Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΜΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ: ΄΄ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ΄΄..

 

Το μονοπάτι που δεν γράφεται στους χάρτες

Το χωριό, τη νύχτα, δεν κοιμόταν.
Έκανε πως κοιμάται.

Τα παντζούρια ήταν κλειστά, μα πίσω τους υπήρχε φως — εκείνο το χαμηλό, διστακτικό φως που δεν φωτίζει για να δεις, αλλά για να θυμάσαι ότι κάποιος είναι ξύπνιος. Το χιόνι δεν έπεφτε πια πυκνό· έπεφτε σαν στάχτη. Σαν ο ουρανός να ξέφτιζε σιγά σιγά, να άφηνε πάνω στα κεραμίδια ένα λεπτό στρώμα σιωπής.

Η Ελένη Κομνηνού στεκόταν στην αυλή του δημαρχείου, με τα χέρια στις τσέπες, προσπαθώντας να ζεστάνει όχι τα δάχτυλα, αλλά τη σκέψη της. Είχε στο μυαλό της τον λαιμό της Άννας Μπαλή — το «ήπιο» σημάδι, την ασφυξία που έμοιαζε τρυφερή, σαν να είχε γίνει από κάποιον που ήξερε να μη φαίνεται.

Ο Λυμπέρης — Παναγιώτης Λυμπέρης — στάθηκε δίπλα της χωρίς να κάνει θόρυβο. Ήταν ο άνθρωπος που όταν πλησίαζε, δεν ακουγόταν· κι αυτό, για την Ελένη, ήταν πάντα κακό σημάδι. Οι άνθρωποι που έρχονται σιωπηλά, έρχονται είτε για να σώσουν είτε για να τελειώσουν.

«Θα πας να μιλήσεις στον πρόεδρο ξανά;» ρώτησε εκείνος.

Η Ελένη δεν γύρισε να τον κοιτάξει.

«Όχι.»

«Τότε πού;»

Η λέξη “πού” κρεμάστηκε στον αέρα σαν λεπτή κλωστή. Σ’ αυτό το χωριό, το πού δεν ήταν γεωγραφία. Ήταν επιλογή στρατοπέδου.

Η Ελένη έβγαλε από την τσέπη της ένα μικρό σημειωματάριο — ένα αντίγραφο από τις σημειώσεις της Άννας, γραμμένο βιαστικά, με εκείνη τη φράση που επέστρεφε σαν παλμός: κλικ. όχι δύο. ένα.

«Θα πάω εκεί που δεν μπορούν να στείλουν βλέμματα», είπε. «Έξω.»

Ο Λυμπέρης χαμογέλασε ελάχιστα. Ήταν το χαμόγελο ανθρώπου που ξέρει ότι έξω από το χωριό δεν υπάρχει “έξω”. Υπάρχει μόνο ένα μεγαλύτερο “μέσα”.

«Τότε θα έρθω», είπε.

Η Ελένη γύρισε απότομα.
Τον κοίταξε.
Και για πρώτη φορά δεν είδε τον εισαγγελέα, τον ερευνητή, τον άνθρωπο που “ήρθε για να τελειώσει κάτι”. Είδε έναν άντρα που κουβαλούσε ένα βάρος παλιό, που δεν ήταν δικό του — αλλά τον είχε μεγαλώσει σαν να ήταν.

«Εσύ δεν έρχεσαι», είπε. «Εσύ οδηγείς. Εσύ ξέρεις τα μονοπάτια. Εσύ…»

Κόμπιασε. Δεν είπε εσύ κρύβεις.

Γιατί αυτό διαισθανόταν. Κι αυτό δεν τολμούσε να καταμαρτυρήσει.

Ο Λυμπέρης δεν την πίεσε. Δεν έκανε το λάθος να ζητήσει από την Ελένη να βάλει λέξεις εκεί που ακόμα πάλευε να βάλει αποδείξεις.

«Θα πάμε στον Αϊ-Λιά», είπε τελικά εκείνος, σαν να το είχε αποφασίσει ήδη. «Το ξωκκλήσι πάνω από το φαράγγι. Εκεί που οι άνθρωποι δεν πάνε… εκτός αν έχουν λόγο να μην τους δει κανείς.»

Η Ελένη ένιωσε τη φύση να αλλάζει θέση μέσα της, σαν ζώο που σηκώνεται στο σκοτάδι.

«Γιατί εκεί;»

Ο Λυμπέρης άπλωσε το χέρι — όχι πάνω της, αλλά προς τον ορεινό όγκο που χανόταν στο σκοτάδι.

«Γιατί εκεί πάνω υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν είναι πια “χωριό”.»

«Ποιος;»

«Ο Σαράντος ο δασοφύλακας. Παλιά. Τώρα… είναι απλώς κάτι σαν μάτι. Κοιτάει τα μονοπάτια, τις πατημασιές, τα ίχνη. Και δεν του αρέσει να τον κοροϊδεύουν με “ατυχήματα”.»

Η Ελένη σκέφτηκε την Άννα. Τη βρήκαν ανάμεσα στα ράφια, με ένα βιβλίο ανοιχτό δίπλα της, σαν η ιστορία να κόπηκε στη μέση.
Κάποιος έκοψε τη φωνή της με τα χέρια του.

«Πάμε», είπε.

Δεν υπήρξε άλλη συζήτηση. Η απόφαση έπρεπε να είναι γρήγορη, γιατί η νύχτα στο χωριό ήταν πάντα ο χρόνος των άλλων.


Έφυγαν με το τζιπ, με τα φώτα χαμηλά, σαν να φοβούνταν να ξυπνήσουν την πλαγιά. Ο δρόμος ήταν στενός, παγωμένος, κι από κάτω — το φαράγγι, μια μαύρη σχισμή που δεν φαινόταν, μόνο ένιωθες ότι υπάρχει.

Το χιόνι άρχισε πάλι να πυκνώνει.
Όχι σαν καιρό.
Σαν απάντηση.

Σε μια στροφή, ο Λυμπέρης σταμάτησε απότομα. Η μηχανή έμεινε αναμμένη, ένα χαμηλό βουητό σαν αναπνοή μεγάλου ζώου.

«Τι;» είπε η Ελένη.

Ο Λυμπέρης δεν μίλησε αμέσως. Έδειξε με το πηγούνι το πλάι του δρόμου.

Εκεί, πάνω στο χιόνι, υπήρχαν πατημασιές.
Φρέσκες.
Και… διπλές.

Μία σειρά προς τα πάνω.
Μία σειρά προς τα κάτω.
Σαν κάποιος να ανέβηκε… και να γύρισε πριν λίγη ώρα.

Η Ελένη ένιωσε κάτι να σφίγγεται στο στομάχι της.

«Ο Σαράντος;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης κούνησε το κεφάλι.
«Αυτές δεν είναι οι δικές του. Ο Σαράντος σέρνει λίγο το δεξί. Αυτές… δεν σέρνουν. Είναι ακριβείς.»

Η λέξη ακριβείς χτύπησε στην Ελένη όπως χτυπάει η λέξη χειρουργός.

Και τότε — πάνω από το τζιπ — ακούστηκε ένα μακρινό ουρλιαχτό.
Λύκος;
Ή κάτι που είχε μάθει να μιμείται τους λύκους για να σε κάνει να θυμηθείς ότι εδώ δεν είσαι μόνος.

Ο Λυμπέρης έσβησε τη μηχανή.

Η σιωπή έπεσε σαν πόρτα.

«Τώρα», είπε χαμηλά, «θα περπατήσουμε. Δεν θέλω να μας ακούσουν να ανεβαίνουμε.»

Η Ελένη τον κοίταξε. «Ποιοι;»

Ο Λυμπέρης απάντησε χωρίς να την κοιτάξει.

«Αυτοί που κρατάνε τα κλειδιά.»


Το μονοπάτι προς τον Αϊ-Λιά ήταν στενό, σκισμένο ανάμεσα σε έλατα που έσκυβαν σαν να άκουγαν. Ο αέρας μύριζε ρετσίνι και υγρασία. Κάθε τόσο, ένα κλαδί έσπαγε μόνο του — όχι από βάρος, αλλά από εκείνη την άρρωστη κούραση του δάσους όταν κάποιος περνάει και δεν τον θέλει.

Η Ελένη ένιωθε τη φύση να συμμετέχει. Όχι σαν σκηνικό. Σαν μάρτυρας.

Στα μισά, είδαν μια πέτρα σκαλισμένη με έναν σταυρό και κάτι γράμματα που είχαν σχεδόν σβήσει. Ο Λυμπέρης πέρασε δίπλα της σαν να την είχε δει χιλιάδες φορές.

Η Ελένη, όμως, σταμάτησε.

Κάτω από τον σταυρό, πάνω στο πέτρωμα, υπήρχε μια χαραγή — σαν σημάδι κλειδιού. Σαν κάποιος να δοκίμασε να “ανοίξει” την πέτρα.

«Τι είναι αυτό;»

Ο Λυμπέρης γύρισε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν.

«Παλιό παιχνίδι», είπε. «Έτσι έλεγαν. Παιδιά. Κλειδιά. Πόρτες που δεν υπάρχουν.»

Η Ελένη ακούμπησε την χαραγή με το γάντι της. Το πέτρωμα ήταν παγωμένο, αλλά το σημάδι… ζεστό.

Και τότε κατάλαβε πως δεν ήταν παλιό.

Ήταν πρόσφατο.

Κάποιος έπαιζε ακόμα.


Το ξωκκλήσι του Αϊ-Λιά φάνηκε ξαφνικά, σαν να αναδύθηκε από το χιόνι. Μικρό, πέτρινο, με μια πόρτα που δεν ήταν κλειδωμένη — ήταν σφραγισμένη με σύρμα. Κι από μέσα, φως. Μια λάμπα πετρελαίου.

Ο Λυμπέρης πλησίασε.

Πριν προλάβει να μιλήσει, η πόρτα άνοιξε μόνη της — αργά, σαν να είχε χέρι που δεν ήθελε να φανεί.

Στο κατώφλι στεκόταν ένας γέρος με πρόσωπο σκαμμένο, μάτια καθαρά και πονηρά, όπως έχουν οι άνθρωποι που βλέπουν πολλά και δεν ζητούν εξηγήσεις.

«Αργήσατε», είπε.

Η Ελένη ένιωσε το αίμα να παγώνει.

«Πώς ξέρατε…;» ξεκίνησε.

Ο γέρος — ο Σαράντος — χαμογέλασε χωρίς δόντια.

«Το χιόνι γράφει. Εσείς απλώς το διαβάζετε αργά.»

Μπήκαν μέσα. Η ζέστη ήταν ψεύτικη· δεν σε ζέσταινε, απλώς σε έκανε να καταλάβεις πόσο κρύος  είσαι.

Ο Σαράντος κάθισε απέναντι τους, σαν εξομολογητής που δεν πιστεύει στον Θεό.

«Θέλετε να μάθετε ποιος έπνιξε τη βιβλιοθηκονόμο», είπε απλά.

Η Ελένη ένιωσε τον Λυμπέρη να σφίγγεται δίπλα της, ένα ανεπαίσθητο τίναγμα που θα το έχανε οποιοσδήποτε άλλος.

«Δεν θέλω “ποιος νομίζεις”», είπε η Ελένη. «Θέλω “τι είδες”.»

Ο Σαράντος έβγαλε από το ράφι ένα παλιό σακουλάκι. Το άνοιξε. Μύρισε γη και καπνό.

Μέσα υπήρχε κάτι μικρό. Κάτι σαν θραύσμα.

Το ακούμπησε στο τραπέζι.

Ήταν ένα κομμάτι παγωμένου ρετσινιού, με μια τρίχα κολλημένη πάνω του. Όχι ανθρώπινη. Χοντρή. Σκούρα.
Και δίπλα — μια ίνα από σχοινί. Λεπτή, σχεδόν αόρατη.

Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να γυρίζει.

«Από πού;»

Ο Σαράντος έσκυψε μπροστά.

«Από το μονοπάτι πίσω από τη βιβλιοθήκη. Τη νύχτα που τη βρήκαν. Είδα έναν άνθρωπο να κατεβαίνει προς το ρέμα. Δεν πήγε στο χωριό. Πήγε στο νερό.»

Η Ελένη ένιωσε μια ψυχρή βεβαιότητα να σχηματίζεται.

«Γιατί στο ρέμα;»

Ο Σαράντος ύψωσε τους ώμους.

«Για να πλυθεί. Ή για να πετάξει κάτι. Ή για να δώσει κάτι στη φύση, όπως δίνουμε ψωμί στα σκυλιά για να σωπάσουν.»

Ο Λυμπέρης μίλησε πρώτη φορά.

«Τον είδες καθαρά;»

Ο Σαράντος τον κοίταξε σαν να περίμενε αυτή την ερώτηση από αυτόν.

«Όχι. Μα τον άκουσα.»

«Τι;»

Ο Σαράντος έγλειψε τα χείλη του, σαν να δοκίμαζε αν αξίζει να το πει.

«Το κλειδί.»

Η Ελένη ένιωσε το δέρμα του αυχένα της να σηκώνεται.

«Άκουσα ένα κλικ», είπε ο Σαράντος. «Όχι δύο. Ένα. Και μετά… μια ανάσα. Βαριά. Σαν άνθρωπος που έκανε κάτι δύσκολο, αλλά το έκανε με τρόπο που δεν θα φαίνεται.»

Η Ελένη ένιωσε τη σκέψη της να τρέχει.

Κλικ. Ένα. Όχι δύο.

Και τότε ο Σαράντος είπε την πρόταση που έσπρωξε όλη την υπόθεση έξω από το χωριό και μέσα στη φύση:

«Και το άρωμα», ψιθύρισε. «Δεν μύριζε χωριό. Μύριζε… νοσοκομείο. Αλκοόλη. Αντισηπτικό.»

Η Ελένη έμεινε ακίνητη.

Ο Λυμπέρης επίσης.

Και μέσα στο μικρό ξωκκλήσι, με το χιόνι να χτυπάει την πέτρα απ’ έξω, η Ελένη κατάλαβε:
η φύση δεν θα τους έδινε όνομα.
Θα τους έδινε ίχνος.

Και το ίχνος οδηγούσε σε κάποιον που ήξερε να σκοτώνει χωρίς να αφήνει σημάδια..


Το φαράγγι κρατάει ό,τι το χωριό πετάει

Κατέβηκαν από τον Αϊ-Λιά πριν ξημερώσει. Όχι γιατί φοβούνταν το σκοτάδι — αλλά γιατί φοβούνταν το φως. Στο φως, οι άνθρωποι προσποιούνται ότι όλα είναι κανονικά. Στο σκοτάδι, τουλάχιστον, είναι ειλικρινείς.

Η χιονόπτωση είχε δυναμώσει. Ο αέρας σφύριζε ανάμεσα στα έλατα σαν φωνή που προσπαθεί να πει κάτι, αλλά δεν βρίσκει λέξεις.

Στη διασταύρωση του μονοπατιού, ο Λυμπέρης σταμάτησε.

«Δεν θα πάμε από τον δρόμο», είπε.

Η Ελένη τον κοίταξε.

«Πού τότε;»

Ο Λυμπέρης έδειξε προς μια χαμηλή κοιλάδα. Από κάτω ακουγόταν νερό — όχι πολύ, μα αρκετό για να θυμίζει ότι κάτι κινείται, ακόμη κι όταν όλα παγώνουν.

«Στο ρέμα», είπε. «Εκεί που πήγε αυτός που κατέβηκε. Εκεί που — όπως είπε ο Σαράντος — δίνουμε στη φύση για να σωπάσει

Η Ελένη ένιωσε την έννοια του συμβολισμού να γίνεται σάρκα:
το χωριό έπνιξε την Άννα.
κι ύστερα πήγε να πλύνει τα χέρια του στο νερό.
Μα το νερό θυμάται. Όπως θυμάται και το χιόνι.

Προχώρησαν προς το ρέμα. Το τοπίο άλλαζε: τα δέντρα αραιώνονταν, οι πέτρες γίνονταν πιο κοφτερές, πιο άγριες, σαν ο τόπος να ξεφλούδιζε την ευγένειά του.

Σε μια στροφή, η Ελένη γλίστρησε.
Το πόδι της βούλιαξε σε μια κοιλότητα και ο πόνος την χτύπησε σαν σφυρί.

Ο Λυμπέρης την έπιασε από τον αγκώνα, την κράτησε.

Για μια στιγμή, η Ελένη ένιωσε κάτι παράξενο: όχι στήριγμα — ενοχή.

Σήκωσε το βλέμμα.

Ο Λυμπέρης την κοιτούσε σαν να περίμενε να του πει κάτι. Σαν να περίμενε να τον κατηγορήσει.

Η Ελένη δεν το έκανε.

Γιατί η διαίσθησή της — αυτό που δεν τολμούσε να καταμαρτυρήσει — της ψιθύριζε μια φράση πιο τρομακτική από την ενοχή:

Ο Λυμπέρης ξέρει. Και σωπαίνει όχι για να κρύψει τον δολοφόνο… αλλά για να κρύψει κάτι άλλο. Κάτι μεγαλύτερο.

Προχώρησαν.

Στο ρέμα, το νερό έτρεχε κάτω από ένα στρώμα πάγου. Σαν φλέβα που δουλεύει κρυφά. Στα βράχια, υπήρχαν λεκέδες από λάσπη, παγωμένοι σαν αποτυπώματα.

Η Ελένη γονάτισε, έβγαλε φακό, έσκυψε.

Και τότε το είδε.

Σε μια πέτρα, χαμηλά, υπήρχε μια λεπτή γρατζουνιά — σαν να είχε ακουμπήσει πάνω της κάτι μεταλλικό. Και δίπλα, μια μικρή κηλίδα… όχι αίμα. Κάτι διαφανές, παγωμένο.

Η Ελένη άγγιξε με το γάντι.
Έφερε το γάντι στη μύτη.

Η μυρωδιά ήταν αδύναμη, μα υπαρκτή.

Αλκοόλη.

«Ο Σαράντος δεν είπε ψέματα», ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε.

Και τότε ακούστηκαν βήματα.

Όχι δικά τους.

Από το πάνω μέρος της χαράδρας, ανάμεσα στα έλατα, κάποιος περπατούσε χωρίς να βιάζεται. Όποιος δεν βιάζεται στο σκοτάδι, δεν φοβάται.

Ο Λυμπέρης έσβησε τον φακό.
Η Ελένη έμεινε ακίνητη, κρατώντας την ανάσα της σαν να ήταν αποδεικτικό στοιχείο.

Μια σκιά εμφανίστηκε στο άνοιγμα: ψηλή, με κάπα ή παλτό, με κάτι στο χέρι που γυάλιζε λίγο — φακός; ή… κάτι άλλο.

Ο άνεμος δυνάμωσε, και μαζί του — ένα ουρλιαχτό μακρινό.

Ο άνθρωπος στάθηκε.

Σαν να άκουσε κι εκείνος τους λύκους.
Ή σαν να άκουσε κάτι πιο κοντά.

Η Ελένη ένιωσε τον Λυμπέρη δίπλα της να κινείται ελάχιστα, να παίρνει θέση. Όχι θέση επίθεσης. Θέση προστασίας.

«Μη», ψιθύρισε εκείνη.

Όχι γιατί φοβόταν.
Αλλά γιατί φοβόταν τι θα κάνει αν αναγκαστεί.

Ο άνθρωπος στο άνοιγμα δεν κατέβηκε. Μόνο μίλησε — η φωνή του παραμορφώθηκε από τον άνεμο.

«Φύγετε», είπε. «Δεν είναι δικό σας αυτό.»

Η Ελένη ένιωσε θυμό. Κι ο θυμός, εδώ, ήταν επικίνδυνος. Γιατί μπορούσε να γίνει φωνή.

«Είναι δικό μου όταν μια γυναίκα πεθαίνει με σημάδι στον λαιμό», φώναξε.

Η σκιά γέλασε. Ένα γέλιο μικρό, που δεν είχε χαρά.

«Τότε να ξέρετε κάτι», είπε. «Η γυναίκα δεν πέθανε μόνο από χέρια. Πέθανε από συμφωνία.»

Η Ελένη ένιωσε την πρόταση να τη χτυπάει σαν πέτρα στο στήθος. Είχε ήδη γραφτεί μέσα στην υπόθεση: μια κοινωνία που στραγγαλίζει αφήνει συμφωνίες, όχι πάντα μελανιές.

Ο Λυμπέρης έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Ποιος είσαι;»

Η σκιά έμεινε ακίνητη για ένα δευτερόλεπτο.
Κι έπειτα είπε το όνομα που έσπασε την ισορροπία της νύχτας:

«Σπύρος.»

Η Ελένη ένιωσε τον αυχένα της να παγώνει.

Ο γιατρός.

Ο άνθρωπος με το τετράδιο των ονομάτων. Ο άνθρωπος που “δεν θεραπεύει — διαπιστώνει αν αντέχεις”.

«Γιατί μας παρακολουθείς;» ρώτησε η Ελένη.

Η σκιά — ο Σπύρος — χαμήλωσε ελαφρά το κεφάλι, σαν να έκανε υπόκλιση σε μια τελετή.

«Γιατί εσείς δεν καταλαβαίνετε τι ανοίγετε», είπε. «Και γιατί… κάποιος πρέπει να κλείσει την πόρτα πριν ανοίξει τελείως.»

Ο Λυμπέρης σφίχτηκε.

«Την πόρτα της βιβλιοθήκης;»

«Την πόρτα του χωριού», είπε ο Σπύρος. «Τη μεγάλη. Αυτή που οδηγεί από το “ήσυχο” στο “αποκαλυμμένο”.»

Η Ελένη ένιωσε πως μιλούσαν σαν να μην ήταν για έγκλημα, αλλά για θρησκεία. Και τότε, μέσα στη χαράδρα, η φύση αποφάσισε να πάρει θέση.

Ένα κλαδί έσπασε πάνω τους. Έπεσε βαριά, χτύπησε πέτρα, κύλησε. Ο ήχος ακούστηκε σαν πυροβολισμός μέσα στο φαράγγι.

Η σκιά του Σπύρου έκανε πίσω ακαριαία.

Και μέσα στο χιόνι, από τα δεξιά, ακούστηκε ένα γρύλισμα.

Δεν ήταν σκύλος.

Ήταν κάτι άγριο που είχε πειστεί ότι η ανθρώπινη παρουσία είναι εισβολή.

Η Ελένη είδε δύο μάτια να γυαλίζουν.

Ο Λυμπέρης έβαλε το χέρι του μπροστά της.

«Μην κουνηθείς», είπε.

Ο λύκος — ή κάτι που έμοιαζε λύκος — στάθηκε. Σαν να περίμενε σήμα από τη νύχτα.

Ο Σπύρος, από πάνω, είπε χαμηλά:

«Βλέπετε; Η φύση δεν θέλει μάρτυρες. Θέλει ισορροπία.»

Και τότε εξαφανίστηκε μέσα στα έλατα, σαν να τον κατάπιε το χιόνι.

Ο λύκος γύρισε αργά και χάθηκε κι αυτός.

Η Ελένη έμεινε να κοιτάει το σκοτάδι που έμεινε πίσω. Ένιωσε ότι τους είχαν δώσει προειδοποίηση — όχι ανθρώπινη. Τοπίου.

Ο Λυμπέρης γύρισε προς την Ελένη. Τα μάτια του ήταν πιο σκοτεινά από πριν.

«Τώρα καταλαβαίνεις γιατί ήθελα να περπατήσουμε;» είπε.

Η Ελένη κατάπιε.

«Γιατί ο δολοφόνος δεν είναι μόνο άνθρωπος», ψιθύρισε. «Είναι… μηχανισμός.»

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε.

Κι αυτή η σιωπή του, εκείνη τη στιγμή, ήταν η πιο δυνατή ένδειξη ότι ξέρει κάτι και δεν το λέει..


Το κλειδί και το χιόνι δεν ξεχνούν ποτέ

Γύρισαν στο χωριό καθώς ξημέρωνε. Μα το ξημέρωμα δεν έφερε φως — έφερε μόνο μια πιο καθαρή μορφή σκοταδιού: τη ρουτίνα. Η πλατεία είχε κόσμο που έκανε πως δεν κοιτά. Το καφενείο άνοιγε. Η εκκλησία χτυπούσε μια καμπάνα αδύναμη, σαν να χτυπάει για να θυμίσει ότι υπάρχει ακόμα τάξη.

Η Ελένη ένιωσε ένα παράξενο πράγμα: ο τόπος προσπαθούσε να ξαναγίνει κανονικός, πριν προλάβουν αυτοί να τον κάνουν αληθινό.

Στη βιβλιοθήκη, η κορδέλα της αστυνομίας ήταν ακόμα εκεί. Σαν γραμμή ανάμεσα στο “μέσα” και το “έξω”.

Ο εισαγγελέας, ο υπαστυνόμος, η Ιφιγένεια, ο έφορος Βερδής, ο πρόεδρος Μηνάς — όλοι σε μια άχαρη συστοιχία ανθρώπων που ήξεραν πως κάτι θα σπάσει, αλλά ήλπιζαν να σπάσει σε κάποιον άλλον.

Η Ελένη μπήκε πρώτη.

Το πίσω δωμάτιο — εκεί όπου βρέθηκε η Άννα, ανάμεσα στις ντουλάπες, βιαστικά, άκομψα, σαν κάτι να τελείωσε απότομα.
Στο πάτωμα, το περίγραμμα με κιμωλία.
Στην προθήκη, το ανοιχτό χειρόγραφο.

Η Ελένη πλησίασε την προθήκη. Διάβασε ξανά το απόσπασμα για το κλικ. Για τα κλειδιά. Για το φόβο της “διαρροής”.

Κι έπειτα, γύρισε στον Βερδή.

«Είπατε πως υπάρχουν δύο κλειδιά και ένα “σφραγισμένο”», είπε, και η φωνή της δεν ήταν πια μόνο επαγγελματική. Ήταν απειλή.

Ο Βερδής έτρεμε.

«Ναι… ναι…»

Η Ελένη γύρισε στον πρόεδρο.

«Το σφραγισμένο… πού είναι;»

Ο πρόεδρος έκανε εκείνο το χαμόγελο που σε κάνει να θέλεις να τον χτυπήσεις όχι για να πονέσει, αλλά για να σταματήσει να υπάρχει.

«Στο χρηματοκιβώτιο του δήμου», είπε. «Για ασφάλεια. Πάντα έτσι γινόταν.»

Ο Λυμπέρης μίλησε.

«Και ποιος έχει τον συνδυασμό;»

Ο πρόεδρος άνοιξε τα χέρια.

«Εγώ. Και… ο γιατρός. Για περίπτωση ανάγκης. Ο Σπύρος… είναι χρόνια εδώ.»

Η λέξη ανάγκη κάθισε πάνω στα αντικείμενα σαν μούχλα.

Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει αργά, με ακρίβεια.

«Ο Σπύρος έχει πρόσβαση στο παλιό κλειδί», είπε, σαν να έλεγε μια πρόταση που ήδη ήταν ομολογία.

Ο πρόεδρος ανασήκωσε τους ώμους.

«Ο γιατρός είναι θεσμός. Είναι…»

«Είναι αυτός που ξέρει να μην αφήνει μελανιές», είπε η Ελένη, και η φωνή της έκοψε τον αέρα.

Σιωπή.

Η Ιφιγένεια έκανε ένα βήμα μπροστά. «Έχετε αποδείξεις;»

Η Ελένη γύρισε και την κοίταξε. «Θέλετε αποδείξεις; Θα σας τις δώσει το χωριό… όπως πάντα: αφού τελειώσουν όλα.»

Ο εισαγγελέας σήκωσε το χέρι. «Κομνηνού. Ήρεμα. Στοιχεία.»

Η Ελένη πήρε ανάσα.

«Στοιχεία: ο Σαράντος είδε κάποιον να κατεβαίνει στο ρέμα. Άκουσε ένα κλικ — όχι δύο. Μύρισε αλκοόλη, αντισηπτικό. Και ο ίδιος ο Σπύρος μάς περίμενε στη χαράδρα.»

Ο πρόεδρος χλόμιασε.

«Τι λέτε τώρα;»

Η Ελένη πλησίασε το παράθυρο. Έξω, το χιόνι άρχισε πάλι να πέφτει πιο πυκνά.

Κι εκεί ήρθε ο συμβολισμός — όχι σαν λογοτεχνία, αλλά σαν πραγματικότητα:
το χιόνι καλύπτει, μα και διατηρεί.
Σβήνει ίχνη, μα κρατάει πατημασιές σαν φωτογραφία.

Η Ελένη γύρισε απότομα στον Λυμπέρη.

«Και τώρα», είπε, «εσύ.»

Ο Λυμπέρης δεν κουνήθηκε.

«Τι ξέρεις και δεν λες;»

Ο αέρας μέσα στη βιβλιοθήκη πάγωσε. Ακόμα και τα ράφια έμοιαζαν να ακούν.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε, και για πρώτη φορά στο βλέμμα του φάνηκε κάτι που δεν ήταν επαγγελματισμός. Ήταν κάτι σαν ντροπή.

«Ξέρω», είπε χαμηλά, «ότι η Άννα δεν πέθανε την πρώτη φορά.»

Η Ελένη ένιωσε το δέρμα της να μουδιάζει.

«Τι εννοείς;»

Ο Λυμπέρης πήρε ανάσα σαν άνθρωπος που σηκώνει πέτρα.

«Τη νύχτα… ήμουν εδώ.»

Η Ιφιγένεια έκανε πίσω. Ο υπαστυνόμος άνοιξε το στόμα του, μα δεν έβγαλε φωνή.

Η Ελένη δεν μίλησε. Μόνο τον κοιτούσε.

«Ήρθα γιατί… είχα μάθει ότι είχε ανοίξει τον φάκελο. Τον “ανεπιστρεπτό”. Είχα μάθει ότι ο Σπύρος… την επισκέφτηκε. Κι ήρθα να την προλάβω.»

Η λέξη προλάβω έπεσε σαν σφαίρα.

«Και την βρήκα… ζωντανή», είπε ο Λυμπέρης. «Σχεδόν. Είχε σημάδι στον λαιμό. Προσπάθησα να την συνεφέρω. Να την… φέρω πίσω. Και…»

Σταμάτησε. Έκλεισε τα μάτια.

«Και τότε η πόρτα έκανε κλικ.»

Η Ελένη ένιωσε να την διαπερνά ηλεκτρισμός.

«Ένα κλικ;» ψιθύρισε.

Ο Λυμπέρης άνοιξε τα μάτια.

«Ένα», είπε. «Όχι δύο.»

Η Ελένη ένιωσε τη διαίσθησή της — αυτό που δεν τολμούσε να καταμαρτυρήσει — να παίρνει επιτέλους μορφή.

«Και ποιος μπήκε;» ρώτησε.

Ο Λυμπέρης γύρισε το βλέμμα προς την πόρτα του πίσω δωματίου.

«Ο Σπύρος.»

Το όνομα έπεσε στο πάτωμα. Δεν ακούστηκε. Βάρυνε.

Ο εισαγγελέας έκανε νόημα στην Ιφιγένεια. Εκείνη έβγαλε το τηλέφωνο.

«Θέση», είπε.

Η Ελένη, όμως, δεν αρκέστηκε.
Γιατί η υπόθεση δεν ήταν πια “ποιος ύποπτος”.
Ήταν: ποιος την έπνιξε με τα χέρια του;

Και η απόδειξη έπρεπε να είναι κάτι που να μην μπορεί το χωριό να το κάνει “ψίθυρο”.

Η Ελένη πλησίασε την προθήκη με το χειρόγραφο. Κοίταξε το χαρτί σαν να ήταν δέρμα.

«Η Άννα έγραψε κάτι που δεν το έχουμε διαβάσει σωστά», είπε.

Έβγαλε το αντίγραφο από τις σημειώσεις της Άννας που είχε μαζί της — εκείνο το κομμάτι που έμοιαζε ασύνδετο. Σαν να έγραφε άνθρωπος που πνίγεται.

“Όταν μπαίνει, δεν μιλά. Δεν χρειάζεται. Μόνο αναπνοή. Και κρύο στα δάχτυλα. Δεν είναι θυμός. Είναι διαδικασία.”

Η Ελένη σήκωσε το βλέμμα.

«Αυτό δεν το γράφει κάποιος που απειλείται από πρόεδρο», είπε. «Το γράφει κάποιος που νιώθει ιατρικό χέρι. Χέρι που ξέρει ανατομία. Πίεση. Χρόνο. Να μην αφήσει μελανιά.»

Ο εισαγγελέας κατάπιε.

«Θέλω τον Σπύρο εδώ», είπε.

Σαν να τους άκουσε, σαν να είχε πάντα μια θέση μέσα στη σκηνή, η πόρτα της βιβλιοθήκης έτριξε.

Και ο Σπύρος μπήκε.

Δεν είχε βιασύνη. Δεν είχε πανικό. Είχε εκείνη τη γαλήνη του ανθρώπου που έχει βάλει στη ζωή του την ιδέα ότι “κάνει το αναγκαίο”.

Τα μάτια του πέρασαν από την Ελένη στον Λυμπέρη, κι εκεί στάθηκαν λίγο παραπάνω.

«Μίλησες», είπε στον Λυμπέρη. Όχι με θυμό. Με απογοήτευση.

Ο Λυμπέρης δεν απάντησε.

Η Ελένη έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Την έπνιξες», είπε απλά.

Ο Σπύρος χαμογέλασε ελάχιστα, σαν να άκουγε παιδική απλοϊκότητα.

«Τη σταμάτησα», είπε.

Η Ιφιγένεια σήκωσε το χέρι. «Σπύρο, είσαι ύποπτος για…»

Ο Σπύρος την αγνόησε. Κοίταξε μόνο την Ελένη.

«Ξέρεις τι έκανε;» είπε. «Άνοιξε λάθος ντουλάπι. Και όταν άνοιξε… είδε κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει.»

Η Ελένη ένιωσε το θυμό της να γίνεται παγωμένος, σαν λίμνη.

«Και το χωριό αποφάσισε ότι το σώμα της είναι το καπάκι του ντουλαπιού;»

Ο Σπύρος αναστέναξε.

«Η ισορροπία, κυρία Κομνηνού. Κάποιος πρέπει να κρατάει τις διαρροές μέσα.»

Η λέξη διαρροές έκανε τον Λυμπέρη να κουνηθεί ελάχιστα — σαν να τον χτύπησαν.

Η Ελένη το είδε.

«Και ο Λυμπέρης;» ρώτησε. «Τι ρόλο έχει;»

Ο Σπύρος γύρισε προς τον Λυμπέρη σαν να του μιλούσε επιτέλους.

«Εσύ ήσουν το λάθος», είπε. «Ήρθες για να “τελειώσεις κάτι”. Αλλά δεν κατάλαβες ότι το κάτι αυτό… δεν τελειώνει. Μεταφέρεται.»

Η Ελένη ένιωσε την αλήθεια να σφίγγει τον αέρα:

Ο Λυμπέρης ήξερε.
Και σωπαίνοντας, δεν προστάτευε τον Σπύρο.
Προσπάθησε να προστατεύσει… το μέγεθος αυτού που θα άνοιγε αν μιλούσε.

Κι αυτό, για την Ελένη, ήταν το πιο τρομακτικό είδος συνενοχής: η συνενοχή της ευθύνης.

Ο εισαγγελέας έκανε νόημα στους αστυνομικούς. «Περάστε του χειροπέδες.»

Ο Σπύρος δεν αντιστάθηκε. Μόνο, πριν τον πιάσουν, είπε κάτι που έμοιαζε με τελική κατάρα:

«Θα το μάθετε», ψιθύρισε. «Δεν σκοτώνεις έναν άνθρωπο εδώ. Σκοτώνεις μια λειτουργία. Και τότε… κάποιος άλλος θα χρειαστεί να την αναλάβει.»

Η Ελένη ένιωσε το χιόνι να χτυπάει το τζάμι πιο δυνατά.

Σαν να χειροκροτούσε.
Ή σαν να προειδοποιούσε.


Όταν έμειναν μόνοι για λίγα δευτερόλεπτα — ένα κενό ανάμεσα σε συλλήψεις, σε φωνές, σε τηλέφωνα — η Ελένη γύρισε στον Λυμπέρη.

«Γιατί δεν μίλησες;» ρώτησε.

Ο Λυμπέρης κατέβασε το βλέμμα.

«Γιατί…» είπε, και η φωνή του ήταν αυτή τη φορά ανθρώπινη, όχι λειτουργική. «Γιατί το πρώτο όνομα στον φάκελο… δεν είναι του πατέρα μου. Είναι δικό μου. Απλώς… σε άλλο χρόνο.»

Η Ελένη ένιωσε τον λαιμό της να σφίγγεται.

«Τι εννοείς;»

Ο Λυμπέρης άνοιξε την παλάμη του.

Εκεί, ακουμπισμένο σαν μικρό ζώο, ήταν ένα κλειδί. Παλιό. Με δόντια φαγωμένα.
Το “σφραγισμένο”.

«Αυτό», είπε, «δεν ανοίγει μόνο πόρτες. Ανοίγει χρόνια. Και… μερικές φορές ανοίγει ανθρώπους.»

Η Ελένη τον κοίταξε.
Και κατάλαβε ότι η δολοφονία της Άννας είχε συμβολισμό, όπως ήδη υπήρχε:
Η Άννα δεν πέθανε μόνο επειδή έμαθε.
Πέθανε επειδή αρνήθηκε να γίνει μηχανισμός.

Και τώρα, που ο μηχανισμός έσπασε, η φύση — το χιόνι, το ρέμα, το φαράγγι — ζητούσε κάτι άλλο:

Όχι άλλη σιωπή.
Αλλά το τίμημα της μνήμης.

Έξω, το χιόνι έπεφτε πιο πυκνά.

Και η Ελένη Κομνηνού, πρώτη φορά, δεν ένιωσε ότι το χιόνι καλύπτει.

Ένιωσε ότι το χιόνι… σημαδεύει..


 

 

Ο ΞΕΝΩΝΑΣ

 

Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα, αλλά αυτή τη φορά δεν έμοιαζε αθώο. Ήταν βαρύ, σχεδόν κολλώδες. Σαν να ήθελε να κρατήσει κάτι από κάτω του.

Η Κομνηνού έφτασε στον ξενώνα λίγο πριν νυχτώσει. Το παλιό πέτρινο κτίσμα, στην άκρη του χωριού, έμοιαζε έρημο. Ο ξενώνας ήταν το μοναδικό κατάλυμα της περιοχής — και το πρώτο μέρος όπου είχε μείνει η άτυχη βιβλιοθηκονόμος όταν είχε έρθει διορισμένη.

Ο Λυμπέρης στεκόταν ήδη στην είσοδο. Το πρόσωπό του ήταν πιο σκληρό από συνήθως.

«Τον βρήκαν στο δωμάτιο 3», είπε χαμηλόφωνα.
«Ποιον;»
«Τον ιδιοκτήτη. Κρεμασμένο. Αλλά…»

Η Καρρά βγήκε από το εσωτερικό, κρατώντας φωτογραφική μηχανή.

«Δεν είναι αυτοκτονία.»

Η Κομνηνού μπήκε μέσα.

Η μυρωδιά δεν ήταν βαριά — ήταν καθαρή. Υπερβολικά καθαρή. Σαν κάποιος να είχε πλύνει προσεκτικά το πάτωμα πριν καλέσει τις αρχές.

Στο δωμάτιο 3, το σώμα αιωρούνταν. Όμως το βλέμμα της Κομνηνού δεν στάθηκε εκεί.

Στάθηκε στο κομοδίνο.

Ένα παλιό κλειδί.

Σιδερένιο. Με χαραγμένο επάνω του ένα σύμβολο που είχε δει ξανά.

Στο αρχείο της βιβλιοθήκης.

Στα παλιά πρακτικά του 1986.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

«Το αναγνωρίζεις;»

Η Κομνηνού δεν απάντησε αμέσως.

Στον τοίχο, πίσω από το σώμα, κάποιος είχε γράψει με στάχτη:

ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ.

Η Καρρά πλησίασε το παράθυρο.

«Δεν υπάρχουν ίχνη παραβίασης. Μόνο…»

Σώπασε.

Στο χιόνι έξω από το παράθυρο υπήρχαν αποτυπώματα.

Όχι πατημασιές.

Γονάτων.

Σαν κάποιος να είχε γονατίσει εκεί, ακίνητος, για ώρα.

Η Κομνηνού ένιωσε κάτι να μετατοπίζεται μέσα της.

Η βιβλιοθηκονόμος δεν ήταν η αρχή.

Ήταν η σιωπή πριν την καταιγίδα.

Και τώρα το χωριό είχε αρχίσει να πληρώνει..


Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ

 

Η βιβλιοθήκη είχε σφραγιστεί μετά τη δολοφονία της βιβλιοθηκονόμου.
Κανείς δεν είχε μπει από τότε.

Μέχρι εκείνο το βράδυ.

Ο Λυμπέρης έσπασε τη σφραγίδα.

Η Καρρά μπήκε πρώτη.

Το κρύο ήταν πιο έντονο μέσα απ’ έξω.

Η Κομνηνού περπάτησε αργά προς το κεντρικό τραπέζι.

Το συρτάρι ήταν ανοιχτό.

Το ημερολόγιο της βιβλιοθηκονόμου έλειπε.

«Δεν ήταν κλοπή ευκαιρίας», είπε η Καρρά.
«Ήξεραν τι έπαιρναν.»

Στο πάτωμα, κάτω από το γραφείο, η Κομνηνού βρήκε κάτι άλλο.

Ένα κομμένο κομποσκοίνι.

Μαύρο.

Με σπασμένη χάντρα.

Η σιωπή έγινε πυκνή.

Ο Λυμπέρης την κοίταξε.

«Θες να πεις…;»

Η Κομνηνού σηκώθηκε αργά.

«Ο παπάς ήταν από τους τελευταίους που την είδαν ζωντανή.»

Εκείνη τη στιγμή, η πόρτα της βιβλιοθήκης έκλεισε με δύναμη.

Και τα φώτα έσβησαν.

Η Καρρά ψιθύρισε:

«Δεν είναι ρεύμα.»

Από το βάθος ακούστηκε θρόισμα.

Σελίδες που γυρίζουν.

Όχι από αέρα.

Από χέρια.

Η Κομνηνού προχώρησε προς το αρχείο.

Ένα ράφι είχε μετακινηθεί.

Πίσω του — ένας μικρός, κρυφός χώρος.

Μέσα του, ένας φάκελος.

Τίτλος:

ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ 1986

Ο Λυμπέρης άνοιξε τον φάκελο.

Ονόματα.

Υπογραφές.

Μεταξύ τους:

— ο ιδιοκτήτης του ξενώνα
— ο πρόεδρος της κοινότητας
— και…

Ο παπάς.

Η Καρρά κατάπιε.

«Τι είναι αυτό;»

Η Κομνηνού διάβασε την πρώτη γραμμή:

«Συμφωνούμε να μην μιλήσει κανείς.»

Την ίδια στιγμή, από την πλατεία ακούστηκε κραυγή.

Ανθρώπινη.

Και το χωριό άρχισε να ξυπνά..


Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ Η ΠΛΑΤΕΙΑ

 

Η πλατεία ήταν γεμάτη.

Χωριάτες συγκεντρωμένοι. Κάποιοι έκλαιγαν. Κάποιοι φώναζαν.

Στο κέντρο, πεσμένος στο χιόνι, βρισκόταν ο δεύτερος νεκρός.

Ο πρόεδρος.

Το στήθος του σημαδεμένο με το ίδιο σύμβολο του κλειδιού.

Ο παπάς στεκόταν μπροστά από την εκκλησία.

Το ράσο του ανέμιζε στο κρύο.

Η Κομνηνού τον πλησίασε.

«Πάτερ, πρέπει να μας ακολουθήσετε.»

Εκείνος δεν αντέδρασε.

«Ξέραμε ότι θα ερχόταν αυτή η μέρα», είπε ήρεμα.

Ο Λυμπέρης σφίχτηκε.

«Τι εννοείτε;»

Ο παπάς κοίταξε την πλατεία.

«Το παιδί δεν έπρεπε να θαφτεί έτσι.»

Η Καρρά ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

«Ποιο παιδί;»

Ο παπάς στράφηκε προς τη βιβλιοθήκη.

«Εκείνη το βρήκε. Η βιβλιοθηκονόμος. Βρήκε την καταγραφή. Το λάθος μας.»

Η Κομνηνού ένιωσε την αλυσίδα να δένει:

1986.                   

Ένα παιδί χαμένο.
Συμφωνία σιωπής.
Μια αδελφότητα ανδρών.

Και τώρα — ένας ένας — νεκροί.

«Είναι εκδίκηση;» ρώτησε ο Λυμπέρης.

Ο παπάς χαμογέλασε θλιμμένα.

«Όχι. Είναι εξομολόγηση.»

Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, ακούστηκε πυροβολισμός.

Όχι από μακριά.

Από μέσα στο πλήθος.

Ο παπάς σωριάστηκε στο χιόνι.

Αίμα απλώθηκε πάνω στο λευκό.

Και το χωριό — για πρώτη φορά — δεν ψιθύριζε.

Ούρλιαζε.

Η Κομνηνού έσκυψε δίπλα του.

Στο χέρι του ήταν σφιγμένο κάτι.

Ένα χαρτί.

Το άνοιξε.

Μόνο μία φράση:

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ. ΕΙΝΑΙ ΟΝΟΜΑ.

Η Κομνηνού σήκωσε το βλέμμα.

Η Καρρά την κοίταζε ήδη.

Ο Λυμπέρης κατάλαβε πρώτος.

«Υπάρχει ζωντανός μάρτυρας.»

Η καμπάνα της εκκλησίας άρχισε να χτυπά μόνη της.

Και το χιόνι έπεφτε ξανά.

Αυτή τη φορά, δεν σκέπαζε.

Αποκάλυπτε..


Ο ΝΕΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ

 

Το χωριό δεν πένθησε τον παπά Ιωακείμ όπως πενθούν οι άνθρωποι.
Τον «αφαίρεσε». Τον κατάπιε μέσα σε μια σιωπή που έκανε την πλατεία να φαίνεται πιο άδεια απ’ όσο ήταν.

Το πρωί που ακολούθησε, η καμπάνα χτύπησε τρεις φορές μόνη της — όχι πένθιμα. Σαν σήμα. Σαν κώδικας. Κι όταν ο Λυμπέρης ρώτησε ποιος την τράβηξε, ο υπαστυνόμος σήκωσε τους ώμους.

— «Κανείς δεν ήταν εκεί», είπε.
— «Και τότε ποιος…;»
— «Σας είπα. Εδώ οι ψίθυροι είναι νόμος».

Η Κομνηνού δεν κοίταζε πια την πλατεία. Κοίταζε τα παράθυρα. Τα κλειστά παντζούρια. Τα βλέμματα που τράβηξαν πίσω από κουρτίνες.
Έβλεπε την κοινωνία όχι σαν «κοινότητα», αλλά σαν σώμα που αμύνεται όταν το ακουμπήσεις στο τραύμα.

Ο Λυμπέρης είχε ήδη δώσει εντολές. Ένταλμα για τον πρόεδρο Μηνά Κ. και τον έφορο Βερδή. Οι λέξεις «παρεμπόδιση», «απόκρυψη», «κλειδιά» και «αντιφάσεις» είχαν γίνει πλέον μέρος της καθημερινής τους γλώσσας, όπως γίνονται οι βρισιές σε μικρούς τόπους: όχι επειδή είναι πολλές, αλλά επειδή είναι αληθινές.

Κι όμως… η αλήθεια, εδώ, δεν ήταν ποτέ μόνο νομική.

Τη στιγμή που η Καρρά έβγαινε από το περιπολικό, τους είδε όλους να στρέφονται προς τον δρόμο. Όχι από περιέργεια. Από αναμονή.

Ένα μαύρο αυτοκίνητο ανέβαινε αργά. Χωρίς μουσική. Χωρίς φώτα αναμμένα, λες και δεν ήθελε να δηλώσει παρουσία.
Σταμάτησε μπροστά στην εκκλησία, και η πόρτα άνοιξε.

Κατέβηκε ένας άντρας γύρω στα τριάντα. Ψηλός, λεπτός, με πρόσωπο που θα μπορούσε να είναι ωραίο αν δεν έμοιαζε τόσο… άδειο. Φορούσε ράσο, αλλά όχι σαν στολή. Σαν να το είχε φορέσει για να καλύψει κάτι άλλο.

Κρατούσε μια βαλίτσα στο ένα χέρι, και στο άλλο… ένα δέμα δεμένο με σπάγκο.

Ο υπαστυνόμος έκανε τον σταυρό του.

— «Ποιος είναι;» ρώτησε η Καρρά.
— «Ο νέος παπάς», ψιθύρισε κάποιος από το πλήθος.
— «Πώς το ξέρεις;»
— «Το ξέρω».

Η Κομνηνού έκανε ένα βήμα μπροστά. Ο Λυμπέρης στάθηκε δίπλα της, με εκείνη τη στάση που δεν είναι απειλή — είναι προειδοποίηση.

Ο νέος ιερέας πλησίασε χωρίς βιασύνη.

— «Πατέρας Νικήτας», συστήθηκε. «Στάλθηκα από τη Μητρόπολη. Θα αναλάβω προσωρινά την ενορία».
Η φωνή του ήταν ήρεμη. Αλλά όχι γλυκιά. Είχε καθαρότητα χειρουργική.
— «Ο πατέρας Ιωακείμ..» πήγε να πει ο Λυμπέρης.
Ο Νικήτας ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, σαν να διάλεγε λέξη προσεκτικά.

— «Ο πατέρας Ιωακείμ… δεν μπορεί πια να εξομολογεί».

Η Καρρά ένιωσε την πρόταση να τη χτυπά σαν κρύος αέρας. Δεν είπε «πέθανε». Δεν είπε «παραιτήθηκε». Δεν είπε «μετατέθηκε». Είπε: δεν μπορεί. Σαν να ήταν ζήτημα δύναμης, όχι βιολογίας.

Ο Νικήτας έστρεψε το βλέμμα του στην Κομνηνού.

— «Κυρία Κομνηνού…»
Η Κομνηνού πάγωσε.

— «Δεν σας έχω συστηθεί».
Ο Νικήτας χαμογέλασε ελάχιστα.

— «Σας έχουν διαβάσει».

Η λέξη «διαβάσει» δεν ακούστηκε ως φιλοφρόνηση. Ακούστηκε σαν πράξη. Σαν τελετουργία.

Έπειτα κοίταξε τον Λυμπέρη.

— «Κύριε Λυμπέρη, θα ήθελα να σας δω. Και εσάς, κυρία Καρρά. Στο γραφείο μου. Σήμερα. Όχι αργότερα».
— «Για ποιο λόγο;» ρώτησε ο Λυμπέρης.
— «Γιατί…» είπε ο Νικήτας, «η υπόθεσή σας δεν είναι μόνο έγκλημα. Είναι λειτουργία. Και κάποιος την τελεί ήδη».

Η Κομνηνού ένιωσε κάτι να ξυπνά στα δόντια της. Ένα σφίξιμο. Μια βεβαιότητα ότι ο νέος άνθρωπος δεν ήρθε να «σώσει». Ήρθε να τακτοποιήσει.

Πριν φύγει, ο Νικήτας άνοιξε το δέμα του σπάγκου. Ήταν ένα παλιό βιβλίο. Χειρόγραφο. Με κιτρινισμένες σελίδες.

— «Θα το αναγνωρίσετε», είπε, και κοίταξε την Κομνηνού.
— «Τι είναι;»
— «Το κατάστιχο των εξομολογήσεων. Το πραγματικό. Όχι αυτό που δίνουμε στον Θεό. Αυτό που δίνουμε… στο χωριό».

Και τότε, λες και κάποιος έκανε λάθος κίνηση σε σκοτεινό παιχνίδι, η καμπάνα χτύπησε ξανά. Μία φορά. Μόνο μία.

Ο Νικήτας έστρεψε το κεφάλι προς το καμπαναριό και ψιθύρισε:

— «Είπα να μην μιλήσεις».

Η Καρρά κοίταξε την Κομνηνού.

— «Σε ποιον μίλησε;»
Η Κομνηνού δεν απάντησε.

Γιατί είχε νιώσει καθαρά αυτό που νιώθεις όταν περνάς δίπλα από κλειστή πόρτα και μέσα κάποιος αναπνέει.

Και δεν ήταν άνθρωπος..


 

 

ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

 

Το γραφείο του εφημερίου δεν ήταν γραφείο. Ήταν δωμάτιο δικαστή.
Ένα τραπέζι στη μέση. Δύο καρέκλες από τη μία πλευρά. Μία από την άλλη.

Στους τοίχους, εικόνες. Αλλά οι εικόνες δεν ήταν «παρηγορητικές». Ο Χριστός είχε βλέμμα αυστηρό. Η Παναγία δεν χαμογελούσε. Και ο Άγιος της γωνίας — κάποιος μάρτυρας — είχε χέρια δεμένα. Όχι σε προσευχή. Σε σύλληψη.

Ο Νικήτας τους περίμενε όρθιος.

— «Καθίστε», είπε. «Αλλά όχι ως φίλοι. Ως μάρτυρες».

Ο Λυμπέρης κάθισε πρώτος, με όλο το σώμα του έτοιμο να σηκωθεί ξανά. Η Καρρά δίπλα. Η Κομνηνού απέναντι, όχι από περιφρόνηση, αλλά από ανάγκη να βλέπει.

Ο Νικήτας έβγαλε από ένα συρτάρι ένα παλιό κλειδί.

Μαύρο. Με σταυρό χαραγμένο.
Το κλειδί που ο Ιωακείμ είχε ονομάσει «κλειδί της σιωπής».

Το ακούμπησε στο τραπέζι.

— «Ξέρετε τι κλειδώνει;»
— «Εσείς θα μας πείτε», είπε ο Λυμπέρης.
— «Όχι», είπε ο Νικήτας. «Εσείς. Εσείς το κυνηγάτε».

Η Κομνηνού ένιωσε την παγίδα στη διατύπωση.

— «Κλειδώνει πόρτες που δεν πρέπει να ανοίγουν», είπε, σχεδόν αυτόματα, και μίσησε τον εαυτό της που επανέλαβε φράση άλλου.

Ο Νικήτας έγνεψε.

— «Και τι γίνεται όταν μια πόρτα ανοίγει μόνη της;»

Σιωπή.

Ο Νικήτας άνοιξε το χειρόγραφο κατάστιχο.

— «Θα σας διαβάσω μία εξομολόγηση. Όχι για να την κρίνετε. Για να δείτε αν αναγνωρίζετε το μοτίβο».

Η Καρρά ανασήκωσε το πηγούνι.

— «Μοτίβο; Σαν… modus operandi;»
Ο Νικήτας την κοίταξε.

— «Σαν δαιμονολογία», απάντησε.

Και διάβασε:

«…Δεν ήταν φόνος. Ήταν συμφωνία. Μας είπαν: “θα ξεχάσετε και θα ζήσετε”. Κι εμείς… δεχτήκαμε. Γιατί σε μικρά μέρη, η ζωή είναι πιο σημαντική από την αλήθεια…»

Η Κομνηνού ένιωσε την αναπνοή της να βαραίνει. Η λέξη «συμφωνία» έδεσε μέσα της με τις υπογραφές, την Αδελφότητα, το 1986, τα «πρακτικά» και τη φράση: «Δεν μιλήσαμε. Κανείς μας δεν μίλησε. Κι έτσι συμφωνήσαμε».

Ο Νικήτας συνέχισε:

«…μας είπαν ότι ο τόπος θα καθαρίσει αν κρατήσουμε κλειστά τα στόματα. Κι ότι θα κρατάει ο παπάς το κλειδί. Κι ο παπάς το κράτησε. Κι εμείς σιωπήσαμε. Και το παιδί… δεν βρέθηκε ποτέ…»

Ο Λυμπέρης χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι.

— «Φτάνει. Μιλάτε για παιδί. Για εξαφάνιση. Αυτά είναι εγκλήματα».
Ο Νικήτας έσκυψε μπροστά.

— «Η λέξη “έγκλημα” εδώ δεν αρκεί», είπε ήρεμα. «Γιατί το χωριό δεν το έκανε για να κερδίσει. Το έκανε για να μην καταρρεύσει».

Η Καρρά έσφιξε τα δάχτυλα.

— «Και η Άννα; Η βιβλιοθηκονόμος; Την σκότωσαν για να “μην καταρρεύσει” το χωριό;»

Ο Νικήτας γύρισε μια σελίδα χωρίς να τους κοιτάξει.

— «Η Άννα… δεν έπρεπε να διαβάσει».
Η Κομνηνού ένιωσε ρίγος. Η φράση ήταν τόσο ψυχρή που ακουγόταν σαν κανόνας.

Ο Λυμπέρης έσκυψε προς τα εμπρός.

— «Λέτε ότι υπάρχει οργανωμένη ομάδα. Μια κοινωνία. Μια αδελφότητα. Ποιοι είναι;»
Ο Νικήτας χαμογέλασε.

— «Το χωριό», είπε.

Η Κομνηνού ένιωσε θυμό.

— «Όχι. Μην κρύβεστε πίσω από αφηρημένα. Ονόματα».
Ο Νικήτας αναστέναξε.

— «Ο πατέρας Ιωακείμ είχε ονόματα. Τα κράτησε για να κρατήσει τη συνοχή. Κι όταν εσείς αρχίσατε να τραβάτε, τα ονόματα άρχισαν να… βγαίνουν έξω».

Η Καρρά ανατρίχιασε.

— «Τι εννοείτε “βγαίνουν έξω”;»

Ο Νικήτας ακούμπησε δύο δάχτυλα στο τραπέζι.

— «Ακούστε», είπε.

Και τότε… το ξύλο έτριξε.

Όχι από βάρος ανθρώπου.

Από βάρος χρόνου.

Το δωμάτιο σαν να κρύωσε απότομα. Μια λεπτή παγωνιά πέρασε από τα πόδια τους προς τα πάνω. Η λάμπα τρεμόπαιξε. Οι εικόνες στους τοίχους έμοιασαν, για ένα δευτερόλεπτο, να αλλάζουν έκφραση.

Και από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει σε γραφείο παπά:

Σελίδες που γυρνούσαν.

Η Κομνηνού πετάχτηκε.

— «Υπάρχει κάποιος εκεί;»

Ο Νικήτας δεν απάντησε. Απλώς σηκώθηκε και άνοιξε τη διπλανή πόρτα.

Ήταν το μικρό παρεκκλήσι της ενορίας.

Και στη μέση του… υπήρχε ένα τραπέζι με ανοιχτό βιβλίο.

Η Καρρά πλησίασε. Το βιβλίο ήταν άγραφο πριν. Το ήξερε από ένστικτο — όπως ξέρεις ότι ένα ποτήρι ήταν άδειο πριν το γεμίσει κάποιος.

Τώρα είχε γραφή.

Και στο πάνω μέρος της σελίδας έγραφε:

ΑΝΝΑ.

Η Κομνηνού έμεινε ακίνητη. Η καρδιά της έκανε κάτι παράλογο: αντί να χτυπά δυνατά, χτυπούσε… αργά. Σαν να μετρούσε.

Ο Νικήτας μίλησε πίσω τους:

— «Η βιβλιοθήκη κρατούσε τη μνήμη. Η ενορία κρατούσε τη σιωπή. Και κάπου ανάμεσα… ο διάβολος έκανε αυτό που κάνει πάντα: έδινε λύσεις που μοιάζουν με σωτηρία».

Ο Λυμπέρης γύρισε απότομα.

— «Μιλάτε κυριολεκτικά;»
Ο Νικήτας τον κοίταξε στα μάτια.

— «Μιλάω όπως μιλάει ένας άνθρωπος που έχει δει κάποιον να πουλάει την ψυχή του χωρίς να το καταλαβαίνει», είπε.

Έπειτα έκλεισε το βιβλίο με απότομη κίνηση.

— «Θα κάνετε μια χάρη στον εαυτό σας», πρόσθεσε. «Θα κρατήσετε τα όπλα σας. Αλλά δεν θα πυροβολήσετε αυτό που δεν έχει σάρκα».

Και τότε η Κομνηνού κατάλαβε τι «κομίζει» ο νέος παπάς:

Δεν έφερε ειρήνη.
Έφερε λεξιλόγιο.

Έφερε τρόπο να μιλήσουν για το κακό χωρίς να το μικρύνουν..


Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΕΡΔΗ

 

Τον Βερδή τον έφεραν στο κοινοτικό γραφείο. Ο Λυμπέρης ήθελε ανάκριση «καθαρή», με πρακτικό, με χρόνο, με δομή.
Η Κομνηνού ήθελε κάτι άλλο: να τον κοιτάξει μέχρι να ραγίσει.

Η Καρρά έστησε το μαγνητόφωνο.

Ο Βερδής ήταν χλωμός. Τα χέρια του έτρεμαν, αλλά όχι από φόβο αστυνομίας. Από κάτι που δεν είχε όνομα.

— «Θα σας κάνω μια απλή ερώτηση», είπε ο Λυμπέρης. «Πού είναι το αρχείο της βιβλιοθηκονόμου;»

Ο Βερδής άνοιξε το στόμα — και δεν βγήκε φωνή.

Σαν να κόπηκε η ανάσα του από κάποιον άλλον.

Η Κομνηνού έγειρε μπροστά.

— «Άννα», είπε χαμηλά, «δεν ήταν “ηρωίδα”. Ήταν βιβλιοθηκονόμος. Και κάποιος αποφάσισε ότι ακόμα κι αυτή η τάξη είναι απειλή».


— «Μην…» ψέλλισε ο Βερδής.
— «Μην τι;»
— «Μην λέτε ονόματα…»

Ο Λυμπέρης σφίχτηκε.

— «Ποιος σας το είπε αυτό; Ο πρόεδρος; Ο πατέρας Ιωακείμ;»

Ο Βερδής κούνησε το κεφάλι αργά.

— «Όχι… όχι μόνο…»

Και τότε έγινε το πρώτο “περίεργο”.

Το μαγνητόφωνο της Καρρά άναψε μόνο του.

Χωρίς να πατήσει κανείς το κουμπί.

Και από το ηχείο ακούστηκε… τρίξιμο.
Σαν παλιό βινύλιο. Σαν να περνούσε μέσα από τις συχνότητες κάτι που δεν ήταν ήχος.

Η Καρρά πάγωσε.

— «Το άκουσες;» ψιθύρισε στον Λυμπέρη.
— «Ναι», είπε εκείνος. «Κι αυτό δεν γίνεται».

Η Κομνηνού έστρεψε το βλέμμα στον Βερδή. Ήταν σαν να άκουγε κι εκείνος. Σαν να περίμενε οδηγία.

— «Πού είναι το αρχείο της Άννας;» επανέλαβε.
Ο Βερδής άρχισε να κλαίει χωρίς δάκρυα. Μόνο με ήχο.

— «Στην εκκλησία», είπε. «Στο… παλιό κελάρι. Εκεί που…»

Σταμάτησε απότομα.

Σαν να τον τράβηξαν από το πίσω μέρος του λαιμού.

Ο Λυμπέρης σηκώθηκε.

— «Τι “εκεί που”; Μιλήστε!»

Ο Βερδής άνοιξε το στόμα.
Και τότε μίλησε… μια άλλη φωνή.

Όχι τελείως ξένη.
Μια παραλλαγή της δικής του, σαν ηχώ.

— «Δεν θα πάρετε ό,τι δεν είναι δικό σας.»

Η Καρρά πετάχτηκε πίσω.

Ο Λυμπέρης άρπαξε τον Βερδή από τον ώμο.

— «Ποιος είναι αυτός;!»
Ο Βερδής έτρεμε. Κι όταν ξαναβρήκε τη δική του φωνή, είπε:

— «Δεν είναι “αυτός”. Είναι… το χωριό όταν μιλάει από μέσα μας».

Η Κομνηνού ένιωσε αναγούλα. Όχι από αηδία. Από αναγνώριση.
Αυτό ήταν το πραγματικό τέρας: όχι ένας δολοφόνος. Ένα συλλογικό “εμείς”.

Ο Λυμπέρης έσκυψε.

— «Θέλω ονόματα. Ποιοι είναι στην αδελφότητα;»
Ο Βερδής χαμογέλασε με τρόμο.

— «Ποιοι δεν είναι;»

Τότε η πόρτα του γραφείου άνοιξε με δύναμη.

Στεκόταν εκεί ο πατέρας Νικήτας.

Δεν χαιρέτησε. Δεν ρώτησε.

Μπήκε σαν να ήταν ήδη παρών από πριν.

— «Τον πιέζετε λάθος», είπε.
Ο Λυμπέρης αγρίεψε.

— «Αυτό είναι ανάκριση, πάτερ».
— «Όχι», είπε ο Νικήτας. «Αυτό είναι εξορκισμός χωρίς προσευχή».

Η Καρρά ένιωσε ένα κενό στο στομάχι.

— «Εσείς… γιατί ήρθατε;»
Ο Νικήτας κοίταξε την Κομνηνού.

— «Γιατί άρχισαν οι εξομολογήσεις», είπε.

Και έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί.

Το ακούμπησε στο τραπέζι.

Ήταν σελίδα από ημερολόγιο. Με γραφή γυναικεία. Καθαρή.

Στην κορυφή:

Άννα — τελευταία καταγραφή

Η Κομνηνού άπλωσε το χέρι, αλλά ο Νικήτας την σταμάτησε με μια κίνηση.

— «Θα το διαβάσουμε μαζί», είπε. «Γιατί δεν είναι απλώς στοιχείο. Είναι… πόρτα».

Ο Λυμπέρης έσφιξε τα δόντια.

— «Πόρτα σε τι;»
Ο Νικήτας απάντησε χωρίς να ανεβάσει τον τόνο:

— «Σε αυτό που συμφωνήσατε να μην υπάρχει».

Η Καρρά ψιθύρισε:

— «Εμείς δεν συμφωνήσαμε τίποτα».
Ο Νικήτας την κοίταξε σχεδόν τρυφερά.

— «Το ξέρω. Αλλά τώρα πληρώνετε την ίδια συνθήκη: ή θα θυμηθείτε… ή θα σας θυμηθούν».

Η Κομνηνού πήρε ανάσα.

— «Διάβασε», είπε στον Νικήτα.

Και ο Νικήτας διάβασε, αργά, σαν να έλεγε ευχή:

«…Δεν με φοβίζει ο δολοφόνος. Με φοβίζει η ησυχία μετά. Η ησυχία που πέφτει όταν όλοι ξέρουν και κανείς δεν λέει.
Απόψε είδα κάτι στα ράφια. Ένα βιβλίο που δεν υπήρχε. Και μέσα του… ονόματα. Ονόματα ζωντανών.
Και ένα ακόμη: ένα όνομα που δεν είναι όνομα, είναι ρόλος.
“Ο άνθρωπος που κρατάει τα κλειδιά της σιωπής”.
Αν αύριο δεν υπάρχω, μην ψάξετε μόνο ποιος με σκότωσε. Ψάξτε ποιος με έκανε να σωπάσω πριν πεθάνω…»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τόσο βαριά, που για μια στιγμή ακούστηκε η αναπνοή του χωριού απ’ έξω.

Ο Βερδής έκλαψε επιτέλους, με δάκρυα τώρα.

— «Την είδα», ψιθύρισε.
Ο Λυμπέρης γύρισε απότομα.

— «Ποια; Την Άννα; Τη νύχτα;»
Ο Βερδής κούνησε το κεφάλι.

— «Όχι… Την είδα… μετά».

Η Καρρά ένιωσε το αίμα της να παγώνει.

— «Μετά;»
— «Στην εκκλησία… στο κελάρι… στεκόταν και διάβαζε. Σαν να μην είχε πεθάνει. Και όταν της μίλησα… μου είπε: “μην πεις το όνομα. Θα ανοίξει”.»

Ο Νικήτας έκλεισε τα μάτια, σαν να άκουγε κι εκείνος τη φράση.

— «Αρχίσαμε», είπε. «Τώρα αρχίσαμε πραγματικά».

Ο Λυμπέρης χτύπησε το τραπέζι.

— «Τι είναι “θα ανοίξει”; Τι θα ανοίξει;»
Ο Νικήτας άνοιξε τα μάτια.

— «Η πόρτα που η βιβλιοθήκη κρατούσε κλειστή», είπε.
— «Και ποιος την ανοίγει;»
Ο Νικήτας κοίταξε την Κομνηνού.

— «Το κλειδί δεν είναι αντικείμενο», είπε χαμηλά, σαν να ολοκλήρωνε κύκλο. «Είναι όνομα. Και το όνομα… έχει ήδη ειπωθεί μέσα σας».

Η Κομνηνού ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

Γιατί θυμήθηκε κάτι που δεν έπρεπε να θυμάται:
σελίδες που γυρίζουν μόνες τους,
και μια φωνή που δεν ήταν του Βερδή,
και ένα χωριό που δεν χρειάζεται να σε σκοτώσει σωματικά — αρκεί να σε κάνει συνένοχο.

Κι έξω, στο χιόνι, ακούστηκε ξανά εκείνος ο ήχος.

Όχι άνεμος.

Όχι ζώο.

Σελίδες που γυρίζουν.

Σαν να άνοιγε κάπου, μέσα στο χωριό, ένα βιβλίο… χωρίς χέρια..


 


Δεν υπάρχουν σχόλια: