αν το πω, δεν θα υπάρχει γυρισμός.»

«Δεν υπήρχε ποτέ.»

Η σκηνή ζητούσε τώρα το μεγάλο της σημείο: μια παύση όπου τα δύο πρόσωπα στέκονται ένα χιλιοστό πριν από φιλί, όχι επειδή παραδίνονται αλλά επειδή η αλήθεια και η επιθυμία φτάνουν για πρώτη φορά στο ίδιο ύψος.

Ο Νικήτας έσκυψε ελάχιστα.

Η Άρια δεν απομακρύνθηκε.

Στο ημίφως της Μικρής Σκηνής, με τα ψεύτικα φώτα του καμαρινιού να καίνε σαν εξομολόγηση, το κενό ανάμεσά τους έγινε σχεδόν αφόρητο.

Και τότε ο Λυσιμάχου φώναξε:

«Στοπ!»

Η λέξη έπεσε πάνω τους σαν μαχαίρι.

Η Άρια έκανε πίσω απότομα, σαν να ξύπνησε. Ο Νικήτας κατέβασε το χέρι του αργά, χωρίς να κρύβει την αναστάτωση.

«Γιατί;» πετάχτηκε η Μήδεια, με τόνο μισό ειρωνικό και μισό ειλικρινά εκνευρισμένο. «Επιτέλους είχαμε παλμό.»

Ο Λυσιμάχου σηκώθηκε.

«Γιατί ο πειρασμός του εύκολου φιλιού είναι ο θάνατος της σκηνής. Αυτό που γεννήθηκε εδώ είναι πιο χρήσιμο άπαιχτο.»

Πλησίασε.

«Ξανά. Και αυτή τη φορά δεν θέλω ούτε υπόνοια κατάληξης. Θέλω το κοινό να υποφέρει επειδή δεν συμβαίνει.»

Η δεύτερη εκτέλεση ήταν ακόμη πιο δυνατή. Όταν έφτασαν στο ίδιο σημείο, η Άρια σήκωσε το χέρι της και ακούμπησε μόνο το πέτο του σακακιού του Νικήτα, σαν να κρατιόταν από το τελευταίο επιτρεπτό σημείο του.

«Αν σε πιστέψω,» είπε, «θα μπω μέσα σε κάτι που δεν θα ελέγχω.»

Ο Νικήτας χαμήλωσε το βλέμμα στο χέρι της.

«Καλώς ήρθες στο θέατρο.»

Και πάλι σταμάτησαν πριν το φιλί. Αλλά τώρα η μη πραγματοποίησή του είχε γίνει ήδη γεγονός.

Η Δάφνη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, ικανοποιημένη.

Η Ισμήνη σημείωσε κάτι βιαστικά.

Η Λένα είχε κοκκινίσει ελαφρά από αμηχανία.

Και η Μήδεια κοιτούσε με εκείνη τη σκοτεινή ακινησία ανθρώπου που δεν ζηλεύει μόνο - θυμάται.

Μετά την πρόβα, καθώς οι άλλοι διαλύονταν, ο Λυσιμάχου κράτησε μόνο την Άρια και τον Νικήτα στη σκηνή.

«Αυτό που συμβαίνει ανάμεσά σας,» είπε, «ή θα υπηρετήσει το έργο ή θα το καταστρέψει. Δεν με ενδιαφέρει η ηθική του. Με ενδιαφέρει η αλήθεια του.»

Η Άρια έσφιξε τα χείλη της.

«Κι αν δεν ξέρουμε ακόμη τι είναι;»

Ο Λυσιμάχου την κοίταξε βαθιά.

«Το σώμα πάντα ξέρει πρώτο. Το μυαλό έρχεται μετά να το δυσφημήσει.»

Ο Νικήτας δεν μίλησε.

Ο δάσκαλος έφυγε αφήνοντάς τους μόνους στη Μικρή Σκηνή.

Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν κουνήθηκε. Το ψεύτικο καμαρίνι, τα κοστούμια, οι λάμπες, ο βρεγμένος αέρας που έμπαινε από κάπου αδιόρατα - όλα γύρω τους έμοιαζαν με σκηνικό που είχε ξεχάσει να ξαναγίνει πραγματικότητα.

Η Άρια ακούμπησε στην άκρη του τραπεζιού.

«Αυτό ήταν πολύ κακή ιδέα,» είπε.

Ο Νικήτας χαμογέλασε κουρασμένα.

«Η πρόβα;»

«Το να μην σε φιλήσω.»

Εκείνος έμεινε ακίνητος για ένα κλάσμα.

«Άρια...»

«Μην πεις τίποτα πρόχειρο.»

Πλησίασε ένα βήμα.

«Αν πεις κάτι τώρα, θέλω να είναι αλήθεια. Όχι άμυνα, όχι ρόλος, όχι ευγένεια.»

Ο Νικήτας την κοίταξε όπως την κοιτά κανείς όταν ξέρει ότι το επόμενο δευτερόλεπτο μπορεί να αλλάξει την τάξη των πραγμάτων.

Σήκωσε αργά το χέρι του και άγγιξε μόνο μία τούφα από τα μαλλιά της, αφήνοντάς τη να περάσει ανάμεσα στα δάχτυλά του σαν μετάξι που δεν του ανήκει.

«Η αλήθεια;» είπε χαμηλά. «Αν σε φιλήσω τώρα, δεν θα είναι για τη σκηνή.»

Η Άρια ένιωσε την ανάσα της να γίνεται ακανόνιστη.

«Και γιατί δεν το κάνεις;»

«Γιατί δεν ξέρω ακόμη αν μετά θα μπορέσω να σε προστατέψω.»

Η φράση έκοψε την ατμόσφαιρα αλλιώς.

«Από τι;»

Ο Νικήτας άφησε το χέρι του να πέσει.

«Από το τι θα μάθεις.»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Κεφάλαιο 7 - Εκείνη που βρέθηκε πίσω από τη Μικρή Σκηνή

Η αποκάλυψη δεν ήρθε ως έκρηξη. Ήρθε σαν σκοινί που τραβιέται αργά μέχρι να καταλάβεις ότι ήταν δεμένο πάνω σου από την αρχή.

Το ίδιο βράδυ, η Άρια γύρισε σπίτι με το κεφάλι της γεμάτο από λάμπες καμαρινιού, άγγιγμα που δεν ολοκληρώθηκε, τη μία σελίδα του φακέλου, το άρωμα, τη φράση του Νικήτα. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος της μητέρας της με εκείνη τη σιωπηλή επιδεξιότητα των ανθρώπων που μεγάλωσαν αποφεύγοντας δύσκολες ερωτήσεις.

Η μητέρα της, η Εύα, καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Δεν διάβαζε. Δεν έπλεκε. Δεν έπινε τσάι. Απλώς καθόταν με τα χέρια ακουμπισμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν να περίμενε.

Η Άρια σταμάτησε αμέσως.

«Είσαι ξύπνια.»

«Σε περίμενα.»

Η φωνή της μητέρας της ήταν ήσυχη, αλλά όχι ήρεμη.

Η Άρια άφησε την τσάντα στην καρέκλα.

«Κάτι έγινε;»

Η Εύα την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα. Ύστερα είπε:

«Πήγες στη Μικρή Σκηνή.»

Δεν ήταν ερώτηση.

Η Άρια ένιωσε ένα ρίγος να περνά από τον αυχένα της ως τη μέση.

«Πώς το ξέρεις;»

Η μητέρα της χαμογέλασε με θλίψη που έμοιαζε πολύ παλιά για να ανήκει στη σημερινή νύχτα.

«Γιατί όλοι επιστρέφουμε κάποτε εκεί όπου νομίζουμε ότι δεν έχουμε υπάρξει.»

Η Άρια δεν κάθισε. Έμεινε όρθια, έτοιμη να φύγει ή να επιτεθεί.

«Μαμά, τι ακριβώς μου κρύβεις;»

Η Εύα κατέβασε το βλέμμα για λίγο, σαν να έψαχνε τις σωστές λέξεις όχι μέσα στο λεξιλόγιο αλλά μέσα στα χρόνια.

«Όταν ήμουν στην ηλικία σου, φοιτούσα κι εγώ στη Σχολή Λυσιμάχου.»

Η Άρια δεν μίλησε.

«Δεν στο είπα ποτέ γιατί ήθελα να μη γίνεις συνέχεια μιας ιστορίας που δεν τέλειωσε σωστά.»

Ο αέρας στην κουζίνα βάρυνε. Από τον ανοιχτό φωταγωγό έμπαινε μυρωδιά βροχής και νυχτερινής πόλης.

«Ήσουν εσύ,» είπε τελικά η Άρια. «Η σπουδάστρια από τον φάκελο.»

Η μητέρα της έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.

«Ναι.»

Η λέξη έπεσε καθαρή, αδυσώπητη.

Η Άρια κάθισε αργά απέναντί της.

Για πρώτη φορά μετά από μέρες δεν την κυρίευσε πρώτα ο φόβος αλλά θυμός. Ο θυμός που έρχεται όταν καταλαβαίνεις ότι η αλήθεια ζούσε δίπλα σου ντυμένη οικογενειακή συνήθεια.

«Και ο Ορέστης;»

Η Εύα άργησε να απαντήσει.

«Ο Ορέστης Βαλμάς ήταν ο πιο ταλαντούχος από όλους μας. Και ο πιο ανόητος εκεί που τελείωνε το ταλέντο και άρχιζε η περηφάνια. Φωτεινός άνθρωπος. Επικίνδυνα φωτεινός.»

«Τον αγαπούσες;»

Η μητέρα της σήκωσε το βλέμμα.

«Ναι.»

Η Άρια ένιωσε τον κόσμο να αναδιατάσσεται βίαια και αθόρυβα.

«Και εκείνος;»

«Με έναν τρόπο που δεν ήξερε να προστατεύει τίποτα. Ούτε εμένα, ούτε τον εαυτό του, ούτε αυτό που πήγαινε να αποκαλύψει.»

Η Άρια έσκυψε μπροστά.

«Τι πήγαινε να αποκαλύψει;»

Η Εύα σιώπησε τόσο που η σιωπή έγινε σχεδόν απάντηση. Μετά σηκώθηκε, πήγε στο παλιό μπουφέ της κουζίνας, άνοιξε το κάτω συρτάρι και έβγαλε ένα μακρόστενο κουτί, τυλιγμένο με ύφασμα.

Το έφερε μπροστά στην Άρια και το άνοιξε.

Μέσα υπήρχαν τρία αντικείμενα:

  • ένα πρόγραμμα παλιάς παράστασης,
  • μια φωτογραφία του Ορέστη σε πρόβα,
  • και μια ασημένια καρφίτσα μαλλιών με σκαλισμένο επάνω της ένα μικρό προσωπείο.

Η Άρια άγγιξε πρώτα τη φωτογραφία. Ο Ορέστης ήταν νέος, όμορφος, με εκείνη τη μορφή που δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι θα γίνει κέντρο. Το βλέμμα του, όμως, ήταν ανήσυχο. Σαν να είχε ήδη δει κάτι που δεν συγχωρείται εύκολα.

«Το βράδυ πριν χαθεί,» είπε η Εύα, «μου ζήτησε να τον συναντήσω πίσω από τη Μικρή Σκηνή. Είπε ότι είχε βρει έγγραφα. Ότι κάποιοι χειρίζονταν υποτροφίες, διανομές, εξετάσεις... όχι μόνο άδικα. Σκόπιμα. Με ανταλλάγματα. Με εκβιασμούς. Ήταν θυμωμένος. Και πολύ βέβαιος ότι θα τους ξεσκεπάσει.»

Η Άρια ένιωσε την καρδιά της να χτυπά στα δόντια.

«Ποιους; Τον Λυσιμάχου; Τη Στέλλα;»

«Δεν μου είπε όλα τα ονόματα. Ή ίσως δεν πρόλαβε.»

Η μητέρα της έσφιξε τα χέρια της.

«Πήγα να τον βρω. Άκουσα τους τρεις χτύπους από μέσα. Και μετά...»

Σταμάτησε.

Η Άρια ψιθύρισε:

«Μετά;»

«Μετά βρήκα ανοιχτή την πίσω πόρτα. Και τον διάδρομο άδειο. Και το καμαρίνι αναστατωμένο. Και μετά δεν θυμάμαι καθαρά τη σειρά. Θυμάμαι μόνο μια γυναίκα να φεύγει βιαστικά. Θυμάμαι άρωμα. Θυμάμαι πως κάποιος με έσπρωξε ή προσπάθησε να με τραβήξει μακριά. Χτύπησα. Όταν με βρήκαν, ήμουν πίσω από τη Μικρή Σκηνή, σε κατάσταση σοκ.»

Η Άρια έμεινε ακίνητη.

«Και δεν μίλησες;»

Η Εύα γέλασε πικρά, χωρίς χαρά.

«Μίλησα. Αλλά όχι όσο έπρεπε. Είχα τρομάξει. Ήμουν ερωτευμένη. Ήμουν νέα. Και η σχολή ήξερε πώς να κάνει ένα σκάνδαλο να μοιάζει με νευρικό επεισόδιο.»

Η Άρια άγγιξε την καρφίτσα.

«Αυτή;»

Η μητέρα της πήρε αργά ανάσα.

«Δεν είναι δική μου. Τη βρήκα στο πάτωμα εκείνο το βράδυ. Την κράτησα γιατί δεν ήξερα τι άλλο να κρατήσω. Και γιατί πάνω της υπήρχε άρωμα. Το ίδιο που ένιωσες κι εσύ, φαντάζομαι.»

Η Άρια σήκωσε απότομα το βλέμμα.

«Το ξέρεις;»

Η Εύα χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.

«Η ιστορία επαναλαμβάνεται πάντα πρώτα ως οσμή, μετά ως φόβος, και τέλος ως πρόσωπο.»

Η Άρια ένιωσε κάτι να συνδέεται μέσα της με βίαιη καθαρότητα.

«Ο Νικήτας,» είπε. «Είναι γιος του Ορέστη.»

Η μητέρα της έκλεισε τα μάτια.

«Το κατάλαβα όταν μου είπες το όνομά του πριν λίγες μέρες. Δεν σου είπα τίποτα γιατί ήθελα να δω αν θα το ανακαλύψεις μόνη σου ή αν θα σε προλάβει η σχολή.»

«Το ήξερες και δεν μου το είπες;»

«Δεν ήξερα αν ήταν δική μου αλήθεια να τη δώσω. Υπάρχουν αλήθειες που, αν τις πεις νωρίς, μοιάζουν με χειρισμό.»

Η Άρια σηκώθηκε απότομα.

«Και τώρα; Τώρα τι είναι; Προστασία;»

Η μητέρα της δεν θύμωσε. Αυτό εξόργισε την Άρια περισσότερο.

«Τώρα είναι καθυστέρηση. Και το πληρώνω.»

Η σιωπή ανάμεσά τους ήταν σχεδόν αβάσταχτη.

Ύστερα η Εύα είπε κάτι ακόμα, πιο χαμηλά:

«Υπάρχει και κάτι που δεν ξέρει ο Νικήτας.»

Η Άρια ακινητοποιήθηκε.

«Τι;»

«Ο Ορέστης δεν ήθελε μόνο να με προστατεύσει ή να αποκαλύψει ένα σκάνδαλο. Ήθελε να φύγουμε μαζί μετά την πρεμιέρα. Εγώ ήμουν έγκυος.»

Ο χρόνος σταμάτησε.

Η Άρια δεν κατάλαβε αμέσως. Ίσως αρνήθηκε να καταλάβει.

«Τι λες;»

Η μητέρα της την κοίταξε χωρίς άμυνα πια.

«Η εγκυμοσύνη χάθηκε λίγες εβδομάδες μετά. Από το σοκ, είπαν οι γιατροί. Ίσως. Ίσως κι από τον τρόπο που κατέρρευσα. Δεν το ξεπέρασα ποτέ πραγματικά.»

Η Άρια έβαλε το χέρι στο στόμα της.

«Άρα...»

«Άρα ήμουν δεμένη με τον Ορέστη πολύ περισσότερο απ' όσο έμαθε ποτέ κανείς.»

Η κουζίνα έγινε ξαφνικά μικρή. Σαν κρυφό καμαρίνι.

«Και εγώ;» ψιθύρισε η Άρια. «Εγώ πού μπαίνω σε όλα αυτά;»

Η μητέρα της σηκώθηκε αργά, ήρθε απέναντί της και ακούμπησε τα δυο χέρια της στο τραπέζι.

«Εσύ μπαίνεις γιατί πήγες εκεί που εγώ δεν άντεξα να ξαναπάω. Και γιατί κάποιος σε διάλεξε να συνεχίσεις το έργο. Αλλά μπαίνεις και αλλιώς.»

Άνοιξε το πρόγραμμα της παλιάς παράστασης. Στην εσωτερική σελίδα υπήρχε μια αφιέρωση με γνώριμη γραφή:

“Στην Αριάδνη που θα βρει την έξοδο, όταν εμείς θα έχουμε χαθεί.”

Η Άρια ένιωσε τα πόδια της να κόβονται.

«Αριάδνη;»

Η Εύα έκλαψε χωρίς θόρυβο.

«Το όνομα σου δεν το διάλεξα τυχαία. Ο Ορέστης το είχε γράψει για το παιδί που περιμέναμε. Όταν αργότερα γεννήθηκες εσύ, χρόνια μετά, από άλλον άνθρωπο, δεν μπόρεσα να το αφήσω. Σε έδεσα με μια ιστορία που ορκίστηκα ότι θα σε κρατήσω μακριά της.»

Η Άρια κοίταζε την αφιέρωση σαν να την έβλεπε μέσα από νερό.

Δεν ήταν κόρη του Ορέστη. Αλλά είχε πάρει το όνομά της από το αγέννητο παιδί του.

Είχε κουβαλήσει από τη γέννησή της μια μυστική θέση μέσα σε εκείνο το παλιό δράμα.

Και ξαφνικά κατάλαβε γιατί η σχολή, το θέατρο, οι φωτογραφίες, οι τρεις χτύποι, όλα, της φέρονταν σαν να την περίμεναν.

Δεν ήταν τυχαία επιστροφή.

Ήταν κάλεσμα με όνομα προαποφασισμένο.

Όταν έφυγε από το σπίτι λίγο αργότερα, είχε πάρει μαζί της τη φωτογραφία, την καρφίτσα και το πρόγραμμα. Ο αέρας της νύχτας ήταν κρύος και καθαρός, μα μέσα της όλα είχαν θολώσει.

Έστειλε μόνο ένα μήνυμα στον Νικήτα:

Πρέπει να σε δω τώρα. Ξέρω πια ποια ήταν η σπουδάστρια. Και γιατί εγώ δεν βρέθηκα τυχαία εκεί.

Στάθηκε έξω από τη Σχολή δέκα λεπτά αργότερα. Το κτίριο ήταν σκοτεινό, εκτός από ένα παράθυρο στον πάνω όροφο.

Ο Νικήτας ήρθε λαχανιασμένος, χωρίς μπουφάν, σαν να είχε φύγει τρέχοντας από όπου βρισκόταν.

«Τι έγινε;»

Η Άρια τον κοίταξε. Το πρόσωπό του, μέσα στο μισοσκόταδο του δρόμου, της φάνηκε ξαφνικά πιο κοντινό και πιο αβέβαιο από ποτέ.

«Η σπουδάστρια από τον φάκελο ήταν η μητέρα μου.»

Ο Νικήτας ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια.

«Τι;»

«Και ο Ορέστης... την αγαπούσε. Ήταν μαζί.»

Ο Νικήτας έκανε ένα μικρό βήμα πίσω, σαν να τον χτύπησε αέρας.

«Άρα...»

«Άρα οι ζωές μας είχαν δεθεί πολύ πριν γνωριστούμε.»

Του έδωσε τη φωτογραφία και την καρφίτσα.

Εκείνος τις πήρε με χέρια που δεν ήταν πια σταθερά.

«Υπάρχει κι άλλο,» είπε η Άρια.

Ο Νικήτας σήκωσε το βλέμμα.

Η φωνή της χαμήλωσε.

«Το όνομά μου. Η μητέρα μου το πήρε από το παιδί που θα έκανε με τον Ορέστη. Από ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ.»

Για πρώτη φορά από τότε που τον γνώριζε, ο Νικήτας έδειξε πραγματικά άοπλος.

Οι δυο τους έμειναν για λίγο έξω από τη σκοτεινή Σχολή, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον σαν να είχαν μόλις διαβάσει λάθος το καστ και να ανακάλυπταν ότι τους είχαν μοιράσει ρόλους πριν καν γεννηθούν.

Και τότε, από μέσα, από το κτίριο που έμοιαζε κοιμισμένο, ακούστηκαν ξανά οι τρεις χτύποι.

Αυτή τη φορά κανείς τους δεν αμφέβαλε.

Δεν τους καλούσαν σε πρόβα.

Τους καλούσαν σε συνέχεια.


[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]




 

Δεν υπάρχουν σχόλια: